της Κατερίνας Γκίκα
Πολλές φορές στην Βουλή, συναντώ ανθρώπους που δεν γνωρίζω ούτε από πού έρχονται ούτε τι ακριβώς κάνουν εκεί. Δεν μιλώ για τους υπαλλήλους ή τους βουλευτές, αλλά για κάποιους άλλους γραβατωμένους τύπους που κυκλοφορούν με μια υπέρμετρη άνεση και αν είσαι ανυποψίαστος λες, αυτός τώρα κάποιος σπουδαίος πρέπει να είναι, καλύτερα να μην ρωτήσω. Κάτι μεταξύ πολιτευτή και παράγοντα...
Το... είδος αυτό, το τελευταίο διάστημα, δεν έχει τόση ζήτηση, θυμάμαι όμως πως από την αρχή μέχρι τα τέλη της προηγούμενη δεκαετίας, που οι δουλειές πήγαιναν καλά και η κρίση δεν μας είχε χτυπήσει την πόρτα, απόλαυσε τις πιο μεγάλες στιγμές του!
Ο υπουργός μόλις έβλεπε τον τύπο με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τον χαιρετούσε εγκάρδια, τον ήξερε δεν τον ήξερε, κάποιες φορές μόλις απομακρυνόταν μπορεί να ρωτούσε. Μου θυμίζεις ποιός είναι αυτός;
Άλλοτε πάλι τον γνώριζε περισσότερο απ' όσο φανταζόταν κάποιος ανυποψίαστος. Ποιος είναι, πόσο πρόθυμος είναι και που δραστηριοποιείται επαγγελματικά.
Εκείνος από την άλλη, ήξερε τους πάντες, μιλούσε στον ενικό, έσπευδε να ψιθυρίσει κάτι στο αυτί του πολιτικού και προσπαθούσε να κλείσει επιτόπου το ραντεβού να τα πούνε από κοντά στο υπουργείο.
Στο πορτοφόλι του είχε και φωτογραφίες με υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη, είτε από μια συνάντησή του στη Βουλή, είτε από μια αποστολή στο εξωτερικό, που έδινε δυνατότητες για πιο χαλαρές και οικείες πόζες. Οι φωτογραφίες αυτές ήταν ένα είδος συστατικής επιστολής. Τις εμφάνιζε όταν έπρεπε να επιβεβαιώσει πως είναι άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του τάδε...
Ένα γραφείο στην αίθουσα των κοινοβουλευτικών συντακτών, πρόσθετε, προφανώς, περισσότερο κύρος και αίγλη στο πρόσωπό τους και κάποιοι απ' αυτούς επιχείρησαν να το εξασφαλίσουν κατά καιρούς, με διάφορα μέσα.
Τα βλέπαμε, όλοι τα βλέπαμε να συμβαίνουν γύρω μας όλα αυτά τα χρόνια, αλλά τα προσπερνούσαμε ή μάλλον μας προσπερνούσαν...
Τα σκέφτομαι όλα αυτά με αφορμή την προφυλάκιση του δημοσιογράφου-Προέδρου ΜΚΟ, ο οποίος άφησε κι αυτός το δικό του στίγμα στη Βουλή των Ελλήνων.
Διαπιστεύτηκε σε ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και εξασφάλισε (παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται για εργαζόμενους σε περιοδικά ) ένα γραφείο εντός του ναού της δημοκρατίας, στην αίθουσα των κοινοβουλευτικών συντακτών, όπου είχε καθημερινή παρουσία.
Παρά το γεγονός ότι η συνεργασία του με το περιοδικό σταμάτησε, παρέμεινε διαπιστευμένος και -όπως έλεγε σε συναδέλφους- εργαζόταν σε ένα αμερικάνικο έντυπο, το οποίο ουδείς γνωρίζει. Τον τελευταίο χρόνο ωστόσο αραίωσε τις επισκέψεις του. Αλλά το γραφείο, γραφείο. Του ήταν προφανώς αδύνατον να το αποχωριστεί γι᾽αυτό και αποφάσισε να κρατήσει τα κλειδιά των συρταριών του. Για να ανοίξουν τα συγκεκριμένα συρτάρια θα χρειαστεί τώρα εισαγγελική παρέμβαση ώστε να διαπιστωθεί έαν υπάρχουν στοιχεία που σχετίζονται με την υπόθεση που ερευνάται..
....................................................................................................................................................................
Πώς η Ελλάδα χρηματοδοτούσε τον Κάρατζιτς
του Τάκη Μίχα
Όμως, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα, οι ελληνικές αρχές φέρεται να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά και μόνο στο θέμα της κατάχρησης των πόρων και να μην ενδιαφέρονται για την βαθύτερη πολιτική διάσταση του θέματος: το γεγονός, δηλαδή, ότι ένα μέρος των χρημάτων αυτών, όπως αποκαλύπτω παρακάτω, διοχετεύονταν στον Σερβοβόσνιο εγκληματία πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν φυγόδικος, προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψή του από τις δυνάμεις της διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης SFOR.
Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό θέμα που τίθεται με τις πρόσφατες αποκαλύψεις, δεν είναι μόνο αν η συγκεκριμένη ΜΚΟ «τα έφαγε», αλλά αν η συγκεριμένη ΜΚΟ αποτελούσε τον δίαυλο μέσω του οποίου παράγοντες του ΥΠΕΞ χρηματοδοτούσαν τον «μεγάλο φίλο» Κάρατζιτς, διευκολύνοντάς τον με αυτό τον τρόπο να ξεφεύγει απο τις διεθνείς διωκτικές αρχές. Αυτό που, κατά την άποψή μου, είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας είναι γιατί οι ελληνικές δικαστικές αρχές δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον να διερευνήσουν το θέμα, προσπαθώντας αντίθετα να το περιορίσουν σε μία συνηθισμένη ιστορία διαφθοράς.
Όπως είναι γνωστό, ο Κάρατζιτς κατά την περίοδο που βρισκόταν στην «παρανομία», προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψή του, περιβαλλόταν από έναν κύκλο αφοσιωμένων οπαδών και φίλων του, που είχαν δημιουργήσει ένα προστατευτικό δίχτυ γύρω του: του έβρισκαν ασφαλή κρησφυγετα, τον πληροφορούσαν για τις κινήσεις των διωκτικών αρχών και πάνω απ' όλα τον προμήθευαν με χρήματα για τα όχι ευκαταφρόνητα έξοδά του.
Το κεντρικό πρόσωπο αυτού του προστατευτικού δικτύου ήταν ο Ντούσαν Τέσιτς, ο οποίος ήταν σωματοφύλακας και «κολλητός» του Σερβοβόσνιου ηγέτη. Στις αρχές Ιανουαρίου 2005 η ειρηνευτική δύναμη SFOR συνέλαβε τον Τέσιτς στη πόλη Πάλε.
Η σύλληψή του αντανακλούσε τη νέα τακτική της SFOR, που εφάρμοσε ο νέος διοικητής της ειρηνευτικής δύναμης, στρατηγός Βίτζιλ Πάκετ. Η νέα τακτική στόχευε στη σύλληψη όλων όσοι αποτελούσαν την προστατευτική ασπίδα του Κάρατζιτς.
Όταν συνέλήφθη ο Τέσιτς, σύμφωνα με δηλώσεις των υπευθύνων της SFOR στα τοπικά ΜΜΕ, «άρχισε να κελαϊδά σαν πουλάκι». Και τι δεν είπε! Όμως εκείνο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη κατάπληξη των ανδρών της SFOR ήταν όταν έμαθαν ότι ο «κολλητός» του Κάρατζιτς είχε και μια άλλη, λιγότερο γνωστή, ιδιότητα: απασχολείτο απο το 2001, ως σύμβουλος, σε μια ελληνική ΜΚΟ που ασχολείτο -εικονικά, φυσικά- με την αποναρκοθέτηση της περιοχής!
Επρόκειτο για τη γνωστή ΔΚΑ, που σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
Με άλλα λόγια, μια ελληνική οργάνωση, χρηματοδούμενη επί χρόνια απο το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, χρηματοδοτούσε τον άνθρωπο εκείνον, που έπαιζε τον κύριο ρόλο στη μη σύλληψη του φυγόδικου Κάρατζιτς! Να σημειωθεί ότι τον Τάσιτς έφερε στην ελληνική ΜΚΟ ο διευθυντής της στην Βοσνία, Πάνος Κάστορας, με τον οποίο σύμφωνα με πληροφορίες μας, συνδέονταν από παλιά.
Μετά από αυτά τα γεγονότα η ελληνική ΜΚΟ μπήκε στο στόχαστρο της SFOR. Σε επικοινωνία που είχα με την εκπρόσωπο του Διεθνούς Δικαστηρίου, Φλόρενς Χάρτμαν, στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, η τελευταία επιβεβαίωσε την ιστορία και εξέφρασε την τεράστια απορία της για το γεγονός ότι ελληνικά κρατικά χρήματα χρησιμοποιούντο για να ενισχύουν, στην ουσία, τον Σερβοβόσνιο φυγόδικο να αποφεύγει τη σύλληψή του από τις διεθνείς αρχές.
Σύμφωνα με δηλώσεις που έκανε σε τοπικά ΜΜΕ ένας Βόσνιος, πρώην απασχολούμενος στην ελληνική ΜΚΟ, ο Τέσιτς είχε πολύ στενές σχέσεις με τον διευθυντή της οργάνωσης -και υπόδικο σήμερα- Κωνσταντίνο Τζεβελέκο. «'Οποτε ο Κωνσταντίνος μιλούσε με τον Τέσιτς» δήλωσε «χρησιμοποιούσε έναν διαφορετικό μεταφραστή, που ερχόταν ειδικά από την Αθήνα. Κανείς άλλος δεν επιτρεπόταν να είναι παρών στις συναντήσεις».
Να σημειωθεί ότι οι στενές σχέσεις της ελληνικής ΜΚΟ με το περιβάλλον Κάρατζιτς δεν περιορίζονταν μόνο στον Τέσιτς. Η ελληνική ΜΚΟ είχε στενές σχέσεις και με την εταιρία UNIPAK που είχε έδρα της το Πάλε και η οποία προμήθευσε, μεταξύ άλλων, στην ελληνική ΜΚΟ εργατικό προσωπικό.
Επικεφαλής της UNIPAK ;hταν ο Ράντομιρ Κόγιτς, ένας πρώην διευθυντής αστυνομίας, διορισμένος από τον Κάρατζιτς. Το 2003 η Ευρωπαική Ενωση απαγόρευσε στον Κόγιτς να ταξειδεύει στις χώρες-μέλη της, λόγω του ρόλου του τελευταίου στην ομάδα προστασίας του Σερβοβόσνιου φυγόδικου.
Από τη στιγμή που η UNIPAK άρχισε να προμηθεύει την ελληνική ΜΚΟ με εργαζόμενους, το προσωπικό -που ηταν μέχρι τότε πολυεθνικό- έγινε μονοεθνικό, δηλαδή αποτελούμενο πια αποκλειστικά από Σέρβους. Η ΜΚΟ απέλυσε αμέσως όλους του Βόσνιους και Κροάτες που απασχολούσε μέχρι τότε και τους αντικατέστησε με Σέρβους. «Δεν μας εξήγησαν ποτέ», δήλωσε σε τοπικά ΜΜΕ ένας Κροάτης απασχολούμενος, «γιατί μας έδιωξαν και δεν μας άφησαν να τελειώσουμε το έργο για το οποίο είχαμε υπογράψει συμβόλαιο».
Να σημειωθεί, ότι κανένα απο τα προαναφερθέντα γεγονότα δεν αναφέρθηκε ποτέ στα ελληνικά ΜΜΕ. Προσωπικά όποτε προσπάθησα να γράψω για το θέμα της ελληνικής ΜΚΟ και των σχέσεων με τον Κάρατζιτς στην εφημερίδα που εργαζόμουνα τότε, πάντοτε αντιμετώπιζα ένα κατηγορηματικό και ανεξήγητο «Νιετ».
