Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα Θεία Πάθη μέσα από ζωγραφικούς πίνακες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα Θεία Πάθη μέσα από ζωγραφικούς πίνακες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Η συγκλονιστική «Ταφή του Ιησού» του Καραβάτζιο

Έχει ειπωθεί και όχι άδικα ότι η «Ταφή του Ιησού» του Καραβάτζιο που σήμερα αποτελεί ένα από τα «κοσμήματα» των Μουσείων του Βατικανού είναι το πιο συγκλονιστικό έργο που αποτύπωσε με σπαρακτικό, ασύλληπτα δραματικό και εντυπωσιακά ρεαλιστικό τρόπο την κορύφωση του Θείου δράματος. Ένα αριστούργημα που αναγνωρίστηκε ως τέτοιο ήδη από την εποχή του, με τον Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (δηλαδή από το Καραβάτζιο-της Λομβαρδίας, στην Ιταλία) να χρησιμοποιεί το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι, το «chiaroscuro» που χαρακτηρίζει το έργο του καθώς και τη γεωμετρία με την οποία δομεί το έργο του, με τρόπο αριστοτεχνικό. Το μπράτσο του νεκρού Χριστού που πέφτει με τρομακτικά «ηχηρό» τρόπο στο έδαφος η μεγάλη διαγώνιος που ξεκινάει από τα υψωμένα, σε σπαρακτικό θρήνο χέρια της Μαρίας του Κλωπά (ή του Κλέοπα) και καταλήγει στο νεκρό Ιησού, η βαριά ταφόπλακα, με την γωνία να δίνει το στίγμα της σκληρής πραγματικότητας, το στραμμένο στο θεατή πρόσωπο του Νικόδημου- Μιχαήλ Αγγέλου, ο οποίος κρατάει το σώμα του νεκρού Χριστού μαζί με τον Ιωάννη αποτελούν από τα δομικά και κεντρικά στοιχεία αυτού του έργου που έχει αναλυθεί πινελιά, την πινελιά από τους κορυφαίους ιστορικούς τέχνης προκαλώντας αίσθηση αλλά και κριτική από την εποχή που αποκαλύφθηκε στα μάτια του κοινού. Ο βασικός λόγος της όποιας αρνητικής κριτικής, που ωστόσο δεν κατάφερε να σκιάσει το αριστούργημα ήταν η «κλασική» για τον Καραβάτζιο πρακτική να χρησιμοποιεί απλούς ανθρώπους, του δρόμου, όπως ήταν και ο ίδιος, ως μοντέλα του μην επιχειρώντας να τους ωραιοποιήσει αλλά απεικονίζοντας τους με σκληρό, πολλές φορές, «φωτογραφικό» ρεαλισμό. Η επιλογή των χρωμάτων είναι εξίσου αριστοτεχνική και μελετημένη με τρόπο που να δίνει ακόμα πιο δραματικό τόνο στη σύνθεση. Το σώμα του Χριστού αλλά και η έκφραση του Νικόδημου θυμίζουν γλυπτά ενώ ο πόνος που χαράζει το πρόσωπο της Παναγίας είναι συγκλονιστικός. Το έργο φιλοτεχνήθηκε κατά παραγγελία του Τζιρολάμο Βιττρίτσε , για το αφιερωμένο στην Πιετά (εικονογραφικός τύπος της Παναγίας που κρατάει το νεκρό Χριστό) παρεκκλήσι της οικογένειας του στη Chiesa Nuova, την καινούρια εκκλησία, της Σάντα Μαρία ιν Βαλιτσέλα της Ρώμης και φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1602 και 1604. Είναι από τα τελευταία έργα του μεγάλου καλλιτέχνη που άσκησε τεράστια επίδραση στην τέχνη. Τo έργο βρίσκονταν στην Chiesa Nuova της Santa Maria in Vallicella της Ρώμης ως τα 1797 οπότε και επιτάχθηκε από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα μαζί με άλλα έργα και τοποθετήθηκε στο Musée Napoléon, το Μουσείο Ναπολέοντα όπως μετονομάστηκε το Λούβρο στα 1802. Επέστρεψε στη Ρώμη στα 1816 μαζί με άλλα έργα τέχνης που άρπαξε ο Ναπολέοντας , μια αποστολή στην οποία κορυφαίο ρόλο είχε ο Αντόνιο Κανόβα και τοποθετήθηκε στην Πινακοθήκη του Πάπα Πίου VII στα Μουσεία του Βατικανού (διαβάστε περισσότερα εδώ) όπου βρίσκεται ως τα σήμερα. Στην εκκλησία της Αιώνιας Πόλης για την οποία φιλοτεχνήθηκε, τοποθετήθηκε ένα αντίγραφο του έργου.

Ο ρεαλισμός του έργου είναι μοναδικός. Οι μορφές γύρω από το νεκρό Χριστό θρηνούν με κάθε τρόπο, με τις κινήσεις, τα βλέμμα, τη στάση τους που κορυφώνεται στο σπαρακτικό ξέσπασμα της Μαρίας η οποία στέφει τα χέρια και το βλέμμα στον ουρανό. Ο νεαρός Ιωάννης σκυμμένος πάνω στο Χριστό, ο συγκλονιστικός Νικόδημος με το πρόσωπο του Μιχαήλ Αγγέλου που «συνομιλεί» με το θεατή, η Μαρία Μαγδαληνή που σκουπίζει τα δάκρυα της και η Παναγία επίσης ζωγραφισμένη με αντισυμβατικό τρόπο, χωρίς την αιώνια νεότητα που χαρακτηρίζει τη μορφή της στην παραδοσιακή θρησκευτική τέχνη. Κάθε μορφή σε διαφορετική στάση, με διαφορετική έκφραση πόνου, η μια συμπληρωματική της άλλης.

«Ο θρήνος». Έργο του 1460-63 του φλαμανδού Ρόχιερ βαν ντερ Βέιντεν, που εκτίθεται στα Ουφίτσι της Φλωρεντίας

Ο αντισυμβατικός τρόπος απεικόνισης του Βιβλικού περιστατικού από τον Καραβάτζιο κορυφώνεται στο χρονικό ορόσημο που επιλέγει για το θέμα του, όχι την στιγμή της ταφής του Ιησού αλλά εκείνο της τοποθέτησης του πάνω στην πλάκα του τάφου-αναφορά ενδεχομένως στην πλάκα της Αποκαθήλωσης στο Ναό του Παναγίου Τάφου στην Ιερουσαλήμ- κάτι το οποίο είχε προηγούμενα στην τέχνη με πιο γνωστό τον πίνακα του φλαμανδού Ρόχιερ βαν ντερ Βέιντεν, έργο του 1460-63 που σήμερα εκτίθεται στα φημισμένα Ουφίτσι της Φλωρεντίας. Για την ιστορία το πρότυπο του εν λόγω έργου εντοπίζεται σε μια «Πιετά» του μαέστρου της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης του 15ου αιώνα, του Φρα Αντζέλικο (διαβάστε περισσότερα εδώ για τον τάφο του καλλιτέχνη στη Ρώμη) έργο που σήμερα βρίσκεται στην διάσημη Πινακοθήκη Άλτε του Μονάχου.

Οι επιρροές του Καραβάτζιο είναι έντονες και αναγνωρίσιμες και από την Πιετά του Μιχαήλ Αγγέλου που βρίσκεται στο ναό του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό (διαβάστε περισσότερα εδώ). Από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία είναι η θέση των ποδιών και κυρίως το χέρι του νεκρού Χριστού αλλά και η στάση της κεφαλής της Παναγίας.

Ο νεαρός Ιωάννης σκυμμένος πάνω στο Χριστό, ο συγκλονιστικός Νικόδημος με το πρόσωπο του Μιχαήλ Αγγέλου που «συνομιλεί» με το θεατή, η Μαρία Μαγδαληνή που σκουπίζει τα δάκρυα της και η Παναγία επίσης ζωγραφισμένη με αντισυμβατικό τρόπο, χωρίς την αιώνια νεότητα που χαρακτηρίζει τη μορφή της στην παραδοσιακή θρησκευτική τέχνη.

Οι μορφές προβάλουν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας που δεν επιτρέπει να γίνει διακριτό κανένα αρχιτεκτονικό στοιχείο ή έστω τοπίο οδηγώντας το βλέμμα του θεατή να στραφεί αποκλειστικά στο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά του. Οι αντιθέσεις φωτός –σκιάς που αποτελούν ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του έργου του μεγάλου μαέστρου δίνουν ακόμα μεγαλύτερη δραματικότητα στη σύνθεση. Ο Καραβάτζιο αποδεικνύει τη μαεστρία του ως ο κορυφαίος του Ιταλικού μπαρόκ σπάζοντας και το φράγμα μεταξύ του θεατή και του πίνακα επιτρέποντας στον παρατηρητή να γίνει ο ίδιος μέρος του δράματος, ενώ το παιχνίδι με το βλέμμα συνεχίζεται στην κίνηση την οποία δίνει με την άριστη χρήση της γεωμετρίας καθώς ο θεατής σχεδόν βιώνει τη στιγμή που το άψυχο σώμα του Ιησού, δυνατό και γυμνασμένο, καθαρισμένο από τις πληγές, ετοιμάζεται να κατέβει στον τάφο.

Το μπράτσο του νεκρού Χριστού που πέφτει με τρομακτικά «ηχηρό» τρόπο στο έδαφος η μεγάλη διαγώνιος που ξεκινάει από τα υψωμένα, σε σπαρακτικό θρήνο χέρια της Μαρίας του Κλωπά (ή του Κλέοπα) και καταλήγει στο νεκρό Ιησού, η βαριά ταφόπλακα, με την γωνία να δίνει το στίγμα της σκληρής πραγματικότητας, το στραμμένο στο θεατή πρόσωπο του Νικόδημου- Μιχαήλ Αγγέλου, ο οποίος κρατάει το σώμα του νεκρού Χριστού μαζί με τον Ιωάννη αποτελούν από τα δομικά και κεντρικά στοιχεία αυτού του έργου.

Ο ρεαλισμός απογειώνεται και στον τρόπο με τον οποίο ο θεατής βιώνει το δράμα και από την οπτική των πρωταγωνιστών με το βάρος του σώματος του θεανθρώπου όπως προσπαθούν να το συγκρατήσουν ο Νικόδημος και ο Ιωάννης να βαραίνει την ψυχή του παρατηρητή που ζει τον πίνακα σαν να είναι ο ίδιος μέρος των όσων διαδραματίζονται μπροστά του.

Είναι αδύνατον να μην καρφωθεί το βλέμμα στην τρομακτική στάση που έχει γείρει το χέρι του νεκρού Ιησού ούτε να μην παρασυρθεί από τον πόνο βλέποντας τα δάχτυλα του Ιωάννη να κρατούν το σώμα του Χριστού φτάνοντας στο σημείο της πληγής από τη λόγχη του Ρωμαίου εκατόνταρχου.

Ο  Καραβάτζιο  όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του χρησιμοποιούσε ως μοντέλα ανθρώπους καθημερινούς, που συναντούσε στο δρόμο του, αποτυπώνοντας με τρόπο ρεαλιστικό όχι μόνο τη μορφή τους αλλά ακόμα και αυτά τα ταπεινά χαρακτηριστικά τους που σχεδόν προκλητικά επιδεικνύει. Οι μορφές του δεν είναι ηρωικές, εξιδανικευμένες, συχνά ούτε καν όμορφες αλλά συχνά βρώμικες, ατημέλητες, σκληραγωγημένες.

Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, που τον ενέπνευσαν και αποτέλεσαν την αφορμή να δεχτεί σκληρή κριτική κυρίως από την εκκλησία μια που δεν θεωρούνταν αυτονόητα το ιδανικό πρότυπο για τόσο σημαντικές σκηνές της Βίβλου και κυρίως των Ευαγγελίων.

ΠΗΓΗ: https://mundusest.wordpress.com/author/xfiles1969gr/

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Θεία Πάθη, Ανάσταση ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ μέσα από ζωγραφικούς πίνακες


Gerrit van Honthorst «Ο Χριστός ενώπιον του Καϊάφα»

από το
Ο ζωγράφος ανακαλύπτει στο ευμετάβολο φως του κεριού ένα αποτελεσματικό μέσο απεικόνισης της ψυχολογικής κατάστασης των προσώπων, που προσδίδει αληθοφάνεια και δραματική ένταση στο ευαγγελικό επεισόδιο και ελκύει την προσοχή του παρατηρητή στις εκφράσεις των πρωταγωνιστών.
Ο λευκός χιτώνας του Χριστού αντανακλά τόσο έντονα το φως, που μοιάζει να το εκπέμπει ο ίδιος.
΄Από το βιβλίο «ΛΟΝΔΙΝΟ – ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ»
ELECTA –
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Τιτσιάνο: «Ο ακάνθινος στέφανος»
Ο Τιτσιάνο παρουσιάζει όλη την ωμότητα και τη θηριωδία του γεγονότος. 
Μέσα από τον πίνακα μοιάζει να ακούγονται ουρλιαχτά, αναθεματισμοί, πνιγμένοι θόρυβοι, λαχανιάσματα, το χτύπημα των ξύλων.
από το βιβλίο «ΜΕΓΑΛΑ ΜΟΥΣΕΙΑ – ΛΟΥΒΡΟ»
ELECTA –
ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Καραβάτζιο: «Η Μαστίγωση του Ιησού»
Απολύτως δραματική είναι η αντίθεση ανάμεσα στο σώμα του Χριστού, που είναι πιο ανοιχτόχρωμο και ολόφωτο, και στις πιο σκούρες μορφές των δύο δημίων που εν μέρει τις καταπίνει το σκοτάδι. 
Εξίσου ξεχωρίζουν ο πόνος στο όμορφο πρόσωπο του Ιησού και η βαναυσότητα στα χαρακτηριστικά των δύο δεσμοφυλάκων. 
Πολύ όμορφη είναι η υπέρτατης νατουραλιστικής πιστότητας λεπτομέρεια του λευκού υφάσματος του Χριστού.
Όπως πέφτει χαλαρά, απηχεί την κάθετο του κίονα και υπογραμμίζει την αδυναμία του Ιησού, ο οποίος αν δεν ήταν δεμένος θα έπεφτε στο έδαφος.
από το βιβλίο «ΝΑΠΟΛΗ – ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΠΟΝΤΙΜΟΝΤΕ»ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Αντονέλο ντα Μεσίνα: «Ο Χριστός στον κίονα»από τοhttp://en.wikipedia.org/wiki/Christ_at_the_Column_(Antonello_da_Messina)
Λεπτομέρειες όπως το μισάνοιχτο στόμα, τα δάκρυα, οι σταγόνες αίματος από τον ακάνθινο στέφανο, καθώς και η λεπτομερής απόδοση της αραιής γενειάδας και των μαλλιών, συμβάλλουν στη συγκινησιακή φόρτιση.
από το βιβλίο «ΛΟΥΒΡΟ»ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ
Ντονάτο Μπραμάντε «Ο Χριστός στον Στύλοαπό το http://www.backtoclassics.com/gallery/donatobramante/christatthecolumn/
΄Εδώ η πονεμένη φιγούρα του Χριστού βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, σε άμεση σχεδόν επαφή με τον θεατή, ενώ το δυνατό κορμί μοιάζει σαν να έχει πλαστεί από φως.
από το βιβλίο «MANTEGNA»
ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑ
Αντονέλο ντα Μεσίνα «Ίδε ο άνθρωπος»από το βιβλίο «MANTEGNA»ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑαπό το http://en.wikipedia.org/wiki/Ecce_Homo_(Antonello_da_Messina)
Αντρέα Μαντένια: «Ίδε ο άνθρωπος»
Από τον πίνακα λείπει κάθε αφηγηματική νότα και η προτροπή των κατηγόρων του Χριστού βρίσκεται στα δυο χαρτιά στο πάνω μέρος:
 «Σταύρωσέ τον. 
Πάρ’ τον και σταύρωσέ τον»
από το βιβλίο «MANTEGNA»
ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑ
Ραφαήλ: «Η Ανάβαση του Γολγοθά»από το βιβλίο «MANTEGNA»ELECTA – ΗΜΕΡΗΣΙΑαπό το http://www.friendsofart.net/en/art/raffaello-sanzio/christ-falls-on-the-way-to-calvary
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν!
 Κι ακόμα,σα ρωτήσανε:
 “Ποιος ο Χριστός;” τι πες “Να με”!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα
!
Kώστας Βάρναλης «Η Μάνα του Χριστού»
από το «Το Φώς που καίει»

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Ο Χριστός κουβαλάει το σταυρό»

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Ο διαμερισμός των ιματίων του Χριστού»

από το http://idlespeculations-terryprest.blogspot.com/2007/03/el-greco-christ-carrying-cross.html
από το http://en.wikipedia.org/wiki/El_Greco
Ανάμεσα στα Πάθη του Χριστού, ο διαμερισμός των ιματίων είναι ένα από τα πιο απωθητικά συμβάντα. 
Ο Γκρέκο προβάλλει την αντίθεση του βασιλικού μεγαλείου του Χριστού και της ευγενούς συμπεριφοράς του με το πλήθος των άξεστων στρατιωτών. 
Μέσα στον πορφυρό μανδύα του, ο Χριστός στέκει απομονωμένος στο μέσο του πίνακα. 
Προπηλακίζεται από τον επιθετικό στρατιώτη με το μαυροπράσινο ρούχο. 
Δίπλα βρίσκεται ο ιππότης με την γκρι-μπλε αδιαπέραστη πανοπλία σύμβολο της πολεμικής, γήινης εξουσίας. 
Στην πανοπλία αυτού του υποκριτή, αδρανούς και αδιάφορου ιππότη η αντανάκλαση από τον πορφυρό μανδύα του Χριστού δημιουργεί ένα δραματικό βιολέ χρώμα.
απόσπασμα από ανάλυση της καθηγήτριας Π. Γαλανοπούλου
αντιγραφή από το http://protolm.blogspot.com/
Τιτσιάνο: «Ο Χριστός στο σταυρό και ο καλός κλέφτης»
απόσπασμα από ανάλυση της καθηγήτριας Π. Γαλανοπούλου
αντιγραφή από το http://protolm.blogspot.com/
από το http://www.backtoclassics.com/gallery/vecelliotiziano/christandthegoodthief/
Ο χώρος καθίσταται άπειρος με εξαίσιο τρόπο, χάρη στην προοπτική απόδοση των δύο σταυρών που ξεχωρίζουν πάνω στον άδειο ουρανό. 
Ο Τιτσιάνο αρνείται όλα τα τεχνάσματα της ζωγραφικής διατηρώντας μόνο τη βασική αρχή του φωτός: 
κιαροσκούρο, σκιές, ημίφως, άπλετο φως. 
Τα δύο κεφάλια είναι αντικριστά: 
το ανοιχτόχρωμο φωτοστέφανο του Χριστού προκαλεί την έκπληξη του ληστή, το βλέμμα του οποίου μοιάζει να απηχεί την κίνηση των ποδιών, που τινάζονται στο κενό.
από το βιβλίο «ΜΠΟΛΟΝΙΑ – ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Η Σταύρωση»
΄Εδώ όλες οι μορφές προβάλλονται σε έναν χώρο κενό και αφύσικο, χωρίς φόντο, με φωσφορίζοντα χρώματα και παγωμένες χειρονομίες, σχεδόν σε μια μεγαλειώδη επανέκδοση των βυζαντινών εικόνων που θαύμασε (ενν. ο Θεοτοκόπουλος) και αντέγραψε όταν ήταν νέος στην Κρήτη. Σε αυτό το μεγάλο ρετάμπλ, με τον εντυπωσιακά συγκινησιακό χαρακτήρα, η ατμόσφαιρα είναι τόσο φορτισμένη με μυστικισμό, που οι μορφές φαίνονται να έχουν χάσει το σωματικό τους βάρος, όπως οι δύο άγγελοι με τα ανάλαφρα φτερά που μαζεύουν στα χέρια τους το αίμα του Χριστού.
Ερευνώντας τις μορφές, ο Ελ Γκρέκο ανανεώνει την υποβλητική τους δύναμη. Πράγμα που συμβαίνει και σε αυτό το έργο (…), μέσω του σχεδιασμού των μορφών σε επιμήκυνση, με αποκορύφωμα τον άγγελο που μας γυρίζει την πλάτη, πρωτόφαντα αιωρούμενος στη βάση του σταυρού.
από το βιβλίο «ΜΑΔΡΙΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΑΔΟ»ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Rogier van der Weyden: «Η Αποκαθήλωση»

από το βιβλίο «ΜΑΔΡΙΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΑΔΟ»ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
από τη http://en.wikipedia.org/wiki/Rogier_van_der_Weyden
Σε αυτό τον χώρο με το μικρό βάθος, πάνω σε πετρώδες έδαφος, τα πρόσωπα σε φυσικό μέγεθος καταλαμβάνουν όλη την επιφάνεια με τρισδιάστατη σαφήνεια. 
Η αλληλουχία χειρονομιών και στάσεων δημιουργεί μια συνεχή κίνηση, η οποία μεγεθύνει το πένθος κάθε προσώπου, όπως παρατηρούμε στις κυρτωμένες στάσεις του Ιωάννη και της Μαρίας Μαγδαληνής στις δύο άκρες: σχεδόν δυο παρενθέσεις που περικλείουν το σύνολο και απηχούν τις δυο διαγώνια τοποθετημένες παράλληλες καμπύλες των σωμάτων του Χριστού και της Παναγίας.
από το βιβλίο «ΜΑΔΡΙΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΡΑΔΟ»ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Μιχαήλ Άγγελος: «Πιετά»
από τη Wikipedia
Η Πιετά δείχνει την Παρθένο Μαρία με το νεκρό Χριστό ξαπλωμένο στα γόνατά της. 
Ένα έργο που κόβει την ανάσα, φτιαγμένο από έναν καλλιτέχνη μόλις είκοσι τριών χρονών. 
Χάρη στη λεπτότητα του γλυπτού έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ύφασμα και όχι σε μάρμαρο. 
Οι πτυχές του μανδύα της Μαρίας μοιάζουν ανάλαφρες, έτοιμες να παρασυρθούν από το αεράκι.
 Κοιτάξτε προσεκτικά τη λωρίδα στο μανδύα της Παρθένου Μαρίας. Θα δείτε την υπογραφή του Μιχαήλ Άγγελου.
Όταν αυτή η Πιετά τοποθετήθηκε στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, στα 1497, κανείς δεν πίστευε ότι ο δημιουργός της ήταν ένας καλλιτέχνης τόσο νέος όσο ο Μιχαήλ Άγγελος. Λέγεται ότι ο Μιχαήλ Άγγελος θύμωσε τόσο πολύ, που μπήκε κρυφά στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, μέσα στη νύχτα, για να σκαλίσει το όνομά του στη λωρίδα του μανδύα της Μαρίας. 
Είναι το μόνο έργο που υπέγραψε ποτέ.
ΡΟΜΠΙΝ ΡΙΤΣΜΟΝΤ «ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟ»
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Τιτσιάνο: «Πιετά»

Θεωρήθηκε ένα υπέροχο αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο, ένα είδος τάματος που πραγματοποιήθηκε από τον καλλιτέχνη για να αποτρέψει τον κίνδυνο του λοιμού για τον ίδιο και για τον γιο του.
Ο ημίγυμνος γονατισμένος μπροστά στην Παναγία γέροντας , που υποβαστάζει το χέρι του Χριστού και ταυτίζεται είτε ως Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, είτε ως Άγιος Ιερώνυμος, είτε ως Σαν Τζόμπε, είναι μία αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη που παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας και κουρασμένος: 
ο Τιτσιάνο τονίζει με αυτό τον τρόπο τον αφιερωματικό χαρακτήρα του πίνακα που τον προόριζε για τον τάφο του.
Εκτός από τον γονατισμένο γηραιό, ο Τιτσιάνο απεικονίζεται –μαζί με τον γιο του Οράτιο- επίσης στον μικρό πίνακα αφιερωματικού χαρακτήρα, στα δεξιά της σύνθεσης: 
ο ζωγράφος γονατίζει για δεύτερη φορά μπροστά στην Παναγία για να ικετεύσει για τη σωτηρία από την ασθένεια. Παρά την προσφορά, που έγινε πριν εισακουστεί η παράκλησή του, ο λοιμός θα θανατώσει τον γιο και μετά τον πατέρα.
από το βιβλίο «ΒΕΝΕΤΙΑ – ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ»
ELECTA – ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ανγκεράν Καρτόν: «Ο επιτάφιος θρήνος – Πιετά της Αβινιόν»
Η Μαγδαληνή γέρνει ταπεινά προς το σώμα του νεκρού Χριστού, ενώ ο Ιωάννης αγγίζει τρυφερά το ακάνθινο στεφάνι σαν να παίζει άρπα. 
Το εξαντλημένο πρόσωπο της Παναγίας και το αποφασιστικό βλέμμα του ιερέα μεταδίδουν μια ταυτόσημη πεποίθηση: 
το μήνυμα της νίκης επί του θανάτου.
από το βιβλίο «ΛΟΥΒΡΟ»
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ
Μαντένια: «Επιτάφιος Θρήνος»
από το http://en.wikipedia.org/wiki/File:Mantegna_Andrea_Dead_Christ.jpg

Καραβάτζιο «Η ταφή του Κυρίου»από το http://en.wikipedia.org/wiki/The_Entombment_of_Christ_(Caravaggio)

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου «Ίσως να ‘ναι κι έτσι».
Καλό Πάσχα και Χρόνια Πολλά!
…και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει γ ι α ν’  α κ ο ύ σ ε ι, και τ’ άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να ‘ναι λυπημένος ο κόσμος κι η θεια-Σταθούλα κι η κυρα-Παρασκευούλα κι ο μπαρμπα-Γιάννος που ‘χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι’ αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ’ άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι ύστερα σπάσει το γυαλί.
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος «Η Ανάσταση»από το http://www.metmuseum.org/special/El_Greco/4.l.htm

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά ν’ ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. 
Ίσως να ‘φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα – δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες. 
«Ίων, Ίων» με φωνάζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο».
Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ’ αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου 
«Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον έχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;). Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το ‘πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιον;», «το Χριστό, ντε, μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά, «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα – λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ». Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πως το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήριο του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να ‘ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα ‘φτιαξα στεφάνι και Του ‘βγαλα τον ακάνθινο στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το ‘χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπότης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να ‘βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ’ αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό·
 –θα το φορέσει – είπε – το καλοκαίρι). 
Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. 
Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.
ΑΘΗΝΑ, 11-1-84
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ «ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ