Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Δεν δίνω λέξεις παρηγόρια , δίνω μαχαίρι σ΄ολουνούς καθώς το μπήγω μες το χώμα γίνεται φως, γίνεται νους. Κώστας Βάρναλης. Ο στρατευμένος ποιητής έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου το 1974.

«…τέκνο της Ανάγκης κι ώριμο τέκνο της Οργής»













του Γεράσιμου Χολέβα

Ο κομμουνιστής ποιητής, πεζογράφος, κριτικός 
και δημοσιογράφος, Κώστας Βάρναλης, 
έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, 
16 Δεκεμβρίου 1974. 
Μια σύντομη καταγραφή σημαντικών 
σταθμών της ζωής και του έργου του, 
γνωρίζοντας πως πολλά 
θα μείνουν εκτός κειμένου…

Ο Κ. Βάρναλης1 γεννιέται το 1884 στον
Πύργο της Βουλγαρίας (Ανατολική Ρωμυλία).
Σπουδάζει στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της
Φιλιππούπολης
και διορίζεται δάσκαλος.
Με υποτροφία, απ’ την κοινότητα της Βάρνας,
σπουδάζει στη Φιλοσοφική Αθηνών.
Με τα «Ορεστειακά» 2 εντάσσεται στους δημοτικιστές.


Το 1904 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα
στα περιοδικά Ο Νουμάς και Ακρίτας.
Δευτεροετής φοιτητής στέλνει στον
Κωστή Παλαμά
τη συλλογή ποιημάτων Πυθμένες.
Η συλλογή δημοσιεύεται το 1985 απ’ τον
Κ. Γ Κασίνη,
ο οποίος την εντόπισε στο αρχείο K. Παλαμά.
Ο Κ. Βάρναλης, το 1905, εκδίδει την πρώτη
του ποιητική συλλογή με τίτλο Κηρήθρες.

Το 1907 συμμετέχει στην ομάδα
(Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νίκος Καρβούνης,
 Ρώμος Φιλύρας κ.α)
που εκδίδει το περιοδικό Ηγησώ,
όπου δημοσιεύονται ποιήματα του,
αλλά και ποιήματα άλλων νέων ποιητών.
Από το 1908 και μέχρι το 1918 εργάζεται
σε σχολεία της επαρχίας και της Αττικής,
με εξαίρεση τις περιόδους που επιστρατεύεται
(Ιούλιος 1913- Μάρτιος 1914 με τους
«απαλλαγέντες και αγύμναστους του
1900-1902» και Ιούνιος 1915- Ιούνιος 1916
μετά την λήξη της Βουλγαρικής ουδετερότητας
και την έναρξη
 του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).
 Όλη αυτή την περίοδο συνεργάζεται με πολλά
λογοτεχνικά περιοδικά,
όπου δημοσιεύονται ποιήματα του.

Από το 1910 έως το 1916 εκδίδονται σε
μεταφράσεις του οι Βάκχες, ο Ηρακλής
μαινόμενος και οι Ηρακλείδες του Ευριπίδη,
ο Αίας του Σοφοκλή,τα Απομνημονεύματα
του Ξενοφώντα και ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου
του Γκουστάβ Φλωμπέρ.
Το 1911 (είναι σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου)
συμμετέχει στα «Αθεϊκά»3.

Από το 1919 έως το 1921 βρίσκεται στο Παρίσι
με κρατική υποτροφία για μετεκπαίδευση
στη νεοελληνική φιλολογία.
Τον Αύγουστο του 1919 στέλνει στο περιοδικό
Μαύρος Γάτος το εκτενές ποίημα του Προσκυνητής,
το οποίο αργότερα αποκηρύσσει.
Μετά την πτώση της κυβέρνηση Βενιζέλου επιστρέφει,
αφού η υποτροφία διακόπτεται.
Στρατεύεται ξανά για λίγους μήνες και ύστερα
τοποθετείται καθηγητής στον Πειραιά.

Το 1921 δημοσιεύεται το ποίημά του Μοιραίοι στο περιοδικό Νεολαία. Το ποίημα αναδημοσιεύεται στο περιοδικό Ο Νουμάς.
Το 1922, εκδίδει στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας την πιο γνωστή ποιητική του σύνθεση Το φως που καίει.
Το έργο θα εκδοθεί στην οριστική του μορφή το 1933.

Την ίδια χρονιά (1922) εκδίδει στην Αλεξάνδρεια τη συλλογή διηγημάτων Ο λαός των μουνούχων.

Ανακαλείται η διακοπή της υποτροφίας του και πηγαίνει ξανά στο Παρίσι. Στο περιοδικό Μούσα δημοσιεύει το ποίημα του Λευτεριά
ως απάντηση στο ποίημα του Κ. Παλαμά Οι Λύκοι.
Πρόκειται για την πρώτη δημόσια τοποθέτηση του Βάρναλη
(με το όνομά του) υπέρ των επαναστατικών θέσεων
των κομμουνιστών.


Το 1924 επιστρέφει στην Αθήνα και διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που διευθύνει ο Δ. Γληνός.
Το 1925 δημοσιεύεται η μελέτη του Το πρόβλημα της τέχνης για την επιστημονική αισθητική στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος,
καθώς και άλλα θεωρητικά του άρθρα.
Την ίδια χρονιά εκδίδει τη μελέτη του Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, όπου εκφράζει την αντίθεσή του στην ιδεαλιστική ποιητική θεωρία
του Γιάννη Αποστολάκη (Η ποίηση στη ζωή μας).

Η εφημερίδα Εστία γράφει ότι ο Δήμος Τανάλιας και
ο Κώστας Βάρναλης είναι το ίδιο πρόσωπο.
 Ο ποιητής τιμωρείται με εξάμηνη παύση για στίχους του
στο Φως που καίει.
Την επόμενη χρονιά, το 1926, παύεται οριστικά απ’ την εκπαίδευση λόγω συμμετοχής του στην «αντεθνική δράση»
των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών του Μαρασλείου
και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας.

Ως απόδειξη κατηγορίας χρησιμοποιείται ένα απόσπασμα από την πρώτη έκδοση της ποιητικής του σύνθεσης Το Φως που καίει.
Η παύση αυτή θα προκαλέσει τη διαμαρτυρία των πνευματικών ανθρώπων της Αλεξάνδρειας, μεταξύ αυτών και του Κ. Π Καβάφη.

Από τότε και μετά εργάζεται ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες Ριζοσπάστης, Πρόοδος, Πρωία, Ανεξάρτητος,
ενώ παράλληλα δημοσιεύει ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Το 1927 εκδίδει την ποιητική του σύνθεση Σκλάβοι Πολιορκημένοι με το όνομα του.
Τις χρονιές 1927 -1928 γράφει θεωρητικά κείμενα στο περιοδικό Αναγέννηση του Δ. Γληνού.
Δημοσιεύεται στη Νέα Εστία, το 1928, η μελέτη του
Η αξία του Σολωμικού έργου.

Το 1929 παντρεύεται την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου.
Συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά Νέα Εστία,
Πρωτοπορία, Νέοι Πρωτοπόροι και
Ο Κύκλος και με εγκυκλοπαίδειες και λεξικά
γράφοντας λήμματα απ’ το 1929 έως το 1934.

Το 1932 εκδίδεται το πεζό του Η αληθινή απολογία του Σωκράτη και επανεκδίδει .
Το 1934 μαζί με τον Δ. Γληνό συμμετέχει ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα.
Γράφει τις εντυπώσεις του από τη Σοβιετική Ένωση στην εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος.
Το 1935 δημοσιεύει στην εφημερίδα Ανεξάρτητος τμήματα της αυτοβιογραφίας του.
Συνεχίζει τις συνεργασίες με τον Ριζοσπάστη και τους Νέους Πρωτοπόρους.


Συμμετέχει στο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων στο Παρίσι
και γράφει τις εντυπώσεις του στα Νεοελληνικά Γράμματα.
Στο τέλος του 1935 μαζί με άλλους αριστερούς διανοούμενους εξορίζεται, από το αστικό κράτος, στη Μυτιλήνη και στον Αϊ – Στράτη.
Ο Βάρναλης έγραψε αυτά που έζησε και είδε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος (Με τους εξόριστους εις τα νησιά του θανάτου.
Μια ζωή φρίκης και ηρωισμού).

Το 1936 συνεργάζεται με το Ριζοσπάστη, το 1939 δημοσιεύει το Άνθρωποι Ζωντανοί (πορτρέτα συγγραφέων που είχε γνωρίσει)
και το Άνθρωποι Αληθινοί (οι εντυπώσεις του από άσυλα ψυχασθενών, τα οποία είχε επισκεφθεί ως δημοσιογράφος).
Επί δικτατορίας Μεταξά απαγορεύεται στο Βάρναλη, στον Κορδάτο, στον Καρβούνη και άλλους να υπογράφουν κείμενά τους στις εφημερίδες.

Στις αρχές του πολέμου του 40 η απαγόρευση έχει αρθεί
και ο Βάρναλης γράφει αντιφασιστικά άρθρα,
όμως, συλλαμβάνεται απ’ την ασφάλεια και απειλείται με φυλάκιση.
Από το 1938 και σε όλη τη διάρκεια της κατοχής εργάζεται μόνιμα στην εφημερίδα Πρωία, όπου γράφει καθημερινά χρονογραφήματα.

Από το 1945 έως το 1953 συνεργάζεται με το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και τις εφημερίδες Ρίζος της Δευτέρας και Αλλαγή.
Το 1946 εκδίδεται το επόμενο πεζό του, με τίτλο
Το ημερολόγια της Πηνελόπης.
Το 1955 εκδίδεται, από ανώνυμο εκδοτικό οίκο,
συλλογή με παλιότερα ποιήματα που επιλέγει ο ίδιος.
Το 1956 εκδίδονται τα Ποιητικά του με Το φως που καίει, τους Σκλάβους Πολιορκημένους και επιλογή ποιημάτων που είχε γράψει σε περιοδικά μέχρι το 1918.

Το 1957 και το 1958 εκδίδονται τα Αισθητικά – Κριτικά, άρθρα που είχε δημοσιεύσει στην εφημερίδα Πρωία.
Το 1957 εκδίδονται τα Σολωμικά και ο τόμος Πεζός λόγος που περιλαμβάνει τα δύο από τα τρία διηγήματα της συλλογής Ο λαός των μουνούχων (είχε αποκηρύξει το ένα) και διορθωμένη Η αληθινή απολογία του Σωκράτη.
Αναδημοσιεύεται ο Προσκυνητής στην Επιθεώρηση Τέχνης.

Η Εταιρεία Ελλήνων το 1956 τον τιμά για τα 50 χρόνια της λογοτεχνικής του δραστηριότητας.
Το 1958 δημοσιεύει, στο περιοδικόΕπιθεώρηση Τέχνης τρία ποιήματα, άρθρα στην Αυγή για τον Κάλβο και το Βουτυρά και τις αναμνήσεις του απ’ τον Παλαμά.
Το 1959 του απονέμεται στη Μόσχα το Βραβείο Λένιν για τη συμβολή του στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη.

Το 1963 δημοσιεύει άρθρα στην Επιθεώρηση Τέχνης, Εκδίδονται οι Διχτάτορες, με παλιότερα κείμενα.
Το 1965 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή Ελεύθερος Κόσμος,
η οποία θα επανεκδοθεί δύο φορές με προσθήκες ποιημάτων.
Το 1967 υιοθετεί τη δίχρονη Ευγενία.
Το 1972 εκδίδεται το θεατρικό του έργο Άτταλος ο Τρίτος.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1974 ο Κώστας Βάρναλης
αφήνει την τελευταία του πνοή.
Η κηδεία του μετατρέπεται σε παλλαϊκή συγκέντρωση.
Το 1975 δημοσιεύεται η ανέκδοτη συλλογή Οργή Λαού,
με ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

1.Τα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Κ. Βάρναλη είναι επιλογή από: Α. Αργυρίου – Δ. Ποσάντζης, Επιλεκτική εργοβιογραφία στο Φέιγ βολάν της κατοχής (Χρονογραφήματα), Επιλογή – επιμέλεια Γιώργος Ζεβελάκης, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2007 και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Εργο – βιογραφικό χρονολόγιο του Κώστα Βάρναλη», Διαβάζω τ. 88 (1984)
-2. Βλ. Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά Απομνημονεύματα, φιλολογική επιμέλεια Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κέδρος, Αθήνα 1981, σ. 63-64 και για περισσότερα Κ.Θ Δημαράς,Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δ’ έκδοση, Ίκαρος 1968, σελ 399 και Α. Δημαράς (επιμέλεια),
Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, ΝΕΒ Ερμής, Αθήνα 1974, τ. Β’ σ.35 -37 –3. Bλ. Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά Απομνημονεύματα, φιλολογική επιμέλεια Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Κέδρος, Αθήνα 1981, σ. 117- 143 – Α. Δελμούζος, Σαν παραμύθι, Αθήνα 1911 – Α. Δελμούζος, Το κρυφό σχολείο, 1908-1911,Αθήνα 1950 σ. 249-259.

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον «Ημεροδρόμο» 
στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ:

«39 + 1 Άγνωστα ποιήματα» του Κ. Βάρναλη













Τρεις ερμηνείες του μελοποιημένου ποιήματος 
του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ
«Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου»
(μουσική του Λουκά Θάνου), ΕΔΩ:

Ο Βάρναλης διαβάζει Βάρναλη


Από τους Σκλάβους Πολιορκημένους α. Πρόλογος β. Η έφοδο γ. Κένταυροι (από τα Ποιήματα)

Ρένος Αποστολίδης - Κώστας Βάρναλης

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

" Η Ποίηση του Βάρναλη, δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι. κατέβηκε δηλαδή στο στίβο χωρίς πάρα πολλά "γυμνάσματα" και δοκιμές και περιπλανήσεις στους "λειμώνες των ασφόδελων " . Μ' άλλα λόγια, χωρίς αυτές τις πεισιθάνατες κραυγές που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η Ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα πού πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού" . Μενέλαος Λουντέμης .



 Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική η πορεία του Bάρναλη στο έργο του, μια που ξέρουμε πόσο συνεπής στάθηκε, στη ζωή του, σε τούτο το ιδανικό. Διώξεις, εξορίες, κατατρεγμοί, άρνηση κάθε αναγνώρισης, λοιδορίες, πετροβολισμοί: αυτό στάθηκε και το τίμημα της προσκόλλησης στον υψηλό του ανθρωπισμό.
Aλλά ταυτόχρονα – επειδή έχει και η ιστορία την νομοτέλειά της και «μια δική της δικαιοσύνη», όπως θα πει ένας άλλος ποιητής– αυτή η εμμονή σε ένα υψηλό πρότυπο ανθρωπισμού είναι εκείνη που καταξιώνει σήμερα τον Bάρναλη στη μνήμη μας, περισσότερο κι απ’ ό,τι τον καθιερώνει το καθαρά λογοτεχνικό του έργο. […]»
Θ.Δ. ΦPAΓKOΠOYΛOΣΣχεδιάγραμμα του ανθρωπισμού στο έργο του Bάρναλη περ. NEOEΛΛHNIKOΣ ΛOΓOΣ, ’75-’76, 1977

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Πέθανε Σαν σήμερα  στις 16 Δεκεμβρίου 1974.

Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. (Το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.)
Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.
Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη.
Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος.
Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα.
Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους.
Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου.
Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη.
Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι).
Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974. 
Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου
(από τα Ποιητικά, Kέδρος 1956)

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια, 10
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα, 50
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή), 60

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο: 70
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".
Έργο
Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
ΠοίησηΠοιητικές συνθέσεις
Ο Προσκυνητής (1919)
Το Φώς που καίει (Αλεξάνδρεια 1922 με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας). Το 1933 επανατυπώθηκε στην Αθήνα με αναθεωρήσεις.
Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)
Ποιητικές συλλογές
Κηρήθρες (1905)
Ποιητικά (1956)
Ελεύθερος κόσμος (1965)
Οργή λαού (1975)
Πεζά και κριτικά έργαΟ λαός των μουνούχων (Φιλ.ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
Αληθινοί άνθρωποι (1938)
Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
Πεζός λόγος (1957)
Σολωμικά (1957)
Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
Ανθρωποι. Ζωντανοί - Αληθινοί (1958)
Οι δικτάτορες (1965)
Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)
Θέατρο
Άτταλος ο Τρίτος (1972)
ΜεταφράσειςΑριστοφάνης - Βάτραχοι
Αριστοφάνης - Εκκλησιάζουσες
Αριστοφάνης - Ιππείς
Αριστοφάνης - Λυσιστράτη
Αριστοφάνης - Πλούτος
Ευριπίδης - Ιππόλυτος
Ευριπίδης - Τρωαδίτισσες
Κινέζικα τραγούδια
Μολιέρος - Μισάνθρωπος

Να σ' αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω 
απ' το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
μετ' άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ' τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι' ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι' αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό 
χορό τους ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα-κι' αυτά μες στ' όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι' αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ' τη μαύρη τούτη Kόλαση,
μακρυά πολύ κι' από τους μαύρους κολασμένους ....
ΠΡΟΛΟΓΟΣ "ΣΤO ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ,,