Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι 200 της Καισαριανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι 200 της Καισαριανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

...Κάποιο πρωί για τον πόλεμο κινήσαμε μαζί, όλοι μαζί τραγουδούσαμε, παλεύαμε μαζί...🌹Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹 κόκκινο το δειλινό. Μέσα στο Μάη σκοτώθηκες, το αίμα σου μαβί, έβαψε μαύρο τον ουρανό, κόκκινο τον καιρό.🌹Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό...


#Καλό_Μήνα_Μάη🌹
#ΜΑΙΟΣ 🌹#ΜΑΗΣ #Σαν_Σήμερα #1ηΜαΐου1889✝️
#Εργατική_Πρωτομαγιά 🌹
#USA #ΗΠΑ #Σικάγο


Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹– 1976

Κάθε πρωί ξεκινούσαμε να πάμε στη δουλειά,
στο λεωφορείο γελούσαμε, είμαστε δυο παιδιά.


Κόκκινο
τριαντάφυλλο🌹 

κόκκινο το δειλινό.

Κάποιο πρωί για τον πόλεμο κινήσαμε μαζί,
όλοι μαζί τραγουδούσαμε, παλεύαμε μαζί.


Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹 
κόκκινο το δειλινό.
Μέσα στο Μάη σκοτώθηκες, το αίμα σου μαβί,
έβαψε μαύρο τον ουρανό, κόκκινο τον καιρό.
Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.


Μαζί σου όλα σκοτώθηκαν, όνειρα, ιδανικά,
γίναμε όλοι φαντάσματα, ζούμε συμβατικά.


Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹 

κόκκινο το δειλινό.
Τώρα οι σημαίες γενήκανε
είδη εμπορικά,
είναι τα όνειρα αγαθά καταναλωτικά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹

κόκκινο το δειλινό.


Κόκκινο τριαντάφυλλο🌹– 1976
#Γιώργος_Νταλάρας 🎤
Ερμηνεία Ανεπανάληπτη
#Μίκης_Θεοδωράκης🎼🎹📝
από το album 45άρια 1976  #Πολυαγαπημένο
Κυκλοφόρησε το 1976 σε δίσκο 45 στροφών
το Κόκκινο τριαντάφυλλο και το Εκείνος ήταν μόνος (στην μνήμη του #Αλέκου_Παναγούλη* ✝️ που όλως τυχαίως σκοτώνεται την Πρωτομαγιά του 1976 σε ηλικία 36 ετών κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης, λίγες μέρες πριν από την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας
(Φάκελος ΕΣΑ).


*Αλέξανδρος (Αλέκος) Παναγούλης (2 Ιουλίου 1939 – 1 Μαΐου 1976),Έλληνας πολιτικός και ποιητής. Δραστηριοποιήθηκε στον αγώνα κατά της Δικτατορίας.

Περισσότερα ΕΔΩ:






Αλέκος Παναγούλης - Δείτε το συγκεκριμένο επεισόδιο από το Αρχείο της ΕΡΤ που είναι αφιερωμένο στη δράση, την πορεία και το χαρακτήρα του Αλέκου Παναγούλη της Ρένας  Θεολογίδου ΕΔΩ: 






Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Ο εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς για την Ελλάδα: Αρχικά  το εν λόγω ψήφισμα κατατέθηκε στη Βουλή την 1η Δεκεμβρίου 1893 και αφού είχαν συγκεντρωθεί 2.000 υπογραφές. Ενώ η Εργατική Πρωτομαγιά ως εθνική εργατική εορτή καθιερώθηκε στην Ελλάδα από τον Ιωάννη Μεταξά, στις 7 Απριλίου 1937.

========================

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΕΔΩ:













Ο Κρητικός Σταύρος Καλλέργης,πατέρας της έργατικής πρωτομαγιάς  στην 'Ελλάδα.


Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944 Οι 200 της Καισαριανής είναι αθάνατοι...

χαρακτικό έργο του Τάσσου
χαρακτικό έργο του Τάσσου

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944
Οι 200 της Καισαριανής είναι αθάνατοι...
«...Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα 
και λαχτάρα, / 
μόν' ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό 
και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, 
δυο μπόγια πάνου απ' όλους / 
κι από το Χάρο τρεις φορές 
πιο πάνου 
ο Ναπολέος...»1.

Οι 200 της Καισαριανής ζουν.

Η Πρωτομαγιά του 1944 ήταν κόκκινη, 

κόκκινη σαν το αίμα τους που πότισε 
το Σκοπευτήριο, κόκκινη σαν τα 
υψηλά ιδανικά των κομμουνιστών.
Οι 200 είναι Αθάνατοι.
Εκτελέστηκαν μα δεν πέθαναν.
Μέχρι σήμερα τους ακούμε:
«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. 
Γνωρίζετε γιατί. / Γυμνοί: κατάσαρκα 
φορώντας σημαίες -/ 
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό 
και άσπρο κάμποτο. / 
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα 
αττικά χαράματα. / 
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα 
στις σφαίρες / 
αγγίζοντας με τα φτερά τους 
τον ανατέλλοντα πυρφόρον./ 
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς 
να ανοίγουν στο μέλλον.
Εμείς / μερτικό δε ζητήσαμε. 
Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: 
αν η ελευθερία / δε βαδίσει στα χνάρια
 του αίματός μας, / 
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα.
 Γεια σας»2.































































Πράξη πρώτη
Η είδηση είχε φτάσει μια μέρα πριν και οι εφημερίδες της εποχής γνωστοποιούσαν:

 «Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. 
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.
Ως αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.

2) Ο τυφεκισμός όλων των ανάνδρων τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην έξωθεν των χωριών».

Ο Θ. Κορνάρος γράφει3: «Ο διοικητής του Χαϊδαρίου (σ.σ. του στρατοπέδου όπου ήταν φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης) δεν είχε κανένα δικαίωμα ν' αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. 
Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν' αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα(...) 
Ο διοικητής απάν' στη βιάση του φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα (...)
Οχι. Οχι εσύ Ναπολέων(...) Το στρατόπεδο αναταράσσεται.

Ως ετούτη τη στιγμή αιτία της αναταραχής είναι η αγωνία και ο φόβος για τη ζωή του "Παιδιού". 
Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. 
Κι όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα και αφουγκράζονται. 
Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του: 
Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. 
Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!...

Το στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, 
ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά 
σαν ηλεχτρισμένο την αποκάλυψη. 
Την κρυμμένη ψυχή της Ελλάδας που κάνει την παρουσία της. 
Οι Γερμανοί σαστίζουν, κοιτάζονται και σα νευρόσπαστα χτυπούνε τα τακούνια και στέκονται προσοχή!...».
Από καρδιάς...
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του:
«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, 
να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου». 
Στην αρραβωνιαστικιά του: 
«Η τελευταία σκέψη μαζί σου. 
Θα 'θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. 
Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».
Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων.
Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: 
«Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».

Ο εργάτης μεταλλουργός Σάββας Σαββόπουλος: 
«Ας μάθει όλη η Ελλάδα, δε χάσαμε την πίστη μας στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης... 
Καμία δύναμη δε θα τσακίσει το ΚΚΕ.
 Το ΚΚΕ θα νικήσει. 
Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: 
«Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές». 
Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». 
Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις:
 «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»4.
Πράξη δεύτερη
Ηταν, γράφει ο Ν. Καραντηνός
5, 
«μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη.
 Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. 
Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. 
Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα 'βγαινε στις 5.33΄... 
Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια 
είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.

Ηταν 200 αντιφασίστες. 
Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, 
που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. 
Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές... 
Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή. 
Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. 
Στο προσκλητήριο του θανάτου. 
Με την ιαχή της λευτεριάς. 
Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: 
Το Σκοπευτήριο.

(...) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: 
"Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. 
Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων".

(...) Η Μαίρη Παρασκευοπούλου ήταν τότε 14 χρόνων. 
Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. 
Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. 
Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. 
Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. 
Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. 
Είδε τα χέρια ψηλά με τ' άσπρα πουκάμισα. 
Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: 
Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κ
ι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».

Τα κορμιά των 200 της Καισαριανής μάτωσαν το χώμα του Σκοπευτηρίου. 
Τους είχαν χωρίσει σε εικοσάδες. 
Ο Ν. Σουκατζίδης είχε μείνει στην τελευταία για να μεταφράζει. 
Με μια φωνή οι μελλοθάνατοι είπαν τις τελευταίες τους κουβέντες: 
Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω το ΚΚΕ. Ζήτω η λευτεριά...

Το κάλεσμα του ΕΑΜ

Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις 
«ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»: 
«...Ποια ηθική, ποιο δίκιο, ποια λογική λέει πως όταν δυο στρατοί πολεμούν εκείνος που χάνει στη μάχη έχει το δικαίωμα να σκοτώνει ανθρώπους που κάθουνται χιλιόμετρα μακριά; 
Να τουφεκίζει κρατούμενους που όντως ήταν τα θύματα της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και βρίσκονται φυλακή από το 1936 κι επομένως δεν μπορούσαν να είχαν καμιά σχέση με την οργάνωση των μαχών;

(...) Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. 
Αυτό είναι απλή δικαιολογία. 
Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ,
Η στιγμή είναι κρίσιμη. 
Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. 
Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα 
της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. 
Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, 
τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. 
Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! 
Μην υποταχθείτε! 
Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. 
Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. 
Εκδικηθείτε μας. 
Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».
1. Κώστας Βάρναλης, απόσπασμα από το ποίημά του «Πρωτομαγιά 1944».
2. Γιάννης Ρίτσος, «Σκοπευτήριο Καισαριανής».
3. Θέμος Κορνάρος, «Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου», χαρισμένο στη μνήμη του εθνικού ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Νεοελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1963.
4. «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Εκδόσεις Κέδρος, 1974.
5. Νίκος Καραντηνός, «Ο λαός της Καισαριανής ξαναθυμάται τους 200», «Ριζοσπάστης», 27 του Απρίλη 1980.
6. Το χαρακτικό είναι έργο του Τάσσου.
Σημείωση: Τηρείται η ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων.

Γεράσιμος ΧΟΛΕΒΑΣ

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του '44 και η θυσία του Μικρασιάτη - Κρητικού, Ναπολέοντα Σουκατζίδη του πολύφερνου νεαρού πατριώτη - διερμηνέα...

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Πρωτομαγιά 1944: Η εκτέλεση στο σκοπευτήριο Καισαριανής 71 χρόνια από την εκτέλεση των πατριωτών από τους ναζί .

Μνημείο στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

΄Εβδομήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πιο αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά που γνώρισε η Ελλάδα.
Στην κατεχόμενη Αθήνα, 200 κομμουνιστές αιχμάλωτοι, πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, εκτελέστηκαν στην Καισαριανή από τους ναζί ως αντίποινα για το θάνατο ενός γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του αξιωματικών στους
Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944.
Στην πλειοψηφία τους -περίπου170- ήταν πρώην κρατούμενοι επί δικτατορίας Μεταξά στην Ακροναυπλία που οι αρχές τους παρέδωσαν με πρωτόκολλο παράδσης στους Iταλούς κατακτητές μετά την πτώση του μετώπου. 
Mετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, το Σεπτέμβριο του 1943, 
οι Γερμανοί τους μετέφεραν στο Xαϊδάρι. 
Oι υπόλοιποι ήταν εξόριστοι από την Aνάφη.
H διαταγή για τις εκτελέσεις δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο στις 30 Απριλίου του 1944:
«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. 
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. 
Ως αντίποινα διατάχτηκε:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».
Το πρωί της 1ης Μαΐου στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, μετά το προσκλητήριο άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων που συντάχτηκε στο ειδικό γραφείο της οδού Μέρλιν όπου συστεγάζονταν τα Ες-Ες με την Ειδική Ασφάλεια.
Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν για να μεταφέρουν τους «200» από το Χαϊδάρι, όπου κρατούνταν, στην Καισαριανή.
Και ο δρόμος γέμισε σημειώματα, στη μάνα, στον πατέρα, στα αδέλφια, στους αγαπημένους, στους συναγωνιστές, παρακαταθήκη για αυτούς που έμεναν πίσω να συνεχίσουν την πάλη για την ελευθερία.
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος» έγραψε στην πορεία του προς το θάνατο ο Νίκος Μαριακάκης, γεωπόνος από τα Χανιά.
Ο Ν.Μαριακάκης πριν την εκτέλεση:
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

Αξέχαστο το «όχι» του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στην προσφορά των ναζί να του χαρίσουν τη ζωή, επειδή γνώριζε πέντε γλώσσες και τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας. 

Είπε ότι θα δεχόταν να ζήσει μόνο εάν δεν πήγαινε άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του.
«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας.
Ανά είκοσι άτομα γινόταν οι εκτελέσεις και όσοι έζησαν από κοντά εκείνες τις στιγμές θυμούνται ότι το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. 

Πλήθος κόσμου έτρεξε να δει εάν βρισκόταν κάποιος δικός τους στα φορτηγά που επέστρεφαν γεμάτα πτώματα.
Την ημέρα εκείνη γράφτηκε μία από τις πλέον αιματοβαμμένες σελίδες της αντίστασης κατά του κατακτητή στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Newsroom ΔΟΛ

"Μπλόκο"

Δεν είχε φέξει ακόμα, όταν εβούιξε τριγύρω: "Προσοχή, προσοχή! Όλοι οι άντρες κρυφτείτε!". 
Δεν πρόλαβαν. 
Μέσα στο μισοσκόταδο δεν εξεχώριζες καλά. "Μπλόκος!" φώναζαν, "μπλόκος! 
Μας κυκλώσανε παντού!". 
Βγαίνανε οι γυναίκες, τις λόγχιζαν μπρος στο κατώφλι τους. 
Αποσπούσανε τα παιδιά από τους πατεράδες. 
Τους άντρες, τους εσέρνανε απ' τα πόδια κι απ' τα μαλλιά.
Μέσα στο μισοσκόταδο ξεχώριζες ένα βογγητό, δεν έβλεπες το πρόσωπο. 
Ξημερωθήκανε οι άντρες όλοι γονατιστοί. 
Ώσπου έσκασε ο ήλιος, ήρθε τότε κι η μάσκα. 
Ένα πανί κατάμαυρο της σκέπαζε την κεφαλή, φαίνονταν μόνο μάτια, κι έδειχνε με το δάχτυλο. [...] 
Έδειχνε με το δάχτυλο η μάσκα και προχωρούσε. 
Στήσανε πολυβόλα, και τους εγάζωσε η ριπή. Εσβάρνιζε το αίμα. 
Tους άλλους που απομείνανε, τους βάλανε στη μέση, και μαζί με τον ήλιο που εβάδιζε στον ουρανό, τραβούσαν προς τη δύση. 
Δεν τους ξανάδε κανείς, επέρασαν πολλά σύνορα, εχάθηκαν στην Ευρώπη, μέσα στα στρατόπεδα. 
Τρέχανε πίσω οι μάνες, και κανά δυο που γλίτωσαν, τρέχανε να κρυφτούνε σε φούστες και σε πιθάρια, 
να μην τους ξαναβρούν.
(Μ. Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, Aθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 123-124)
Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. 

Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. 
Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. 
Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. 
Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει.
(Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Αθήνα, Κέδρος 1984, σ. 383)

Το μπλόκο της Καισαριανής


Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Που γίνηκε μια Κυριακή
πρωί με τη δροσούλα
Γιώργη με τη γλυκιά φωνή
με τις φαρδιές τις πλάτες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και τραγούδησες
και τάραξες την γειτονιά
ως πέρα στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Λευτέρη, με τα γαλανά
τα μάτια και την ομορφιά
τους στίχους που μπογιάτιζες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και ζωγράφισες
και το κοιτάν στη γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...
Γιάννη καλέ, Νίκο αδελφέ
Δημήτρη καροτσέρη
π' άφησες έρημο τ' άλογο
να τριγυρνά στους δρόμους
και το κοιτάν στην γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...