Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Σαν σήμερα, στις 18 Φεβρουαρίου το 1883, γεννήθηκε στην Κρήτη, στο 'Ηράκλειο, ο μεγάλος ασκητής του πνεύματος, Νίκος Καζαντζάκης! 'Ηταν ημέρα Παρασκευή ημέρα των Ψυχών ", η γενέθλια ημέρα εκείνη, 143 χρόνια, πριν!








1883, 18 Φεβρουαρίου - Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννιέται στο Ηράκλειο ( το Μεγάλο Κάστρο) της Κρήτης που τελούσε υπό Οθωμανική κυριαρχία.
Ήταν Παρασκευή των ψυχών η γενέθλια μέρα του! Γεννήθηκε με μια "προφητεία",
όπως την ονόμασε ο ίδιος.
Να φορέσει το ράσο και να γίνει δεσπότης!
«Είχα γεννηθεί, μαθές, Παρασκευή, στις 18 του Φλεβάρη, τη μέρα των ψυχών, κι γριά μαμή με φούχτωσε στα χέρια της, με πήγε στο φως και με κοίταξε καλά καλά, σαν να 'βλεπε λες μυστικά σημάδια απάνω μου, με σήκωσε αψηλά κι είπε: "Ετούτο το παιδί, να μου το θυμηθείτε, μια μέρα θα γίνει δεσπότης"», γράφει ο ίδιος στο έργο του: «Αναφορά στον Γκρέκο».
«Όταν αργότερα έμαθα την προφητεία ετούτη της μαμής, τόσο καλά ταίριαζε με τις πιο κρυφές λαχτάρες μου, που την πίστεψα· μια μεγάλη ευθύνη από τότε έπεσε πάνω μου και δεν ήθελα να κάνω πια τίποτα που να μην το ‘κανε ένας δεσπότης. Πολύ αργότερα, όταν είδα τι κάνουν οι δεσποτάδες, άλλαξα γνώμη· για ν’ αξιωθώ την αγιοσύνη που λαχτάριζα, δεν ήθελα να κάνω τίποτα που να το κάνουν οι δεσποτάδες»
Ο πατέρας του Μιχάλης (1856-1932) καταγόταν από το χωριό Βαρβάροι (χωριό με το σημερινό όνομαΜυρτιά, όπου βρίσκεται και το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη).
 Ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων. Το 1882 παντρεύτηκε τη Μαρία Χριστοδουλάκη (1862-1932) που καταγόταν από το χωριό Ασυρώτοι, (το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα, στο Νομό Ρεθύμνου), 1889.







Η οικογένεια καταφεύγει για έξι μήνες στον Πειραιά, για να γλυτώσει από το διωγμό των Οθωμανών - 1897-1898. Κατά την τελευταία μεγάλη Κρητική Επανάσταση, καταφεύγει με την οικογένειά του στη Νάξο.
Εγγράφεται στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού (καθολική), όπου μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά και ανακαλύπτει το δυτικό πολιτισμό.




1899-1902. Επιστρέφει στο Ηράκλειο και συνεχίζει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Ηρακλείου, από όπου παίρνει το απολυτήριο με άριστα.

1902-1906. Φοιτά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1906. Παίρνει με άριστα το δίπλωμα του Διδάκτορος της Νομικής. Πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με το δοκίμιο: 
«Η αρρώστια του αιώνος» που δημοσιεύεται στο περιοδικό Πινακοθήκη με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.

Γράφει το δράμα Ξημερώνει, που επαινείται στον Παντελίδειο Δραματικόν Αγώνα και παίζεται σε ένα αθηναϊκό θέατρο τον επόμενο χρόνο.
Δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα, Όφις και Κρίνο, το οποίο υπογράφει και πάλι με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.

Το 1906 έφυγε για το Παρίσι όπου παρακολούθησε τη διδασκαλία του φιλόσοφου Μπέρξον, που διακήρυσσε τη αμφισβήτηση όλων των στατικών αντιλήψεων της ζωής και του Νίτσε,
ο οποίος δίδασκε ότι «Ο Θεός πέθανε».ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΔΩ:


...Ή κραυγή δεν είναι δική σου. Δεν μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι μέσα από το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ: πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου. Οι νεκροί σου δεν κοίτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνώτο τους.
Oι μελλούμενες γενεές δε
σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα.
Ζούν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γή να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του ευατού σου.
"Δεν είσαι ένας: είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα προσωπά σου.
Κ' ευτύς σβύνει κι ανάβει άλλο, νεοτερό σου, ξωπίσω σου.''
Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σου σώμα το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσυ είσαι μια λιγόστιγμη
έκφραση, αυτή είναι το προσωπό. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας. Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν.
Όταν θυμώνεις, ''Μην πεθάνεις για να μην πεθάνουμε!'' φωνάζουν μέσα σου οι νεκροί. ''Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε, πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάνουμε έργα τις ιδέες μας, κάμε τις εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας, στερεωσέ το εσύ! Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι δε φύγαμε, δεν ξεκορμιστήκαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γής. Μέσα από τα σωθικά σου ξακολουθούμε τον αγώνα. Λύτρωσέ μας!Δε φτάνει ν΄ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δεν φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νού σου. Όλοι χύνονται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν' ανέβουν πάλι στο φώς της μέρας. Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αιμάτου σου και ποιος ν' ανηφορίσει πάλι στο φώς και στο χώμα. Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος να λές, είναι ταπεινός, σκοτεινός σα ζώο να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα ας πιεί το αίμα μου όλο!
Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις
κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βουλησή τους, πλάτηνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου. Φέρνεις θες δεν θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θές, πλουτίζεις το πατρικό σου σώμα. Κατά που θα κινήσεις; Πως θ' αντικρύσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη υπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες.
Ως περπατάς ανοίγεις, δημιουργάς την κοίτη όπου θα μπεί και θα οδέψει ο
ποταμός των απογόνων. Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές κ' εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου ολάκερη υψώνεται κι αντριεύει.Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας! Τ' όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει. Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί, πίσω από πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κ' οι ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά και το μυαλό σου. Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ' ορατόείναι οι άνδρες, οι γυναίκες, και τα παιδιά που ζούν της δικής σου ράτσας.Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει, όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.
Όπως μάχεσαι για το μικρό σου σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.
Πως μπορείς να έισαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν ολάκερο το
μεγάλο σου σώμα;Πως μπορείς να σωθείς αν δεν σωθεί ολάκερο σου το αίμα; Ένας από την ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νού σου σαπίζει.
Να ζείς βαθιά, όχι σαν ιδέα, παρά ως σάρκα κ' αίμα την ταυτότητα τούτη.Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν' ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα. Ποιός είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στερεά από το κλαρί κ' είτε σα φύλλο, είτε σαν ανθός, έιτε σαν καρπός, να σαλεύει μέσα σου, ν' ανανεώνεται και ν' αναπνέει ολάκερο το δέντρο.
Νίκος Καζαντζάκης - Η Ράτσα

:Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.


Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.


Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα,
ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄
όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Το ταξίδι κ’ η εξοµολόγηση στάθηκαν οι δυο µεγαλύτερες χαρές της ζωής µου.
Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις - να βλέπεις και να µη χορταίνεις - καινούρια

χώµατα και θάλασσες και ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπεις όλα σα για πρώτη
φορά, να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, µε µακρόσερτη µατιά, κ’ έπειτα να
σφαλνάς τα βλέφαρα και να νοιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν µέσα σου ήσυχα,
τρικυµιστά, όπως θέλουν, ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου - τούτη η αλχηµεία
της καρδιάς είναι, θαρρώ µια µεγάλη αντάξια του ανθρώπου ηδονή.

Το ιδανικό µου θα ήταν οχτώ µήνες ταξίδι και τέσσερις µήνες µοναξιά.
Ένα µονάχα αξίζει - το ταξίδι.

« Αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τα χνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, τον Βούδα, τον Νίτσε, τον Μπέρκσονα και τον Ζορμπά…

Ο Ζορμπάς, είχε ότι
χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί. Την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει σαϊτευτά τη θροφή της, τη δημιουργικιά κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια, να βλέπει ακατάπαυστα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία. Αγέρα, θάλασσα, γυναίκα, ψωμί.
Τη σιγουράδα του χεριού, την
δροσεράδα της καρδιάς, την παλληκαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σαν να’χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή.
Και τέλος το άγιο, γάργαρο
γέλιο, από βαθιά πληγή, βαθύτερο από το σπλάχνο του ανθρώπου,που ανατινάζονταν απολυτρωτικό στις κρίσιμες στιγμές από το γέρικο στήθος του Ζορμπά.
Ανατιναζόταν και μπορούσε να γκρεμίσει όλους τους φράχτες, ηθική, θρησκεία, πατρίδα που άσκωσε γύρω του, ο κακομοίρης, ο φοβητσιάρης ο άνθρωπος,

για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα την ζωούλα του…»
«...Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου
σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτεροσκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά -θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουνπως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης.
'Αλλον δεν έχει. ....»


Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς,
ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις
και να μην το βάνεις κάτω!


Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος
πάει στον ουρανό,
θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος.


Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου…
Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό.


Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον
παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν
ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο,

που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια
σύννεφα και προστάζει.

Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται
από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.


Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι,
όταν μου τύχει ένα καλό,
μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν
πλακώσει η δύσκολη ώρα!

Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις,
παπα-Φώτη, αν είσαι
άντρας αληθινός ή κουνέλι.


Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει,
όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει.


Και στο πιο μικρό πετραδάκι,
και στο πιο ταπεινό λουλούδι,
και στην πιο σκοτεινή ψυχή,
βρίσκεται ολάκερος ο Θεός.”


Απόσπασμα από το βιβλίο
O Χριστός ξανασταυρώνεταιΠιστεύω σ’ ένα Θεό, Ακρίτα Διγενή, στρατευόμενο, πάσχοντα, μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ’ ακρότατα σύνορα, στρατηγό, αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δύναμες, τις ορατές και τις αόρατες.
Πιστεύω στ’ αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω πίσω από την άπαυτη ροή του την ακατάλυτη ενότητα.
Πιστεύω στον άγρυπνο βαρύν αγώνα του που δαμάζει και καρπίζει την ύλη ―τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.
Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας με το θάνατο.
Βοήθεια! κράζεις, Κύριε. Βοήθεια! κράζεις, Κύριε, κι ακούω.
Μέσα μου οι πρόγονοι κι απόγονοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε με τρόμο, με χαρά, την κραυγή σου.
Μακάριοι όσοι ακούν και χύνουνται να σε λυτρώσουν, Κύριε, και λεν: Εγώ και συ μονάχα υπάρχουμε.
Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, Κύριε, και λεν: Εγώ και συ είμαστε ένα.
Και τρισμακάριοι όσοι
κρατούν και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:
Και το ένα τούτο δεν υπάρχει!

Ασκητική. Salvatores Dei. Αθήνα, 1945. 77-78



Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
για ΤΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
"Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ» ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗΡΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΕΝΟΣ ΛΟΓΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ
Το βασικό και καίριο χαρακτηριστικό του καζαντζακικού λόγου δεν είναι άλλο από την αίσθηση μιας «ανθρωπιάς»,αν μπορούμε φυσικά με τούτο τον τρόπο να εννοήσουμε έτσι, τόσο την επίδοση της πρέπουσας τιμής στον άνθρωπο και την ευθύνη του, την ασφυκτικά δύσκολη ευθύνη του, όσο και την τρυφερότητα ενός αρσενικού λόγου, του οποίου η λεπτή ευαισθησία κρύβεται ακριβώςστο στοιχείο αυτό. Στην κρητική ανδροπρέπεια, η οποία ως τρόπος αντίληψης και «φέρεσθαι» διαχέεται στο έργο του συγγραφέα για να φτάσει τελικά, στον ικανό τεχνίτη του λόγου να συνιστά ένα υπόγειο ρεύμα,το οποίο δροσίζει και ερεθίζει με μια αξιοθαύμαστη διάρκεια την αίσθησή μας.
Η οπτική του Νίκου Καζαντζάκη, αναλυμένη και διατυπωμένη με σαφήνεια μες στο έργο του, δοσμένη με μια αξιοθαύμαστη επάρκεια μες στο σύμπαν της γραφής του παραμένει φιλοσοφική, ανθρωπιστική.
Το χαρακτηριστικό της τραχύτητας, το οποίο επίσης καθολικά ανιχνεύεται στο έργο του, ως θεματική και λόγος την ίδια στιγμή, δεν σχετίζεται παρά με τις ίδιες τις καταβολές του δημιουργού, όπως τις εντοπίσαμε παραπάνω.
Η κρητική θεώρηση της ζωής, η ευθύτητα ως κληροδότημα της κρητικής, ιδιότυπης αυτής τρυφερότητας ενυπάρχει μες στο έργο του Καζαντζάκη, προικίζει και πλουτίζει τις ρεαλιστικές περσόνες, όπως ο Καπετάν Μιχάλης, ο Ζορμπάς,ή ακόμα αφήνεται να εννοηθεί από τον μελετητή και τον πιο αδόκιμο ακόμα, αναγνώστη πως αποτελεί ουσιώδες, προσωπικό χαρακτηριστικό μιας προσωπικότητας διαμορφωμένης υπό συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σημεία.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, φιλοσοφικός πρώτιστα, υπαρξιακός μες στη μυθιστορία την οποία πλάθει, φέρει τα ειδικά στοιχεία ενός συγκεκριμένου, δυναμικού τόπου…

Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης ήταν οι δύο Έλληνες συγγραφείς με την εντονότερη διεθνή παρουσία και απήχηση.
Ενώ όμως οι διεθνείς τύχες του Καβάφη έχουν μελετηθεί και αναλυθεί, η παγκόσμια δημοτικότητα του Καζαντζάκη δεν έχει συζητηθεί επισταμένως.
Η περίπτωση του Καζαντζάκη είναι πιο περίπλοκη γιατί παρά το γεγονός ότι εκτός Ελλάδας εξακολουθεί να διαβάζεται και να προσέχεται από αναγνώστες, μελετητές, θεολόγους ή σκηνοθέτες, στην Ελλάδα η αντιμετώπισή του είναι μάλλον αντιφατική.
Αφενός οι νεότεροι κριτικοί στέκονται επιφυλακτικοί απέναντί του καθώς φαίνεται να τους απωθούν η υπερβολή, η γλώσσα του και η απουσία αφηγηματικού πειραματισμού, αφετέρου δεν λείπουν οι φανατικοί αναγνώστες του.
Το πάθος τους για το έργο του μπορεί να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό ότι η περίπτωση Καζαντζάκη είναι σαν πολιτισμική ιλαρά, την οποία περνά κανείς μια φορά και ως επί το πλείστον σε νεαρή ηλικία.
Ο Πίτερ Μπιν υποστήριξε παλαιότερα ότι ο κύριος λόγος για τη δημοτικότητα του Καζαντζάκη ήταν η ρομαντική του κοσμοθεωρία, η οποία ανταποκρίθηκε στις ψυχολογικές και ιδεολογικές ανάγκες του ευρωπαϊκού κοινού μετά τον Β/ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αργότερα στις δεκαετίεςτου 1960 και του 1970 ο Καζαντζάκης ταίριαξε στα αντισυμβατικά και εξεγερτικά νεανικά κινήματα, τα οποία μάχονταν την τεχνολογία, το κατεστημένο, τη γραφειοκρατία ή την ορθολογική τάξη και έβρισκαν στο έργο του τον αυθορμητισμό, την αυθεντικότητα και τον ρομαντικό ιδεαλισμό. Αναρωτιέται όμως κανείς αν ο Καζαντζάκης ανταποκρινόταν στο αίτημα για μια εναλλακτική ζωή βασισμένη στη διαρκή υπέρβαση των ορίων ή στην επιστροφή σε έναν αρχέγονο, απλό και αντιλογικοκρατικό τρόπο ζωής. 
Αυτό είναι ένα γενικότερο ερώτημα που παίρνει και τη μορφή διλήμματος, δεδομένου ότι ο Καζαντζάκης είναι ο συγγραφέας των αντιθέσεων, καθώς κινείται μεταξύ διάνοιας και ενστίκτου, ενώ η αντιπαράθεση του απλού, δυνατού και γνήσιου ανθρώπου προς τον διανοούμενο, μπορεί να υπαχθεί σε μια ευρύτερη αντίθεση, αυτή του είναι και του γίγνεσθαι.
Το "είναι" στο έργο του Καζαντζάκη νοείται ως αναζήτηση του αυθεντικού και εκδηλώνεται με την αποθέωση του σωματικού, την υπερβολική έμφαση στην τροφή και την ιδεοληψία με τους προγόνους, προϋποθέτει όμως και την επιστροφή σε κάτι που προϋπάρχει και ανακαλύπτεται εκ νέου.
Το "γίγνεσθαι" συνδέεται με την πάλη, την ελευθερία και το ανοιχτό τέλος,
αντιπροσωπεύοντας τη διαρκή αναζήτηση και την υπέρβαση των ορίων. Ορισμένοι, ταυτίζοντας το "είναι" με την ύλη και το "γίγνεσθαι"  με το πνεύμα, προσπάθησαν να υπερβούν την αντίθεση, μιλώντας για μετουσίωση της ύλης σε πνεύμα ή βλέποντας άλλου είδους συνθέσεις.
Αν η αντίθεση "είναι"  και "γίγνεσθαι"  θεωρείται θεμελιώδης στον Καζαντζάκη είναι δυνατόν να πει κανείς ότι σε αυτήν αντιστοιχούν και δύο προσεγγίσεις του έργου του που θα τις ονόμαζα: εθνογραφική και φιλοσοφική-θεολογική.
Η εθνογραφική προσέγγιση προϋποθέτει την κατάδυση από το αλλοτριωμένο φαίνεσθαι στη γνησιότητα του είναι, το σπάσιμο της πολιτισμικής κρούστας για να αποκαλυφθεί ο ευγενής άγριος.
Αυτή η προσέγγιση στηρίχτηκε κατεξοχήν στον Ζορμπά και την επιστροφή σε έναν αρχέγονο εαυτό ως αντίβαρο στον διανοούμενο αφηγητή.
Μια τέτοια προσέγγιση υπέθαλψε ποικίλα στερεότυπα περί αρρενωπής ελληνικότητας, αποθέωσης του λαϊκού και μυθοποίησης της λεβεντιάς, μεταβάλλοντας τον Καζαντζάκη σε πολιτισμικό φαινόμενο, τουριστικό ανάγνωσμα και θεματοφύλακα του παραδοσιακού ή του ανόθευτου.
Η δεύτερη προσέγγιση (φιλοσοφική-θεολογική) είναι αρκετά πολυσχιδής και εκπροσωπείται από ποικίλες κατά καιρούς φιλοσοφικές, υπαρξιακές και θεολογικές αναλύσεις, οι οποίες εστιάζουν σε διάφορες πτυχές του έργου του Καζαντζάκη. Τονίζοντας τις έννοιες της πάλης, του ανήφορου ή της ελευθερίας, αυτή η προσέγγιση αμφισβήτησε τη στατική ορθολογική διχοτομία σώματος - νου και ανέδειξε τον ρόλο της Μπερξονικής δημιουργικής ενόρμησης.
Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Καζαντζάκη από αγγλόφωνους θεολόγους, μερικοί εκ των οποίων τον θεωρούν προάγγελο ενός θρησκευτικού μεταμοντερνισμού.
Ο Καζαντζάκης, σύμφωνα με τον Darren Middleton, αρνείται την οντολογία του θεϊσμού και τονίζει την ανθρώπινη φύση.
Δίνοντας υπόσταση σε έναν τρόπο αντιμετώπισης της ζωής που προεικονίζει τις τρέχουσες μεταμοντέρνες φιλοσοφικές τάσεις, αντιλαμβάνεται το είναι ως γεγονός και τον Θεό όχι ως ον αλλά ως ενεργητικό ρήμα.
Όπως η ζωή του ήταν γεμάτη περιπλάνηση και ταξίδι, έτσι και η σκέψη του κινήθηκε μεταξύ βεβαιότητας και αμφιβολίας, πίστης και δυσπιστίας, μεταφυσικής θεϊστικής θρησκείας και οιονεί μεταμοντέρνας πνευματικότητας.
Οι παλαιότερες θεολογικο-φιλοσοφικές προσεγγίσεις του Καζαντζάκη τόνιζαν την άρση των αντιθέσεων με τη μετουσίωση της ύλης σε πνεύμα, ενώ οι νεότερες επιτρέπουν τη μεταβατικότητα, την αδυναμία της σύνθεσης των αντιθέσεων και το ανοικτό ενδεχόμενο.
Αν η εθνογραφική προσέγγιση του Καζαντζάκη στηρίχτηκε περισσότερο στο είναι και η πιο πρόσφατη θεολογική στο γίγνεσθαι, τι συμβαίνει με τη λογοτεχνική προσέγγιση του Καζαντζάκη; Μπορούμε άραγε να διαβάσουμε το μυθιστορηματικό έργο του Καζαντζάκη με έναν νέο τρόπο, να περάσουμε δηλαδή από την οντολογία του είναι στο ενδεχόμενο του γίγνεσθαι, όπως έκαναν οι νέοι θεολόγοι φέρνοντάς τον κοντά στον μεταμοντερνισμό;
Διαβάστε παλαιότερες αναρτήσεις μας εδώ:












Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

#Σαν_σήμερα 65 χρόνια πριν, στις 26 Οκτωβρίου 1957, στις 22:20, ο μεγάλος στοχαστής, ασκητής του πνεύματος και της ψυχής ταξιδευτής, ο #Νίκος_Καζαντζάκης φεύγει από τη ζωή.




" Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό... βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα.

'Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα... μα ο ήλιος βασίλεψε - Νίκος Καζαντζάκης, προλογίζοντας το βιβλίο του  " Αναφορά στον Γκρέκο ".








" Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του.

Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά - θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους - να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους.
Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης ... άλλον δεν έχει "
#Νίκος_Καζαντζάκης, #Τελευταίος_πειρασμός



Περισσότερο απ΄ό ,τι πρέπει απαρνήθηκα τις ανθρώπινες χαρές . όσο περνάει ο καιρός , η καρδιά μου αγριεύει , ο νους μου καίγεται , μα σα να μετατοπίστηκα πέρα από τη γης ετούτη .  ένα cristal de roche μέσα μου μένει καθαρό κι αντικαθρεφτίζει τον κόσμο σαν νά ΄ ταν φεγγάρι . Ν .ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ( Γράμμα 439 , Αντίπολις , 4 - 5 - 57 )


Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει, όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει. Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός.”Νίκος Καζαντζάκης













Η Ελένη Καζαντζάκη περιγράφει  τις τελευταίες εκείνες δραματικές στιγμές της "αναχώρησης" του Ν.Καζαντζάκη.
—Διψώ!... Διψώ!... Διψώ!...
Μόνη στο προσκέφαλο του αγαπημένου φώναζα όλους τους άγιους βοήθειά μου.
—Νίκος μου, Νίκος μου, του έλεγα, τριήμερος είναι, θα περάσει. Κουράγιο, αγάπη μου. Σήμερα το βράδυ ο πυρετός θα πέσει. Αύριο θα φέξει πάλι ο ήλιος, θαυμάσιος!
Τα έλεγα και τα πίστευα.
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος με το κεφάλι και μου ζητούσε νερό να ξεδιψάσει.
—Θυμηθείτε τον Μπέργκσον, την επιστράτεψη! Επιστρατέψετε τις δυνάμεις σας, σας ικετεύω!
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος και ζητούσε πάλι να πιει να ξεδιψάσει.
—Νίκος μου, Νίκος μου, φώναξα, με ακούς, αγάπη μου;
Έμεινε ακίνητος. Η «παιδική καρδιά» του χτυπούσε ακόμα. Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο γρήγορη και πιο σύντομη.
Πήρα το αριστερό του χέρι, μεταξωτό, ποτέ ιδρωμένο, το απόθεσα στο κεφάλι μου:
—Δώσ' μου την ευχή σου, Καλέ μου. Κάνε ν' ακολουθήσω πάντα το δρόμο, που χάραξες.
Το χέρι έμεινε ώρα πολλή πάνω στο κεφάλι μου. Ζεστό, μεταξωτό, πάντα δροσερό, όπως το αγαπούσα. Έπειτα το απόθεσα απαλά πάνω στα σεντόνια.
Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπήρχε πια. Θα 'θελα ν' ανοίξω πόρτες και παράθυρα και να φωνάξω:
—Φεγγάρι, άστρα, δέντρα, νύχτα μαύρη, εσείς που τόσο αγάπησε, ο Καζαντζάκης σας δεν υπάρχει πια!
Γύρισα δίπλα του, τον κοίταζα πολλή ώρα. Του έκλεισα τα μάτια. Τα μάτια που ' χαν το χρώμα της ελιάς δε θα 'βλεπαν ποτέ πια τον ήλιο. Η πηχτή νύχτα του θανάτου, έκλεινε τον κύκλο της, τα τριάντα τρία χρόνια φως.
Όρθιος, όπως έζησε, παράδωσε την ψυχή του, σαν το βασιλιά, που αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, και, χωρίς να στραφεί πίσω, διάβηκε το κατώφλι.#Ελένη_Καζαντζάκη η αξιοθαύμαστη πιστή του σύντροφος, η 2ηγυναίκα του που τον Λάτρεψε σαν Θεό και του στάθηκε πιστή αχώριστη σύντροφος όχι μονάχα  μέχρι τον θάνατό του αλλά, και μέχρι το τέλος το δικό της!













Διαβάστε προηγούμενες αναρτήσεις 

 εδώ:
https://voiceofthelambs.blogspot.com/search/label/%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3%20%CE%9A%CE%91%CE%96%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%96%CE%91%CE%9A%CE%97%CE%A3?updated-max=2013-02-18T16:12:00-08:00&max-results=20&start=4&by-date=false












Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Ο καπετάν Μηνάς, προστάτης του Μεγάλου Κάστρου, ο άγιος του Καζαντζάκη, στα κείμενά του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης,
ως φανατικός Κρητικός και Καστρινός, 
διατήρησε με τη γραφή του τη φήμη του Αγίου Μηνά
ως προστάτη της πόλης του Ηρακλείου. 
Ως καβαλάρη Αγίου
που συχνά εμφανιζόταν ως από μηχανής θεός 
και έσωζε τους χριστιανούς 
από τη μανία του Τούρκου κατακτητή.
Οι χριστιανοί θεωρούσαν τον Άγιο Μηνά 
προστάτη τους από το Πάσχα του 1826
όταν τότε προσπάθησαν οι Τούρκοι 
να αποκλείσουν τους πιστούς 
που βρίσκονταν στον μικρό Ναό του Αγίου Μηνά
προγενέστερο του σημερινού, 
που είχε κτισθεί τον 18ο αιώνα. 
Η παράδοση λέει ότι τότε ξαφνικά 
εμφανίστηκε ένας καβαλάρης, 
γενειοφόρος, 
κραδαίνοντας ένα σπαθί και μ' αυτό προστάτευσε τους χριστιανούς. 
Οι Τούρκοι νόμιζαν πως ήταν κάποιος δικός τους 
αξιωματικός και τους κάλεσε να σταματήσουν. 
Την ιστορία έχει περιγράψει ο Στέφανος Νικολαΐδης
που ήταν 9 ετών όταν σημειώθηκε το περιστατικό.
"Οι Τούρκοι τότε, 

επειδή ακούγανε τις επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων από παντού, 
ξεσπούσανε εκεί εναντίον των Ελλήνων 
και προβαίνανε σε σφαγές και λεηλασίες. 
Η ζωή των Ραγιάδων κρεμότανε στο καπρίτσιο 
ή στα κακούργα ένστικτα του κάθε Τούρκου.

Την ημέρα του Πάσχα στις 18 Απριλίου 1826 νομίσανε, 
πως ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να τους χτυπήσουν. 
Θα τους εύρισκαν όλους μαζεμένους να παρακολουθούν την Ακολουθία της Αναστάσεως μέσα στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά.
Ο Ναός του Αγίου Μηνά 

ήτανε τότε μικρότερος από τον σημερινό. 
Είχε κτιστεί κατά τον 18ο αιώνα. 
Σώζεται μάλιστα μέχρι σήμερα
( μικρός ΄Αγιος Μηνάς ). 
Σ' αυτόν τον Ναό επιχείρησαν 
και άλλοτε σφαγή οι Τούρκοι :
στις 24 Ιουνίου του 1821.
Τότε έσφαξαν έξι επισκόπους 
και πολλούς άλλους κληρικούς και λαϊκούς.
Και τώρα επιχείρησαν να σφάξουν 

όλους μαζεμένους τους Χριστιανούς. 
Ουδείς θα τους ξέφευγε, 
διότι τα φανατισμένα στίφη των Τούρκων, 
με σπαθιά και μαχαίρια και με 
κάθε είδους φονικών όπλων, 
είχαν περικυκλώσει το Ναό. 
Άλλες γραμμές είχαν σχηματισθεί 
σε όλες τις παρόδους και τις κατευθύνσεις. 
Για να παραπλανήσουν δήθεν 
τη προσοχή της ντόπιας διοίκησης, 
βάλανε φωτιές σε διάφορες 
απομακρυσμένες συνοικίες της πόλης. 
Το σχέδιο είχε καταστρωθεί 
και στη παραμικρή του λεπτομέρεια. 
Την ώρα που διάβαζε το ιερό Ευαγγέλιο 
ο Μητροπολίτης Καλλίνικος
ξαφνικά ακούστηκε η κλαγγή των όπλων. 
Τα μανιασμένα στίφη των βαζιβιζούκων
πλησίασαν τις πόρτες. 
Ήταν έτοιμα ν΄αρχίσουν τη σφαγή των Χριστιανών, 
που ήσαν ανύποπτοι και απροετοίμαστοι.
Κρίσιμη ώρα !
Μα ξαφνικά βλέπουν ένα αστραφτερό φως, 
γιομάτο από αίγλη, 
που πλημμύρισε την Εκκλησία, 
από την μια άκρη ως την άλλη.
 Ένας δε ασπρομάλλης γέρος αξιωματικός με σεβάσμια μορφή φάνηκε καβάλα στο άσπρο περήφανο άτι του, 
κραδαίνοντας το ξεγυμνωμένο σπαθί του.

'Ηταν αγριεμένος και έμοιαζε καταπληκτικά με τον αρχηγό των εκεί Τούρκων, τον Αγιάν Αγά. 
Το άλογό του είχε χρυσοποίκιλτα χάμουρα και σέλλα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια. 
Ήταν αγριεμένος και η ματιά του, 
όταν έπεφτε στους Χριστιανούς, 
ήταν γλυκειά και θεϊκή, 
όταν όμως ερρίχνετο στους βαρβάρους, 
που είχανε ζωσμένη την Εκκλησία, 
άλλαζε και πετούσε αστραπές, 
που προμηνούσαν όλεθρο 
σ΄αυτούς οι οποίοι δε σεβάστηκαν 
την άγια μέρα και τον ι ε ρ ό Ν α ό ν του. 
Οι Τούρκοι τότε, 
που ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν την αλύπητη σφαγή, κατατρομαγμένοι και πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και διελύθηκαν.
Πήγανε τότε και διαμαρτυρήθηκαν στο Διοικητή τους, 
διότι τους έστειλε το Αγιάν αγάν και τους διέλυσε, 
ώστε να μη φέρουν σε πέρας το έργο τους. 
Αλλά ο διοικητής τους είπε,
ότι δεν εγνώριζε τίποτε και ότι δεν έστειλε κανένα. 
Ο δε Αγιάν Αγάς κοιμόταν εκείνο το βράδυ μακαρίως ήσυχος στο σπίτι του. 
Τότε κατάλαβαν οι Τούρκοι, 
ότι ήταν ο Άγιος Μηνάς, 
που φάνηκε να σώσει τους Χριστιανούς.
Και πράγματι τους έσωσε. 
Δεν έπαθε κανείς τίποτε, 
εκτός από μια γυναίκα, 
η οποία επάνω στη σύγχυση 
έπεσε και πέθανε. 
'Ολο μάλιστα το Εκκλησίασμα 
φοβήθηκε και έφυγε.
 'Έμεινε μόνος του ο Μητροπολίτης Καλλίνικος 
και συνέχισε την Θεία Λειτουργία.
Ο Μητροπολίτης για να επισημοποιήσει 

περισσότερο το θαύμα και να εξευτελίσει τους Τούρκους, 
επισκέφθηκε την άλλη μέρα τον Τούρκο Διοικητή, 
για να τον ευχαριστήσει δήθεν, 
διότι έστειλε τον αξιωματικό Αγιάν Αγά 
και τους έσωσε από τον συρφετόν εκείνο. 
'Ο Διοικητής όμως του είπε, 
ότι δεν έστειλε κανένα Αγάν Αγιάν."
Ο Άγιος του Καζαντζάκη
Την παράδοση αυτή διατηρεί και ενισχύει ο Καζαντζάκης. 
Στην "Αναφορά στο Γκρέκο"
γράφει:.
"Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, 
το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν
ένα μπουλούκι σπίτια, 
μαγαζιά και στενοσόκακα, 
στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, 
μπροστά από ένα ακατάπαυστα αγριεμένο πέλαγο κι οι ψυχές που το κατοικούσαν
δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο 
ρέμπελο τσούρμο από άντρες 
και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν 
όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, 
της γυναίκας.
Άγραφτη, 
αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε, 
κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό απάνω του νόμο. 
Κάποιος πάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. 
Ολάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, 
η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο ένα Αγιο, 
τον Άγιο Μηνά
τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου...".
Το περιστατικό που αναφέρει

στον "Καπετάν Μιχάλη" 
μοιάζει με την ιστορία του θαύματος
του 1826:
"Έκαμαν κορδόνι και του 'φραξαν το δρόμο. 
Η Εφεντίνα στάθηκε,
 ξεγλωσσισμένη απελπισμένος... 
θα 'χει φτάσει πια ο Αράπης, 
θα ΄χει σπάσει την πόρτα, 
θα 'χει σφάξει τον καπετάν Μιχάλη.

- Δεν έχετε, μωρέ, Θεό απάνω σας; 
κλαψούρισε. 
Αφήστε με να περάσω. 
Βιάζουμαι, μωρέ αδέρφια!

- Ποιος σε κυνηγάει, 
Εφεντίνα Καβαλίνα; 
Αυτό να μας πεις, 
να περάσεις!
Το μυαλό της Εφεντίνας άστραψε. 
Κοίταξε πίσω του, 
έσυρε φωνή:
-Ο Αι- Μηνάς!
Οι τουρκαλάδες ξέσπασαν στα γέλια.
- Τι γελάτε, μωρέ αθεόφοβοι; 
Δεν ακούτε τα πέταλα του αλόγου του; 
Τον είδα να βγαίνει από την εκκλησία, 
τον είδα! 
Και με πήρε ξοπίσω .
 Δεν ακούτε; 
Νάτος! ζυγώνει!

Οι τουρκαλάδες ένιωσαν 

να σηκώνεται η τρίχα τους. 
Σα ν΄άκουσαν, αλήθεια, 
πεταλιές αλόγου. 
Κάποιος καβαλάρης ζύγωνε!

- Νάτον! φώναξε πάλι η Εφεντίνα 

και τα μάτια της γούρλωσαν τρομαγμένα. 
Νάτος! Νάτος!
Μα οι τουρκαλάδες που να γυρίσουν να δουν! 
πήραν δρόμο κι αφανίστηκαν.
Ως τους είδε η Εφεντίνα να φεύγουν αλαφιασμένοι, 
κοκάλωσε. 
«Μωρέ, έχει το χάζι του 
να ΄ναι αλήθεια!» 
συλλογίστηκε με τρόμο. 
Κι άλλη φορά, στην άλλη Επανάσταση, 
δεν τον είχε δει να χιμάει καβαλάρης 
και να κυνηγάει τους Τούρκους 
που ήθελαν να πατήσουν την εκκλησία του; 
Κρύος σπυρωτός ιδρώτας τον έκοψε...
πεντακάθαρα τώρα γρικούσε το άλογο που ζύγωνε.
- Αλλάχ! Αλλάχ! 
ξεφώνισε, 
ανασκουμπώθηκε πάλι και έβαλε τις φτέρνες στον ώμο.
Έτρεχε, έτρεχε αλαλιασμένος. 
Ως ξεπρόβαλε στου Ιδομενέα τη βρύση, 
ξέκρινε απόξω από του καπετάν Μιχάλη 
τον αράπακα και τους συντρόφους του 
να βαρούν την πόρτα, 
να τη σπάσουν. 
Χύθηκε καταπάνω τους.
- Βάρδα, παιδιά φώναξε, 
βάρδα και θα μας φάει! 
Έρχεται καβαλάρης!
- Ποιος, μωρέ κουζούλακα; 
ούρλιασε ο Αράπης.
- Ο γείτονας
- Ποιος γείτονας;
- Ο Αι- Μηνάς, νάτος!
Όλοι στράφηκαν. 
Τα μάτια τους πεταλούδιζαν, 
δε διάκριναν τίποτα.

- Νάτος! Νάτος! 
φώναζε η Εφεντίνα κι ακούμπησε 
στην πόρτα του καπετάν Μιχάλη 
αλλοπαρμένος

Κόλλησε πιτακώθηκε απάνω στην πόρτα, 
σα να 'θελε να κρυφτεί 
και να περάσει ο Αϊ Μηνάς, 
χωρίς να τον αρπάξει το μάτι του. 
Είχε προβάλει τώρα στου Ιδομενέα τη βρύση, τον έβλεπε καθαρά, 
ο ίδιος απαράλλαχτος όπως ήταν στο κόνισμα: 
ηλιοκαμένος, ψαροσγουρογένης, 
απάνω σε μούρτζινο άλογο και χρυσά σελοχάλινα. 
Όλος ο αέρας μπροστά από του Ιδομενέα τη βρύση γέμισε ψαρά γένια, 
μούρτζινο άλογο και σελοχάλινα.

- Νάτος! Νάτος! 
φάνηκε μουρμούριζε και το κατωσάγονό του καταχτυπούσε.

- Που 'ναι, μωρέ; 
τα μάτια μου θάμπωσαν!

- Δεν τον θωράς; 
νάτος! νάτος! μαύρος ψαρογένης, 
μ' ένα κόκκινο κοντάρι... 
Μας είδε, χύνεται καταπάνω μας!

Έδωσε ένα σάλτο, 

ξεκόλλησε από την πόρτα, 
πήρε κατά το λιμάνι. 
Πίσω του φυσομανώντας, 
έτρεχαν πιλάλα κι οι Τούρκοι 
άκουγαν τώρα κι αυτοί το άλογο που τους είχε πάρει του κυνήγου, κι ο Αράπης, 
που στράφηκε μια στιγμή, 
ξέκρινε από πάνω του, 
στον αέρα, 
έναν καβαλάρη:
- Γρήγορα πόδια, μωρέ πόδια! 
φώναξε κι είχε κυλήσει το κίτρινο μπουρνούζι του χάμω 
- μα που να σταθεί να το περιμαζώξει, 
πιλαλούσε τώρα ολόγυμνος,

Ξεπνεμένοι έφτασαν στο λιμάνι. 
Σφούγγιξαν τον ιδρώτα τους, 
κουκούβισαν στον ίσκιο, 
έβγαλαν έξω τις γλώσσες τους 
κι αναβόλιαζαν σα σκύλοι. 
Η Εφεντίνα είχε πέσει μπρούμυτα κάτω στις πέτρες και σπάραζε.
 Κάμποσην ώρα δεν μπορούσαν να μιλήσουν. 
Τέλος ο Αράπης άνοιξε το στόμα:
- Φτηνά τη γλιτώσαμε, είπε."

πηγή:


Η εορτή του πολιούχου του Μεγάλου Κάστρου 
Άγιος Μηνάς: Πως πήρε το όνομά του ο πιο γνωστός Άγιος στην Κρήτη