Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

 "Η Γλώσσα, είναι Εργαλείο της Θείας Χάρης" #Γεώργιος_Σεφέρης 

γι'αυτό  και 

"Δε θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.

Γιατί καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς ποὺ σιγὰ - σιγὰ βουλιάζει

καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της

κι᾿ εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά".



#Γιώργος_Σεφέρης (απόσπασμα από τον λόγο του στην απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας που, έλαβε τον Δεκέμβριο του 1963, από το 

Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά",

που είχε γράψει όταν ήταν 42 ετών, αυτοεξόριστος στο Κάιρο).



51 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του νομπελίστα 'Ελληνα ποιητή, Γιώργου Σεφέρη, που έφυγε από τη ζωή 

#Σαν_Σήμερα στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.
















Δύο ημέρες μετά  πραγματοποιήθηκε σε κλίμα μεγάλης συγκίνησης η κηδεία του, με την  μαζική προσέλευση του λαού μας και τελικά εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας και σε μια μεγάλη διαδήλωση κατά της Χούντας!



Κλείνοντας ο Σεφέρης τον λόγο του στην #Ακαδημία_Νόμπελ με τα εξής λόγια: 



"...Έχω φτάσει στο τέλος. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Είμαι επίσης ευγνώμων που «η γενναιοδωρία της Σουηδίας» μου επέτρεψε στο τέλος να νιώσω σαν να είμαι «κανείς» – καταλαβαίνοντας αυτή τη λέξη με την έννοια που την έδωσε ο Οδυσσέας όταν απάντησε στον Κύκλωπα, τον Πολύφημο: « outiz » – κανείς, σε εκείνο το μυστηριώδες ρεύμα που είναι η Ελλάδα".

Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό του, θα δημοσιευτεί στην εφημ.το Βήμα στις (23-9-71),

 το τελευταίο ποίημά του

 "Επί Ασπαλάθων…",  βασισμένο στο  616 χωρίο

της Πολιτείας του Πλάτωνα, που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και πιο  συγκεκριμένα του τύραννου Αρδιαίου

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με τους ασπαλάθους

( αρχαίο φυτό που περιγράφεται από τον Διοσκουρίδη ) χτυπούσαν και τιμωρούσαν του τυράννους στον Άδη

Το φυτό "Ασπάλαθος" ανθισμένο


Σε αυτήν την ιστορική αναφορά βασίζεται το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης στις 31 Μαρτίου 1971, το οποίο ονομάζεται

"Επί Ασπαλάθων".

'Εκεί ο Σεφέρης θα κάνει ξεκάθαρα τα αισθήματά του για τους απανταχού τυράννους!

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού."

πάλι με την άνοιξη.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες

το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι

δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια

και τους κίτρινους ανθούς.

Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν

ακόμη...

Γαλήνη

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;

Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού

τ'αυλάκια.

τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου

δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:

"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει

"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι".

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του

Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

Γιώργος Σεφέρης

(31 του Μάρτη 1971).

Διαβάστε περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Σεφέρη σε παλιότερες αναρτήσεις μου εδώ: 

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

Η Γλώσσα, Εργαλείο της Θείας Χάρης-Γεώργιος Σεφέρης. Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του νομπελίστα 'Ελληνα ποιητή, Γιώργου Σεφέρη, που έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.



Ὀκτὰβ Μερλιέ - Ὁ Γιῶργος Σεφέρης καὶ ὁ Ἑλληνισμός


Μὲ ἐπευφημίες καὶ τραγούδια συνοδεύει στὸν τάφο ἡ Ἑλλάδα τὶς μεγάλες φωνὲς ποὺ σωπαίνουν γιὰ πάντα. Τί ὡραία φιλοφροσύνη γιὰ τὸν πανηγυρισμό, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴν ἐπικήδεια τελετή. Τῆς εἰσόδου τοῦ Λόγου στὸ βασίλειο τῆς δόξας!

Ὅταν, τὸ 1952, πέθανε ὁ μεγάλος Βεάκης, ἡ σορός του πέρασε, μόλις τέλειωσε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία, μέσα ἀπό ῾να πλῆθος ποὺ χειροκροτοῦσε γιὰ τελευταία φορά, ὅπως στὸ τέλος μιᾶς ἀπὸ τὶς συγκλονιστικὲς παραστάσεις του, τὸν τραγικὸ ἠθοποιὸ ποὺ δὲν θὰ τὸν ξανάκουγε πιά.

Ὅταν τὸ 1943, στὴν κατοχή, πέθανε ὁ βάρδος τοῦ ἑλληνισμοῦ Κωστὴς Παλαμᾶς, ὁ λαὸς τῆς Ἀθήνας, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἄγγελο Σικελιανό, τὸν συνόδεψε ὡς τὸν τάφο του κι ἄφησε νὰ ἀντιλαλήσει πάνω ἀπὸ τὸ λείψανό του, τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς του, ὁ ἐθνικὸς ὕμνος· καὶ τραγουδήθηκε τόσο δυνατὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι τῶν φωνῶν, ποὺ ἀκούστηκε ὡς τοὺς πρόποδες τῆς Ἀκρόπολης.

Στὸ Γιῶργο Σεφέρη ἐπιφυλάχτηκε μία ἄλλη τιμή. Οἱ πολυάριθμοι νέοι πού ῾ρθαν φέρνοντάς του ὁ καθένας ἕνα λουλούδι, τραγούδησαν γύρω ἀπὸ τὸ φέρετρό του, τὴν ὥρα ποὺ τὸ ὁδηγοῦσαν στὸ κοιμητήριο, ἕνα ἀπὸ τὰ μελοποιημένα ποιήματά του.

Νὰ μιλήσω γιὰ μίαν ἄλλη ἀνώνυμη τιμή; Ἔχω χαρισμένο ἀπὸ τὸν Γιῶργο Κατσίμπαλη, ἕνα στιλέτο, πού, πάνω στὴ λάμα του, αὐτὸς ποὺ τό ῾φτιάξε, ἔχει χαράξει τούτους τοὺς δυὸ στίχους:

«Κοπέλλα μαυρομαντηλοῦ, μὴν παίζεις μὲ τὰ ψάρια,
μπορεῖ μαχαίρια νὰ γινοῦν καὶ σφάζουν παληκάρια.»
Ὑπογραφή: «Σεφέρης».

Οἱ Μεγάλοι Ἕλληνες ποιητὲς δὲν ἔχουν ἡλικία

Ναί. Οἱ μεγάλοι ποιητὲς τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας εἶναι σὰν τὶς λέξεις - θεμέλια τῆς γλώσσας τους: ἡ γέννησή τους φτάνει ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ.

Ἐνῶ ὁ Καβάφης (1863-1933) εἶν᾿ ἕνας Ἀλεξανδρινός της ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ὁ Σικελιανὸς (1884-1951), ὁ Παλαμᾶς (1859-1943), ὁ Σολωμὸς (1798-1857) εἶναι ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀκόμη καὶ ὁ Παπαδιαμάντης (1851-1911) μοιάζει μ᾿ ἕναν δευτέρας τάξεως ἐθνικὸ θεὸ χαμένον ἀνάμεσά μας. Ἔχοντας μὲ τρόπο ἀξιοθαύμαστο ἐπιζήσει τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ του, πού, χωρὶς ἄλλο, μεταμορφώθηκε σὲ παρεκκλήσι ἁγίου, σὲ χρόνια πολὺ μακρυνά, κατόρθωσε νὰ μείνει ζωντανὸς ὡς τὶς ἡμέρες μας, ἀφοῦ προηγουμένως κρύφτηκε ἀνάμεσα στοὺς ἀναχωρητὲς καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας· κι ὕστερα ἀνακατεύθηκε -ἀγνώριστος καὶ φίλος- μὲ τοὺς παλιοὺς μοναχούς, τοὺς σοφοὺς καὶ φρόνιμους τοῦ αἰώνα του.

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης ἔχει γεννηθεῖ, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Ληξιαρχικὰ Βιβλία, τὸ 1900, στὴν ἀρχή, δηλαδή, τοῦ αἰῶνα. Γιὰ μένα ἡ γέννησή του φτάνει ὡς τὴ δεύτερη χιλιετηρίδα πρὸ Χριστοῦ. Εἶναι σύγχρονος τοῦ Ἐλπήνορα, τῶν συντρόφων τοῦ Ὀδυσσέα -ποὺ φάγανε τ᾿ ἀργοκίνητα κοπάδια τοῦ Ἥλιου-, σύγχρονος τοῦ Ὀρέστη, ποὺ σκόνταψε στὶς πέτρες τῶν Μυκηνῶν· σύγχρονος τῆς Ἑλένης, ποὺ ξέρει καλὰ πὼς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὴν Τροία: «Στὶς Μυκῆνες, λέει, σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»· χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάνδρα μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της...». Εἶναι σύγχρονος τοῦ Οἰδίποδα, τῆς Ἀντιγόνης, τοῦ Σωκράτη...

«Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε τὸν ἥλιο».
«Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε τὸν ἄνθρωπο».

Παράξενη μοίρα νὰ εἶσαι, νὰ ἔχεις γεννηθεῖ ἕλληνας καὶ νὰ ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ἄνθρωπος ποὺ ἐδῶ καὶ 80 γενεὲς οἰκοδόμησε τὸν Παρθενώνα. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ποιητῆ συνίσταται στὸ ὅτι δοκιμάζει ἂν ἀξίζει τὴ μοίρα του. Ἡ ἀγωνία του συνίσταται στὸ ὅτι ἀμφιβάλλει, πάντα, ἂν εἶναι ἄξιος αὐτῆς τῆς μοίρας. Συνίσταται στὸ ὅτι ἀναρωτιέται, ἂν ὁ τόπος καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴδιοι, ἂν κάτω ἀπὸ τὴ φθορὰ τῶν αἰώνων λησμόνησαν οἱ ἄνθρωποι κι ἔχασαν τὴ συνείδησή τους.

Θὰ ἰδοῦμε ὅτι, γι᾿ αὐτόν, τὸ ν᾿ ἀμφιβάλλει καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν πληγή του, σημαίνει νὰ βεβαιώνει, ἤδη, τὴν ὕπαρξή του. Πρέπει, λοιπόν, νὰ δεχτεῖ νὰ ξαναντυθεῖ τὸν ἐξουθενωτικὸ χιτώνα τοῦ Νέσσου -τὴν παράδοση· πρέπει νὰ δεχτεῖ νὰ κρατήσει στ᾿ ἀδύνατα χέρια του τὴ μαρμάρινη κεφαλή, ποὺ τὸ βάρος της θὰ τοῦ τσακίσει τοὺς ὤμους. Θὰ περπατήσει ἀνάμεσα στὶς παλιὲς ἀκρωτηριασμένες πέτρες ἀπ᾿ τὶς ὁποῖες εἶναι γεμάτη ἡ ἑλληνικὴ γῆ, ἀναζητώντας τὸ χαμένο τόπο ὅπου γεννήθηκε ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια. Ἐξαντλημένος, θὰ ψάξει νὰ βρεῖ καταφύγιο μέσα στὶς στέρνες τῆς σιωπῆς, γιὰ ν᾿ ἀκούσει, μέσα ἐκεῖ, τὴ φωνὴ τῆς ψυχῆς, ἐνῶ, πάνω στὶς πλάκες ποὺ τὶς σκεπάζουν, θὰ τρέχουν τὰ πολυθόρυβα βήματα τῶν ἀγκαλιασμένων ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴ μάταιη ταραχὴ πόλεων.

Τέτοια εἶναι, τουλάχιστον κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἡ ἑλληνικὴ ζωὴ τοῦ Γιώργου Σεφέρη, ποὺ θὰ ἤθελα, τώρα, νὰ ἀνακαλέσω στὴ μνήμη μας.

Ἡ Γλώσσα, Ἐργαλεῖο τῆς Θείας Χάρης

Τὸ δράμα ἀρχίζει μὲ τὸ Λόγο, μὲ τὴ Γλώσσα. Γιατί, ἂν τὴν δοῦμε μέσα στὸ χρόνο, ἡ γλώσσα εἶναι τόσο ὅμοια καὶ τόσο ἀνόμοια, ὅσο καὶ τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ μέσα τους δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ λουστεῖ δυὸ φορές. Καὶ ὅπως τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ δὲν μποροῦν νὰ ξαναγυρίσουν στὴν κοίτη τους, ἔτσι δὲν μπορεῖ, τουλάχιστον χωρὶς κίνδυνο γιὰ τὸ πνεῦμα, νὰ σταματήσει κανεὶς τὴ γλώσσα καὶ νὰ τὴν ξαναγυρίσει στὴν ἀρχική της κοίτη, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη μπορέσει νὰ ἀναπλεύσει μὲ τὴ σκέψη του τὸ ρεῦμα, τὸ ἤρεμο ἢ θορυβῶδες, μιᾶς πολυχιλιόχρονης γλώσσας.
Ἔτσι ἡ παιδεία τοῦ σημερινοῦ ἕλληνα ποιητὴ ὀφείλει νὰ κατέχει τὴ χιλιόχρονη γλώσσα του, νὰ τὴν ἀκολουθεῖ στὴν κίνησή της καὶ τὸ πνεῦμα της καὶ νὰ ὑποτάσσεται στὶς μορφὲς καὶ τοὺς κανόνες τῆς σημερινῆς της χρήσης. Τὰ ὑποδειγματικὰ μεγάλα κείμενα βρίσκονται μπροστὰ στὸν ποιητή, γραμμένα ἀπὸ μεγαλοφυΐες ἀνώνυμες -τέτοια εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Ἑλλάδας- ἢ ἀπὸ μεγαλοφυΐες σχεδὸν ἀνώνυμες -τόσο εἶναι ἄγνωστες- ὅπως ἑνὸς Μακρυγιάννη. Ὁ ποιητὴς ἔχει καθῆκον, ὅπως ἔκανε ὁ Σολωμός, νὰ μάθει νὰ τὰ διαβάζει· ἐκεῖ θὰ βρεῖ, τότε, ὅλη τὴν ἀξιοθαύμαστη βοήθεια ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχει ἀνάγκη γιὰ νὰ μάθει νὰ γράφει.

«... κάθε λέξη τους, λέει ὁ Σεφέρης, σκεπάζει μὲ ἀκρίβεια ἕναν ὁρισμένο συναισθηματικὸ χῶρο, ὅπως τὰ ἀκίνητα φύλλα τοῦ δέντρου ποὺ ἔχουμε μπροστά μας ἀφοῦ ἔσβησε ὁ ἥλιος, σκεπάζουν ἕνα μικρότερο ἢ μεγαλύτερο κομμάτι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τίποτε ἄλλο! Ξέρουμε ἀκόμη ὅτι ἡ συνάρθρωση αὐτῶν τῶν λέξεων εἶναι ἡ ἀτόφια ἑλληνικὴ φωνή».

Ὅπως ὁ Σολωμός -ποὺ ἀντέγραφε δημοτικὰ τραγούδια ἀπ᾿ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας γιὰ νὰ μάθει αὐτὴ τὴν πλούσια καὶ τέλεια γλώσσα, τὴν ἀτόφια ἑλληνικὴ φωνή- ἔτσι καὶ ὁ Σεφέρης χρωστάει, χωρὶς ἄλλο, στὴν ἀκούραστη μελέτη τῆς ἑλληνικῆς δημοτικῆς, τὴν ἀκρίβεια, τὴ λιτότητα, τὴν ὑποδειγματικὴ ἁπλότητα τῆς γλώσσας του -τόσο στὰ πεζά του κείμενα ὅσο καὶ στὴν ποίησή του.

Ἡ ζωὴ τοῦ Σεφέρη στὴν ἐξορία -γιὰ νὰ μιλήσουμε ἔτσι- τῆς Κορυτσᾶς, στὴν Ἀλβανία, τὸ 1937, ὕστερα τὸ 1942, στὸ Κάϊρο, ὅπου ἀκολούθησε τὸ βασιλιὰ τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴν Κυβέρνησή του, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατοχὴ τῆς πατρίδας του, δὲν ἐμπόδισε τὴ σκέψη του νὰ συνεχίσει τὴν πορεία της. Ἡ ἐξορία, ἑκούσια ἢ ἀναγκαστική, εἶναι πάντα ὀδυνηρή, ἀλλὰ γιὰ ἕνα πρίγκηπα τοῦ πνεύματος, γίνεται σὲ λίγο ἕνας ἀξιοθαύμαστος πλοῦτος: Δέστε τὸν Βίκτορ Οὐγκώ.

Πέντε χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ πιὸ πάνω ἀνάφερα ἕνα πολὺ σύντομο ἀπόσπασμά του, ὁ Γιῶργος Σεφέρης γράφει ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ποιήματά του. Σημειώνουμε τὴν ἡλικία του. Στὴν Κορυτσὰ εἴτανε 37 χρονῶν. Στὸ Κάϊρο 42. Μὲ τὰ μάτια του, ὅμως, ἀνοιχτὰ στὸν κόσμο, μὲ τὸ σοβαρὸ καὶ στραμένο πρὸς τὰ μέσα βλέμμα του τῶν 2000 χρόνων... δίνει, ὡς τίτλο, στὴ σκέψη του: «Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά».

Ὁ ποταμὸς εἶναι ὁ Νεῖλος. Ἀφοῦ τὸν ἀνακαλέσει στὴ μνήμη του, ὁ ποιητὴς μιλάει γιὰ τὴν ἀνάγκη νὰ γράψει μίαν ἁπλὴ γλώσσα. Τί συνέβη; Μά, ἂς τὸν ἀκούσουμε:

«... τὸ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι᾿ ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα·
ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι᾿ ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα καὶ τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός».

Γιατί, ἀφοῦ θυμήθηκε τὴν εἰκόνα τοῦ Νείλου, ὁ ποιητὴς μιλάει γιὰ τὴν ἁπλὴ γλώσσα ποὺ θὰ ῾θελε νὰ γράψει; Ἐμεῖς, ὅμως, εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ θ᾿ ἀνακαλύψουμε, πίσω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὸ σύμβολο, τὴν ἀναγωγὴ -τὴ μυστικὴ ἐξήγηση- ἔλεγε, ἤδη, ὁ Ντάντε. Τὸ σχόλιο εἶναι ἁπλό.

Ὁ ποταμὸς εἶναι ἡ μακρυὰ γραμμὴ ἱστορίας καὶ ἀδιάκοπης ζωῆς· εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν λιμνῶν, καὶ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν χρόνων, ὁ Λόγος, ποὺ εἶναι Θεὸς καὶ γίνηκε δρόμος, Βασιλικὴ Ὁδός, ὕστερα ἕνας εὐεργέτης μὲ ἀνεξάντλητα δῶρα, ὕστερα ἕνας κριτὴς -καὶ ἕνα δέλτα. Καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ποτὲ δὲν εἶναι ὁ ἴδιος. Καὶ πού, ὡστόσο, παραμένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, ἡ ἴδια κοίτη, τὸ ἴδιο σημεῖο, ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Αὐτὸ τὸ ἐξηγητικὸ σχόλιο ποὺ ἔκανα, ὁ ποιητής, φυσικά, τὸ ἀντιπαρέρχεται· αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὴν ἰδέα του σὰν τὸ ποτάμι ποὺ κυλᾶ τὰ νερά του. Ἂς τὸν ἀκούσουμε, ὅμως:

«Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς ποὺ σιγὰ - σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι᾿ εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά».

«Ὁ γέρος ἄνθρωπος» τῆς ὄχθης τοῦ Νείλου εἴτανε 42 χρονῶν. Εἶχε, ὅμως, μέσ᾿ τὰ μυστικὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τὴν προοπτικὴ τῶν χρόνων -τῶν ἀναρίθμητων- ποὺ ἀποχτοῦν ὅπως λέει,

«... τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια -πέρα χωρὶς τὸ φόβο στὴν καρδιά τους».

Ἔχει τὰ χρόνια τῶν ἀνθρώπων ποὺ καταλαβαίνουν, σὰν τὸν Νεῖλο, προχωρώντας ἀνάμεσα

«... σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν».

«... ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει».

Καὶ εἶναι τὸ ἴδιο μυστήριο. Ὁ Σεφέρης νιώθει αἰχμάλωτος

«... στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ εἴτανε σωστὴ κι᾿ ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς».

Ἡ γλώσσα δὲν εἶναι ἡ σωτηρία, εἶναι, ὅμως, ἤδη, τὸ ἐργαλεῖο τῆς θείας χάρης. Ὁ ποιητὴς μπορεῖ καὶ θὰ μπορέσει, ἀπὸ τώρα κι ὕστερα, ν᾿ ἀκούει «τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.»

Ἡ Πορεία μέσ᾿ ἀπὸ τὴν Ἔρημο

Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸν ποιητὴ στὴ θλίψη του. Ἂς δοῦμε, γιὰ λίγο, ποιὰ εἶναι τὰ κάποια λόγια πού᾿χει νὰ μᾶς πεῖ.

Ὁ δυτικὸς προσεγγίζει τὴν ἀρχαιότητα μέσῳ τῆς ἱστορίας, τῆς μελέτης τῶν μνημείων, τῆς ἀνάγνωσης τῶν κειμένων. Ἕνας Ἕλληνας εἶναι δικαιωματικὰ κάτοχος, πρὶν ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μακρυὰ καὶ ἀργὴ πορεία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει γεννηθεῖ Ἕλληνας, τοῦ δρόμου τῆς ἐνόρασης, ποὺ ἀποτελεῖ τὴ μοίρα του, ὅμοιος, σ᾿ αὐτό, μὲ τὸ στρατοκόπο ποὺ συνήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα.

Ὁ ἑλληνιστὴς Σεφέρης παραμερίζει τὰ κείμενα ποὺ διαβάζει καὶ σταματᾶ γιὰ πολλὴν ὥρα σὲ μιὰ λέξη, σὲ μιὰ φράση, ποὺ θὰ γίνουν ἡ ἀφετηρία μιᾶς βαθειᾶς σκέψης, κι ἴσως, ἀκόμη, ἕνας ἀπὸ τοὺς σταθμοὺς τῆς ποιητικῆς του συνείδησης. Πρέπει, λοιπόν, κι ἐμεῖς, μὲ τὴ σειρά μας, νὰ ἰδοῦμε τοὺς συγγραφεῖς καὶ τὰ ἔργα ποὺ ἔχει διαβάσει. Ἡ Ἰλιάδα, ἡ Ὀδύσσεια, ὁ Αἰσχύλος, ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Εὐριπίδης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Ἡσίοδος, ὁ Πίνδαρος εἶναι τὰ βιβλία πού᾿χει κάτω ἀπὸ τὸ προσκεφάλι του. Στὸ Σεφέρη, ὅμως, ἡ πολυμάθεια δὲν προηγεῖται τῆς ποιητικῆς δημιουργίας: ὁ Σεφέρης δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ αὐτήν. Τὴν ἔχει ξεχασμένη. Δὲν βρίσκεται πιὰ μέσ᾿ στὴ συνείδησή του, ἀλλὰ μέσ᾿ στὸ ὑποσυνείδητό του· ρέει μαζὺ μὲ τὸ αἷμα του στὶς φλέβες του.

Ὁ Ράϊνερ - Μαρία Ρίλκε γράφει κάπου στὶς Σημειώσεις τοῦ Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε: «Γιὰ νὰ γράψει κανεὶς ἕναν μονάχα στίχο (...), χρειάζεται νά ῾χει ἀναμνήσεις (...) Καὶ δὲν ἀρκεῖ μονάχα νά ῾χει ἀναμνήσεις. Πρέπει νὰ ξέρει νὰ τὶς ξεχνᾶ ὅταν εἶναι πολλὲς καὶ πρέπει νά ῾χει τὴ μεγάλη ὑπομονὴ νὰ περιμένει νὰ ξανάρθουν πάλι στὸ μυαλό του...».

Ἀληθινὲς ἀναμνήσεις εἶναι, ὡστόσο, καὶ τὰ διαβάσματα καὶ οἱ συγγραφεῖς μὲ τοὺς ὁποίους ἔχει τραφεῖ κανείς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαφανισθεῖ ἀπὸ τὴν καινούργια δημιουργία ἡ πολυμάθεια, γιὰ νὰ μπορέσει, αὐτὴ ἡ πολυμάθεια, νὰ δώσει, αὐθόρμητα σχεδόν, ἕνα πλούσιο σὲ πείρα καὶ ἀνθρωπιὰ ἔργο.

Εἶναι, ὅμως, φρόνιμο, γιὰ τὸν κριτικό, πρὶν ἀκολουθήσει τὸν ποιητὴ στὰ διαβάσματά του, νὰ σταματήσει στὶς ἐπιγραφές, ὅπου ἀποκαλύπτεται ἡ πηγὴ τῶν βασικῶν του στοχασμῶν.

Ὁ φίλος μου Νεοκλῆς Κουτούζης, στὸν ὁποῖο χρωστᾶμε μίαν ἀξιόλογη μελέτη μὲ τίτλο «Ὁ Σεφέρης καὶ ἡ πιστότητα, ἢ ἀπὸ τὸν Πίνδαρο στὸ Σεφέρη», σημειώνει, μὲ τὴ συνηθισμένη του λεπτολογία καὶ ὀξυδέρκεια: «Δὲν σταματοῦμε ἀρκετὰ στὶς ἐπιγραφές, ἢ σὲ ὁρισμένα ἀποσπάσματα (...) ... Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σεφέρης ἀναφέρει τὸν Πίνδαρο ἢ τὸν Ρεμπώ, ἀποτελεῖ μία ζωϊκή, μιὰ πνευματικὴ συγγένεια, ποὺ συγκροτεῖται (...) Ἡ ζυγαριὰ μπαίνει σὲ κίνηση, ὁ ζυγὸς τῆς πλάστιγγας δὲν σταματᾶ νὰ ταλαντεύεται: ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν ποὺ ἀναφέρει καὶ σὲ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται δημιουργεῖται ἕνα ρεῦμα ἀνταλλαγῶν ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ὁ ἀναγνώστης, μπλεγμένος κι ὁ ἴδιος στὸ ἀδιάκοπο στροβίλισμά του, συγκρατεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του κάτι ἀπὸ μία καινούργια ζωή».

Τὸ κείμενο πού᾿χει στὸ νοῦ του ὁ Ν. Κουτούζης εἶναι ὁ «Ἐρωτικὸς Λόγος» τῆς πρώτης συλλογῆς ποὺ τιτλοφορεῖται «Στροφή»· καὶ τὸ ἀπόσπασμα ποὺ βάζει σὰν προμετωπίδα ὁ Σεφέρης εἶναι μερικοὶ στίχοι τοῦ Πίνδαρου ποὺ περιλαμβάνονται στὸν 3ο Πυθιονίκη:

«Ἔστι δὲ φύλον ἐν ἀνθρώποισιν ματαιότατον,
Ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
Μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν».

Συνδέοντας τὸ πινδαρικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Σεφέρη μ᾿ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα τοῦ Πίνδαρου, περιλαμβανόμενο στὸν 3ο Πυθιονίκη κι αὐτό, ποὺ ἀναφέρει ὁ Βαλερύ, ὁ Ν. Κουτούζης ἀποδίδει ἀκριβῶς στὰ γαλλικὰ τὴ συμβολὴ τοῦ Πίνδαρου, μεταφράζοντας ἔτσι αὐτοὺς τοὺς δυὸ στίχους:

«O mon âme, aspire avec moins d’ ardeur
à l’ immortalité, et mets toute la force à épuiser
tout le possible»

Νά ῾μαστε, λοιπόν, προσανατολισμένοι πρὸς τὴν πραγματικότητα, πρὸς τὸν κόσμο, τὸν ἁπλὸ καὶ ἥσυχο κόσμο. Ἁπλὸν καὶ ἥσυχον; Ἀλλοίμονο, ὄχι. Κάθε ἄλλο παρὰ ἁπλὸς καὶ ἥσυχος εἶναι ὁ κόσμος γιὰ ἕναν Ἕλληνα τοῦ ΧΧ αἰώνα, ποὺ προσπαθεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, νὰ προσδιορίσει τὸν ἑαυτό του στὴ σχέση του πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς τὸν ὑπόλοιπο πλανήτη, καὶ νὰ δώσει στὸν ἑλληνισμό του τὸ νόημα. Πάρα πολλὲς εἶναι οἱ ἀναμνήσεις στὸ χῶρο, πάρα πολλὲς εἶναι οἱ ἀναμνήσεις στὸ χρόνο. Τόποι ἄγονοι καὶ περιορισμένοι, γεμάτοι πιὸ πολὺ ἀπὸ νεκροὺς παρὰ ἀπὸ ζωντανούς. Ὁ χρόνος εἶναι περιορισμένος στὶς διαστάσεις μιᾶς στιγμῆς ὅμοιας μὲ τὴν ἑλληνικὴ γῆ. Ὁ χρόνος εἶναι βαθύτερος ἀπὸ τὸ στενὸ χῶρο. Ὁ χρόνος εἶναι κυρίαρχος τοῦ χώρου. Κάτω ἀπὸ κάθε μνῆμα βρίσκονται ἑκατὸ γενεὲς ἀνθρώπων. Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι γιὰ ἕναν Ἕλληνα ἡ γῆ, ὁ γυμνὸς βράχος, ἔχει τὴν ἀξία τοῦ ἀπεριόριστου χρόνου. Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι γιὰ ἕναν Ἕλληνα, ἡ γῆ τῆς Κύπρου εἶναι, ὄχι ἱερή, ἀλλὰ σάρκα τῆς σάρκας του. Ἐκεῖ ὅπου ἀκούγεται σὰν πρόσκληση ἡ ὀχλοβοὴ τῆς θάλασσας καὶ τοῦ χώρου, ἀνεβαίνει καὶ ἡ σιωπὴ πέντε χιλιάδων χρόνων νεκρῶν. Αὐτὸ εἶναι ἡ πατρίδα, εἶναι ἡ ἀπεριόριστη διάρκεια.

Καὶ ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἡ πατρίδα -παντοῦ ὅπου, μέσα στὸ χῶρο καὶ μέσα στὸ χρόνο, ἔζησαν καὶ πέθαναν Ἕλληνες· παντοῦ ὅπου, μέσα στὸ χῶρο καὶ τὴν τωρινὴ στιγμή, ζοῦν Ἕλληνες καὶ νιώθουν τὸν ἑαυτό τους σὰν ἕνα κρίκο ἀπὸ τὴν τεράστια ἁλυσίδα. Ὁ ἑλληνισμός, ὅμως, δὲν εἶναι μονάχα ἕνας κόσμος, μιὰ χώρα, μιὰ ἰδέα ἀθάνατη. Εἶναι καὶ ὁ παντοτινὸς ἄνθρωπος, ἡ παντοτινὴ γῆ, ἡ παντοτινὴ ἀθλιότητα.

Συγκρινόμενη μὲ τὴν πλατειὰ σκέψη, μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄχρονη μνήμη ποὺ ἀναπολήσαμε, πόσες φορὲς ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα δὲν φάνηκε στὸν ποιητὴ μηδαμινή, φτωχή, ἀδειανή, ἀνεξήγητη! Πόσες φορές, ζωντας τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα, δὲν ἔκανε τὸν ποιητή, ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, νὰ ὑποφέρει μὲ τὶς πάρα πολὺ μεγάλες ἀναμνήσεις της, τὰ πάρα πολὺ μεγάλα ὀνόματά της, τοὺς πάρα πολὺ μεγάλους ἡρωϊσμούς της καὶ τὶς ἄμετρα πιὸ μεγάλες διχόνοιές της! Ἂς ἀφήσουμε νὰ μιλήσει ὁ Σεφέρης:

«... ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Εἴμουν κι᾿ ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης·
Τὸ ριζικό μου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε».

Αὐτοὶ οἱ στίχοι, ποὺ ἀνήκουν στὸ ποίημα «Ἑλένη» τὸ ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν μύθο τοῦ Εὐριπίδη, γράφτηκαν στὴν Κύπρο καὶ δημοσιεύτηκαν τὸ 1955. Ὁ Σεφέρης κουβαλοῦσε, κι ἐκεῖ ἀκόμη, τὴν πληγή του, γιὰ τὴν ὁποία ἔγραφε εἴκοσι χρόνια, ἤδη, πιὸ μπροστά:

«Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω, ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει».

Ἡ Πάλη μὲ τὴ Μοίρα. Ἡ Ἑλλάδα

Ἡ μοίρα μου, λέει, εἶναι ἡ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε στὸ σκοπό του. Μήπως, ὅμως, εἴτανε ἴδια καὶ ἡ μοίρα τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ στοὺς ὁποίους δίνουμε τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδας ; Αὐτὸ φαίνεται πῶς λέει ὁ ποίητης σ᾿ ἕνα ἄτιτλο ἀπόσπασμα τῆς συλλογῆς «Μυθιστόρημα»:

«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν.
(Α. Ἡ Πέτρα)

Ἡ ὡραία συλλογὴ «Μυθιστόρημα», (Μύθος καὶ Ἱστορία), ἀπ᾿ ὅπου εἶναι παρμένο αὐτὸ τὸ ποίημα, ἔχει σὰν ἐπιγραφὴ τοὺς ἑξῆς δυὸ στίχους τοῦ Ρεμπώ:

«Si j’ai du goût, ce n’ est guère
que pour la terre et les pierres».

Ὁ Σεφέρης, ὑπάκουος στὴ συμβουλὴ τοῦ Πίνδαρου νὰ βάζει ὅλη του τὴ δύναμη στὸ νὰ ἐξαντλεῖ τὸν κόσμο τοῦ δυνατοῦ, εἶναι ὁ ποιητὴς τούτης τῆς γῆς καὶ τούτων τῶν μαύρων πετρῶν, ποὺ εἶχε τραγικὰ ἐξυμνήσει πρὶν ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ Σολωμός, ὅταν τραγουδοῦσε τὴν Ἑλλάδα, «καλή ῾ν᾿ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι», κι ἔβαζε τὸν ἄπληστο γιὰ λευτεριὰ Σουλιώτη νὰ λέει: «Μιὰ χούφτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ᾿ ἐκεῖνο!».

Ἡ πέτρα, στὸ Σεφέρη, εἶναι τὸ ὀρυκτό με τὸ ὁποῖο εἶναι στρωμένη ἡ ἑλληνικὴ γῆ· εἶναι οἱ τεράστιοι, κυκλώπειοι, ἀσήκωτοι ὀγκόλιθοι· εἶναι τὰ ἐρειπωμένα, ἀγνώριστα ὑλικὰ τῶν συνηθισμένων σπιτιῶν τῶν ἐξαφανισμένων πόλεων, ποὺ κάποτε, ὡστόσο, κατοικοῦνταν· εἶναι κεφάλια, σώματα, ἀκρωτηριασμένων τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀγαλμάτων, ποὺ ἀνακαλύπτονται παντοῦ καὶ πάντοτε, μέσ᾿ στὸ ἑλληνικὸ χῶμα.

Ἡ ἑλληνική, ὅμως, πέτρα, εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, εἶναι καὶ σύμβολο τῆς μοίρας τῶν Θεῶν.

Ἡ συλλογὴ «Μύθος καὶ Ἱστορία» τελειώνει μὲ δυὸ μεγάλα ποιήματα ἐξίσου ἀξιοθαύμαστα τὴ «Σαντορίνη» καὶ τὶς «Μυκῆνες».

Οἱ πέτρες τῶν Μυκηνῶν -στὶς Μυκῆνες δὲν βρίσκει κανεὶς παρὰ μονάχα πέτρες- κουβαλοῦν ἀπάνω τους τόσα ἐγκλήματα καὶ αἷμα ὅσους καὶ αἰῶνες.

Μυκῆνες

«Δός μου τὰ χέρια σου, δός μου τὰ χέρια σου, δός μου τὰ χέρια σου.

Εἶδα μέσα στὴ νύχτα
Τὴ μυτερὴ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ
Εἶδα τὸν κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Μὲ τὸ φῶς ἑνὸς ἀφανέρωτου φεγγαριοῦ
Εἶδα, γυρίζοντας τὸ κεφάλι
Τὶς μαῦρες πέτρες συσπειρωμένες
Καὶ τὴ ζωή μου τεντωμένη σὰ χορδὴ
Ἀρχὴ καὶ τέλος
Ἡ τελευταία στιγμή·
Τὰ χέρια μου.

Βουλιάζει ὅποιος σηκώνει τὶς μεγάλες πέτρες·
τοῦτες τὶς πέτρες τὶς ἐσήκωσα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τὶς πέτρες τὶς ἀγάπησα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τὶς πέτρες, τὴ μοίρα μου.
Πληγωμένος ἀπὸ τὸ δικό μου χῶμα
τυραννισμένος ἀπὸ τὸ δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος ἀπὸ τοὺς δικούς μου θεούς,
τοῦτες τὶς πέτρες.

Ξέρω πὼς δὲν ξέρουν, ἀλλὰ ἐγὼ
ποὺ ἀκολούθησα τόσες φορὲς
τὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸ φονιὰ στὸ σκοτωμένο
ἀπὸ τὸ σκοτωμένο στὴν πληρωμὴ
κι᾿ ἀπὸ τὴν πληρωμὴ στὸν ἄλλο φόνο,
ψηλαφώντας
τὴν ἀνεξάντλητη πορφύρα
τὸ βράδυ ἐκεῖνο τοῦ γυρισμοῦ
ποὺ ἄρχισαν νὰ σφυρίζουν οἱ Σεμνὲς
στὸ λιγοστὸ χορτάρι -
εἶδα τὰ φίδια σταυρωτὰ μὲ τὶς ὀχιὲς
πλεγμένα πάνω στὴν κακὴ γενιὰ
τὴ μοίρα μας.

Φωνὲς ἀπὸ τὴν πέτρα ἀπὸ τὸν ὕπνο
βαθύτερες ἐδῶ ποὺ ὁ κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη τοῦ μόχθου ριζωμένη στὸ ρυθμὸ
ποὺ χτύπησε τὴ γῆς μὲ πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στὰ θεμέλια
τοῦ ἄλλου καιροῦ, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ᾿ ἕνα σημάδι
ποὺ ὅσο κι᾿ ἂν θέλεις δὲν τὸ ξεχωρίζεις·
ἡ ψυχὴ
ποὺ μάχεται γιὰ νὰ γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι᾿ ἡ σιωπὴ εἶναι πιὰ δική σου
Ἐδῶ ποὺ σταμάτησαν οἱ μυλόπετρες».

Ὀχτώβρης 1935

Β. Η ΧΡΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Τρία χρόνια ἀργότερα, ὁ Σεφέρης ξαναγυρίζει στὴν Ἀργολίδα. Ἐδῶ καὶ δυὸ χρόνια, ἤδη, ἀναζητεῖ -ἰδιοτροπία τοῦ ποιητῆ, θὰ ποῦν· ὄχι, εἶναι κάτι παραπάνω ἀπ᾿ αὐτό, εἶναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ προσκυνητῆ ποὺ τριγυρίζει στοὺς ἅγιους τόπους, - ἀναζητεῖ τὸ Βασιλέα τῆς Ἀσίνης. Τὸν βρῆκε: μιὰ ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα ποὺ τὴν πῆρε καὶ τὴν κράτησε στὰ χέρια του:

«Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; Κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμένο χῶμα·
κι᾿ ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα... «.

Ἕνας ποιητής, ὅμως, ξέρει νὰ διαβάζει μία προσωπίδα. Ἕνας ποιητὴς ξέρει ἴσως ν᾿ ἀκούει τὴ σιωπὴ τῆς ἄδειας προσωπίδας. Νά! Τουλάχιστον ποιὸ ὑπῆρξε τὸ στοχαστικὸ ὅραμα τοῦ Σεφέρη:

Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι᾿ ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι᾿ ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι᾿ ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαία μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη».

Ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι᾿ ἀναρωτιέται:

«... ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς
τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ
μὲ τὴν ἀπεραντωσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα
μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό».

Ἡ Ἑλλάδα, Χώρα τῶν Νικημένων Θεῶν καὶ τῆς Ἐξορίας

Ὁ ποιητῆς. Ἕνα κενό; Μὰ ὄχι. Ἡ θλίψη τοῦ Σεφέρη, σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, δὲν εἶναι λιγότερο δραματική. Γιατί ξέρει καλὰ ὅτι ὁ ποιητὴς εἶναι τὸ πνεῦμα ποὺ ἀνασυνθέτει τὸ κενό, ὅπως ὁ μουσικὸς ποὺ ἐκφράζει τὸ νόημα τῆς σιωπῆς καὶ κάνει τὴ νύχτα νὰ τραγουδᾶ. Ξέρει, ὅμως, ἀκόμη, ὅτι τὸ νὰ ἀνασυνθέτεις τὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ ποὺ δημιούργησε τὴν ὀμορφιά, τὴν δικαιοσύνη, τὸ Θεό, καὶ γέννησε αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ξανάδε οὔτε πρόκειται νὰ ξαναδεῖ κανεὶς δυὸ φορές, εἶναι μιὰ ἀνέλπιδη προσπάθεια.

«Βουλιάζει ὅποιος σηκώνει τὶς μεγάλες πέτρες», λέει ὁ ποιητής.

Μεγάλες, ἐξαιτίας τοῦ βάρους των. Μεγάλες, ἐξαιτίας τῆς ἀνυπόφορης τελειότητάς τους.

Ὄχι, ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶναι ἡ χώρα τῆς κατάρας τῶν νικημένων ἀπὸ τὴ μοίρα Θεῶν. Εἶναι ὅμως, δύσκολο -σ᾿ αὐτὸ συμφωνοῦμε- νὰ εἶναι κανεὶς ἀπόγονός του Αἰσχύλου καὶ τοῦ Φειδία καὶ τοῦ Πλάτωνα. Ἐρχόμενος, ὡστόσο, ὕστερα ἀπὸ τὸ Σολωμό, τὸν Παλαμᾶ, τὸ Σικελιανό, ὁ Σεφέρης εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ζεῖ ὀδυνηρὰ τὴν Ἑλληνική του μοίρα, ὑπερήφανα, ἀλλὰ χωρὶς ματαιοδοξία· ἀνθρώπινα, ἀλλὰ χωρὶς ἀλαζονεία· δύσκολα, ἀλλὰ χωρὶς ἀπελπισία· σεμνά, ἀλλὰ χωρὶς ρητορεία.

Τὰ τελευταία ἀποσπάσματα ποιημάτων ποὺ παραθέτω δείχνουν τὸ ἁπλὸ μεγαλεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Σεφέρης στέκεται μπρὸς σ᾿ ἕνα παρελθὸν ποὺ συντρίβει τὸν ἄνθρωπο τῆς γενιᾶς του.

Μοῦ παραχώρησε τὸ δικαίωμα νὰ διαλέξω, ὕστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτόν, τὰ ποιήματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελα νὰ τὸν παρουσιάσω.

Τὸ πρῶτο, «Ξύπνησα μ᾿ αὐτὸ τὸ μαρμάρινο κεφάλι στὰ χέρια» καὶ τὸ δεύτερο «Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου», τὰ ξεχωρίσαμε, αὐτὸς κι ἐγώ, σὰν βασικά. Τὸ τέταρτο εἶναι παρμένο ἀπὸ τὴν «Κίχλη». Τὸ φυλάω γιὰ τὸ τέλος. Ἔχω τοὺς λόγους μου γι᾿ αὐτό.

Διάλεξα τὸ πρῶτο -τὸ μαρμάρινο κεφάλι- γιατί θυμίζει ἀκόμη τὶς πέτρες, τὶς δουλεμένες τούτη τὴ φορά, ποὺ εἶναι ὄχι μονάχα ἡ δόξα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδυσώπητη κληρονομιὰ τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα.

«Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια
ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποὺ νὰ τ᾿ ἀκουμπήσω.
Ἔπεφτε στὸ ὄνειρο καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ὄνειρο
Ἔτσι ἑνώθηκε ἡ ζωή μας καὶ θὰ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τὰ μάτια· μήτε ἀνοιχτὰ μήτε κλειστὰ
μιλῶ στὸ στόμα ποὺ ὅλο γυρεύει νὰ μιλήσει
κρατῶ τὰ μάγουλα ποὺ ξεπέρασαν τὸ δέρμα
Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη·

Τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν ἀκρωτηριασμένα».

Τὰ μπράτσα εἶναι ἀσθενικά, ἀδύνατα καὶ πέφτουν ξεριζωμένα ἀπ᾿ τοὺς ὤμους γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κρατήσουν αὐτὸ τὸ μαρμάρινο κεφάλι, πού ᾿ναι σύμβολο τοῦ κάθε ὡραίου ποὺ ἐδημιούργησε ἡ Ἑλλάδα καὶ ποὺ ὁ Σεφέρης καὶ οἱ δικοί του ὀφείλουν νὰ τὸ ὁδηγήσουν ἀκόμη πιὸ μακρυά, νὰ τὸ βοηθήσουν μὲ μία καινούργια ἰδιοφυΐα, ἴση πρὸς τὴν ἀρχαία. Τέτοια ὑπῆρξε, ἄλλοτε, ἡ μοίρα τῶν Δαναΐδων, ποὺ ποτὲ δὲν μπόρεσαν ν᾿ ἀποτελειώσουν τὸ φοβερό τους μόχθο. Τὸ ὄνομά τους, ὅμως, μπῆκε στὴν αἰωνιότητα τῶν μεγάλων Συμβόλων.

Στὸ «Γυρισμὸ τοῦ ξενιτεμένου» ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μίαν ἄλλην εἰκόνα, μ᾿ ἕναν ἄλλον σπαραγμό.

Θὰ μποροῦσα, βέβαια, νὰ ἐπαναλάβω, ὅπως ἤδη, τὸ ἔχουν κάνει οἱ ἐξηγητές του, τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του. Γεννήθηκε στὴ Σμύρνη. Ἔχασε τὰ πάντα ὕστερα ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τοῦ 1922.

Ξεριζωμένος. Τὰ σπίτια ποὺ εἶχε, τοῦ τὰ πήρανε. Ξέρω. Ξέρω, ὅμως, ἐπίσης, ὅτι ἀναζήτησε στὶς Μυκῆνες καὶ ἀλλοῦ. Ἀνάμεσα στὶς σωριασμένες πέτρες, τὸ ἀρχαῖο του σπίτι:

«... στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες, τρεῖς ἢ ἕξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ εἴταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι
προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις·
θὰ μπορέσουμε;».

Ὁ ποιητής, ἐδῶ, δὲν ἀποτελειώνει τὴ φράση του. Μιὰ σκέψη τὸν βασανίζει. Ὕστερα ἀπὸ μίαν ἄλλη στροφὴ ποὺ θυμίζει, ἐκτὸς ἀπὸ μεγάλους ἡρωϊσμούς, τὶς μεγάλες καθιζήσεις, τὸ τρομερὸ γι᾿ αὐτὸν ρώτημα θὰ ξαναγυρίσει πάλι, ὄχι, ὅμως, σὰν κραυγή, ἀλλὰ σὰν ἐναγώνια οἰμωγή:

«γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε
καὶ παλαίψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα
βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,
θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;».

Τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς τὴ μοίρα του σὰν ἐξόριστος τοῦ παρελθόντος μέσ᾿ στὸν σημερινὸ κόσμο, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνυπόφορη ἐξορία. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἡ ζωή του ὡς διπλωμάτη καὶ προπάντων τὰ γεγονότα πού ῾ζησε στὸν πόλεμο καὶ τὴν κατοχὴ τῆς χώρας του, τὸν ἐκράτησαν πιὸ πολὺν καιρὸ στὰ ξένα παρὰ στὴν πατρίδα του, στὰ ξένα ἀπ᾿ ὅπου ἡ πατρίδα του τοῦ φαινόταν πάντα πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ γοητευτική, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔνιωσε τὸν πόνο του φοβερά. Ξέρουμε τώρα ἀρκετὰ τὴν εὐαισθησία, τὴ σκέψη καὶ τὴν τέχνη τοῦ Σεφέρη γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὴ βαθύτερη σημασία τῆς ἐξορίας του καὶ τοῦ γυρισμοῦ του. Πρόκειται, πράγματι, γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ποὺ τὸν ἔχει αἰσθανθεῖ καὶ τὸν ἔχει βιώσει στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του. Ἀνάμνηση καὶ νοσταλγία ἑνὸς παρελθόντος ἀσύγκριτου μεγαλείου. Καὶ πόνος γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα. Ὁ διάλογος τοῦ ποιήματος εἶναι ἐπινόηση ποὺ πλάθει μὲ τὴ φαντασία του ὁ ποιητής, γιὰ νὰ θέσει ἀντιμέτωπους τοὺς δυὸ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους εἶναι διχασμένος ὁ Σεφέρης.

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου

«Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου».

«Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μου ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι᾿ οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι᾿ ὅμως σὰν εἴμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι᾿ ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ - σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι᾿ οἱ πλαγιές σου».

«Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχονται ὡς τοὺς ὤμους
κι᾿ ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι᾿ αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι᾿ οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν».

«Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεται στὸ χῶμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους».

«Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι᾿ ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πῶς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα».

Τί στάση νὰ υἱοθετήσει κανεὶς γιὰ νὰ νικήσει αὐτὴ τὴν ἀγωνία; Τὴν ἀνταρσία; Τὸν ἀγώνα; Αὐτὸ ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἕνας Σικελιανός. Ἕνας Παλαμᾶς. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στάση τοῦ Σεφέρη, ποὺ καταφεύγει στὴν ὑποχώρηση, τὴν καρδιά, μάλιστα, τῆς ὑποχώρησης, στὴν ἐγκαρτέρηση. Οὔτε ἡ μιά, ὅμως, οὔτε ἡ ἄλλη εἶναι συνώνυμες τῆς φυγῆς. Ἴσα - ἴσα, ξεπερνώντας, ὑπερβαίνοντας τὴν ἀδυσώπητη δύναμη τῆς μοίρας, ὁ ποιητὴς φτάνει στὴ λευτεριά.

Στὸ ποίημα ποὺ ἔχει τίτλο: «Ἡ Στέρνα», βλέπουμε -ἀπὸ τὸ 1932, ὅταν ὁ Σεφέρης εἴτανε 32 χρονῶν- τὴ σιγανὴ καὶ ἤρεμη κάθοδο τοῦ ποιητῆ στὴ μοναξιά, τὴ σιωπή, στὶς μυστικὲς περιοχὲς τῆς συνείδησης.

«Ἐδῶ, στὸ χῶμα ρίζωσε μία στέρνα
μονιὰ κρυφοῦ νεροῦ ποὺ θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ἠχηρά. Τ᾿ ἀστέρια
δὲ σμίγουν τὴν καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ἀνοιγοκλεῖ, δὲν τὴν ἀγγίζει».

Ἀνοίγει ὁ πάνω κόσμος σὰ ριπίδι καὶ παίζει μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου. Πρόσωπα λάμπουν γιὰ μία στιγμὴ καὶ σβήνουν μέσα σ᾿ ἕνα ἐβένινο σκοτάδι. Ὁ κόσμος πάνω της πληθαίνει, πάει, δὲν τὴν ἀγγίζει. Οἱ ὦρες περνοῦν, οἱ ἥλιοι καὶ τὰ φεγγάρια,

«μὰ τὸ νερὸ ἔχει δέσει σὰν καθρέφτης»
(...)
«Μόνη, καὶ στὴν καρδιά της τόσο πλῆθος
μόνη, καὶ στὴν καρδιά της τόσος μόχθος
καὶ τόσος πόνος, στάλα - στάλα μόνος» (...)
«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οἱ θεοί μας!...»
«Τὰ μάρμαρα τὸ ξέρουν, ποὺ κοιτάζουν»
(...)
«ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμια
καθὼς περνοῦν τὰ πλήθη τοῦ θανάτου».

Ξαφνιασμένος ἀπὸ τὴν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν κόσμο, ὁ ποιητὴς λέει, στὸ τέλος:

«Μὰ ἡ νύχτα δὲν πιστεύει στὴ αὐγὴ
κι᾿ ἡ ἀγάπη ζεῖ τὸ θάνατο νὰ ὑφαίνει
ἔτσι, σὰν τὴν ἐλεύθερη ψυχή,
μιὰ στέρνα ποὺ διδάσκει τὴ σιγὴ
μέσα στὴν πολιτεία τὴ φλογισμένη».

Ἕνα τελευταῖο ἀπόσπασμα θὰ ἐξηγήσει τὴν ἐγκαρτέρηση -τὴ γαλήνια ἀποδοχή- τοῦ Σεφέρη. Τὸ παίρνω ἀπὸ τὸ ποίημα «Κίχλη» πού᾿χει τέσσερα μέρη. Εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς μικροκάραβου συγκοινωνίας ποὺ πλέει, στὸν πόλεμο, κοντὰ στὸ νήσι Πόρος, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Πελοποννήσου, ἀνάμεσα Αἴγινας καὶ Ὕδρας.

«τό ῾λεγαν «Κίχλη»· ἕνα μικρὸ ναυάγιο· τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη».

Πραγματικά, τὸ ναυάγιο εἶναι αἰώνιο.
Φωνὲς ἀνεβαίνουν ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο, ποὺ ὁ Σεφέρης, σὰν τὸν Ὀδυσσέα, τὶς ἀκούει, μὰ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, ἐκτὸς ἀπὸ μία: «Κι᾿ ἄλλες φωνὲς σιγὰ - σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολουθῆσαν· ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό·
θά ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα·
εἴτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.
Κι᾿ ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
Πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
Ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:
«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ·
τὸ δίκιο σας θά᾿ ναι τὸ δικό μου· ποὺ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.
Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ·
Ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ Θεὸς τὸ ξέρει».

Ὕστατο μάθημα τοῦ Σωκράτη, ποὺ δέχεται τὴ μεγάλη ἐξορία, τὴν ἀδικία, τὴ μοίρα του.

Συμπέρασμα. Γιὰ νὰ κυριαρχήσεις τὸν Ἑλληνισμὸ πρέπει νὰ τὸν ἀξίζεις

Πρέπει, ὡστόσο, νὰ καταλήξουμε σ᾿ ἕνα συμπέρασμα. Ἡ τραγωδία δὲν τελειώνει παρὰ μὲ τὸ θάνατο. «Καὶ πόσα χρόνια χάσαμε, λέει ὁ ποιητής, γιὰ νὰ πεθάνουμε». Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει κάθαρσις. Σ᾿ αὐτήν, ὅμως, τὴν ἀκίνητη καὶ γαλήνια φωνὴ τοῦ Σωκράτη, ποὺ τὴν κάνει ὁ ποιητὴς νὰ ξανανεβαίνει ἀπὸ τὴν ἄβυσσο καὶ τὸ πρῶτο ναυάγιο τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ὑπάρχει πιὰ οὔτε ἀμηχανία, οὔτε ἀγωνία. Ὓστερ᾿ ἀπὸ τόσες φωνές, «φωνὲς ποὺ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν πέτρα, φωνὲς ποὺ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὸν ὕπνο», ὅπως στὶς Μυκῆνες· φωνὲς τοῦ μυστικοῦ νεροῦ, ὅπου τόση θλίψη μαζεύτηκε γουλιὰ - γουλιά, φωνὲς τῆς στέρνας πού, ὅμοια μὲ μίαν ἐλεύθερη ψυχή, διδάσκει τὴ σιωπή: φωνὲς ποὺ ἀπὸ παντοῦ, ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀνεβαίνουν καί, ξαφνικά, παγώνουν, ἀκίνητες, ἀπολιθωμένες, ὅπως οἱ χειρονομίες καὶ ἡ κίνηση ἑνὸς ἀπότομα σταματημένου φίλμ, ὅπως μέσα στὸ ὅραμα ποὺ εἶχε ὁ Σεφέρης δεῖ μὲ τόσο θαυμαστὸ τρόπο στὴν ἐργατικὴ κοιλάδα, στὴν Ἐγκώμη, στὴν Κύπρο· ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσες φωνές, τρομερές, ἢ ὀδυνηρές, ἢ μυστικές, νά! Ἡ τέλεια γαλήνη τοῦ Σωκράτη...

Τὸ μάθημα τελείωσε. Ὁ ἄνθρωπος ξέρει ὅτι ἡ μοίρα τὸν συντρίβει καὶ ὅτι ὁ ἀγώνας ποὺ δέχτηκε νὰ ἀναλάβει εἶναι προκαταβολικὰ χαμένος. Δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τοὺς δυὸ σκοτεινοὺς Σκοπέλους, ἀπ᾿ ὅπου πρέπει νὰ περάσει ἡ ὀδυσσειακὴ σχεδία του. Ἡ μοίρα, ἀρματωμένο μὲ δρέπανα ἅρμα ποὺ θερίζει, δὲν ξέρει πόσα δημιουργήματα ἑλληνικοῦ μεγαλείου καὶ ὀμορφιᾶς κατέστρεψε καὶ καταστρέφει ἀδιάκοπα. Τουλάχιστον, μὲ τὴ σκέψη του, μὲ τὴ συνείδησή του, ποὺ ξαγρυπνᾶ μέσ᾿ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, προσπαθεῖ νὰ κυριαρχήσει πάνω στὴ δραματικὴ μοίρα τοῦ ἑλληνισμοῦ, καί, κύριος της ἀγωνίας του, γίνεται ὁ μεγάλος ποιητής, ὁ ἄξιος ποιητὴς τῆς ἀνθρώπινης μοίρας τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας.

Μετάφραση: Ξεν. Ι. Καράκαλος

Οκτάβ-Πιερ Μερλιέ-Οκτάβιος Μερλιέ ( 25  Οκτωβρίου 1897, Ρουμπαί 1897, 22 Ιουλίου 1976, Αθήνα ). 

Γάλλος φιλόλογος, γλωσσολόγος, φιλέλληνας ελληνιστή και διανοούμενος, που διετέλεσε διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Πέθανε 5 χρόνια μετά τον θάνατο του Γεωργίου Σεφέρη. 

............................................................. 

Γιώργος Σεφέρης – Η κηδεία του που έγινε διαδήλωση κατά της Χούντας

tanea.gr > Ιστορικό Αρχείο 

«ΤΑ ΝΕΑ», 21.9.1971, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γιώργος Σεφέρης – Η κηδεία του που έγινε διαδήλωση κατά της Χούντας

Χιλιάδες κόσμου, στην πλειοψηφία τους νέοι, μετέτρεψαν την κηδεία του σπουδαίου ποιητή σε μία πολυπληθή αντιδικτατορική διαδήλωση

Γιώργος Σεφέρης – Η κηδεία του που έγινε διαδήλωση κατά της Χούντας 

Διαμαντής Γιάννης 

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του ο νομπελίστα έλληνα ποιητή, Γιώργου Σεφέρη, που έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971.


«Όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία καθώς και οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδωσαν εκτενή τηλεγραφήματα από την Αθήνα για το θάνατο του τιμημένου με Βραβείο Νόμπελ (1963) Έλληνος ποιητού με μακρά στοιχεία για τη ζωή, το έργο και την πνευματική προσφορά του».

Τον Απρίλιο του 1970, η διεθνής κατακραυγή είχε αναγκάσει τη Δικτατορία να απελευθερώσει τον κρατούμενο Μίκη Θεοδωράκη και έκτοτε ο συνθέτης βρίσκεται αυτοεξόριστος στο Παρίσι.


Στις 22 Σεπτεμβρίου 1971. «ΤΑ ΝΕΑ» δημοσιεύουν το τηλεγράφημα του Μίκη προς τη Χούντα με το οποίο ζητά να παρευρεθεί στην κηδεία του Γιώργου Σεφέρη.


«Ο ραδιοσταθμός του Λονδίνου μετέδωσε χθες το βράδυ ότι ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης όταν ανηγγέλθη ο θάνατος του Γ. Σεφέρη απέστειλε τηλεγράφημα προς τον πρεσβευτή της Ελλάδος στο Παρίσι. 

Το τηλεγράφημα έχει ως εξής:

«Στενός συνεργάτης του Γιώργου Σεφέρη, ζητώ να μου παρασχεθή άδεια διαρκείας 24 ωρών, όπως δυνηθώ να παραστώ στην κηδεία του. Μίκης Θεοδωράκης»

Τελικά δεν στάθηκε δυνατό να είναι παρόν ο Θεοδωράκης στην κηδεία του. 

Παρόντα όμως ήταν τα τραγούδια του, με τα οποία πλήθος συγκεντρωμένων μετέτρεψε την τελετή σε αντιδικτατορική διαδήλωση.

Γράφουν «ΤΑ ΝΕΑ», της 23ης Σεπτεμβρίου 1971:

«Το Γιώργο Σεφέρη συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία προσωπικότητες του πολιτικού, επιστημονικού, πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου, αλλά και απλοί άνθρωποι του λαού με τη φορμά της δουλειάς.

»Αλλά η μεγάλη, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που κατευόδωσαν τον Ποιητή στο μεγάλο του ταξίδι ήταν νέοι, κυρίως φοιτηταί του Πανεπιστημίου, σπουδασταί άλλων Ανωτάτων Σχολών, αλλά και εργαζόμενοι νέοι.

»Οι νέοι έσπευσαν να σηκώσουν το νεκρό στα χέρια του, στο Νεκροταφείο, οι νέοι έφεραν τα πολυάριθμα στεφάνια, οι νέοι άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο, το μελοποιημένο από το Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του Σεφέρη «Άρνηση» και το κρητικό δημοτικό τραγούδι «Πότε θα κάνη ξαστεριά».

»Οι νέοι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα. 

Οι νέοι ήταν εκείνοι που κατέκλυσαν από πολύ νωρίς το Ναό.

 Ήδη στις 3 μ.μ., ο Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην Πλάκα, ήταν ασφυκτικά γεμάτος, καθώς και όλοι οι γύρω δρόμοι και τα πλήθη εξακολουθούσαν να προσέρχονται ολοένα πυκνότερα.

(…)

Κατά το Ασσοσιέιτεντ Πρες, περί τα 3000 άτομα έξω από το ναό που κηδεύθηκε ο Σεφέρης, κραύγαζαν “Δημοκρατία – Ελευθερία” και τραγουδούσαν γνωστό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη.

»Κατά το αυτό πρακτορείο, η κηδεία του ποιητή Σεφέρη ήταν η πρώτη ευκαιρία για τους Έλληνες να εκφράσουν τα αισθήματά του, από την εποχή της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, την οποίαν είχον παρακολουθήσει 250.000 άτομα, κραυγάζοντας συνθήματα εναντίον του καθεστώτος».

Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ανάμεσα στους «διανοούμενους του Παρισιού» που απέστειλαν τηλεγράφημα στα «ΝΕΑ» για τον χαμό του Γιώργου Σεφέρη και δημοσιεύθηκε από την εφημερίδα στις 23 Σεπτεμβρίου 1971.

Οι Έλληνες διανοούμενοι που βρίσκονται μακριά από την πατρίδα συμμετέχουν στο μέγα πένθος για τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη και τιμούν τον ποιητή και τον άνδρα, το έργο του και τους αγώνες τους».

Το στεφάνι που έστειλε ο Μίκης Θεοδωράκης στη μνήμη του Σεφέρη έγραφε:

«Στον μεγάλο μας ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ που δόξασε την Ελλάδα. Μίκης Θεοδωράκης»

«ΤΑ ΝΕΑ», 23.9.1971, Ιστορικό Αρχείο

 «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»



Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

"Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..." Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν. Γιώργος Σεφέρης (Τελευταίος Σταθμός )



σαν σήμερα 13 Μαρτίου το 1900 είχε, γεννηθεί ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας,
Γεώργιος Σεφέρης,
ο Γεώργιος Σεφεριάδης δηλ.όπως τον βάφτισαν εκεί
στην Σμύρνη στα πολυαγαπημένα του Βουρλά ,
που όμως αναγκάσθηκε μαζί με χιλιάδες άλλους 

΄Ελληνες να τα εγκαταλείψει και ,
να΄ρθει στην μητέρα Ελλάδα στην ηλικία των 14 ετών .
βιογραφία εδώ :
ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Πρόκειται για το τελευταίο ποίημα της συλλογής γραμμένο, σύμφωνα με την ένδειξη του ποιητή, στο λιμάνι Cava dei Tirreni, κοντά στο Σαλέρνο της Ιταλίας, στις 5 Οκτωβρίου 1944. Εκεί έχουν φτάσει από την Αίγυπτο οι ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες και είναι έτοιμες να επιστρέψουν στην Ελλάδα, από την οποία αποχωρούν οι Γερμανοί (από την Αθήνα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944). Το δράμα φαίνεται να τελειώνει, αλλά σε λίγο θ’ αρχίσουν νέες συμφορές: ο εμφύλιος.read more :

ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.

Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~

νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-

ράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.


Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος

ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη

τη Συρία

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~

χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~

σαν έρθει ο Θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~

σαν έρθει ο Θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.


Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.

Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας

λεύγες και λεύγες~

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~

στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~

"Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44
Βαθειὰ λυρικός, στοχαστικὸς καὶ αἰσθαντικὸς μὲ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ τὸν ἀπασχόλησαν στὴ ζωή του, μὲ τὸ μεγάλο του ταλέντο στὴ γραφὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς βαθειὲς γνώσεις του τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας κατάφερε νὰ συνδέσει σαφῶς τὰ πάντα μὲ ἕνα λόγο - ποὺ μνημειώδης καθὼς ἔρρεε στὸ χαρτὶ - τὸν ἔκανε νὰ κερδίσει τὴ διεθνῆ ἀναγνώριση καὶ νὰ καταστεῖ εἷς ἐκ τῶν κορυφαίων ποιητῶν τῆς ἐποχῆς του.
«Φιλοκτήτης»
Τραυματισμένο κορμί, τραυματισμένος ο τόπος,
τραυματισμένος ο καιρός—Νοέμβρης 1949
( Πόσο επίκαιρος!)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ /[ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄]
/[Από τις «Μέρες του 1945 – 1951»] /
«Φιλοκτήτης» https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82_(%CE%A3%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE)



Ἡ δήλωση τοῦ Σεφέρη κατὰ τῆς δικτατορίας
Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δικτατορίας εἶχε ἐπιλέξει τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄρνηση νὰ δημοσιεύσει δουλειά του στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1969, δυὸ χρόνια πρὶν τὸ θάνατό του, ἀποφασίζει νὰ μιλήσει γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια καὶ νὰ καταγγείλει τὴ Δικτατορία.
 Ἡ δήλωσή του στὸ BBC ἔκανε τεράστια αἴσθηση στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἔδωσε δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸ ἀντιδικτατορικὸ κίνημα.

Στον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC στο Λονδίνο, 
όπου παρουσίαζε σειρά εκπομπών, 
όταν υπηρετούσε την Πρεσβεία της Ελλάδος στο Λονδίνο. [πηγή: ΠΟΘΕΓ]
  • Στον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC στο Λονδίνο, όπου παρουσίαζε σειρά εκπομπών, όταν υπηρετούσε την Πρεσβεία της Ελλάδος στο Λονδίνο. [πηγή: ΠΟΘΕΓ]

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου - δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία - ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

Μένει νὰ ξαναβροῦμε τὴ ζωή μας, τώρα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ τίποτα.
Φαντάζομαι, ἐκεῖνος ποὺ θὰ ξαναβρεῖ τὴ ζωή, ἔξω ἀπὸ τόσα χαρτιά,
τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες καὶ τόσες πολλὲς διδασκαλίες
θὰ εἶναι κάποιος σὰν ἐμᾶς, μόνο λιγάκι πιὸ σκληρὸς στὴ μνήμη...
Γιῶργος Σεφέρης. Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Τετράδιο γυμνασμάτων», ἐκδ. Ἴκαρος, 1993

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή, μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ Σμύρνη 29 Φεβρουαρίου 1900-20 Σεπτεμβρίου 1971 .

42 ΧΡΟΝΙΑ από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη
O Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. O πατέρας του, Στυλιανός, ήταν νομικός και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις έργων του Λόρδου Bύρωνα. Η δε μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευαισθησία και την καλλιέργειά της.

Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α” Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ” ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου.

Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ” έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Tο συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Kάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».

Το 1923 γνωρίζει μια Γαλλίδα πιανίστα, τη Ζακλίν, μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η Ζακλίν θα απασχολήσει το νου του ποιητή για περισσότερο από μία δεκαετία και το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής ποίησης του Σεφέρη απευθύνεται σε αυτήν. «Eίναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν…» είπε ο ίδιος για τη Ζακλίν. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα, διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και σύντομα χάνει τη μητέρα του. Ο ποιητής βυθίζεται στη μελαγχολία και τη μοναξιά: «Aνάγκη να μιλήσω. Kανείς. Ίσως εγώ να φταίω.

Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Aδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Σύντομα όμως, γράφει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του. Tον Iούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Bαλερί «Mια βραδυά με τον Kο Tεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Τον Mάιο του 1931 εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα – μεταξύ των οποίων και το εμπνευσμένο από την Zακλίν «Eρωτικός λόγος».

Την ίδια χρονιά διορίζεται στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, ως υποπρόξενος. Μέσα στην αγγλική ομίχλη, με τη «στυφή γεύση του θανάτου», ο Σεφέρης οραματίζεται μια Ελλάδα ολοκάθαρη και απογυμνωμένη, ένα όραμα που θα διαποτίσει τα τοπία του «Μυθιστορήματος» του 1935. Ακολουθούν τα «Γυμνοπαιδία» το 1936, το 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής, το «Tετράδιο γυμνασμάτων» το 1940, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος A΄» το 1940 λογοκριμένα όμως από τη Δικτατορία Μεταξά, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος B΄» το 1944 και «Kίχλη» όπου μιλάει για το σπαραγμό στη χώρα, το 1947.

Την ίδια χρονιά βραβεύεται με το «Έπαθλο Παλαμά». Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ. Σε όλη του τη διπλωματική καριέρα θα ταξιδεύει και θα αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Kορυτσά, Aλεξάνδρεια, Nότια Aφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μέχρι το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έχει απλωθεί σε όλη την υφήλιο.

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 του απονέμεται από τη Σουηδική Aκαδημία το Bραβείο Nόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που λαμβάνει αυτή την τιμητική διάκριση. Το περιοδικό Figaro Litteraire γράφει ήδη για το ταλέντο του Σεφέρη από το 1956 και τον χαρακτηρίζει άξιο για βραβείο Νόμπελ. Κατά την παραλαβή του Νόμπελ, ο Σεφέρης λέει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου.Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται… Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη… Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή λιγόστευε; Πρέπει ν” αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται». Το 1964 γίνεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και το Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Το 1966 εκδίδει το «Τρία Κρυφά Ποιήματα», ένα έργο γεμάτο βαθιά νοήματα και άψογο στη μορφή. Είχε επίσης τιμηθεί με το βραβείο «Κωστή Παλαμά», με το αγγλικό βραβείο ποίησης «Φόυλ» και κατείχε την θέση του επίτιμου διδάκτορα στο πανεπιστήμιο Cambridge. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η «διακήρυξή» του εναντίον της δικτατορίας Αντιμετωπίζει ήδη κάποια προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν.

Το 1967 επιβάλλεται η δικτατορία των συνταγματαρχών στη χώρα. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.

Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, μετά από εγχείρηση στο δωδεκαδάκτυλο. H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να σταθεί έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού, που είχε συγκεντρωθεί κατά χιλιάδες για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία. Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε για το Γ. Σεφέρη: «Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν” ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός…
Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι», ενώ ο Γ. Ρίτσος με τη σειρά του είπε: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του.

Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιάν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ” ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ” αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».

Πηγές: Το Βήμα, Τα Νέα, Ελευθεροτυπία, Wikipedia.org

ΠΗΓΗ:

Το ποίημα αυτό είναι και το δικό μου αφιέρωμα
στον άδικο χαμό του παλληκαριού Παύλου Φύσσα που
ως φαίνεται λειτούργησε ως σύμβολο ανοίγματος της ψυχικής μας
" στέρνας " ,
που ήρθε ο καιρός να ξεβουρκιάσει ...

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ - Η Στέρνα. Αθήνα, τυπ.Εστίας, 1932.Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.
Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη

να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!
Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.
Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια

πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -

"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν, καθώς δεν υπήρχαν πηγές. Έτσι, επινόησαν να κατασκευάσουν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις “στέρνες” ...
...Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.
... Aρκεί όμως κάποτε και μάλιστα έγκαιρα να χρησιμοποιηθεί αυτό το νερό προτού να βουρκιάσει ...
για να πλυθούμε και να ξεδιψάσουμε ...

Το ποίημα αυτό είναι και το δικό μου αφιέρωμα
στον άδικο χαμό του παλληκαριού Παύλου Φύσσα που
ως φαίνεται λειτούργησε ως σύμβολο ανοίγματος της " στέρνας " ,
που ήρθε ο καιρός να ξεβουρκιάσει ...mariarosa

O δολοφονημένος Παύλος Φύσσας σε εκπομπή της Ζούγκλας

«Ο Σεφέρης για τη χούντα», και τα γκάλοπ της “νοσταλγίας’…

terra21042013










O Σεφέρης για τη χούντα
Α. Ψ.
«Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό» είχε δηλώσει μεταξύ άλλων στο BBC το 1969 ο νομπελίστας ποιητής
«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δεν σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Ετσι, από τα χρόνια εκείνα, ώς τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. Εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου -δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία- έδειχναν μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα: Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν εύκολο να καταλάβω πώς τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πολύ για ορισμένους ανθρώπους.
Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο γι” αυτόν τον κίνδυνο. Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει, είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ τον Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».
Γιώργος Σεφέρης, 28 Μαρτίου 1969, δήλωση στο BBC.
Και πράγματι ο νομπελίστας ποιητής δεν ξαναμίλησε, και πέθανε, και η κηδεία του έγινε μεγάλη αντιστασιακή μαζική εκδήλωση.
Και πολλοί ξέχασαν, κι ανάμεσα σ” αυτούς όσοι τολμούν σήμερα να ρωτάνε «Πότε ήταν καλύτερα» κι όσοι απαντούν «τότε» κι όσοι αυτό το κάνουν «είδηση».
Πράγματι ο Σεφέρης δεν ξαναμίλησε κι αντί γι” αυτόν μιλάνε τώρα τα γκάλοπ!
Α.Ψ.
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών, 22/4/2013

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός
«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα. Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγὲς μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε. Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας. Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας. Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας. Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν».

(Α. Ἡ Πέτρα)

Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ελληνισμός ΟΚΤΑΒ ΜΕΡΛΙΕ

Με επευφημίες και τραγούδια συνοδεύει στον τάφο η Ελλάδα τις μεγάλδες φωνές που σωπαίνουν για πάντα. Τι ωραία φιλοφροσύνη για τον πανηγυρισμό, ύστερ’ από την επικήδεια τελετή. Της εισόδου του Λόγου στο βασίλειο της δόξας!

Όταν, το 1952, πέθανε ο μεγάλος Βεάκης, η σορός του πέρασε, μόλις τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, μέσα από ‘να πλήθος [που χειροκροτούσε για τελευταία φορά, όπως στό τέλος μιας από τις συγκλονιστικές παραστάσεις του, τον τραγικό ηθοποιό που δεν θα τον ξανάκουγε πια.

Όταν το 1943, στην κατοχή, πέθανε ο βάρδος του ελλην ισμού Κωστής Παλαμάς, ό λαός της Αθήνας, με επικεφαλής τον Άγγελο Σικελιανό, τον συνόδεψε ως τον τάφο του κι άφησε να αντιλαλήσει πάνω από το λείψανό του, τη στιγμή της ταφής του, ο εθνικός ύμνος· και τραγουδήθηκε τόσο δυνατά απ’ αυτό το ποτάμι των φωνών, που ακούστηκε ως τους πρόποδες της Ακρόπολης.

Στο Γιώργο Σεφέρη επιφυλάχτηκε μια άλλη τιμή. Οι πολυάριθμοι νέοι πού ’ρθαν φέρνοντάς του ο καθένας ένα λουλούδι, τραγούδησαν γύρω από το φέρετρό του, την ώρα που το οδηγούσαν στο κοιμητήριο, ένα από τα μελοποιημένα ποιήματά του.

Να μιλήσω για μιαν άλλη ανώνυμη τιμή; Έχω χαρισμένο από τον Γιώργο Κατσίμπαλη, ένα στιλέτο, που, πάνω στη λάμα του, αυτός που τό ‘φτιαξε, έχει χαράξει τούτους τους δύο στίχους:

«Κοπέλλα μαυρομαντηλού, μην παίζεις με τα ψάρια,
μπορεί μαχαίρια να γινούν και σφάζουν παληκάρια.»


Υπογραφή: «Σεφέρης».


Οι Μεγάλοι Έλληνες ποιητές δεν έχουν ηλικία.

Ναι. Οι μεγάλοι ποιητές της σημερινής Ελλάδας είναι σαν τις λέξεις – θεμέλια
της γλώσσας τους: η γέννησή τους φτάνει ως τις αρχές του ελληνισμού.

Ενώ ο Καβάφης (1863-1933) ειν’ ένας Αλεξανδρινός της ελληνιστικής εποχής, ο Σικελιανός (1884-1951), ο Παλαμάς (1859-1943), ο Σολωμός (1798-1857) είναι όλων των εποχών. Ακόμη και ο Παπαδιαμάντης (1851-1911) μοιάζει μ΄έναν δευτέρας τάξεως εθνικό θεό χαμένον ανάμεσά μας. Έχοντας με τρόπο αξιοθαύμαστο επιζήσει της καταστροφής του ναού του, που, χωρίς άλλο, μεταμορφώθηκε σε παρεκκλήσι αγίου, σε χρόνια πολύ μακρυνά, κατόρθωσε να μείνει ζωντανός ως τις ημέρες μας, αφού προηγουμένως κρύφτηκε ανάμεσα στους αναχωρητές και τους Πατέρες της Εκκλησίας· κι ύστερα ανακατεύθηκε –αγνώριστος και φίλος- με τους παλιούς μοναχούς, τους σοφούς και φρόνιμους του αιώνα του.

Ο Γιώργος Σεφέρης έχει γεννηθεί, όπως αναφέρουν τα Ληξιαρχικά Βιβλία, το 1900, στην αρχή, δηλαδή, του αιώνα. Για μένα η γέννησή του φτάνει ως τη δεύτερη χιλιετηρίδα προ Χριστού. Είναι σύγχρονος του Ελπήνορα, των συντρόφων του Οδυσσέα –που φάγανε τ’ αργοκίνητα κοπάδια του Ήλιου- , σύγχρονος του Ορέστη, που σκόνταψε στις πέτρες των Μυκηνών· σύγχρονος της Ελένης, που ξέρει καλά πως δεν έφτασε ποτέ στην Τροία: «Στις Μυκήνες, λέει, σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της...» Είναι σύγχρονος του Οιδίποδα, της Αντιγόνης, του Σωκράτη...

«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρύσετε τον ήλιο».
«Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρύσετε τον άνθρωπο».

Παράξενη μοίρα να είσαι, να έχεις γεννηθεί έλληνας και να εξακολουθείς να είσαι άνθρωπος που εδώ και 80 γενεές οικοδόμησε τον Παρθενώνα. Το μεγαλείο του ποιητή συνίσταται στο ότι δοκιμάζει αν αξίζει τη μοίρα του. Η αγωνία του συνίσταται στο ότι αμφιβάλλει, πάντα, αν είναι άξιος αυτής της μοίρας. Συνίσταται στο ότι αναρωτιέται, αν ο τόπος και οι άνθρωποι είναι ίδιοι, αν κάτω από τη φθορά των αιώνων λησμόνησαν οι άνθρωποι κι έχασαν τη συνείδησή τους.

Θα ιδούμε ότι, γι’ αυτόν, το ν’ αμφιβάλλει και να αισθάνεται την πληγή του, σημαίνει να βεβαιώνει, ήδη, την ύπαρξή του. Πρέπει, λοιπόν, να δεχτεί να ξαναντυθεί τον εξουθενωτικό χιτώνα του Νέσσου –την παράδοση- · πρέπει να δεχτεί να κρατήσει στ’ αδύνατα χέρια του τη μαρμάρινη κεφαλή, που το βάρος της θα του τσακίσει τους ώμους. Θα περπατήσει ανάμεσα στις παλιές ακρωτηριασμένες πέτρες απ’ τις οποίες είναι γεμάτη η ελληνική γη, αναζητώντας το χαμένο τόπο όπου γεννήθηκε εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εξαντλημένος, θα ψάξει να βρει καταφύγιο μέσα στις στέρνες της σιωπής, για ν’ ακούσει, μέσα εκεί, τη φωνή της ψυχής, ενώ, πάνω στις πλάκες που τις σκεπάζουν, θα τρέχουν τα πολυθόρυβα βήματα των αγκαλιασμένων από τον ήλιο και τη μάταιη ταραχή πόλεων.

Τέτοια είναι, τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος, η ελληνική ζωή του Γιώργου Σεφέρη, που θα ήθελα, τώρα, να ανακαλέσω στη μνήμη μας.


Η Γλώσσα, Εργαλείο της Θείας Χάρης

Το δράμα αρχίζει με το Λόγο, με τη Γλώσσα. Γιατί, αν την δούμε μέσα στο χρόνο, η γλώσσα είναι τόσο όμοια και τόσο ανόμοια, όσο και τα νερά ενός ποταμού, που μέσα τους δεν μπορεί κανείς να λουστεί δυο φορές. Και όπως τα νερά ενός ποταμού δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν στην κοίτη τους, έτσι δεν μπορεί, τουλάχιστον χωρίς κίνδυνο για το πνεύμα, να σταματήσει κανείς τη γλώσσα και να την ξαναγυρίσει στην αρχική της κοίτη, έστω και αν ακόμη μπορέσει να αναπλεύσει με τη σκέψη του το ρεύμα, το ήρεμο ή θορυβώδες, μιας πολυχιλιόχρονης γλώσσας.
Έτσι η παιδεία του σημερινού έλληνα ποιητή οφείλει να κατέχει τη χιλιόχρονη γλώσσα του, να την ακολουθεί στην κίνησή της και το πνεύμα της και να υποτάσσεται στις μορφές και τους κανόνες της σημερινής της χρήσης. Τα υποδειγματικά μεγάλα κείμενα βρίσκονται μπροστά στον ποιητή, γραμμένα από μεγαλοφυΐες ανώνυμες –τέτοια είναι τα δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας- , ή από μεγαλοφυΐες σχεδόν ανώνυμες τόσο είναι άγνωστες-, όπως ενός Μακρυγιάννη. Ο ποιητής έχει καθήκον, όπως έκανε ο Σολωμός, να μάθει να τα διαβάζει· εκεί θα βρει, τότε, όλη την αξιοθαύμαστη βοήθεια από την οποία μπορεί να έχει ανάγκη για να μάθει να γράφει.

«... κάθε λέξη τους, λέει ο Σεφέρης, σκεπάζει με ακρίβεια έναν ορισμένο συναισθηματικό χώρο, όπως τα ακίνητα φύλλα του δέντρου που έχουμε μπροστά μας αφού έσβησε ο ήλιος, σκεπάζουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι του ουρανού και τίποτε άλλο! Ξέρουμε ακόμη ότι η συνάρθρωση αυτών των λέξεων είναι η ατόφια ελληνική φωνή».

Όπως ο Σόλωμος –που αντέγραφε δημοτικά τραγούδια απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας –για να μάθει αυτή την πλούσια και τέλεια γλώσσα- την ατόφια ελληνική φωνή- έτσι και ο Σεφέρης χρωστάει, χωρίς άλλο, στην ακούραστη μελέτη της ελληνικής δημοτικής, την ακρίβεια, τη λιτότητα, την υποδειγματική απλότητα της γλώσσας του –τόσο στα πεζά του κείμενα όσο και στην ποίησή του.

Η ζωή του Σεφέρη στην εξορία –για να μιλήσουμε έτσι- της Κορυτσάς, στην Αλβανία, το 1937, ύστερα το 1942, στο Κάϊρο, όπου ακολούθησε το βασιλιά της Ελλάδας και την Κυβέρνησή του, ύστερα από την κατοχή της πατρίδας του, δεν εμπόδισε τη σκέψη του να συνεχίσει την πορεία της. Η εξορία, εκούσια ή αναγκαστική, είναι πάντα οδυνηρή, αλλά για ένα πρίγκηπα του πνεύματος, γίνεται σε λίγο ένας αξιοθαύμαστος πλούτος: Δέστε τον Βίκτορ Ουγκώ.

Πέντε χρόνια ύστερα από το άρθρο για την ελληνική γλώσσα, που πιο πάνω ανάφερα ένα πολύ σύντομο απόσπασμά του, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει ένα από τα σημαντικώτερα ποιήματά του. Σημειώνουμε την ηλικία του. Στην Κορυτσά είτανε 37 χρονών. Στο Κάϊρο 42. Με τα μάτια του, όμως, ανοιχτά στον κόσμο, με το σοβαρό και στραμένο προς τα μέσα βλέμμα του των 2000 χρόνων... δίνει, ως τίτλο, στη σκέψη του: «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά».

Ο ποταμός είναι ο Νείλος. Αφού τον ανακαλέσει στη μνήμη του, ο ποιητής μιλάει για την ανάγκη να γράψει μιαν απλή γλώσσα. Τι συνέβη; Μα, ας τον ακούσουμε:

«... το ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι’ έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα·
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι’ ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός».

Γιατί, αφού θυμήθηκε την εικόνα του Νείλου, ο ποιητής μιλάει για την απλή γλώσσα που θά ‘θελε να γράψει; Εμείς, όμως, είμαστε εκείνοι που θ’ ανακαλύψουμε, πίσω από την πραγματικότητα, το σύμβολο, την αναγωγή –τη μυστική εξήγηση- έλεγε, ήδη, ο Ντάντε. Το σχόλιο είναι απλό.

Ο ποταμός είναι η μακρυά γραμμή ιστορίας και αδιάκοπης ζωής· είναι, επίσης, η ελληνική γλώσσα, που βγαίνει από τα βάθη των ινδοευρωπαϊκών λιμνών, και είναι, από την αρχή των χρόνων, ο Λόγος, που είναι Θεός και γίνηκε δρόμος, Βασιλική Οδός, ύστερα ένας ευεργέτης με ανεξάντλητα δώρα, ύστερα ένας κριτής –και ένα δέλτα. Και είναι αυτός που ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Και που, ωστόσο, παραμένει πάντα το ίδιο σώμα, η ίδια κοίτη, το ίδιο σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός.

Αυτό το εξηγητικό σχόλιο που έκανα, ο ποιητής, φυσικά, το αντιπαρέρχεται· αυτός ακολουθεί την ιδέα του σαν το ποτάμι που κυλά τα νερά του. Ας τον ακούσουμε, όμως:

«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι’ είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».

«Ο γέρος άνθρωπος» της όχθης του Νείλου είτανε 42 χρονών. Είχε, όμως, μεσ’ τα μυστικά βάθη της ψυχής του, την προοπτική των χρόνων –των αναρίθμητων- που αποχτούν όπως λέει,

«... τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια –πέρα χωρίς το φόβο στην καρδιά τους».

Έχει τα χρόνια των ανθρώπων που καταλαβαίνουν, σαν τον Νείλο, προχωρώντας ανάμεσα

«... σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών».
.........................................................

«... εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει».

Και είναι το ίδιο μυστήριο. Ο Σεφέρης νιώθει αιχμάλωτος.

«... στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που είτανε σωστή κι’ έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς».

Η γλώσσα δεν είναι η σωτηρία, είναι, όμως, ήδη, το εργαλείο της θείας χάρης. Ο ποιητής μπορεί και θα μπορέσει, από τώρα κι ύστερα, ν’ ακούει «τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»


Η Πορεία μεσ’ από την Έρημο

Ας ακολουθήσουμε τον ποιητή στη θλίψη του. Ας δούμε, για λίγο, ποια είναι τα κάποια λόγια πού ‘χει να μας πει.

Ο δυτικός προσεγγίζει την αρχαιότητα μέσω της ιστορίας, της μελέτης των μνημείων, της ανάγνωσης των κειμένων. Ένας Έλληνας είναι δικαιωματικά κάτοχος, πριν απ’ αυτή τη μακρυά και αργή πορεία, επειδή ακριβώς έχει γεννηθεί Έλληνας, του δρόμου της ενόρασης, που αποτελεί τη μοίρα του, όμοιος, σ’ αυτό, με το στρατοκόπο που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα.

Ο ελληνιστής Σεφέρης παραμερίζει τα κείμενα που διαβάζει και σταματά για πολλήν ώρα σε μια λέξη, σε μια φράση, που θα γίνουν η αφετηρία μιας βαθειάς σκέψης, κι ίσως, ακόμη, ένας από τους σταθμούς της ποιητικής του συνείδησης. Πρέπει, λοιπόν, κι εμείς, με τη σειρά μας, να ιδούμε τους συγγραφείς και τα έργα που έχει διαβάσει. Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Πλάτων, ο Ηρόδοτος, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος είναι τα βιβλία πού ‘χει κάτω από το προσκεφάλι του. Στο Σεφέρη, όμως, η πολυμάθεια δεν προηγείται της ποιητικής δημιουργίας: ο Σεφέρης δεν εμπνέεται από αυτήν. Την έχει ξεχασμένη. Δεν βρίσκεται πια μεσ’ τη συνείδησή του, αλλά μεσ’ στο υποσεινήδητό του· ρέει μαζύ με το αίμα του στις φλέβες του.

Ο Ράϊνερ – Μαρία Ρίλκε γράφει κάπου στις Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε: «Για να γράψει κανείς έναν μονάχα στίχο (...), χρειάζεται νά ‘χει αναμνήσεις (...) Και δεν αρκεί μονάχα νά ‘χει αναμνήσεις. Πρέπει να ξέρει να τις ξεχνά όταν είναι πολλές και πρέπει νά ‘χει τη μεγάλη υπομονή να περιμένει να ξανάρθουν πάλι στο μυαλό του...».

Αληθινές αναμνήσεις είναι, ωστόσο, και τα διαβάσματα και οι συγγραφείς με τους οποίους έχει τραφεί κανείς. Ειναι ανάγκη να εξαφανισθεί από την καινούρια δημιουργία η πολυμάθεια, για να μπορέσει, αυτή η πολυμάθεια, να δώσει, αυθόρμητα σχεδόν, ένα πλούσιο σε πείρα και ανθρωπιά έργο.

Είναι, όμως, φρόνιμο, για τον κριτικό, πριν ακολουθήσει τον ποιητή στα διαβάσματά του, να σταματήσει στις επιγραφές, όπου αποκαλύπτεται η πηγή των βασικών του στοχασμών.

Ο φίλος μου Νεοκλής Κουτούζης, στον οποίο χρωστάμε μιαν αξιόλογη μελέτη με τίτλο «Ο Σεφέρης και η πιστότητα, ή από τον Πίνδαρο στο Σεφέρη», σημειώνει, με τη συνηθισμένη του λεπτολογία και οξυδέρκεια: «Δεν σταματούμε αρκετά στις επιγραφές, ή σε ορισμένα αποσπάσματα (...) ... Το γεγονός ότι ο Σεφέρης αναφέρει τον Πίνδαρο ή τον Ρεμπώ, αποτελεί μια ζωϊκή, μια πνευματική συγγένεια, που συγκροτείται (...) Η ζυγαριά μπαίνει σε κίνηση, ο ζυγός της πλάστιγγας δεν σταματά να ταλαντεύεται: ανάμεσα σε αυτόν που αναφέρει και σε αυτό που αναφέρεται δημιουργείται ένα ρεύμα ανταλλαγών απ’ το οποίο ο αναγνώστης, μπλεγμένος κι ο ίδιος στο αδιάκοπο στροβίλισμά του, συγκρατεί για τον εαυτό του κάτι από μια καινούρια ζωή».

Το κείμενο πού ‘χει στο νου του ο Ν. Κουτούζης είναι ο «Ερωτικός Λόγος» της πρώτης συλλογής που τοτλοφορείται «Στροφή»· και το απόσπασμα που βάζει σαν προμετωπίδα ο Σεφέρης είναι μερικοί στίχοι του Πίνδαρου που περιλαμβάνονται στον 3ο Πυθιονίκη:

«Έστι δε φύλον εν ανθρώποισιν ματαιότατον,
Όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
Μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν».

Συνδέοντας το πινδαρικό απόσπασμα του Σεφέρη μ’ ένα άλλο απόσπασμα του Πίνδαρου, περιλαμβανόμενο στον 3ο Πυθιονίκη κι αυτό, που αναφέρει ο Βαλερύ, ο Ν. Κουτούζης αποδίδει ακριβώς στα γαλλικά τη συμβολή του Πίνδαρου, μεταφράζοντας έτσι αυτούς τους δύο στίχους:

“ O mon âme, aspire avec moins d’ ardeur
“à l’ immortalité, et mets toute la force à épuiser
“ tout le possible”


Νά ‘μαστε, λοιπόν, προσανατολισμένοι προς την πραγματικότητα, προς τον κόσμο, τον απλό και ήσυχο κόσμο. Απλόν και ήσυχον; Αλλοίμονο, όχι. Κάθε άλλο παρά απλός και ήσυχος είναι ο κόσμος για έναν Έλληνα του ΧΧ αιώνα, που προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του, να προσδιορίσει τον εαυτό του στη σχέση του προς τους άλλους και προς τον υπόλοιπο πλανήτη, και να δώσει στον ελληνισμό του το νόημα. Πάρα πολλές είναι οι αναμνήσεις στο χώρο, πάρα πολλές είναι οι αναμνήσεις στο χρόνο. Τόποι άγονοι και περιορισμένοι, γεμάτοι πιο πολύ από νεκρούς παρά από ζωντανούς. Ο χρόνος είναι περιορισμένος στις διαστάσεις μιας στιγμής όμοιας με την ελληνική γη. Ο χρόνος είναι βαθύτερος από το στενό χώρο. Ο χρόνος είναι κυρίαρχος του χώρου. Κάτω από κάθε μνήμα βρίσκονται εκατό γενεές ανθρώπων. Καταλαβαίνει κανείς ό,τι για έναν Έλληνα η γη, ο γυμνός βράχος, έχει την αξία του απεριόριστου χρόνου. Καταλαβαίνει κανείς ό,τι για έναν Έλληνα, η γη της Κύπρου είναι, όχι ιερή, αλλά σάρκα της σάρκας του. Εκεί όπου ακούγεται σαν πρόσκληση η οχλοβοή της θάλασσας και του χώρου, ανεβαίνει και η σιωπή πέντε χιλιάδων χρόνων νεκρών. Αυτό είναι η πατρίδα, είναι η απεριόριστη διάρκεια.

Και ο ελληνισμός είναι η πατρίδα –παντού όπου, μέσα στο χώρο και μέσα στο χρόνο, έζησαν και πέθαναν Έλληνες· παντού όπου, μέσα στο χώρο και την τωρινή στιγμή, ζουν Έλληνες και νιώθουν τον εαυτό τους σαν ένα κρίκο από την τεράστια αλυσίδα. Ο ελληνισμός, όμως, δεν είναι μονάχα ένας κόσμος, μια χώρα, μια ιδέα αθάνατη. Είναι και ο παντοτινός άνθρωπος, η παντοτινή γη, η παντοτινή αθλιότητα.

Συγκρινόμενη με την πλατειά σκέψη, μ’ αυτή την άχρονη μνήμη που αναπολήσαμε, πόσες φορές η σημερινή Ελλάδα δεν φάνηκε στον ποιητή μηδαμινή, φτωχή, αδειανή, ανεξήγητη! Πόσες φορές, ζώντας την καθημερινή πραγματικότητα, δεν έκανε τον ποιητή, η σημερινή Ελλάδα, να υποφέρει με τις πάρα πολύ μεγάλες αναμνήσεις της, τα πάρα πολύ μεγάλα ονόματά της, τους πάρα πολύ μεγάλους ηρωϊσμούς της και τις άμετρα πιο μεγάλες διχόνοιές της! Ας αφήσουμε να μιλήσει ο Σεφέρης:

«... όλα τ’ αλλάζει.
Πού είν’ η αλήθεια;
Είμουν κι’ εγώ στον πόλεμο τοξότης·
Το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε».


Αυτοί οι στίχοι, που ανήκουν στο ποίημα «Ελένη» το εμπνευσμένο από τον μύθο του Ευριπίδη, γράφτηκαν στην Κύπρο και δημοσιεύτηκαν το 1955. Ο Σεφέρης κουβαλούσε, κι εκεί ακόμη, την πληγή του, για την οποία έγραφε είκοσι χρόνια, ήδη, πιο μπροστά:

«Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει».


Η Πάλη με τη Μοίρα. Η Ελλάδα.

Η μοίρα μου, λέει, είναι η μοίρα του ανθρώπου που ξαστόχησε στο σκοπό του. Μήπως, όμως, είτανε ίδια και η μοίρα της χώρας και του λαού στους οποίους δίνουμε το όνομα της Ελλάδας ; Αυτό φαίνεται πως λέει ο ποίητης σ’ ένα άτιτλο απόσπασμα της συλλογής «Μυθιστόρημα»:


«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι’ αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι’ οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για τη ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.
(Α. Η Πέτρα)


Η ωραία συλλογή ‘Μυθιστόρημα», (Μύθος και Ιστορία), απ’ όπου είναι παρμένο αυτό το ποίημα, έχει σαν επιγραφή τους εξής δύο στίχους του Ρεμπώ:

«Si j’ai du goût, ce n’ est guères
que pour la terre et les pierres”.


Ο Σεφέρης, υπάκουος στη συμβουλή του Πίνδαρου να βάζει όλη του τη δύναμη στο να εξαντλεί τον κόσμο του δυνατού, είναι ο ποιητής τούτης της γης και τούτων των μαύρων πετρών, που είχε τραγικά εξυμνήσει πριν απ’ αυτόν ο Σολωμός, όταν τραγουδούσε την Ελλάδα,

«καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι»,

κι έβαζε τον άπληστο για λευτεριά Σουλιώτη να λέει:

«Μια χούφτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο!».

Η πέτρα, στο Σεφέρη, είναι το ορυκτό με το οποίο είναι στρωμένη η ελληνική γη· είναι οι τεράστιοι, κυκλώπειοι, ασήκωτοι ογκόλιθοι· είναι τα ερειπωμένα, αγνώριστα υλικά των συνηθισμένων σπιτιών των εξαφανισμένων πόλεων, που κάποτε, ωστόσο, κατοικούνταν· είναι κεφάλια, σώματα, ακρωτηριασμένων τις πιο πολλές φορές αγαλμάτων, που ανακαλύπτονται παντού και πάντοτε, μεσ’ στο ελληνικό χώμα.

Η ελληνική, όμως, πέτρα, είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ όλ’ αυτά,είναι και σύμβολο της μοίρας των Θεών.

Η συλλογή «Μύθος και Ιστορία» τελειώνει με δυό μεγάλα ποιήματα εξίσου αξιοθαύμαστα τη «Σαντορίνη» και τις «Μυκήνες».

Οι πέτρες των Μυκηνών –στις Μυκήνες δεν βρίσκει κανείς παρά μονάχα πέτρες- κουβαλούν απάνω τους τόσα εγκλήματα και αίμα όσους και αιώνες.


ΜΥΚΗΝΕΣ

«Δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
Τη μυτερή κορυφή του βουνού
Είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Με το φως ενος αφανέρωτου φεγγαριού
Είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
Τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
Και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
Αρχή και τέλος
Η τελευταία στιγμή·
Τα χέρια μου.


Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.


Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι’ από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι –
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.


Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι’ αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.


Μήτε κι’ η σιωπή είναι πια δική σου
Εδώ που σταμάτησαν οι μυλόπετρες».


Οχτώβρης 1935
Β. Η ΧΡΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ


Τρία χρόνια αργότερα, ο Σεφέρης ξαναγυρίζει στην Αργολίδα. Εδώ και δυό χρόνια, ήδη, αναζητεί –ιδιοτροπία του ποιητή, θα πουν· όχι, είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό, είναι η αναζήτηση του προσκυνητή που τριγυρίζει στους άγιους τόπους, - αναζητεί το Βασιλέα της Ασίνης. Τον βρήκε: μια εντάφια χρυσή προσωπίδα που την πήρε και την κράτησε στα χέρια του:

«Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; Κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμένο χώμα·
κι’ ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω από την προσωπίδα...».


Ένας ποιητής, όμως, ξέρει να διαβάζει μια προσωπίδα. Ένας ποιητής ξέρει ίσως ν’ ακούει τη σιωπή της άδειας προσωπίδας. Νά! Τουλάχιστον ποιο υπήρξε το στοχαστικό όραμα του Σεφέρη:

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι’ η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι’ η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι’ ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη».

Ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι’ αναρωτιέται:

«... υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές
τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί
με την απεραντωσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα
μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κάτεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό».




Η Ελλάδα, Χώρα των Νικημένων Θεών και της Εξορίας

Ο ποιητής. Ένα κενό; Μα όχι. Η θλίψη του Σεφέρη, σ’ αυτό το σημείο, δεν είναι λιγότερο δραματική. Γιατί ξέρει καλά ότι ο ποιητής είναι το πνεύμα που ανασυνθέτει το κενό, όπως ο μουσικός που εκφράζει το νόημα της σιωπής και κάνει τη νύχτα να τραγουδά. Ξέρει, όμως, ακόμη, ότι το να ανασυνθέτεις την ψυχή του λαού που δημιούργησε την ομορφιά, την δικαιοσύνη, το Θεό, και γέννησε αυτό που ποτέ δεν ξανάδε ούτε πρόκειται να ξαναδεί κανείς δυο φορές, είναι μια ανέλπιδη προσπάθεια.

«Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες», λέει ο ποιητής.

Μεγάλες, εξαιτίας του βάρους των. Μεγάλες, εξαιτίας της ανυπόφορης τελειότητάς τους.

Όχι, η Ελλάδα δεν είναι η χώρα της κατάρας των νικημένων από τη μοίρα Θεών. Είναι όμως, δύσκολο, -σ’ αυτό συμφωνούμε-, να είναι κανείς απόγονος του Αισχύλου και του Φειδία και του Πλάτωνα. Ερχόμενος, ωστόσο, ύστερα από το Σολωμό, τον Παλαμά, το Σικελιανό, ο Σεφέρης είναι ο πρώτος που ζει οδυνηρά την Ελληνική του μοίρα, υπερήφανα, αλλά χωρίς ματαιοδοξία· ανθρώπινα, αλλά χωρίς αλαζονεία· δύσκολα, αλλά χωρίς απελπισία· σεμνά, αλλά χωρίς ρητορεία.

Τα τελευταία αποσπάσματα ποιημάτων που παραθέτω δείχνουν το απλό μεγαλείο με το οποίο ο Σεφέρης στέκεται μπρος σ’ ένα παρελθόν που συντρίβει τον άνθρωπο της γενιάς του.

Μου παραχώρησε το δικαίωμα να διαλέξω, ύστερ’απ’ αυτόν, τα ποιήματα με τα οποία θα ήθελα να τον παρουσιάσω.
Τό πρώτο, «Ξύπνησα μ’ αυτό το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια» και το δεύτερο «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», τα ξεχωρίσαμε, αυτός κι εγώ, σαν βασικά. Το τέταρτο είναι παρμένο από την «Κίχλη». Το φυλάω για το τέλος. Έχω τους λόγους μου γι’ αυτό.

Διάλεξα το πρώτο –το μαρμάρινο κεφάλι- γιατί θυμίζει ακόμη τις πέτρες, τις δουλεμένες τούτη τη φορά, που είναι όχι μονάχα η δόξα;, αλλά και η αδυσώπητη κληρονομιά του σημερινού Έλληνα.

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.


Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη·

Τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα».

Τα μπράτσα είναι ασθενικά, αδύνατα και πέφτουν ξεριζωμένα απ’ τους ώμους για να μπορέσουν να κρατήσουν αυτό το μαρμάρινο κεφάλι, που ‘ναι σύμβολο του κάθε ωραίου που εδημιούργησε η Ελλάδα και που ο Σεφέρης και οι δικοί του οφείλουν να το οδηγήσουν ακόμη πιο μακρυά, να το βοηθήσουν με μια καινούρια ιδιοφυΐα, ίση προς την αρχαία. Τέτοια υπήρξε, άλλοτε, η μοίρα των Δαναΐδων, που ποτέ δεν μπόρεσαν ν’ αποτελειώσουν το φοβερό τους μόχθο. Το όνομά τους, όμως, μπήκε στην αιωνιότητα των μεγάλων Συμβόλων.

Στο «Γυρισμό του ξενιτεμένου» έχουμε να κάνουμε με μιαν άλλην εικόνα, μ’ έναν άλλον σπαραγμό.

Θα μπορούσα, βέβαια, να επαναλάβω, όπως ήδη, το έχουν κάνει οι εξηγητές του, την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Έχασε τα πάντα ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922.

Ξεριζωμένος. Τα σπίτια που είχε.του τα πήρανε. Ξέρω. Ξέρω, όμως, επίσης, ότι αναζήτησε στις Μυκήνες και αλλού. Ανάμεσα στις σωριασμένες πέτρες, το αρχαίο του σπίτι:

«... στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα είταν ίσως το δικό μας σπίτι
προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές πράξεις·
θα μπορέσουμε;».

Ο ποιητής, εδώ, δεν αποτελειώνει τη φράση του. Μια σκέψη τον βασανίζει. Ύστερα από μιαν άλλη στροφή που θυμίζει, εκτός από μεγάλους ηρωϊσμούς, τις μεγάλες καθιζήσεις, το τρομερό γι’ αυτόν ρώτημα θα ξαναγυρίσει πάλι, όχι, όμως, σαν κραυγή, αλλά σαν εναγώνια οιμωγή:

«γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλαίψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;».



Το να ζει κανείς τη μοίρα του σαν εξόριστος του παρελθόντος μεσ’ στον σημερινό κόσμο, αυτή είναι η ανυπόφορη εξορία. Και ο άνθρωπος, που η ζωή του ως διπλωμάτη και προπάντων τα γεγονότα πού ‘ζησε στον πόλεμο και την κατοχή της χώρας του, τον εκράτησαν πιο πολύν καιρό στα ξένα παρά στην πατρίδα του, στα ξένα απ’ όπου η πατρίδα του του φαινόταν πάντα πιο μεγάλη και πιο γοητευτική, αυτός ο άνθρωπος θα ένιωσε τον πόνο του φοβερά. Ξέρουμε τώρα αρκετά την ευαισθησία, τη σκέψη και την τέχνη του Σεφέρη για να εξηγήσουμε τη βαθύτερη σημασία της εξορίας του και του γυρισμού του. Πρόκειται, πράγματι, για τον Ελληνισμό που τον έχει αισθανθεί και τον έχει βιώσει στο βάθος της ψυχής του. Ανάμνηση και νοσταλγία ενός παρελθόντος ασύγκριτου μεγαλείου. Και πόνος για την επιστροφή στην πραγματικότητα. Ο διάλογος του ποιήματος είναι επινόηση που πλάθει με τη φαντασία του ο ποιητής, για να θέσει αντιμέτωπους τους δύο ανθρώπους στους οποίους είναι διχασμένος ο Σεφέρης.


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου».

«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι’ όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κατω από τους μεγάλους ίσκιους
κι’ έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά – σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι’ οι πλαγιές σου».



«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι’ όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι’ αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι’ οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν».

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεται στο χώμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους».

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι’ ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».

Τι στάση να υιοθετήσει κανείς για να νικήσει αυτή την αγωνία; Την ανταρσία; Τον αγώνα; Αυτό ίσως θα μπορούσε να κάνει ένας Σικελιανός. Ένας Παλαμάς. Δεν είναι αυτή η στάση του Σεφέρη, που καταφεύγει στην υποχώρηση, την καρδιά, μάλιστα, της υποχώρησης, στην εγκαρτέρηση. Ούτε η μια, όμως, ούτε η άλλη είναι συνώνυμες της φυγής. Ίσα – ίσα, ξεπερνώντας, υπερβαίνοντας την αδυσώπητη δύναμη της μοίρας, ο ποιητής φτάνει στη λευτεριά.

Στο ποίημα που έχει τίτλο: «Η Στέρνα», βλέπουμε –από το 1932, όταν ο Σεφέρης είτανε 32 χρονών- τη σιγανή και ήρεμη κάθοδο του ποιητή στη μοναξιά, τη σιωπή, στις μυστικές περιοχές της συνείδησης.

«Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχηρά. Τ’ αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει».

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι και παίζει με το φύσημα του ανέμου. Πρόσωπα λάμπουν για μια στιγμή και σβήνουν μέσα σ’ ένα εβένινο σκοτάδι. Ο κόσμος πάνω της πληθαίνει, πάει, δεν την αγγίζει. Οι ώρες περνούν, οι ήλιοι και τα φεγγάρια,

«μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης»
(...)
«Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα – στάλα μόνος» (...)
«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»
«Τα μάρμαρα το ξέρουν, που κοιτάζουν»
(...)
«ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμια
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου».



Ξαφνιασμένος από την αδυναμία της ψυχής να επικοινωνήσει με τόν κόσμο, ο ποιητής λέει, στο τέλος:

«Μα η νύχτα δεν πιστεύει στη αυγή
κι’ η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη».


Ένα τελευταίο απόσπασμα θα εξηγήσει την εγκαρτέρηση –τη γαλήνια αποδοχή- του Σεφέρη. Το παίρνω από το ποίημα «Κίχλη» πού ‘χει τέσσερα μέρη. Είναι το όνομα ενός μικροκάραβου συγκοινωνίας που πλέει, στον πόλεμο, κοντά στο νήσι Πόρος, στην ανατολική πλευρά της Πελοποννήσου, ανάμεσα Αίγινας και Ύδρας.

«τό ΄λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκάρι του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη».


Πραγματικά, το ναυάγιο είναι αιώνιο.
Φωνές ανεβαίνουν απ’ την άβυσσο, που ο Σεφέρης, σαν τον Οδυσσέα, τις ακούει, μα δεν τις αναγνωρίζει,εκτός από μια: «Κι’ άλλες φωνές σιγά – σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θά ‘λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
είτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι’ ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
Πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
Ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θά ‘ναι το δικό μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
Ποιος πάει για το καλύτερο ο Θεός το ξέρει».


Ύστατο μάθημα του Σωκράτη, που δέχεται τη μεγάλη εξορία, την αδικία, τη μοίρα του.


Συμπέρασμα. –Για να Κυριαρχήσεις τον Ελληνισμό πρέπει να τον Αξίζεις.

Πρέπει, ωστόσο, να καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα. Η τραγωδία δεν τελειώνει παρά με το θάνατο. «Και πόσα χρόνια χάσαμε, λέει ο ποιητής, για να πεθάνουμε». Εδώ δεν υπάρχει κάθαρσις. Σ’ αυτήν, όμως, την ακίνητη και γαλήνια φωνή του Σωκράτη, που την κάνει ο ποιητής να ξανανεβαίνει από την άβυσσο και το πρώτο ναυάγιο του ελληνισμού, δεν υπάρχει πια ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία. Ύστερ’ από τόσες φωνές, «Φωνές που ανεβαίνουν από την πέτρα, φωνές που ανεβαίνουν από τον ύπνο», όπως στις Μυκήνες· φωνές του μυστικού νερού, όπου τόση θλίψη μαζεύτηκε γουλιά – γουλιά, φωνές της στέρνας που, όμοια με μιαν ελεύθερη ψυχή, διδάσκει τη σιωπή: φωνές που από παντού, από τη θάλασσα και από τους τάφους, ανεβαίνουν και, ξαφνικά, παγώνουν, ακίνητες, απολιθωμένες, όπως οι χειρονομίες και η κίνηση ενός απότομα σταματημένου φιλμ, όπως μέσα στο όραμα που είχε ο Σεφέρης δει με τόσο θαυμαστό τρόπο στην εργατική κοιλάδα, στην Εγκωμή, στην Κύπρο· ύστερ’ από τόσες φωνές, τρομερές, ή οδυνηρές, ή μυστικές, να! Η τέλεια γαλήνη του Σωκράτη...

Το μάθημα τελείωσε. Ο άνθρωπος ξέρει ότι η μοίρα τον συντρίβει και ότι ο αγώνας που δέχτηκε να αναλάβει είναι προκαταβολικά χαμένος. Δεν θα ξεφύγει από τους δυο σκοτεινούς Σκοπέλους, απ’ όπου πρέπει να περάσει η οδυσσειακή σχεδία του. Η μοίρα, αρματωμένο με δρέπανα άρμα που θερίζει, δεν ξέρει πόσα δημιουργήματα ελληνικού μεγαλείου και ομορφιάς κατέστρεψε και καταστρέφει αδιάκοπα. Τουλάχιστον, με τη σκέψη του, με τη συνείδησή του, που ξαγρυπνά μεσ’ τη σιωπή και την άσκηση, ένας άνθρωπος, ο Γιώργος Σεφέρης, προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω στη δραματική μοίρα του ελληνισμού, και, κύριος της αγωνίας του, γίνεται ο μεγάλος ποιητής, ο άξιος ποιητής της ανθρώπινης μοίρας της σημερινής Ελλάδας.

Μεταφρ. Ξεν.Ι. Καράκαλος