Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

 Ο εμβληματικός και αφοσιωμένος στην τέχνη του λαϊκού τραγουδιού και της μουσικής Τρικαλινός συνθέτης δημιουργός, Βασίλης  Τσιτσάνης είναι, 

το ίδιο το ελληνικό τραγούδι.

Μέσα από τις παρτιτούρες και τους στίχους του η Ελλάδα ζει τις αλλαγές της ιστορίας.

Με τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού το οποίο απευθύνεται πλέον στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που μέχρι τον Τσιτσάνη ενδιέφερε μονάχα ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.

Σαν Σήμερα ήταν η ημέρα γέννησης αλλά επίσης ήταν η ίδια ημερομηνία και του θανάτου του συνθέτη, 18 Ιανουαρίου, 1915 - 18 Ιανουαρίου, 1984 +

Με αυτή την αφορμή Αναδημοσιεύουμε μια παλιότερη ανάρτηση-Αφιέρωμα 

του Λουκά Καρνή. 



ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης και αυτή ήταν η ζωή του

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης και αυτή ήταν η ζωή του
Στέλιος Κερομύτης, Μαρίκα Νίνου, Λιλή Νικολέσκο και Βασίλης Τσιτσάνης. Είναι Δεκέμβριος του 1949, η πρώτη τους χρονιά μαζί στου Τζίμη του χοντρού.Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας - Μουσείο Τσιτσάνη

“Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ’ ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε, ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ’ έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Έξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι, είδα τόπους-τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο λίγο φως, είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι” είχε πει σε συνέντευξή του στον Γιώργο Λιάνη ο πολυγραφότατος μουσουργός Βασίλης Τσιτσάνης για την ιστορία πίσω από τη Συννεφιασμένη Κυριακή του 1948.

Εμβληματικός και αφοσιωμένος στην τέχνη του ο Τσιτσάνης είναι το ίδιο το ελληνικό τραγούδι. Μέσα από τις παρτιτούρες και τους στίχους του η Ελλάδα ζει τις αλλαγές της ιστορίας. Καθώς σήμερα είναι η ημέρα γέννησης και θανάτου του μεγάλου δημιουργού, αναδημοσιεύουμε τη βιογραφία του όπως είναι αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Μουσείου Τσιτσάνη για αυτόν που θεωρείται από πολλούς, μου

Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας - Μουσείο Τσιτσάνη

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες.

Τσαρουχάς ο πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία.

Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο – το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια στα Τρίκαλα μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του.

Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών.

Στα τέλη του 1936 φεύγει απο τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά.

Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες.

Σε μια απ’αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία.

Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ’αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα «Να γιατί γυρνώ», «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.

Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες.

Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά.

Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί.

tsitsanis photo2

Με την Σωτηρία Μπέλου.Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας - Μουσείο Τσιτσάνη

Η δεκαετία 1945 – 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. 

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του: τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. «Είμαστε αλάνια», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Τρελός τσιγγάνος», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Φάμπρικες», «Πέφτεις σε λάθη», «Καβουράκια», «Κάθε βράδυ λυπημένη», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Έλα όπως είσαι», είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα έπρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ' αυτά τα τραγούδια. Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους – που κάποτε είναι... τρείς: ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή – δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.

Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.

Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ” τις εποχιακές «μόδες», παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ” τον κυρίαρχο ήχο αυτών.

Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ” εξοχήν ο ίδιος. Απ' αυτά ν' αναφέρουμε ενδεικτικά: «Ίσως αύριο (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια»(1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου»(1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα»(1967), «Απόψε στις ακρογιαλιές»(1968), «Κάποιο αλάνι»(1968), «Της Γερακίνας γιός»(1975), «Δηλητήριο στη φλέβα»(1979). Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα» – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ” αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

tsitsanis photo4

Με τον Γιάννη Τσαρούχη

Πηγή: Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή/ Κέντρο Έρευνας - Μουσείο Τσιτσάνη

Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα. Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες.

Μέχρι και 24 μέρες πρίν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Ευχαριστούμε τον κο. Στέλιο Καραγιώργο, διευθυντή στο Κέντρο Έρευνας – Μουσείο Τσιτσάνη

Διαβάστε επίσης:

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου για τον δικό του Βασίλη Τσιτσάνη

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Σαν σήμερα όμως 27 Αυγούστου έφυγε για το μεγάλο " ταξίδι " η κορυφαία ρεμπέτισσα Σωτηρία Μπέλλου - δύο ημέρες προτού συμπληρώσει τα 76 γενέθλιά της τον Αύγουστο του 1997 !

Η κορυφαία τραγουδίστρια του λαικού και ρεμπέτικου τραγουδιού , Σωτηρία Μπέλλου , γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου το 1921 στο χωριό Χάλια Χαλκίδας . ΄Ηταν μέλος εύπορης οικογένειας και η μεγαλύτερη από τα 4 αδέλφια της . Είχε το όνομα του αγαπημένου της παππού , Σωτήρη Παπασωτηρίου που ήταν παπάς στο Σχηματάρι . Στο πλευρό του ,  " ζυμώθηκε " από μικρή με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική . 

Τραγουδίστρια αποφάσισε να γίνει όταν είδε στον κινηματογράφο την ταινία " Η Προσφυγοπούλα " με τη Σοφία Βέμπο .
Οι γονείς της , όμως , είχαν αντιρρήσεις κι έτσι σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να κατεβεί μόνη στην Αθήνα .
Εκεί παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα , ελεγκτή στα λεωφορεία , με τον οποίο είχε γνωριστεί όσο ήταν ακόμη στη Χαλκίδα .
Ο γάμος τους κράτησε μόνο έξι μήνες και η Σωτηρία βρέθηκε στις φυλακές  " Αβέρωφ " , όταν στον τελευταίο τους καβγά του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο . Στο Εφετείο η ποινή της μειώθηκε από 3, 5 χρόνια σε 6 μήνες και αφέθηκε ελεύθερη .

Το μαρτύριό της συνεχίστηκε όταν επέστρεψε στο πατρικό της στη Χαλκίδα , καθώς οι δικοί της θεωρούσαν ότι τους ντρόπιαζε . Μην αντέχοντας το καθημερινό ξύλο , αποφάσισε να ξαναδοκιμάσει την τύχη της στην πρωτεύουσα .
Καθώς η μέρα αυτού του ταξιδιού της συνέπεσε με την 28η Οκτωβρίου 1940 , πέρασε όλη την περίοδο του πολέμου και τα χρόνια της Κατοχής κάτω από δύσκολες συνθήκες και κάνοντας διάφορες δουλειές . Ανάμεσα στα άλλα τραγουδούσε για ένα χαρτζιλίκι σε διάφορα ταβερνάκια , με μια κιθάρα που είχε αγοράσει στο μεταξύ . 
Μετά την απελευθέρωση και αφού γνώρισε από κοντά την αγριότητα και τις διώξεις του Εμφυλίου ,
όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου , την ανακάλυψε σε μια ταβέρνα των Εξαρχείων ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και τη σύστησε στο φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη .
Ο βάρδος του ρεμπέτικου ενθουσιάστηκε από τη φωνή της και της πρότεινε να μπούν μαζί στο στούντιο .
Η επιτυχία των πρώτων της ηχογραφήσεων με τον αξέχαστο Τσιτσάνη  ( " Συννεφιασμένη Κυριακή " , " Τα Καβουράκια " , " ' Οταν πίνεις στην ταβέρνα " , " Κάνε λιγάκι υπομονή " ) την καθιέρωσε ως λαική τραγουδίστρια , ενώ τα χρόνια 1948 - 1955 ήταν περιζήτητη ανάμεσα στους κορυφαίους συνθέτες .
Μεταξύ άλλων συνεργάστηκε με τους Γιάννη Παπαιωάννου ( " Γύρνα στη ζωή την πρώτη " , " Κάνε κουράγιο καρδιά μου " , " ΄Ανοιξε , άνοιξε " ) , Γιώργο Μητσάκη ( " Ο ναύτης " , " Το σβηστό φανάρι " ) ,  Απόστολο Καλδάρα ( " Είπα να σβήσω τα παλιά " ) , Απόστολο Χατζηχρήστο , Μανώλη Χιώτη κ. ά .
Η καριέρα της γνώρισε μία κάμψη στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας ' 60 . Από το 1966 , όμως , κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους , προχωρώντας σε πρωτοποριακές συνεργασίες με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες : Μούτσης ( " Το φράγμα " ) , Σαββόπουλος ( " Το βαρύ ζειμπέκικο " ) , Ανδριόπουλος ( " Λαικά προάστια " ) , Κουνάδης ( " Δεν περισσεύει υπομονή " ) , Λάγιος ( " Λαός " ) , κ. ά .
Παράλληλα , ξανατραγούδησε παλιά λαικά και ρεμπέτικα τραγούδια , από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαικά κέντρα , στις μπουάτ της Πλάκας , καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις .

Το Μάρτιο του 1993 ήρθε αντιμέτωπη με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας , όταν εισήχη επειγόντως στο νοσοκομείο " Σωτηρία " με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα .
Λίγο αργότερα , διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα .
' Εχασε τη φωνή της δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της , στις 27 Αυγούστου 1997 , άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο " Μεταξά " του Πειραιά .
http://www.sansimera.gr/


 Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου - Δήμος Μούτσης ( Ντουέτο )

Δε λες κουβέντα,
κρατάς κρυμμένα μυστικά
και ντοκουμέντα
κι ακούω μόνο
συνθήματα μεταλλικά
των μικροφώνων

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή
Περνούν οι νύχτες,
τα δευτερόλεπτα βαριά
στους λεπτοδείκτες
ζητώντας κάτι
που να μη γίνεται ουρλιαχτό
κι οφθαλμαπάτη

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Στων χιλιομέτρων
την ερημιά και στη σιωπή των χρονομέτρων
ακούγονται τώρα
σειρήνες μεταγωγικά κι ασθενοφόρα

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου

Φεύγαν οι εργάτες κι έφευγες μαζί τους
και έμεινα μόνη να σε καρτερώ
Μ' ένα τραγούδι στο πικρό μου στόμα
κι ένα λουλούδι μέσα στο νερό

Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης
Έλα να μάθεις, τι ζωή περνώ
Έλα να κάτσεις δίπλα μου να κλάψεις
ένα βραδάκι τέρμα Αχαρνών
Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης
Έλα να μάθεις, τι ζωή περνώ

Νύχτωνε κι έπεφτε το βαρύ σκοτάδι
όταν μου είπες "Φεύγω, έχε γεια"
Χρόνια και χρόνια περιφρονημένη
καρδιά καμένη απ' την πυρκαγιά

Δίσκος Λαϊκά Προάστια
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει
εμείς που ζήσαμε φτωχοί
του κόσμου η βροχή δε μας πειράζει
εμείς που ζούμε μοναχοί

Τα σπίτια είναι χαμηλά
σαν έρημοι στρατώνες
τα καλοκαίρια μας μικρά
κι ατέλειωτοι οι χειμώνες

Μην κλαις και μη φοβάσαι το σκοτάδι
εμείς που ζήσαμε φτωχοί
του κόσμου η απονιά δε μας τρομάζει
θα έρθει και για μας μια Κυριακή

Τα σπίτια είναι χαμηλά
σαν έρημοι στρατώνες
τα καλοκαίρια μας μικρά
κι ατέλειωτοι οι χειμώνες