Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Η ματωμένη Πρωτομαγιά του’36, στη Θεσσαλονίκη. Η αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά της Κατοχής με το αίμα 200 'Ελλήνων σκοτωμένων, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944!

                                                    "Τα αιματηρά γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη ξέσπασαν με αφορμή την απεργία των καπνεργατών του εργοστασίου «Κομέρσιας». 
Οι εργάτες μετά από απόρριψη αιτημάτων τους από τον εργοδότη, κατέλαβαν το εργοστάσιο, κλείστηκαν μέσα σε αυτό και με πανό και μαύρες σημαίες στα παράθυρα ζητούσαν συμπαράσταση. 
Στη συνέχεια αρχίζει απεργία μαζί με άλλους εργαζόμενους και συγκεντρώσεις σε διάφορα σημεία της Θεσσαλονίκης
Σε μια τέτοια συγκέντρωση οι χωροφύλακες (στην πλατεία Αριστοτέλους), πυροβόλησαν χωρίς λόγο πάνω στους συγκεντρωμένους εργάτες και σκότωσαν εννέα(9). 
Κατόπιν πυροβολούν και σε άλλα σημεία, 
προσπαθώντας να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους, 
σκοτώνοντας και άλλους, ανάμεσα σ' αυτούς και γυναίκες. 
Οι σκοτωμένοι ήταν τελικά πάνω από 12 και οι τραυματίες πάνω από 300.
Ο Γιάννης Ρίτσος είδε μετά από 2-3 μέρες την φωτογραφία με το νεκρό ( Τάσο Τούση) και από πάνω την απελπισμένη μάνα του να μοιρολογάει 
και μέσα σε μια νύχτα σχεδόν, έγραψε τη συλλογή ποιημάτων 
"Επιτάφιος", που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης 
και πρωτοτραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα ν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας
Ο θρήνος της μητέρας πάνω από το νεκρό γιο της,
απαθανατίστηκε από τον φωτογραφικό φακό
και ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο,
στο έργο «Επιτάφιος».

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες
🖍️Γιάννης Ρίτσος 
🎹Μίκης Θεοδωράκης
🎤Μαρία Φαραντούρη
Μέρα Μαγιού μού μίσεψες
Το ποιήμα το διαβάζει ο ίδιος ο δημιουργός του ο ποιητής
Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.
[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]
Vicky Papaprodromou


Διαβάστε Επίσης:
Το ελληνικό «Σικάγο»
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης την Πρωτομαγιά του 1936,
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως το «ελληνικό Σικάγο».
Η διεθνής ύφεση του 1929 είχε προκαλέσει σημαντική
πτώση στις εξαγωγές του καπνού και της σταφίδας. 
Η πτώχευση του 1932 είχε επιδεινώσει την κατάσταση και από τις αρχές του 1936, ξεσπούν απεργιακές κινητοποιήσεις στην Αθήνα, στην Καλαμάτα, στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα και στην Ξάνθη
Από την αρχή του έτους και έως την επιβολή της δικτατορίας στις 4 Αυγούστου, είχαν προκηρυχθεί περισσότερες από 200 τοπικές και γενικές απεργίες.

Ειδικότερα, στη Βόρεια Ελλάδα η αλλαγή στον τρόπο παραγωγής του καπνού είχε επιφέρει μεγάλη ανεργία στον κλάδο. 
Παράλληλα, ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων που αναζητούσαν εργασία είχε μειώσει τις αμοιβές των καπνεργατών, τουλάχιστον κατά 50%, ενώ η συλλογική σύμβαση του κλάδου δεν είχε ανανεωθεί από το 1924. 
Οι καπνεργάτες αποτελούσαν στη βόρεια Ελλάδα ένα συμπαγή κλάδο, ο οποίος αριθμούσε την εποχή εκείνη περισσότερους από 40.000 εργαζομένους με αναπτυγμένη συνδικαλιστική συνείδηση, ήδη από την εποχή της Φεντερασιόν.

Στις 29 Απριλίου ο κλάδος ξεκίνησε γενική απεργία. 
Τα βασικά αιτήματα ήταν η αναπροσαρμογή του ημερομισθίου, το οποίο είχε φθάσει τις 65 έως 70 δραχμές για τους άνδρες και τις 24 έως 30 για τις γυναίκες.
Η εφαρμογή του νόμου «περί Τόγκας» όριζε υψηλότερες κατώτερες αμοιβές, η βελτίωση των παροχών του κλαδικού ταμείου για τους «παρήλικας και τους φυματικούς» και τη χορήγηση έκτακτου επιδόματος 500 δραχμών στους άνεργους καπνεργάτες ενόψει των εορτών του Πάσχα
Στις διεκδικήσεις είχαν ενταχθεί και πολιτικά αιτήματα, όπως «η χορήγηση γενικής αμνηστίας εις τους πολιτικούς φυλακισμένους, εξορίστους και καταδικασμένους και ιδιαίτερα των καπνεργατικών στελεχών».

Από την και έως τις 8 Μαΐου, οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις επεκτείνονται στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Ξάνθη, στον Λαγκαδά, στον Βόλο και στην Καρδίτσα
Ταυτόχρονα οι βιομήχανοι και οι έμποροι καπνού έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους κηρύσσοντας λόκ άουτ. 
Στις 9 Μαΐου ξεκινά γενική απεργία στη Θεσσαλονίκη, στην οποία συμμετέχουν και άλλοι κλάδοι σε ένδειξη συμπαράστασης στους καπνεργάτες. 
Οργανώνονται συλλαλητήρια και πορείες, ενώ η Χωροφυλακή προσπαθεί να εμποδίσει τους διαδηλωτές να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο (το κτίριο που στεγάζεται σήμερα η γραμματεία Μακεδονίας Θράκης).



Οι 16 νεκροί στη Θεσσαλονίκη και ο θρήνος της μάνας

Τα επεισόδια ξεκίνησαν από τη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας,
 όπου το συνδικάτο των αυτοκινητιστών είχε στήσει οδόφραγμα. 
Οι αυτοκινητιστές προσπάθησαν να απελευθερώσουν συνάδελφό τους που είχε συλληφθεί και η χωροφυλακή απάντησε με πυροβολισμούς. 
Σκοτώθηκε ο Τάσος Τούσης
Ο νεκρός μεταφέρεται πάνω σε μια πόρτα από διαδηλωτές που κατευθύνονται προς το Διοικητήριο και οι ταραχές γενικεύονται.

Ο απολογισμός είναι 16 νεκροί και 10άδες τραυματίες. 
Την επομένη, οι κηδείες των θυμάτων μετατρέπονται με μαζικές διαδηλώσεις.
Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία. 
Η αναταραχή τερματίζεται την επομένη, με σημαντικές υποχωρήσεις από την πλευρά των καπνεμπόρων, ενώ το κράτος υπόσχεται να χορηγήσει συντάξεις στις οικογένειες των θυμάτων.

Η Πρώτη «Εργατική Πρωτομαγιά» στην Ελλάδα. 

Την Κυριακή 2 Μαΐου 1893 περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και διαδήλωσαν, ζητώντας την καθιέρωση της οκτάωρης ημερήσιας εργασίας. 
Ήταν η Πρώτη «Εργατική Πρωτομαγιά» στην Ελλάδα
Την κινητοποίηση είχε οργανώσει ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος του Σταύρου Καλλέργη, ο οποίος είχε ιδρύσει τον Σύλλογο τρία χρόνια πριν, ενώ εξέδιδε παράλληλα την εφημερίδα «Σοσιαλιστής».















Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής. Με το ψήφισμα ζητούσαν, εκτός από το οκτάωροτην καθιέρωση της αργίας της Κυριακής και τη χορήγηση σύνταξης στα θύματα των εργατικών ατυχημάτων.
Η άρνηση του προέδρου να το εκφωνήσει, προκάλεσε τη θορυβώδη αντίδραση του Καλλέργη και τελικά τη σύλληψη και την καταδίκη του σε φυλάκιση 10 ημερών «για διατάραξη της συνεδρίασης».

Ο δεύτερος εορτασμός
Τον επόμενο χρόνο, οι σοσιαλιστικές ενώσεις επανέλαβαν τον εορτασμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με ομιλητές τον Πλάτωνα Δρακούλη και τον Σταύρο Καλλέργη.
Στα αιτήματα προστέθηκε και η κατάργηση της θανατικής ποινής.
Μετά το τέλος της εκδήλωσης, οι αρχές έκαναν συλλήψεις και ο εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς απαγορεύτηκε.

Το συλλαλητήριο της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη το 1911
Στην Ελλάδα, θα χρειαστεί να περάσουν δεκαεπτά χρόνια, έως ότου επιχειρηθεί εκ νέου η οργάνωση εργατικών εκδηλώσεων την Πρωτομαγιά.
Την 1η Μαΐου του 1911, η Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη, οργανώνει συλλαλητήριο.

Στην Αθήνα, την ίδια μέρα, πραγματοποιείται συγκέντρωση στο Μετς με πρωτοβουλία της σοσιαλιστικής ομάδας του Νίκου Γιαννιού και σύνθημα «8 ώρες δουλειά8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο».
Στη Θεσσαλονίκη, επεμβαίνει η Αστυνομία και συλλαμβάνονται οι ηγέτες της ΦεντερασιόνΑβραάμ Μπεναρόγια, Σαμπετάι Λεβί και Σαμουήλ Γιονά.

Ο πρώτος μαζικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς θα γίνει ταυτόχρονα σε δώδεκα πόλεις το 1919, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ.
Οι εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς επαναλαμβάνονται τα επόμενα χρόνια, με κοινό χαρακτηριστικό τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, τη χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων και την καταστολή.
Μετά την Ματωμένη Πρωτομαγιά του 1936, στα γεγονότα της
Θεσσαλονίκης τους 
16 νεκρούς και το θρήνο της μάνας του Τάσου Τούση, επάνω από το πυροβολημένο νεκρό σώμα του (που όπως προαναφέραμε ήταν η έμπνευση για να γράψει ο Γιάννης Ρίτσος το ποίημα του "Επιτάφιος"),
















& θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως το «ελληνικό Σικάγο». 
Μετά από όλες λοιπόν τις  αιματοβαμμένες απεργιακές κινητοποιήσεις του Μαΐου, με όπως προαναφέραμε,τον Ιούλιο ξεσπούν νέες απεργίες και μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, το οποίο καθιστά υποχρεωτική την διαιτησία σε κάθε περίπτωση εργατικής διαφοράς, τα συνδικάτα κηρύσσουν γενική πανελλαδική απεργία για τις 5 Αυγούστου του 1936.
Με αφορμή την απεργία αυτή, ο Ιωάννης Μεταξάς ζητά από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β’ την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος, που προστατεύουν τις ατομικές ελευθερίες και στις 4 Αυγούστου επιβάλλει Δικτατορία.
Οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται και επιβάλλεται κρατικός έλεγχος στα συνδικάτα. 

Λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Απριλίου του 1937, με τον Αναγκαστικό Νόμο 606/1937 το καθεστώς καθιερώνει την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου σαν «Εβδομάδα Εργατικής Αλληλεγγύης» και την  Μαΐου σαν «Ημέρα Εορτασμού της Εργασίας».
Ο νόμος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ηθικές αμοιβές σε εργαζόμενους αλλά και σε εργοδότες, οι οποίοι θα κριθούν από τους υπευθύνους της Εργατικής Εστίας αν έχουν προσφέρει στην βελτίωση της εθνικής
παραγωγής, «ώστε να απονέμονται αι
προσήκουσαι τιμαί εις την εργασίαν εν τη εθνική ιδεολογική και πραγματική αυτής έννοια λαμβανομένης». 
Οι αμοιβές απονέμονται την 1η Μαΐου παράλληλα με οργανωμένες εκδρομές εργαζομένων στην ύπαιθρο και πολιτιστικές εκδηλώσεις στα εργατικά κέντρα. Επιβάλλεται, επίσης, ειδική εισφορά στους εργοδότες προς την Εργατική Εστίαπέντε δραχμών ανά μισθωτό, προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες για τις δραστηριότητες αυτές.

Η πρωτομαγιά στην Κατοχή
Το 1942 και το 1943 τα παράνομα συνδικάτα επιχειρούν να σπάσουν τις απαγορεύσεις των αρχών κατοχής με μικρές κινητοποιήσεις σε ορισμένους κλάδους, όπως τα μηχανουργεία, με συμβολικούς κυρίως στόχους.
Η πρωτομαγιά του 1944 θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, όχι λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων, αλλά εξαιτίας ενός τρομερού εγκλήματος, το οποίο συνδέεται, με την «Εργατική Πρωτομαγιά».
Στις 27 Απριλίου του 1944
διμοιρία του 8ου
Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου σκοτώνει, σε ενέδρα στον δρόμο Μολάων
Σπάρτης στη Λακωνία, τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του.
Σε αντίποινα, ο στρατός κατοχής αποφάσισε
«την εκτέλεση 200 κομμουνιστών, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονται μεταξύ Μολάων και Σπάρτης».
Παρά τις προσπάθειες των οργανώσεων του ΕΑΜ και του αρχιεπισκόπου
Δαμασκηνού για τη διάσωσή τους, η απόφαση υλοποιήθηκε και οι εκτελέσεις των 200
έγιναν την 1η Μαΐου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Από αυτούς, οι 170 ήταν πρώην κρατούμενοι των φυλακών της Ακροναυπλίας
και οι 30 πρώην εξόριστοι από την Ανάφη, που είχαν συλληφθεί για «κομμουνιστική δράση» πριν από την
Κατοχή.
Ανάμεσά τους πολλά συνδικαλιστικά στελέχη και ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Στέλιος Σκλάβαινας.
Ο δήμος Καισαριανής
οργανώνει κάθε χρόνο σειρά εκδηλώσεων, για να τιμήσει τα θύματα της ομαδικής εκτέλεσης.
Ο αριθμός των εκτελεσμένων στη Λακωνία τις ίδιες μέρες δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα, υπολογίζεται πάντως στους 100.
Η πρώτη ανοικτή συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά μετά τον πόλεμο γίνεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο, σχεδόν αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά.
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου
πολέμου, ο εορτασμός γίνεται με πολλές δυσκολίες, κυρίως σε κλειστούς χώρους, καθώς υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στις δημόσιες συναθροίσεις και την πολιτική δράση.
Οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ
διορίζονται από τα
δικαστήρια, τακτική που θα συνεχισθεί έως τη Μεταπολίτευση και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά από αυτήν.
Με την κήρυξη της
δικτατορίας των
συνταγματαρχών, στις 21 Απριλίου του 1967, επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος και απαγορεύτηκε κάθε συγκέντρωση.
Σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 15 Απριλίου του 1968, το καθεστώς καθιερώνει την Πρωτομαγιά ως αργία με τον Αναγκαστικό Νόμο 380/68.
Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου, η Πρωτομαγιά μπορεί να κηρύσσεται υποχρεωτική αργία με απόφαση του υπουργού Απασχόλησης, διαφορετικά εντάσσεται στις προαιρετικές αργίες.

Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε συνθήκες νομιμότητας
Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς, σε συνθήκες νομιμότητας θα γίνει τον Μάιο του 1975.
Η 1η Μαίου συνέπιπτε με τη Μεγάλη Παρασκευή και η διοίκηση της ΓΣΕΕ με το Εργατικό Κέντρο, όρισαν σαν ημέρα του εορτασμού τις 9 Μαΐου.
Η απεργιακή συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε μπροστά από το δημαρχείο της Αθήνας και ήταν ιδιαίτερα μαζική.
Ανάλογη συγκέντρωση έγινε και στη Θεσσαλονίκη
μπροστά στο Εργατικό Κέντρο της Πόλης.
=======================
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944 Οι 200 της Καισαριανής είναι αθάνατοι...

χαρακτικό έργο του Τάσσου
χαρακτικό έργο του Τάσσου

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944
Οι 200 της Καισαριανής είναι αθάνατοι...
«...Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα 
και λαχτάρα, / 
μόν' ήρθαν μελλόγαμπροι με χορό 
και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, 
δυο μπόγια πάνου απ' όλους / 
κι από το Χάρο τρεις φορές 
πιο πάνου 
ο Ναπολέος...»1.

Οι 200 της Καισαριανής ζουν.

Η Πρωτομαγιά του 1944 ήταν κόκκινη, 

κόκκινη σαν το αίμα τους που πότισε 
το Σκοπευτήριο, κόκκινη σαν τα 
υψηλά ιδανικά των κομμουνιστών.
Οι 200 είναι Αθάνατοι.
Εκτελέστηκαν μα δεν πέθαναν.
Μέχρι σήμερα τους ακούμε:
«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. 
Γνωρίζετε γιατί. / Γυμνοί: κατάσαρκα 
φορώντας σημαίες -/ 
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό 
και άσπρο κάμποτο. / 
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα 
αττικά χαράματα. / 
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα 
στις σφαίρες / 
αγγίζοντας με τα φτερά τους 
τον ανατέλλοντα πυρφόρον./ 
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς 
να ανοίγουν στο μέλλον.
Εμείς / μερτικό δε ζητήσαμε. 
Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: 
αν η ελευθερία / δε βαδίσει στα χνάρια
 του αίματός μας, / 
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα.
 Γεια σας»2.































































Πράξη πρώτη
Η είδηση είχε φτάσει μια μέρα πριν και οι εφημερίδες της εποχής γνωστοποιούσαν:

 «Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. 
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.
Ως αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.

2) Ο τυφεκισμός όλων των ανάνδρων τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην έξωθεν των χωριών».

Ο Θ. Κορνάρος γράφει3: «Ο διοικητής του Χαϊδαρίου (σ.σ. του στρατοπέδου όπου ήταν φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης) δεν είχε κανένα δικαίωμα ν' αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. 
Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν' αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα(...) 
Ο διοικητής απάν' στη βιάση του φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα (...)
Οχι. Οχι εσύ Ναπολέων(...) Το στρατόπεδο αναταράσσεται.

Ως ετούτη τη στιγμή αιτία της αναταραχής είναι η αγωνία και ο φόβος για τη ζωή του "Παιδιού". 
Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. 
Κι όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα και αφουγκράζονται. 
Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του: 
Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. 
Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!...

Το στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, 
ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά 
σαν ηλεχτρισμένο την αποκάλυψη. 
Την κρυμμένη ψυχή της Ελλάδας που κάνει την παρουσία της. 
Οι Γερμανοί σαστίζουν, κοιτάζονται και σα νευρόσπαστα χτυπούνε τα τακούνια και στέκονται προσοχή!...».
Από καρδιάς...
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του:
«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, 
να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου». 
Στην αρραβωνιαστικιά του: 
«Η τελευταία σκέψη μαζί σου. 
Θα 'θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. 
Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».
Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων.
Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: 
«Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».

Ο εργάτης μεταλλουργός Σάββας Σαββόπουλος: 
«Ας μάθει όλη η Ελλάδα, δε χάσαμε την πίστη μας στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης... 
Καμία δύναμη δε θα τσακίσει το ΚΚΕ.
 Το ΚΚΕ θα νικήσει. 
Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: 
«Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές»
Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». 
Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις:
 «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»4.
Πράξη δεύτερη
Ηταν, γράφει ο Ν. Καραντηνός
5
«μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη.
 Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. 
Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. 
Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα 'βγαινε στις 5.33΄... 
Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια 
είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.

Ηταν 200 αντιφασίστες. 
Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, 
που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. 
Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές... 
Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή. 
Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. 
Στο προσκλητήριο του θανάτου. 
Με την ιαχή της λευτεριάς. 
Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: 
Το Σκοπευτήριο.

(...) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: 
"Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. 
Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων".

(...) Η Μαίρη Παρασκευοπούλου ήταν τότε 14 χρόνων. 
Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. 
Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. 
Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. 
Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. 
Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. 
Είδε τα χέρια ψηλά με τ' άσπρα πουκάμισα. 
Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: 
Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κ
ι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».

Τα κορμιά των 200 της Καισαριανής μάτωσαν το χώμα του Σκοπευτηρίου. 
Τους είχαν χωρίσει σε εικοσάδες. 
Ο Ν. Σουκατζίδης είχε μείνει στην τελευταία για να μεταφράζει. 
Με μια φωνή οι μελλοθάνατοι είπαν τις τελευταίες τους κουβέντες: 
Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω το ΚΚΕ. Ζήτω η λευτεριά...

Το κάλεσμα του ΕΑΜ

Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις 
«ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»: 
«...Ποια ηθική, ποιο δίκιο, ποια λογική λέει πως όταν δυο στρατοί πολεμούν εκείνος που χάνει στη μάχη έχει το δικαίωμα να σκοτώνει ανθρώπους που κάθουνται χιλιόμετρα μακριά; 
Να τουφεκίζει κρατούμενους που όντως ήταν τα θύματα της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και βρίσκονται φυλακή από το 1936 κι επομένως δεν μπορούσαν να είχαν καμιά σχέση με την οργάνωση των μαχών;

(...) Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. 
Αυτό είναι απλή δικαιολογία. 
Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ,
Η στιγμή είναι κρίσιμη. 
Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. 
Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα 
της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. 
Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, 
τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. 
Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! 
Μην υποταχθείτε! 
Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. 
Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. 
Εκδικηθείτε μας. 
Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».
1. Κώστας Βάρναλης, απόσπασμα από το ποίημά του «Πρωτομαγιά 1944».
2. Γιάννης Ρίτσος, «Σκοπευτήριο Καισαριανής».
3. Θέμος Κορνάρος, «Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου», χαρισμένο στη μνήμη του εθνικού ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Νεοελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1963.
4. «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Εκδόσεις Κέδρος, 1974.
5. Νίκος Καραντηνός, «Ο λαός της Καισαριανής ξαναθυμάται τους 200», «Ριζοσπάστης», 27 του Απρίλη 1980.
6. Το χαρακτικό είναι έργο του Τάσσου.
Σημείωση: Τηρείται η ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων.

Γεράσιμος ΧΟΛΕΒΑΣ

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του '44 και η θυσία του Μικρασιάτη - Κρητικού, Ναπολέοντα Σουκατζίδη του πολύφερνου νεαρού πατριώτη - διερμηνέα...

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Πρωτομαγιά 1944: Η εκτέλεση στο σκοπευτήριο Καισαριανής 71 χρόνια από την εκτέλεση των πατριωτών από τους ναζί .

Μνημείο στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

΄Εβδομήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πιο αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά που γνώρισε η Ελλάδα.
Στην κατεχόμενη Αθήνα, 200 κομμουνιστές αιχμάλωτοι, πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, εκτελέστηκαν στην Καισαριανή από τους ναζί ως αντίποινα για το θάνατο ενός γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του αξιωματικών στους
Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944.
Στην πλειοψηφία τους -περίπου170- ήταν πρώην κρατούμενοι επί δικτατορίας Μεταξά στην Ακροναυπλία που οι αρχές τους παρέδωσαν με πρωτόκολλο παράδσης στους Iταλούς κατακτητές μετά την πτώση του μετώπου. 
Mετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, το Σεπτέμβριο του 1943, 
οι Γερμανοί τους μετέφεραν στο Xαϊδάρι. 
Oι υπόλοιποι ήταν εξόριστοι από την Aνάφη.
H διαταγή για τις εκτελέσεις δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο στις 30 Απριλίου του 1944:
«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. 
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. 
Ως αντίποινα διατάχτηκε:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».
Το πρωί της 1ης Μαΐου στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, μετά το προσκλητήριο άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων που συντάχτηκε στο ειδικό γραφείο της οδού Μέρλιν όπου συστεγάζονταν τα Ες-Ες με την Ειδική Ασφάλεια.
Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν για να μεταφέρουν τους «200» από το Χαϊδάρι, όπου κρατούνταν, στην Καισαριανή.
Και ο δρόμος γέμισε σημειώματα, στη μάνα, στον πατέρα, στα αδέλφια, στους αγαπημένους, στους συναγωνιστές, παρακαταθήκη για αυτούς που έμεναν πίσω να συνεχίσουν την πάλη για την ελευθερία.
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος» έγραψε στην πορεία του προς το θάνατο ο Νίκος Μαριακάκης, γεωπόνος από τα Χανιά.
Ο Ν.Μαριακάκης πριν την εκτέλεση:
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

Αξέχαστο το «όχι» του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στην προσφορά των ναζί να του χαρίσουν τη ζωή, επειδή γνώριζε πέντε γλώσσες και τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας. 

Είπε ότι θα δεχόταν να ζήσει μόνο εάν δεν πήγαινε άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του.
«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας.
Ανά είκοσι άτομα γινόταν οι εκτελέσεις και όσοι έζησαν από κοντά εκείνες τις στιγμές θυμούνται ότι το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. 

Πλήθος κόσμου έτρεξε να δει εάν βρισκόταν κάποιος δικός τους στα φορτηγά που επέστρεφαν γεμάτα πτώματα.
Την ημέρα εκείνη γράφτηκε μία από τις πλέον αιματοβαμμένες σελίδες της αντίστασης κατά του κατακτητή στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Newsroom ΔΟΛ

"Μπλόκο"

Δεν είχε φέξει ακόμα, όταν εβούιξε τριγύρω: "Προσοχή, προσοχή! Όλοι οι άντρες κρυφτείτε!". 
Δεν πρόλαβαν. 
Μέσα στο μισοσκόταδο δεν εξεχώριζες καλά. "Μπλόκος!" φώναζαν, "μπλόκος! 
Μας κυκλώσανε παντού!". 
Βγαίνανε οι γυναίκες, τις λόγχιζαν μπρος στο κατώφλι τους. 
Αποσπούσανε τα παιδιά από τους πατεράδες. 
Τους άντρες, τους εσέρνανε απ' τα πόδια κι απ' τα μαλλιά.
Μέσα στο μισοσκόταδο ξεχώριζες ένα βογγητό, δεν έβλεπες το πρόσωπο. 
Ξημερωθήκανε οι άντρες όλοι γονατιστοί. 
Ώσπου έσκασε ο ήλιος, ήρθε τότε κι η μάσκα. 
Ένα πανί κατάμαυρο της σκέπαζε την κεφαλή, φαίνονταν μόνο μάτια, κι έδειχνε με το δάχτυλο. [...] 
Έδειχνε με το δάχτυλο η μάσκα και προχωρούσε. 
Στήσανε πολυβόλα, και τους εγάζωσε η ριπή. Εσβάρνιζε το αίμα. 
Tους άλλους που απομείνανε, τους βάλανε στη μέση, και μαζί με τον ήλιο που εβάδιζε στον ουρανό, τραβούσαν προς τη δύση. 
Δεν τους ξανάδε κανείς, επέρασαν πολλά σύνορα, εχάθηκαν στην Ευρώπη, μέσα στα στρατόπεδα. 
Τρέχανε πίσω οι μάνες, και κανά δυο που γλίτωσαν, τρέχανε να κρυφτούνε σε φούστες και σε πιθάρια, 
να μην τους ξαναβρούν.
(Μ. Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, Aθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 123-124)
Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. 

Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. 
Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. 
Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. 
Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει.
(Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Αθήνα, Κέδρος 1984, σ. 383)

Το μπλόκο της Καισαριανής


Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Που γίνηκε μια Κυριακή
πρωί με τη δροσούλα
Γιώργη με τη γλυκιά φωνή
με τις φαρδιές τις πλάτες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και τραγούδησες
και τάραξες την γειτονιά
ως πέρα στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Λευτέρη, με τα γαλανά
τα μάτια και την ομορφιά
τους στίχους που μπογιάτιζες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και ζωγράφισες
και το κοιτάν στη γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...
Γιάννη καλέ, Νίκο αδελφέ
Δημήτρη καροτσέρη
π' άφησες έρημο τ' άλογο
να τριγυρνά στους δρόμους
και το κοιτάν στην γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...