1883, 18 Φεβρουαρίου - Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννιέται στο Ηράκλειο ( το Μεγάλο Κάστρο) της Κρήτης που τελούσε υπό Οθωμανική κυριαρχία.
όπως την ονόμασε ο ίδιος.

1899-1902. Επιστρέφει στο Ηράκλειο και συνεχίζει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Ηρακλείου, από όπου παίρνει το απολυτήριο με άριστα.
1902-1906. Φοιτά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1906. Παίρνει με άριστα το δίπλωμα του Διδάκτορος της Νομικής. Πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με το δοκίμιο:
«Η αρρώστια του αιώνος» που δημοσιεύεται στο περιοδικό Πινακοθήκη με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.
Γράφει το δράμα Ξημερώνει, που επαινείται στον Παντελίδειο Δραματικόν Αγώνα και παίζεται σε ένα αθηναϊκό θέατρο τον επόμενο χρόνο.
ο οποίος δίδασκε ότι «Ο Θεός πέθανε».ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΔΩ:

...Ή κραυγή δεν είναι δική σου. Δεν μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι μέσα από το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ: πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου. Οι νεκροί σου δεν κοίτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνώτο τους.
Oι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα.
Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σου σώμα το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσυ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το προσωπό. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας. Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν.
Όταν θυμώνεις, ''Μην πεθάνεις για να μην πεθάνουμε!'' φωνάζουν μέσα σου οι νεκροί. ''Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε, πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάνουμε έργα τις ιδέες μας, κάμε τις εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας, στερεωσέ το εσύ! Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι δε φύγαμε, δεν ξεκορμιστήκαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γής. Μέσα από τα σωθικά σου ξακολουθούμε τον αγώνα. Λύτρωσέ μας!Δε φτάνει ν΄ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δεν φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νού σου. Όλοι χύνονται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν' ανέβουν πάλι στο φώς της μέρας. Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αιμάτου σου και ποιος ν' ανηφορίσει πάλι στο φώς και στο χώμα. Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος να λές, είναι ταπεινός, σκοτεινός σα ζώο να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα ας πιεί το αίμα μου όλο!
Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βουλησή τους, πλάτηνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου. Φέρνεις θες δεν θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θές, πλουτίζεις το πατρικό σου σώμα. Κατά που θα κινήσεις; Πως θ' αντικρύσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη υπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες.
Ως περπατάς ανοίγεις, δημιουργάς την κοίτη όπου θα μπεί και θα οδέψει ο ποταμός των απογόνων. Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές κ' εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου ολάκερη υψώνεται κι αντριεύει.Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας! Τ' όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει. Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί, πίσω από πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κ' οι ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά και το μυαλό σου. Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ' ορατόείναι οι άνδρες, οι γυναίκες, και τα παιδιά που ζούν της δικής σου ράτσας.Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει, όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος, όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.
Πως μπορείς να έισαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν ολάκερο το μεγάλο σου σώμα;Πως μπορείς να σωθείς αν δεν σωθεί ολάκερο σου το αίμα; Ένας από την ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νού σου σαπίζει.
Να ζείς βαθιά, όχι σαν ιδέα, παρά ως σάρκα κ' αίμα την ταυτότητα τούτη.Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν' ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα. Ποιός είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στερεά από το κλαρί κ' είτε σα φύλλο, είτε σαν ανθός, έιτε σαν καρπός, να σαλεύει μέσα σου, ν' ανανεώνεται και ν' αναπνέει ολάκερο το δέντρο.
Νίκος Καζαντζάκης - Η Ράτσα

:Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.
Το ταξίδι κ’ η εξοµολόγηση στάθηκαν οι δυο µεγαλύτερες χαρές της ζωής µου.
Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις - να βλέπεις και να µη χορταίνεις - καινούρια
χώµατα και θάλασσες και ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπεις όλα σα για πρώτη
φορά, να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, µε µακρόσερτη µατιά, κ’ έπειτα να
σφαλνάς τα βλέφαρα και να νοιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν µέσα σου ήσυχα,
τρικυµιστά, όπως θέλουν, ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός,
να κατασταλάξει το ξαθέρι απ’ όλες τις χαρές και τις πίκρες σου - τούτη η αλχηµεία
της καρδιάς είναι, θαρρώ µια µεγάλη αντάξια του ανθρώπου ηδονή.
Το ιδανικό µου θα ήταν οχτώ µήνες ταξίδι και τέσσερις µήνες µοναξιά.
Ένα µονάχα αξίζει - το ταξίδι.

« Αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τα χνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, τον Βούδα, τον Νίτσε, τον Μπέρκσονα και τον Ζορμπά…
Ο Ζορμπάς, είχε ότι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί. Την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει σαϊτευτά τη θροφή της, τη δημιουργικιά κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια, να βλέπει ακατάπαυστα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία. Αγέρα, θάλασσα, γυναίκα, ψωμί.
Τη σιγουράδα του χεριού, την δροσεράδα της καρδιάς, την παλληκαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σαν να’χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή.
Και τέλος το άγιο, γάργαρο γέλιο, από βαθιά πληγή, βαθύτερο από το σπλάχνο του ανθρώπου,που ανατινάζονταν απολυτρωτικό στις κρίσιμες στιγμές από το γέρικο στήθος του Ζορμπά.
Ανατιναζόταν και μπορούσε να γκρεμίσει όλους τους φράχτες, ηθική, θρησκεία, πατρίδα που άσκωσε γύρω του, ο κακομοίρης, ο φοβητσιάρης ο άνθρωπος,
για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα την ζωούλα του…»«...Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτεροσκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά -θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουνπως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης.
'Αλλον δεν έχει. ....»
“Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς,
ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις
και να μην το βάνεις κάτω!
Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος
πάει στον ουρανό,
θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος.
Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου…
Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό.
Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον
παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν
ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο,
που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια
σύννεφα και προστάζει.
Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται
από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.
Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι,
όταν μου τύχει ένα καλό,
μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν
πλακώσει η δύσκολη ώρα!
Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις,
παπα-Φώτη, αν είσαι
άντρας αληθινός ή κουνέλι.
Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει,
όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει.
Και στο πιο μικρό πετραδάκι,
και στο πιο ταπεινό λουλούδι,
και στην πιο σκοτεινή ψυχή,
βρίσκεται ολάκερος ο Θεός.”
Απόσπασμα από το βιβλίο
Πιστεύω σ’ ένα Θεό, Ακρίτα Διγενή, στρατευόμενο, πάσχοντα, μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ’ ακρότατα σύνορα, στρατηγό, αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δύναμες, τις ορατές και τις αόρατες.Πιστεύω στ’ αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω πίσω από την άπαυτη ροή του την ακατάλυτη ενότητα.
Πιστεύω στον άγρυπνο βαρύν αγώνα του που δαμάζει και καρπίζει την ύλη ―τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.
Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας με το θάνατο.
Βοήθεια! κράζεις, Κύριε. Βοήθεια! κράζεις, Κύριε, κι ακούω.
Μέσα μου οι πρόγονοι κι απόγονοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε με τρόμο, με χαρά, την κραυγή σου.
Μακάριοι όσοι ακούν και χύνουνται να σε λυτρώσουν, Κύριε, και λεν: Εγώ και συ μονάχα υπάρχουμε.
Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, Κύριε, και λεν: Εγώ και συ είμαστε ένα.
Και τρισμακάριοι όσοι κρατούν και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:
Και το ένα τούτο δεν υπάρχει!
Ασκητική. Salvatores Dei. Αθήνα, 1945. 77-78
Γράφει ο Απόστολος Θηβαίοςγια ΤΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
"Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ» ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗΡΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΕΝΟΣ ΛΟΓΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ
Το βασικό και καίριο χαρακτηριστικό του καζαντζακικού λόγου δεν είναι άλλο από την αίσθηση μιας «ανθρωπιάς»,αν μπορούμε φυσικά με τούτο τον τρόπο να εννοήσουμε έτσι, τόσο την επίδοση της πρέπουσας τιμής στον άνθρωπο και την ευθύνη του, την ασφυκτικά δύσκολη ευθύνη του, όσο και την τρυφερότητα ενός αρσενικού λόγου, του οποίου η λεπτή ευαισθησία κρύβεται ακριβώςστο στοιχείο αυτό. Στην κρητική ανδροπρέπεια, η οποία ως τρόπος αντίληψης και «φέρεσθαι» διαχέεται στο έργο του συγγραφέα για να φτάσει τελικά, στον ικανό τεχνίτη του λόγου να συνιστά ένα υπόγειο ρεύμα,το οποίο δροσίζει και ερεθίζει με μια αξιοθαύμαστη διάρκεια την αίσθησή μας.

Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης ήταν οι δύο Έλληνες συγγραφείς με την εντονότερη διεθνή παρουσία και απήχηση.
Ο Πίτερ Μπιν υποστήριξε παλαιότερα ότι ο κύριος λόγος για τη δημοτικότητα του Καζαντζάκη ήταν η ρομαντική του κοσμοθεωρία, η οποία ανταποκρίθηκε στις ψυχολογικές και ιδεολογικές ανάγκες του ευρωπαϊκού κοινού μετά τον Β/ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αργότερα στις δεκαετίεςτου 1960 και του 1970 ο Καζαντζάκης ταίριαξε στα αντισυμβατικά και εξεγερτικά νεανικά κινήματα, τα οποία μάχονταν την τεχνολογία, το κατεστημένο, τη γραφειοκρατία ή την ορθολογική τάξη και έβρισκαν στο έργο του τον αυθορμητισμό, την αυθεντικότητα και τον ρομαντικό ιδεαλισμό. Αναρωτιέται όμως κανείς αν ο Καζαντζάκης ανταποκρινόταν στο αίτημα για μια εναλλακτική ζωή βασισμένη στη διαρκή υπέρβαση των ορίων ή στην επιστροφή σε έναν αρχέγονο, απλό και αντιλογικοκρατικό τρόπο ζωής.
Η δεύτερη προσέγγιση (φιλοσοφική-θεολογική) είναι αρκετά πολυσχιδής και εκπροσωπείται από ποικίλες κατά καιρούς φιλοσοφικές, υπαρξιακές και θεολογικές αναλύσεις, οι οποίες εστιάζουν σε διάφορες πτυχές του έργου του Καζαντζάκη. Τονίζοντας τις έννοιες της πάλης, του ανήφορου ή της ελευθερίας, αυτή η προσέγγιση αμφισβήτησε τη στατική ορθολογική διχοτομία σώματος - νου και ανέδειξε τον ρόλο της Μπερξονικής δημιουργικής ενόρμησης.
Όπως η ζωή του ήταν γεμάτη περιπλάνηση και ταξίδι, έτσι και η σκέψη του κινήθηκε μεταξύ βεβαιότητας και αμφιβολίας, πίστης και δυσπιστίας, μεταφυσικής θεϊστικής θρησκείας και οιονεί μεταμοντέρνας πνευματικότητας.
Αν η εθνογραφική προσέγγιση του Καζαντζάκη στηρίχτηκε περισσότερο στο είναι και η πιο πρόσφατη θεολογική στο γίγνεσθαι, τι συμβαίνει με τη λογοτεχνική προσέγγιση του Καζαντζάκη; Μπορούμε άραγε να διαβάσουμε το μυθιστορηματικό έργο του Καζαντζάκη με έναν νέο τρόπο, να περάσουμε δηλαδή από την οντολογία του είναι στο ενδεχόμενο του γίγνεσθαι, όπως έκαναν οι νέοι θεολόγοι φέρνοντάς τον κοντά στον μεταμοντερνισμό;










