Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ο Ποιητής του Αιγαίου, 'Οδυσσέας Ελύτης, ο Νομπελίστας ποιητής μας από την Μυτιλήνη, ο 'Οδυσσέας Αλεπουδέλης, μπορεί, και μας εμπνέει και σήμερα, 114 χρόνια, από τη γέννηση του, σαν σήμερα στις 2 Νοεμβρίου το 1911‼️



Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να 'ν' ήμερος.. να 'ναι άκακος..
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση

κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί

Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα
τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βίος

κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά
του τηνε παίρνουνε κι αυτή

Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί

γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί

γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, ο  "ποιητής του Αιγαίου",

ο 'Οδυσσέας Ελύτης που η Σουηδική Ακαδημία βράβευσε με το Νόμπελ ποίησης το 1979 :

«Για την ποίησή του, που, με ρίζες στην ελληνική παράδοση, απεικονίζει με αισθησιακή δύναμη και πνευματική διαύγεια τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία».

Γεννήθηκε #Σαν_σήμερα στις 2 Νοεμβρίου 1911, στο 'Ηράκλειο Κρήτης όπου διέμεναν οι Μυτιληνιοί γονείς του και διατηρούσαν εργοστάσιο σαπουνοποιίας.

Μεταλλικό ανάγλυφο που εικονίζει τον Οδυσσέα Ελύτη,
από τη Λότζια Ηρακλείου Κρήτης.
 Έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά.


"Ο ποιητής του Αιγαίου" -  Οδυσσέας 'Ελύτης 

είναι για όλους τους Έλληνες θησαυρός ανεκτίμητος,

πνευματική μας προίκα και  Κληρονομιά!

Το έργο του διδάσκεται στα σχολεία, έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και καθώς  είχε, εμπνεύσει τους δύο κορυφαίους και αείμνηστους Μουσικοσυνθέτες -  δημιουργούς:Θεοδωράκη -  Χατζιδάκι, να γράψουν σπουδαία Μουσική πάνω στα σπουδαία έργα του, που αναδύουν ελληνικότητα και μοναδικότητα, και να γίνουν "φάρος"  και " πυξίδα " για όλους εμάς τους απλούς Έλληνες, έτσι ώστε η ποίηση του να γίνει για όλους εμάς βίωμα κι ανάσα καθημερινότητας, έτσι ώστε  να οπλιστούμε δύναμη και θάρρος πνευματικό κι όλοι εμείς με την σειρά μας να μπορέσουμε να  μετατρέψουμε την σκληρή καθημερινότητα μας σε Ποίηση‼️ και Ουσία πνευματική ‼️

Η φράση του: «Η Ελλάδα δεν είναι γεωγραφία, είναι ποίηση» συνοψίζει το πνεύμα του αλλά και η φράση του 

«Να ονειρεύεσαι δεν είναι αρκετό. Πρέπει να τολμάς να ζεις το όνειρο.»– Οδυσσέας Ελύτης.

είναι η προτροπή του για όλους εμάς σήμερα‼️

Διαβάστε τι είχε πει ο ίδιος
Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (Με αφορμή τα σημερινά γενέθλια του ποιητή)

Αναδημοσιεύουμε από το blog του panagiotisandriopoulos


Οδυσσέας Ελύτης - Μάνος Χατζιδάκις - Κάρολος Κουν το 1957 στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης
τις μέρες του Κύκλου με την Κιμωλία του Brecht. Φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Χατζιδάκι

Ήταν 13 Ιουλίου του 1987. Περιμέναμε τον Μάνο Χατζιδάκι να μιλήσει για τον Οδυσσέα Ελύτη σε εκδήλωση στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας.
Δεν ήρθε... Το κείμενό του δημοσιεύθηκε αργότερα στο περιοδικό "Λέξη" και τελικά συμπεριελήφθη στη συναγωγή κειμένων του Χατζιδάκι "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι" (1988). Στο τέλος του κειμένου υπάρχει η σημείωση του ίδιου του Χατζιδάκι: "Γραμμένο ξημερώματα Δευτέρας 13 Ιουλίου 1987 για να το διαβάσω στην Πάτρα, την ίδια μέρα".
Με αφορμή, λοιπόν, τα σημερινά γενέθλια του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (107 χρόνια από τη γέννηση του) σκέφθηκα να μεταφέρω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από εκείνο το κείμενο του Χατζιδάκι, που μου είχε κάνει εντύπωση. Αναφέρεται στη συλλογή του Ελύτη "Μαρία Νεφέλη". Γράφει ο Χατζιδάκις:
Την "Μαρία Νεφέλη" είχα την τύχη να την ακούσω από τον ίδιο τον ποιητή όσο την έγραφε, μια Πρωτομαγιά του '70 στο Παρίσι. Ήταν αυτοεξόριστος με το κορίτσι που αγαπούσε κι εγώ οδοιπόρος του κόσμου όλου, από την Καλιφόρνια ως τη Ρώμη, εξόριστος για χρέη εφοριακά, μα και μ' ασίγαστο το πάθος για πρόσωπα καινούρια, άλλων γλωσσών κι άλλων καταγωγών. Οι λεπτομέρειες, βλέπετε, είναι πολύ πιο ποιητικές απ' τους καιρούς που τότε ζούσαμε, σαν χουντοχτυπημένοι.
Έτσι καθώς μου διάβαζε το ένα ποίημα μετά το άλλο, ένιωθα πως ο Ελύτης ζούσε για άλλη μια φορά την επανάστασή του. Άφηνε πίσω την πραγματική του ηλικία κι έφτανε τροπαιούχος στην φανταστική νεότητά του. Εγκατέλειπε το βάθρο του επιβεβλημένου ποιητή και ξαναποκτούσε το μανδύα του επαναστάτη, όχι για την επανάσταση αλλά για το κορίτσι του. Κι ήταν πανέμορφος. Γιατί οι επαναστάσεις δεν εμπνέουν - κι ας λένε ό,τι θέλουν οι μέτριοι ποιητές των γενεών, που τάχα έχουν τάξει την ποίησή τους στο λαό, ετσιθελικά, ερήμην βέβαια της θελήσεως του λαού.
Ένα κορίτσι ζωντανό είναι μια ύλη καταλυτική, χίλιες φορές πιο δυνατή από δυο τίτλους με κεφαλαία στο "Ριζοσπάστη". Κι ο Ελύτης σαν αληθινός, το ξέρει αυτό και τ' ακολουθεί στις δυνατές στιγμές του.
Η "Μαρία Νεφέλη" είναι μια δυνατή στιγμή του, μια επανάσταση απέναντι στον Χρόνο που προσπάθησε να τον σφραγίσει, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του.
Στο κείμενό του για τον Ελύτη ο Χατζιδάκις ανθολογεί και μερικά ποιήματα που θα διάβαζε το βράδυ εκείνο του Ιουλίου του 1987 στην Πάτρα. Από την συλλογή "Ήλιος ο πρώτος", από την "Μαρία Νεφέλη", από τα "Ρω του Έρωτα" και "μερικά εξαίσια ποιητικά αποφθέγματα", όπως τα χαρακτηρίζει ο Χατζιδάκις, απ' τη "Μαρία Νεφέλη".

Με τον Οδυσσέα Ελύτη στο Παρίσι, το 1970.

Η φωτογραφία αυτή, από το Παρίσι του '70, περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι", με τον Χατζιδάκι να την σχολιάζει ως εξής:
"Του Ελύτη του άρεσαν τα κορίτσια από παλιά. Αυτό δυσκόλεψε λίγο τη γνωριμία μας ώσπου άρχισα να γράφω Μουσική για τον Ήλιο του. Και τραγουδούσα όπου βρισκόμουν, νύχτα - μέρα, "Σήκω μικρή μικρή Πορτοκαλένια", κι ο Ελύτης έτρεχε προς τη μεριά μου για ν' αγκαλιάσει την Πορτοκαλένια, έτσι καθώς ξυπνούσε από τη Μουσική μου. Μ' αυτόν τον τρόπο γνωριστήκαμε και γίναμε πολύ φίλοι. Αλλά όσες φορές ξεχνούσε την Ελένη του και την Πορτοκαλένια, γινόταν το παράξενο να φεύγει κι από μένα. Κι ένιωθε τότες τις περίφημες Έξη και μία Τύψεις. Οι ενοχές του αυτές με σφράγισαν πότε αττικά και πότε αιγαιοπελαγίτικα".
Ο Χατζιδάκις δεν μας έδωσε ποτέ την μουσική που έγραψε - προφανώς στη νιότη του - για τον Ήλιο (τον πρώτο) του Ελύτη. Την Πορτοκαλένια του δεν την ακούσαμε, δυστυχώς...
Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο Χατζιδάκις απεφάνθη: "Το ποίημα δεν χρειαζόταν μουσική. Τώρα το ξέρω αυτό καλά. Γιατί ήταν το ίδιο Μουσική."
Γι΄αυτό κι εμείς δεν παύουμε να μνημονεύουμε Ελύτη και Χατζιδάκι, όπου και να μας βρίσκει το κακό, όπου και να θολώνει ο νους μας.

===============================

Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα

του Γιώργου Κριωνά έτσι όπως 
Δημοσιεύθηκε από gkrionas
το 2020
Γιώργος Κριωνάς
Ο Ελύτης και η μελοποίηση των ποιημάτων του.

"Οι λέξεις που ξεκινούσαν από «ελ» μου ασκούσαν πάντα μια μαγεία. Ελλάδα, ελευθερία, ελπίδα και μια Ελένη που ερωτεύτηκα."
(εξηγώντας, σε συνέντευξη μετά το Νόμπελ, πώς διάλεξε το ψευδώνυμο «Ελύτης»)

Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο με καταγωγή από τη Μυτιλήνη στις 2 Νοεμβρίου 1911. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, όντας ο δεύτερος Έλληνας και τελευταίος μέχρι σήμερα που έχει αποσπάσει τη διάκριση αυτή. Με την ευκαιρία της επετείου της γέννησής του, θυμόμαστε ποιήματά του που μελοποιήθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ από τον κόσμο.

9 Φεβρουαρίου 1959: Ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζει τα τραγούδια που έγραψε για την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης “Ο κύκλος με την κιμωλία” του Μπέρτολτ Μπρεχτ, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Ερμηνεύει ο Γιώργος Μούτσιος και παίζει πιάνο ο συνθέτης. Αργότερα την ίδια χρονιά κυκλοφορεί δίσκος 45 στροφών με 4 από αυτά.

1964: “Το Άξιον Εστί” , το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη (που εκδόθηκε το 1959) μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη. Τραγουδούν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Θεόδωρος Δημήτριεφ και η Μικτή Χορωδία Θάλειας Βυζαντίου. Απαγγέλλει ο Μάνος Κατράκης. Το εξώφυλλο του δίσκου από τον Γιάννη Τσαρούχη.

Η πρώτη παρουσίαση του “Άξιον Εστί” του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1964. Πρόκειται ασφαλώς για ένα από τα σπουδαιότερα και γνωστότερα έργα της Ελληνικής μουσικής που χάρισε στο Νεοελληνικό Πολιτισμό ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα αριστουργήματά του. Αναντίρρητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες το “Άξιον Εστί” έχει εδραιωθεί πλήρως στη συνείδηση, στο μυαλό και στην καρδιά του κόσμου και συνεπώς στην ιστορία της μουσικής μας.

1966: “Μικρές Κυκλάδες / Λιποτάκτες” , ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιάννη Θεοδωράκη μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ερμηνεύει ο συνθέτης και η Ντόρα Γιαννακοπούλου, η μετέπειτα συγγραφέας σπουδαίων έργων όπως “Η πρόβα νυφικού” και ο “Μεγάλος Θυμός”.

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου στην περίφημη “Μαρίνα”.

1969: “Ήλιος ο Πρώτος”, η ποίηση του Ελύτη (που πρωτοεκδόθηκε το 1943) μελοποιημένη από τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ερμηνεύουν οι Μαρία Δημητριάδη, Σταύρος Πασπαράκης και η χορωδία Αινιάν. Αφηγητής ο Γιάννης Φέρτης.

1972: “Το Θαλασσινό Τριφύλλι” , ο Μιχάλης Βιολάρης και η Ρένα Κουμιώτη σε ποιήματα του Ελύτη μελοποιημένα από τον Λίνο Κόκοτο. Τα λόγια του Ελύτη προς τον Λίνο Κόκοτο, μόλις άκουσε μελοποιημένο “Το θαλασσινό τριφύλλι”, ήταν: «Μπράβο, παιδί μου, έβγαλες ένα Αιγαίο και μία Ελλάδα, όπως τα φανταζόμουν!».

1979: “Η Ποδηλάτισσα”, ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη μελοποιημένα από τον Μιχάλη Τρανουδάκη, με την Αφροδίτη Μάνου (πρώτος προσωπικός δίσκος της).

1982: “Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας”, μουσική του Δημήτρη Λάγιου, ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Τραγουδούν ο Γιώργος Νταλάρας, η Ελένη Βιτάλη, ο Νίκος Δημητράτος και η Χορωδία Λαμίας.

1984: “Προσανατολισμοί” , μουσική Ηλία Ανδριόπουλου, ποίηση Οδυσσέα 
Ελύτη (που πρωτοεκδόθηκε το 1939). Τραγουδά η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Απαγγέλλει η Ρηνιώ Παπανικόλα.
1984: “Μαρία Νεφέλη”, η Αγγελική Ιονάτου μελοποιεί και τραγουδά Οδυσσέα Ελύτη. Μαζί της ο Σπύρος Σακκάς

Λέει η συνθέτης και ερμηνεύτρια σε συνέντευξή της στον Σωτήρη Μπέκα:


…«Έχω άλλα σχέδια για τη “Μαρία Νεφέλη” και δεν σας επιτρέπω να το μελοποιήσετε». Στεναχωρήθηκα πολύ. Την άλλη μέρα τηλεφώνησα στον Σπύρο (σ.σ. Σακκά) κλαίγοντας. Μου είπε ότι θα έβρισκε έναν τρόπο να τον συναντήσει (τον Ελύτη). Κλείστηκε ραντεβού στην οδό Σκουφά για να μιλήσουμε. Του υποσχέθηκα ότι δεν θα έλειπε ούτε κόμμα από το κείμενο και ότι θα “ανέβει” σε θεατρικό έργο στη Γαλλία. «Ανεβάστε το σαν θέαμα, αλλά όχι σε δίσκο», μου απάντησε. Όντως το “ανεβάσαμε” στο θέατρο, αλλά πάνω στις δέκα παραστάσεις, ήρθε ένα τηλεγράφημα από τον Ελύτη που πλέον μου έλεγε: «Σας δίνω την άδεια να το ηχογραφήσετε». Έτσι συμφιλιωθήκαμε…

Ζωντανή ηχογράφηση, Αθήνα, Μπουάτ Απανεμιά Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντάς το από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Κι από τη συλλογή “Τα Ρω του έρωτα” (1972), το πιο αγαπημένο ποίημα του Ελύτη που έγινε τραγούδι και σύνθημα στα χείλη των περισσότερων Ελλήνων, απλά με το στίχο “… δεύτερη ζωή δεν έχει…”, το “Παράπονο”, όπως το ερμήνευσε “απόλυτα” η Ελευθερία Αρβανιτάκη, σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου.

“Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές”

ΠΗΓΗ: Γιώργος Κριωνάς
===================================

Δείτε σχετικές προηγούμενες αναρτήσεις μας ΕΔΩ:

Σαν σήμερα πριν 112 χρόνια είχε γεννηθεί ο Οδυσσέας Ελύτης ο ποιητής το Αιγαίου που χάρισε στην πατρίδα μας το 2ο της Βραβείο Νόμπελ, εκείνο της ποίησης, το 1979‼️‼️






                                                      Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι.Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα! Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996).


...Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης... O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο ... Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ΄Oδυσσέας Ελύτης



Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996)





Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι.Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα! Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996).

Η εικόνα είναι από το Εικαστικό Έργο του
Οδυσσέα Ελύτη,Τα Κολάζ.

Με αφορμή την επέτειο γέννησης του σαν σήμερα μπορούμε να επισκεφτούμε το Μουσείο Ελύτη που ονομάζεται
"Το ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ " και στεγάζεται σε κτίριο που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και λειτουργεί με την υποστήριξή του.
ΟΙΚΙΑ ΕΛΥΤΗ
ΜΟΥΣΕΙΟ
Ένας σημαντικός Έλληνας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης —ποιητής ανοιχτών οριζόντων, βαθιών ιδεών και ακτινοβόλου εξπρεσιονισμού— άφησε ένα έργο που αποτελεί εθνικό θησαυρό ύψιστης σημασίας.
Η ποίησή του, με τον πολλαπλό συμβολισμό της, τη δύναμή της και τις πανανθρώπινες αξίες που προωθεί, αποτελεί ένα ισχυρό αντίβαρο στη συνεχή υποτίμηση πολλών από τις θεμελιώδεις αρχές μας.
Το Σπίτι - Μουσείο Ελύτη έχει ως στόχο να υπηρετήσει τις βασικές έννοιες της σκέψης του Ελύτη, οργανώνοντας μια μοναδική έκθεση που δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη να προσεγγίσει τις ιδέες, τις λυρικές εικόνες, την απλότητα και την αισθητική του ποιητή.
Για τον σκοπό αυτό, το μικρό Σπίτι - Μουσείο του Ελύτη έχει δομηθεί με βάση δύο άξονες:

α) την παρουσίαση πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη —η οποία περιλαμβάνει ως ανεκτίμητο έκθεμα τη μελέτη του ποιητή— και τη μύηση στον τρόπο που λειτουργεί η ποίηση μέσα από την προσωπική εμπειρία του επισκέπτη και τη σχέση του με το περιβάλλον και τα αυθεντικά έγγραφα. 
Στεγάζοντας αποκλειστικά την ιδιωτική συλλογή της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, η οποία περιλαμβάνει έργα τέχνης, αντικείμενα, βιβλία και ποικίλο αρχειακό υλικό του Οδυσσέα Ελύτη, το μουσείο είναι οργανωμένο σύμφωνα με τις ακόλουθες επιμέρους θεματικές ενότητες: 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 
Μια σύντομη χρονολογική περίληψη παρουσιάζει τα κύρια ορόσημα στη ζωή και το έργο του ποιητή—καλύπτοντας τις εννέα δεκαετίες της ζωής του. 
Αποσπάσματα από τα γραπτά του Ελύτη μαζί με αρχειακό υλικό — χειρόγραφα, έργα τέχνης και αντικείμενα— σχηματίζουν συνοπτικές θεματικές ενότητες για τη γλώσσα, τη διαδικασία της γραφής, τη διαχρονία της ελληνικής, τους βασικούς άξονες της ποίησής του και τη σχέση του με άλλες τέχνες. 
Μια μικρή συλλογή πινάκων με έργα αγαπητά στον Ελύτη συμπληρώνει την εισαγωγική έκθεση
ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ 
Το εσωτερικό δωμάτιο στο ισόγειο περιέχει και παρουσιάζει μια πιστή αναπαράσταση του χώρου εργασίας του Οδυσσέα Ελύτη.
Περιλαμβάνει: το γραφείο που χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων και σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ως συγγραφέας, έπιπλα σαλονιού —καναπές από τη Σκύρο, χαμηλό τραπέζι κατασκευασμένο από παλιό, διακοσμημένο σεντούκι— μαζί με τη βιβλιοθήκη του, σχεδιασμένη από τον Γιάννη Μόραλη για να χωράει περίπου επτακόσια βιβλία από την ιδιωτική του συλλογή.

Το δωμάτιο περιέχει επίσης τα έργα τέχνης που διακοσμούσαν τους τοίχους του διαμερίσματός του.
Το δωμάτιο προσφέρει μια μοναδική εμπειρία στον επισκέπτη και, ταυτόχρονα, παρέχει ένα σημαντικό και έμμεσο μάθημα αισθητικής και απλότητας. 
ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ 
Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, χωρητικότητας ογδόντα (80) θέσεων, εξοπλισμένη με πιάνο με ουρά και ηχητικές εγκαταστάσεις.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Μια βιβλιοθήκη με βιβλία του Ελύτη, καθώς και βιβλία για την ποίησή του, μαζί με πολυάριθμες ξένες εκδόσεις και μεταφράσεις του έργου του.
Η αίθουσα περιλαμβάνει επίσης δύο κομψές βιβλιοθήκες που ανήκουν στον Οδυσσέα Ελύτη, οι οποίες περιέχουν κυρίως έργα γαλλικής λογοτεχνίας. 
Διοσκούρων 4. & Πολυγνώτου
105 55 Πλάκα, Ελλάδα

+30 210 33 15461
info@elytishousemuseum.gr
Το ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ στεγάζεται σε κτίριο που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και λειτουργεί με την υποστήριξή του.

https://www.elytishousemuseum.gr/en

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

Σαν σήμερα πριν 112 χρόνια είχε γεννηθεί ο Οδυσσέας Ελύτης ο ποιητής το Αιγαίου που χάρισε στην πατρίδα μας το 2ο της Βραβείο Νόμπελ, εκείνο της ποίησης, το 1979‼️‼️

 


#Σαν_Σήμερα στις #2_Νοεμβρίου_1911 γεννήθηκε στο

#Ηράκλειο_Κρήτης  ο 'Οδυσσέας Αλεπουδέλης,

Ο κατά κόσμον 'Οδυσσέας

'Ελύτης, βραβευθείς με Νόμπελ Ποίησης τον Δεκέμβριο του 1979.

"Είναι ωραίο να συνειδητοποιείς κάποια στιγμή πως μια γέννηση που συνέβη με χιλιάδες άλλες, απομονώνεται και αποκτά τη σημασία του δώρου. 

Δώρα στους λαούς που τους γεννούν, είναι οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι μουσικοί. 

Δώρο μας είναι κι ο #Ελύτης, που γεννήθηκε πριν εξήντα χρόνια. 

Μια μεγάλη ποιητική φυσιογνωμία της Ελλάδας "

Αυτά ήταν τα όμορφα λόγια

της Ηρακλειώτισσας συγγραφέως  #ΛΙΛΗ_ΖΩΓΡΑΦΟΥ 

σε ομιλία  της το 1971 για τον

Νομπελίστα ποιητή τον  

#Ποιητή_του_Αιγαίου #Οδυσσέα_Ελύτη

Mariarosa...... 

Στις 2 Νοεμβρίου το 2011 συμπληρώθηκαν τα 💯 χρόνια ⏳🗿

από τη γέννηση του ποιητή του φωτός #Οδυσσέα_Ελύτη

του  Νομπελίστα 🏆

"ταξιδευτή " της αλήθειας, του φωτός

και της διαφάνειας! 

🙏είθε τα λόγια του να βρουν τους σωστούς Αποδέκτες! 

Σήμερα που η μητέρα - πατρίδα 'Ελλάδα 🇬🇷

αλλά και ο πλανήτης ολόκληρος 🌍🌎🌏 🗺️

η μάννα Γη 🌐περνά,

μια από 

τις δυσκολότερες ώρες στην ιστορία της... 

🙏Είθε, όλοι μας και ο καθένας από εμάς ατομικά να, τα αναλογιστούμε και να, πράξουμε, τ΄ανάλογα ...

Ψηλά μ' έναν πυρσό από στάχυα η λεβεντιά

Προχωρεί μεσ' στα κύματα και τραγουδάει:

Ώ παιδιά που με νιώθετε - πατριωτάκια του ήλιου

Με βέργες και παράξενα πουλιά στα χέρια

Με χλοερές καρδιές και μάτια καθαρά

Που ακούτε από τις παραλίες της ανατολής να βουϊζει

Ζεσταίνοντας στην αγκαλιά σας ένα φως απέραντο

Από την άκρη τ' ουρανού ως το βάθος της καρδιάς

Με πείσμα πορφυρό - πατριωτάκια του ήλιου.

Ακούστε με είμαι από τους δικούς σας δώστε μου ένα χέρι

Που ν' αγαπάει - μεμιάς να κόβει ολόκληρα τα όνειρα

Να κολυμπάει ελεύθερα στα νιάτα των νεφών

Η γη μιλάει κι ακούγεται απ' το ρίγος των ματιών.

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο

Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι

Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο

Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν Αεροβάτες

Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας

Ένας θεός το ξέρει.

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν

Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες. 

Φίλε μου, όσοι δεν ένιωσαν ποτέ, με τί

Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

Χτίζουμε, ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

#Ο_Ήλιος_ο_Πρώτος

μαζί με τις "Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα"

- 1η έκδ. Αθήνα, Ο Γλάρος, 


Με αφορμή την 'Εθνική μας επέτειο στις 28 'Οκτωβρίου ας θυμηθούμε πως ο


'Εφεδρος Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης) που πήγε με χαρά να υπηρετήσει την πατρίδα

στο μέτωπο του '40, στα ελληνοαλβανικά σύνορα μέχρι που αρρώστησε βαριά με 
τυφοειδή πυρετό και νοσηλεύτικε
κατέγραψε τις κακουχίες & την σκληρότητα 

του πολέμου μέσα από το έργο του.




Ο ΕΦΕΔΡΟΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗΣ (ΕΛΥΤΗΣ)

Ο Ελύτης είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας το 1937, όπου κι έμεινε εννέα μήνες. Επέστρεψε όμως στην Αθήνα χάρη στη βοήθεια και τη μεσολάβηση της Ελένης Βλάχου, και τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του ΙΙ Τάγματος στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού στο Πικέρμι.
Την 28η Οκτωβρίου του 1940 ο 29χρονος έφεδρος ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης παρουσιάζεται στο Α΄ Κέντρο Επιστρατεύσεως του Α΄ Σώματος Στρατού (Α΄ Σ.Σ.), το οποίο βρίσκεται τότε υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Παναγιώτη Δεμέστιχα. Είναι η αρχή μιας μεγάλης περιπέτειας, εθνικής καθώς και προσωπικής για τον Οδυσσέα Αλεπουδέλη.
Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης τοποθετείται στη Διλοχία Διοικήσεως του Στρατηγείου του Α΄ Σ.Σ. στο Ψυχικό και λίγες μέρες αργότερα, μετακινείται στην περιοχή Καλαμπάκας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων για την απόκρουση των Ιταλών.
Η μετακίνηση γίνεται με οχήματα της Διμοιρίας Αυτοκινήτων του Στρατηγείου ή με τον σιδηρόδρομο. Από ένα σημείο και μετά, το μέσον είναι η πεζοπορία. «Οι στρατιώτες, ύστερα από το Αγρίνιο, την Καλαμπάκα, τη Φλώρινα, όπου κυρίως με το τραίνο φτάνουν, πεζοπορούν για να φτάσουν στο μέτωπο – λίγοι αφικνούνται με αυτοκίνητο κι αυτοί, πάντως, όχι μέχρι την πρώτη γραμμή. Κάποιοι από τους επιστρατευμένους φαντάρους καλύπτουν ίσως και περισσότερα από 300 χλμ. πορείας για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή. Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1940, μετατέθηκε στη ζώνη πυρός.
Στο μέτωπο, στην πρώτη ή στη δεύτερη γραμμή, βρίσκονται, εκτός από τον Ελύτη, ο ζωγράφος Γ. Τσαρούχης, ο Αγγ. Τερζάκης, ο Στ. Ξεφλούδας, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, οι συγγραφείς και ποιητές Γ. Σαραντάρης, Ν. Καββαδίας Ν. Εγγονόπουλος, Γ. Μπεράτης (αρχές του ’41), Λ. Ακρίτας, Ν. Βρεττάκος, Α. Κοβατζής, Α. Καραντώνης, οι νεότεροι Αγγ. Βλάχος, Τ. Σινόπουλος, Αρ. Δικταίος, Λευτ. Ιερόπαις, κ.ά.
Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943.
“Πότε με τα πόδια, βαδίζοντας προσεχτικά και κρατώντας ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, πότε καβάλα σ’ ένα πανύψηλο άλογο ανέβαινα ολοένα τις νύχτες ανάμεσα από τα μεγάλα σύδεντρα και τα τρομαχτικά φαράγγια της Πίνδου. Νύχτα πάντοτε”» εκμυστηρεύεται αργότερα σε επιστολή του ο Ελύτης και αναδημοσιεύει στο βιβλίο του «Ελύτης εποχούμενος – Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο», ο Ηλίας Καφάογλου.
Αλλού γράφει: «Πρέπει να βρω το αντίσκηνό μου. Το ’χουνε στήσει μακριά, στην άκρη απ’ όλα τ’ άλλα, που ’ναι όλα τους περιποιημένα, στοιχημένα σ’ ευθείες γραμμές. Ετσι που τα φωτίζει το φεγγάρι κάτω από τα σύννεφα, μοιάζουνε με τάφους. Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτή τη μικρή κοιλάδα, νιώθω καλύτερα, προπάντων που δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω μου. Αρχινάω τις βόλτες επάνου κάτω καπνίζοντας. Αλλο ένα τσιγάρο. Κι άλλο ένα».
Ο Ελύτης περιγράφει τις πολεμικές του περιπέτειές με κάθε λεπτομέρεια: «Με ένα “φύλλο πορείας” στην τσέπη, κίνησα για να συναντήσω την καινούργια μονάδα μου που μαχόταν κάπου ανάμεσα στ’ Ακροκεραύνια και στο Τεπελένι. Αρχισα να εγκαταλείπω ένα-ένα όλα τα στοιχεία που συγκροτούσανε την υλική μου υπόσταση. Τα γένεια μου μεγάλωναν ολοένα. Οι ψείρες πλήθαιναν. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. […] Τη νύχτα εκείνη χρειάστηκε να περάσω από ένα μονοπάτι που το χρησιμοποιούσαν οι τραυματιοφορείς για να κουβαλήσουν στα μετόπισθεν τους βαριά τραυματισμένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βογγητά τους…”».
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης αρρωσταίνει και παρουσιάζει υψηλό τυφοειδή πυρετό και μεταφέρεται στο Δέλβινο και στη συνέχεια νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Αξιωματικών Ιωαννίνων, το λεγόμενο “Ρουμανικόν”. Εκεί αποφασίζει ότι πρέπει όλα όσα έχει ζήσει να τα καταγράψει.
“ Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το “Ασμα” που έγραψα. Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ γι’ αυτά. Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το “Αξιον Εστί”».
Πηγή: efedros.blogspot.com

/2016/02/blog-post_27.html#ixzz41M4BnlhW
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΕΦΕΔΡΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ



Ο ποιητής έγραψε το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο» όχι γιατί ήρθε η Μούσα και στάθηκε στο πλευρό του, αλλά διότι είδε το αίμα, τον πόνο, τη στέρηση, τον θάνατο να στέκει μπροστά του στα χιονισμένα πεδία μαχών στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο Οδυσσέας Ελύτης, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης, έζησε τον πόλεμο από μέσα...

Άγνωστες πτυχές της θητείας του εμφανίζονται στο βιβλίο «Ελύτης εποχούμενος – Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο» που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Ύψιλον. Προδημοσίευση του βιβλίου έκανε η Καθημερινή και μέσω αυτής, αναδεικνύονταν κάποιες κρυφές -μέχρι τώρα- πτυχές του στρατιωτικού βίου του μέγιστου Έλληνα ποιητή.

Για την ιστορία ο Οδυσσέας Ελύτης, στις 28 Οκτωβρίου 1940, παρουσιάστηκε στο Α΄ Κέντρο Επιστρατεύσεως του Α΄ Σώματος Στρατού (Α΄ Σ.Σ.), το οποίο βρίσκεται τότε υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Παναγιώτη Δεμέστιχα. Είναι η αρχή μιας μεγάλης περιπέτειας, εθνικής καθώς και προσωπικής - για τον Οδυσσέα Αλεπουδέλη, ή αλλιώς Ελύτη, την οποία έρχεται να μας θυμίσει, με πολλές κι ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες στο βιβλίο «Ελύτης εποχούμενος - Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο», ο Ηλίας Καφάογλου

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ο Ελύτης είχε αρχικά υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας «από τις 8 Ιανουαρίου ώς τις 9 Σεπτεμβρίου 1937, οπότε "καμένος από τον ήλιο και με χρυσές επωμίδες", επέστρεψε στην Αθήνα, χάρη στη βοήθεια και τη μεσολάβηση της Ελένης Βλάχου, και τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του ΙΙ Τάγματος στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο έδρευε στο Πικέρμι».

Το 1940 στρατεύεται εκ νέου και πολύ γρήγορα βρίσκεται στο μέτωπο, αφού «σύμφωνα με τη Στρατηγική Διάταξη του Σχεδίου Εκστρατείας ΙΒα ["Μεταβλητή ΙΒα"], το Α΄ Σ.Σ. αποτελούσε γενική εφεδρεία, στην περιοχή Καλαμπάκας, στη διάθεση του Αρχιστρατήγου». Στο μέτωπο, στην πρώτη ή στη δεύτερη γραμμή, βρίσκονται, εκτός από τον Ελύτη, ο ζωγράφος Γ. Τσαρούχης, ο Αγγ. Τερζάκης, ο Στ. Ξεφλούδας, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, οι συγγραφείς και ποιητές Γ. Σαραντάρης, Ν. Καββαδίας Ν. Εγγονόπουλος, Γ. Μπεράτης (αρχές του '41), Λ. Ακρίτας, Ν. Βρεττάκος, Α. Κοβατζής, Α. Καραντώνης, οι νεότεροι Αγγ. Βλάχος, Τ. Σινόπουλος, Αρ. Δικταίος, Λευτ. Ιερόπαις, κ.ά.

Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης τοποθετείται στη Διλοχία Διοικήσεως του Στρατηγείου του Α΄ Σ.Σ. στο Ψυχικό και λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά ένα διαφορετικό ταξίδι στην Ελλάδα: «5-9 Νοεβρίου 1940: Το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. και οι οργανικές μονάδες του μετακινούνται στην περιοχή Καλαμπάκας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων για την απόκρουση των Ιταλών». Η μετακίνηση γίνεται με οχήματα της Διμοιρίας Αυτοκινήτων του Στρατηγείου ή με τον σιδηρόδρομο. Από ένα σημείο και μετά, το μέσον είναι η πεζοπορία. «Οι στρατιώτες, ύστερα από το Αγρίνιο, την Καλαμπάκα, τη Φλώρινα, όπου κυρίως με το τραίνο φτάνουν, πεζοπορούν για να φτάσουν στο μέτωπο – λίγοι αφικνούνται με αυτοκίνητο κι αυτοί, πάντως, όχι μέχρι την πρώτη γραμμή. Κάποιοι από τους επιστρατευμένους φαντάρους καλύπτουν ίσως και περισσότερα από 300 χλμ. πορείας για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή. Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1940, το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. μετακινείται στο χωριό Βοτονόσι, 5 χλμ. ανατολικά του Μετσόβου. Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η ελληνική (αντ)επίθεση».

Τα ιταλικά στρατεύματα απωθούνται και «το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. προωθείται στο χωριό Ζίτσα, 3 χλμ. ΒΔ των Ιωαννίνων. "Πότε με τα πόδια, βαδίζοντας προσεχτικά και κρατώντας ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, πότε καβάλα σ' ένα πανύψηλο άλογο ανέβαινα ολοένα τις νύχτες ανάμεσα από τα μεγάλα σύδεντρα και τα τρομαχτικά φαράγγια της Πίνδου. Νύχτα πάντοτε"» εκμυστηρεύεται αργότερα σε επιστολή του ο Ελύτης. Αλλού γράφει: «Πρέπει να βρω το αντίσκηνό μου. Το 'χουνε στήσει μακριά, στην άκρη απ' όλα τ' άλλα, που 'ναι όλα τους περιποιημένα, στοιχημένα σ' ευθείες γραμμές. Ετσι που τα φωτίζει το φεγγάρι κάτω από τα σύννεφα, μοιάζουνε με τάφους. Ωστόσο, εδώ, σ' αυτή τη μικρή κοιλάδα, νιώθω καλύτερα, προπάντων που δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω μου. Αρχινάω τις βόλτες επάνου κάτω καπνίζοντας. Αλλο ένα τσιγάρο. Κι άλλο ένα».

Ιανουάριος 1941. «Το Σύνταγμα μετασταθμεύει στην περιοχή καλαράτι, όπου αντικαθιστά το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων (Αρτας), έχοντας μέτωπο το "νεκρό χωριό" Μπολένα. "Αργότερα", θυμάται και γράφει ο Ελύτης, με ένα "φύλλο πορείας" στην τσέπη, κίνησα για να συναντήσω την καινούργια μονάδα μου που μαχόταν κάπου ανάμεσα στ' Ακροκεραύνια και στο Τεπελένι. Αρχισα να εγκαταλείπω ένα-ένα όλα τα στοιχεία που συγκροτούσανε την υλική μου υπόσταση. Τα γένεια μου μεγάλωναν ολοένα. Οι ψείρες πλήθαιναν. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. [...] Τη νύχτα εκείνη χρειάστηκε να περάσω από ένα μονοπάτι που το χρησιμοποιούσαν οι τραυματιοφορείς για να κουβαλήσουν στα μετόπισθεν τους βαριά τραυματισμένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βογγητά τους..."».

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης είναι άρρωστος με υψηλό τυφοειδή πυρετό. «Από το Μπόρσι με υγειονομικό όχημα, μέσω Αγίων Σαράντα, ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης μεταφέρεται στο Δέλβινο, έδρα του Α1 Ορεινού Νοσηλευτικού Τμήματος και του Α2 Ορεινού Χειρουργείου, ένας "Σωτήρας άγγελος της ζώνης των πρόσω". Τελικά, στις 2 Φεβρουαρίου, μέσω της καροποίητης οδού Δέλβινο-Γεωργουτσάδες και κατόπιν της αμαξιτής οδού Μπουλαράτ-Ελαία (Καλπάκι)-Γιάννενα, ο Ελύτης μεταφέρεται στο Νοσοκομείο Αξιωματικών Ιωαννίνων, το λεγόμενο "Ρουμανικόν" όπου νοσηλεύεται μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Εκεί, στο 406 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων "η ιδέα ενός βιβλίου" κρατούσε τον ποιητή, "όπως άλλους ένα εικόνισμα", κι όταν επιτέλους ξύπνησε απύρετος, και "είχε περάσει η μεγάλη κρίση", πίστεψε πως "το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει"».

Η πολεμική εμπειρία

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, ο Οδυσσέας Ελύτης περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές της χώρας, ανέβηκε σε καρότσες φορτηγών, ξάπλωσε σε πεζούλια δρόμων εξαντλημένος και στις 23 Απριλίου του 1941 «εισάγεται στο Β΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο που εδρεύει στον Ευαγγελισμό. Την επόμενη μέρα, το νοσοκομείο αδειάζει, ο Ελύτης παίρνει εξιτήριο για το σπίτι του και αναρρώνει. Τότε ήταν που συγκροτήθηκε μέσα του η ιδέα που είχε στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. "Δεν απέμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σ' όλα τα ανεβοκατεβάσματα της ελληνικής ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από το θάνατο... [...] Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το "Ασμα" που έγραψα. Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ γι' αυτά. Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το "Αξιον Εστί"».

Μέσα στην Κατοχή ο Ελύτης θα κυκλοφορήσει τη συλλογή «Ηλιος ο Πρώτος. Μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» (Γλάρος, Αθήνα 1943), ενώ το 1945 θα κυκλοφορήσει το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Διαβάστε παλαιότερες αναρτήσεις για τον Οδυσσέα Ελύτη παρακάτω:

https://voiceofthelambs.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97%20-%20%CE%9F%CE%94%CE%A5%CE%A3%CE%A3%CE%95%CE%91%CE%A3%20%CE%95%CE%9B%CE%A5%CE%A4%CE%97%CE%A3


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Σαν σήμερα 19 Οκτωβρίου το 1964, Το λαϊκό ορατόριο του Μίκη Θεοδωράκη, " Άξιον Εστί ", κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο " Ρεξ " της Αθήνας. Μετά από αλλεπάλληλες αρνήσεις και απαγορεύσεις της Κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου για την εκτέλεση του " Άξιον Εστί ", στο Ηρώδειο.

 Σαν σήμερα 19 Οκτωβρίου το 1964

Το λαϊκό ορατόριο του Μίκη Θεοδωράκη

" Άξιον Εστί " 

κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο," Ρεξ " της Αθήνας.

Μετά από αλλεπάλληλες αρνήσεις και απαγορεύσεις της 

Κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου, του Γεωργίου Παπανδρέου,

για την εκτέλεση του " Άξιον Εστί " , στο Ηρώδειο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης με αφορμή τον αποκλεισμό του έργου από το Ηρώδειο

καταγγέλει και δηλώνει ότι 

«το Άξιον Εστί πρέπει να πρωτοπαιχθεί στο Ηρώδειο». 

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Αυγή δηλώνει: 

«Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της»
 
και σημειώνει μεταξύ των άλλων, 

«… όσο για το Άξιον Εστί νομίζω ότι όλοι μαζί έχουμε ένα χρέος: να πρωτοπαιχτεί μέσα στο Ωδείο του Ηρώδου. 
Όχι φυσικά γιατί έχουμε σε υπόληψη τις ρωμαϊκές πέτρες, αλλά για να δώσουμε ένα μεγάλο μάθημα σ’ αυτούς που νομίζουν πως η Ελλάδα είναι τσιφλίκι τους. 
Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της και ο λαός είμαστε εσείς και εμείς. 
Εμείς οι Έλληνες συνθέτες, που ζυμωμένοι μέσα στα πάθη και τα όνειρα του λαού μας, παίρνουμε τη φωνή του και την κάνουμε ποίημα, πίνακα, θέατρο ή τραγούδι. 
Ας δούμε τελικά ποιος θα νικήσει. 
Οι ξενολάτρες σφετεριστές ή οι νόμιμοι «διακαιούχοι», οι καταξιωμένοι από την εκτίμηση και την αγάπη του λαού Έλληνες Ελληνολάτρες.»

του ιδίου του Μίκη Θεοδωράκη, τα λόγια του 

ιδίου του συνθέτη για την όλη πορεία πραγμάτωσης 

του κορυφαίου και εμβληματικού αυτού έργου του.

https://mikisguide.gr/mikis-theodorakis-to-axion-esti-vima-pros-ti-metasymfoniki-mousiki/

Ανατρέχοντας λοιπόν στο έτος 1964 του ημερολογίου του Μίκη.

Διαβάζουμε και έτσι ενθυμούμεθα ότι, 

επρόκειτο για ένα έτος το 1964,

όπου οξύνεται το Κυπριακό πρόβλημα. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης θα χρειαστεί να πάει 6 φορές μέσα στο χρόνο στην Κύπρο

Οι επισκέψεις του αφορούσαν συνομιλίες με το Μακάριο, και το ΑΚΕΛ, επισκέψεις στις βομβαρδισμένες περιοχές από τους Τούρκους, συμμετοχή σε συλλαλητήρια και πορείες ειρήνης.

Ενώ ευρύτερα στον κόσμο, έχουμε τον πόλεμο του Βιετνάμ 

να εισέρ­χεται στη σκληρότερη φάση του, 

με την άμεση εμπλοκή μάχιμων αμερικανικών δυνάμεων στο πλευρό της Σαϊγκόν.

O Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει να κατέβει στις βουλευτικές εκλογές 

προκειμένου να εκπροσωπηθεί η Κίνηση Νέων «Γρηγόρης Λαμπράκης» στη Βουλή.

Ενώ ο τότε Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου μιλά 

για εκμετάλλευση του Μίκη από την Αριστερά λέγοντας πως: 

«η Αριστερά εσκύλευσε τον μεν Λαμπράκη νεκρόν, τον δε Θεοδωράκη ζωντανόν…»

Στη φάση αυτή ο Θεοδωράκης δίδει το προσωπικό ιδεολογικό-αγωνιστικό παρόν του μέσα από την ανάπτυξη του κινήματος νεολαίας Λαμπράκη. Έτσι ιδρύθηκε η πρώτη Λέσχη πολιτισμού στην Κοκκινιά για να ακολουθήσουν κι άλλες πενήντα στην Αθήνα και στον Πειραιά

Επακολούθησε ο εγκαινιασμός ακόμη 300 Λεσχών σε όλη την Ελλάδα. 

Η ταύτιση του Θεοδωράκη με την ανάπτυξη του κινήματος Λα­μπράκη ανησύχησε, την ηγεσία της ΕΔΑ η οποία αντιτάχθηκε στον ευ­ρύτερο δημοκρατικό προσανατολισμό του νέου Κινήματος. [Πετρίδης σελ.77]

Το 1964 είναι η χρονιά θανάτου του πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδος

και συναρχηγού της «Ένωσις Κέντρου» , Σοφοκλή Βενιζέλου.

Πεθαίνει στις 7 Φεβρουαρίου το 1964, σε  ηλικία 70 ετών, 

κατά την προεκλογική περίοδο και ενώ ταξίδευε ατμοπλοϊκώς από τα Χανιά στην Αθήνα.

(γέννηση: 3/11/1894). 

O Μίκης Θεοδωράκης, θα παραυρεθεί στην κηδεία του στα Χανιά εκ μέρους της ΕΔΑ.

Ενώ στις επερχόμενες εκλογές του ιδίου μήνα ο Μίκης Θεοδωράκης,

εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ στην Β’ εκλογική Περιφέρεια Πειραιά.

Επρόκειτο για τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές πριν από τη Δικτατορία, 

όπου η Ένωση Κέντρου κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση.

Οι εκλογές έλαβαν χώραν στις 16 Φεβρουαρίου του 1964,

και αποτέλεσαν θρίαμβο για την Ένωση Κέντρου και τον αρχηγό της Γεώργιο Παπανδρέου με το 52,7% των ψήφων και 180 έδρες. 

Η Ένωση Κέντρου κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση.

Ακολούθησαν ο Συνασπισμός ΕΡΕ και Κόμματος Προοδευτικών υπό τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη (35, 26% και 112 έδρες) και η ΕΔΑ με αρχηγό τον Ιωάννη Πασσαλίδη (11,80% και 20 έδρες). 3 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι. 

Όμως, στις 7 Αυγούστου 1964

η Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου απαγορεύει την εκτέλεση του '

''Άξιον Εστί '', στο Ηρώδειο

Ο Μίκης Θεοδωράκης με αφορμή τον αποκλεισμό του έργου από το Ηρώδειο, 

καταγγέλει και δηλώνει ότι ''Άξιον Εστί '', πρέπει να πρωτοπαιχθεί στο Ηρώδειο

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Αυγή δηλώνει: 

«Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της» 

και σημειώνει μεταξύ των άλλων, 

«… όσο για το Άξιον Εστί νομίζω ότι όλοι μαζί έχουμε ένα χρέος: να πρωτοπαιχτεί μέσα στο Ωδείο του Ηρώδου. 

Όχι φυσικά γιατί έχουμε σε υπόληψη τις ρωμαϊκές πέτρες, αλλά για να δώσουμε ένα μεγάλο μάθημα σ’ αυτούς που νομίζουν πως η Ελλάδα είναι τσιφλίκι τους. 

Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της και ο λαός είμαστε εσείς και εμείς. 

Εμείς οι Έλληνες συνθέτες, που ζυμωμένοι μέσα στα πάθη και τα όνειρα του λαού μας, παίρνουμε τη φωνή του και την κάνουμε ποίημα, πίνακα, θέατρο ή τραγούδι. 

Ας δούμε τελικά ποιος θα νικήσει. 

Οι ξενολάτρες σφετεριστές ή οι νόμιμοι «διακαιούχοι», οι καταξιωμένοι από την εκτίμηση και την αγάπη του λαού Έλληνες Ελληνολάτρες.»

Εξάλλου χαρακτηριστικό της τότε κατάστασης είναι και το σκίτσο

του ΚΥΡ,  η εικόνα ,παραπάνω.

Όμως στις 7 και 8 Αυγούστου το 1964, η τουρκική αεροπορία βομβαρδίζει πόλεις και χωριά της Κύπρου σε απάντηση της απερίσκεπτης προσπάθειας του στρατηγού Γρίβα να καταλάβει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες της Μανσούρας και των Κοκκίνων

Οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν έπειτα από δύο ημέρες ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Περισσότεροι από 50 Ελληνοκύπριοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονταν και αρκετοί άμαχοι, βρήκαν τραγικό θάνατο. 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ διέταξε κατάπαυση του πυρός που έγινε κατορθωτή 

στις 10 Αυγούστου.

14/08: Η ελληνική κυβέρνηση κάνει κατ’ αρχάς δεκτό το σχέδιο Άτσεσον, το οποίο προβλέπει διχοτόμηση της Κύπρου με παραχώρηση περίπου του 20% στους Τούρκους και στο NATO ,

για τη δημιουργία βάσεων. 

Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος όμως το απορρίπτει.

Είναι τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης 

επισκέπτεται το Πρόεδρο της Κύπρου κ.κ.Μακάριο και μεταφέρει την συμπαράσταση της ΕΔΑ στον Αγώνα του Κυπριακού λαού. 

Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωσή του μετά τις συνομιλίες του με τον Μακάριο

«…Μόλις έφτασα από την Κύπρο. Εί­μαι συγκλονισμένος από το μεγαλείο του απελευθερωτικού αγώνα των αδελφών μας. Και γεμάτος οργή για το επαίσχυντο κατρακύλισμα στο επίπεδο κοινών δολοφόνων ανυπεράσπιστων παιδιών, των Τούρκων σωβινιστών και των Αγγλοαμερικανών υ­ποκινητών τους. Δεν θα ξεχάσω αυτά που είδα κι άκουσα. Δεν πρέπει να τα ξεχάσει κανείς, άξιος του ονόματος του Ανθρωπος. Στην Κύπρο κρίνεται η τιμή των μεγά­λων αρχών της Αυτοδιάθεσης και της διεθνούς νομιμότητας. Και να σκεφθή κανείς ότι και στην Αγγλία και στις ΗΠΑ επίσημα χείλη ενέκριναν τον φόνο των γυναικό­παιδων. Στο όνομα μήπως του «Ελευθέρου κόσμου»; Έφερα μαζί μου τα θραύσματα από τις μπόμπες ναπάλμ. Ανήκουν στον αμερικανικό στρατό. Και είναι βαμμένα με αίμα και μυαλά παιδιών. Ελληνοκυπρίων. Η Τουρκία είναι στο ΝΑΤΟ. Οπλίζεται από τους Αμερικανούς για να προασπίσει την «Ελευθερία». Και βομβαρδίζει άτιμα τα γυναικόπαιδα που ζητούν ελευθερία. Ο Λαός στην Κύπρο καταριέται τους Τούρ­κους δολοφόνους και τους Αγγλοαμερικανούς που τους ώπλισαν. Και θα πεθάνει, αν χρειαστεί, για την Ελευθερία. Αλλά δεν θα υποκύψει….»[Πετρίδης σελ.94]

Εν συνεχεία τον ίδιο μήνα ο συνθέτης με αντιπροσωπία της ΕΔΑ από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Ηλία Ηλιού επισκέπτονται Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες Ιταλίας, Αγγλίας, Γαλλίας προκειμένου να ενημερώσουν τα Κοινοβούλια για την κατάσταση στην Κύπρο.

Ενώ επίσης είναι τότε που ολοκληρώνεται το φιλμ 

“Το νησί της Αφροδίτης”, 

έγχρωμο ντοκυμαντέρ παραγωγής ΡΙΚ 

στο οποίο υπάρχει το τραγούδι του Θεοδωράκη 

“Ο Ύμνος της Εθνοφρουράς” 

σε στίχους του Αντη Περνάρη:”  

Σκηνοθεσία: Χαρίλαος Παπαδόπουλος, 

Σενάριο: Λεωνίδας Μαλένης και Αντρέας Χριστοφίδης, 

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Στις 10 Οκτωβρίου το 1964, πραγματοποιείται η

Μεγάλη πορεία Ειρήνης στην Κύπρο. 

100 χιλιάδες κόσμου περπάτησαν από το ναό του Απόλλωνα στη Λεμεσό μέχρι το κέντρο της πόλης με συνθήματα κατά των Αγγλικών βάσεων στο νησί. 

Επικεφαλής της πορείας ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Εζεκία Παπαϊωάννου, Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Κώστα Παρτασίδη, δήμαρχο Λεμεσού, Ουρανία Κοκκίνου.

Και έτσι φτάνουμε, 8 ημέρες μετά στις 

19 Οκτωβρίου το 1964,

 το “Άξιον Εστί” ,να ανεβαίνει στη σκηνή του Rex. 

Η κυβέρνηση Παπανδρέου έμεινε «ανένδοτη» (!) 

στην απαγόρευση της για το Ηρώδειο.

Οι συντελεστές του «Άξιον Εστί» μετά την πρεμιέρα στο «Ρεξ» (19 Οκτωβρίου 1964). 

Από αριστερά: Θόδωρος Δημήτριεφ, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, 

Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Παρακάτω διαβάζουμε την παρουσίαση του ιδίου του συνθέτη,

Μίκη Θεοδωράκη, τα πάντα για τη δημιουργία του κορυφαίου αυτού

εμβληματικού έργου,για την πατρίδα μας την Ελλάδα και την 

Κύπρο: το Άξιον εστί, βήμα προς τη μετασυμφωνική μουσική




Εν αρχή ην ο Λόγος! Αυτή η αλήθεια ισχύει απαρέγκλιτα για όλο μου το έργο. Ώστε δεν έχει παρά να βάλει κάνεις σε πρώτο πλάνο το ποιη­τικό κείμενο για να εξηγήσει, κάθε φορά, τη μουσική μου. Άλλωστε ηθελημένα, ευθύς εξαρχής δήλωσα ότι η μεγαλύτερή μου φιλοδοξία είναι να υπηρετήσω πιστά τη νεοελληνική ποίηση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε, ακούγοντας ένα τραγούδι, να μην μπορείς να φανταστείς τη μουσική με άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική!

Το Άξιον εστί του Ελύτη αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Ακόμα πιο πολύ, η βαθύτατη ελληνικότητα του το φέρνει στην πρώτη γραμμή του αγώνα του λαού μας για την ολοκλήρωσή του τόσο ως μιας συγκεκριμένης ιστορικής αξίας όσο και μιας ηθιΦυσικά, τόσο οι διαστάσεις του ποιητικού κειμένου όσο και γενικά η φόρμα του οδηγούσαν αυτονόητα στην αναζήτηση μιας καινούργιας μουσικής μορφής. το έργο διατρέχει ολόκληρη την ιστορική περίοδο τού ελληνικού έθνους. από τη γένεση «αυτού του κόσμου του μικρού, του με­γάλου» έως την προφητική ενόραση των δεινών που μας επισώρευσε η σημερινή δικτατορία.

Τρία είναι τα βασικά του μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Το Δοξαστικόν». Αυτά ως προς την επιφανειακή του διάσταση. ως προς την εσωτερική του διάρθρωση, υπάρχουν επίσης τρία διαφορετικά στοιχεία: η αφήγηση, ο «ύμνος» και το χορικό. για το πρώτο ο ποιητής χρησιμο­ποιεί τον πεζό λόγο. για το δεύτερο τον ελεύθερο και για το τρίτο τον μετρικό στίχο. Έτσι, στη δική μου δουλειά χρησιμοποίησα αντίστοιχα: τον αφηγητή, που διαβάζει το κείμενο, τον ψάλτη για τους «ύμνους» και τον λαϊκό τραγουδιστή για τα χορικά.

Άλλα τρία, επίσης βασικά, στοιχεία ολοκληρώνουν τη μουσική δομή του έργου: α) η μεικτή χορωδία, β) η ορχήστρα και γ) τα λαϊκά όργανα. Έτσι ήρθαν φυσιολογικά να προστεθούν πλάι στη λαϊκή ορχήστρα -όπως τη χρησιμοποίησα στις λαϊκές συναυλίες, δηλαδή δύο μπουζούκια, κιθά­ρα, πιάνο, κοντραμπάσο και κρουστά-, άλλα δύο μουσικά σύνολα, ένα φωνητικό και ένα οργανικό, που όμως θα έπρεπε να προσαρμοστούν στο καινούργιο μουσικό κλίμα, ώστε να μην έχουμε μίαν απλή συρραφή ετε­ρογενών στοιχείων. με δυο λόγια, τα όργανα και οι φωνές θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετείται ο νεοελληνικός μουσικός χαρακτήρας του έργου.

Στο σημείο αυτό νομίζω ότι βρίσκεται το κλειδί για τη λύση του καί­ριου προβλήματος της σύγχρονης μουσικής τέχνης. πως δηλαδή θα έχου­με μια σύγχρονη ζωντανή μουσική τέχνη, δηλαδή τέχνη μαζών, πέρα απ’ τις πρωτογενείς μορφές του λαϊκού τραγουδιού και του κύκλου τραγουδιών;

Γιατί, φυσικά, δεν αρκεί να προεκτείνουμε -όσο μας επιτρέπει ασφαλώς ο χαρακτήρας του τραγουδιού τους εκφραστικούς ορίζοντες και να υψώνουμε τους αισθητικούς στόχους χάρη στην ποιότητα του ποιητικού κειμένου η ακόμα και στην εκφραστική δύναμη της μελωδίας και γενικά της μουσικής στάθμης (σύνθεση και ερμηνεία).

Όταν λέμε λαϊκό τραγούδι, εννοούμε βασικά μελωδία. και αφήνουμε απ’ έξω σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη τεχνική της μουσικής σύνθεσης. Είναι όμως δυνατόν να υπάρξει μια αρμονία – αντίστιξη και ενορχήστρω­ση που να μη μας οδηγεί αυτοματικά στην περιοχή της δυτικής μουσικής; και που να βγαίνει και να υπηρετεί τη συνείδηση, θα λέγαμε, της σύγχρο­νης ελληνικής μουσικής;

Το νεοελληνικό λαϊκό τραγούδι

Το νεοελληνικό λαϊκό τραγούδι κερδίζει την ιδιαίτερη μουσική φυσιο­γνωμία του κυρίως χάρη στη μελωδική του γραμμή. η μελωδία του είναι αποκλειστικά τονική (μείζων-ελάσσων), σε αντίθεση με το δημοτικό μας τραγούδι όπου είναι βασικά τροπική (μοντάλ). Ο ρυθμός στηρίζεται σε δύο-τρείς κύριους λαϊκούς χορούς όπως ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος και ο χασαποσέρβικος. Δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Βέβαια έ ζεϊμπέκικος με τα 9/8 (2-2-2-3) και τις συγκοπές του παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ρυθμικό ενδιαφέρον, που όμως το μειώνει η αυστηρή ρυθμική επανάληψη από μέ­τρο σε μέτρο. δεν υπάρχει ρυθμική παραλλαγή η ανάπτυξη και η φαντα­σία του δημιουργού δεν μπορεί -και δεν επιτρέπεται στον τομέα αυτόν να παίζει κανένα ρόλο.

Όμως σε έργα ελεύθερα, εμπνευσμένα και στηριγμένα στο λαϊκό μας τραγούδι (όπως, λόγου χάριν, ο «Καραγκιόζης» του Χατζιδάκι), ο ζεϊμπέκικος η ο καρσιλαμάς με την εναλλαγή του 2 και 3 μπορεί να οδηγή­σει σε σημαντική ρυθμική ποικιλία.

Φτωχότερη ακόμα -από την άποψη των εναλλαγών είναι η αρμονία που προκύπτει από τη λαϊκή μελωδία. οι συγχορδίες που χρησιμοποιούνται γενικά ανήκουν στην πρώτη, την τέταρτη και την πέμπτη βαθ­μίδα, ενώ οι μετατροπίες αποκλείονται. Κατά την ανάπτυξη της δικής μου προσπάθειας και οδηγούμενος, φυσικά, από την ίδια την εξέλιξη της μελωδίας, προσέθεσα συχνά και τις υπόλοιπες βαθμίδες (κυρίως τη δεύ­τερη και την τρίτη).

Ώστε, αν εξαιρέσει κανείς τα ιδιότυπα ερμηνευτικά μέσα, δηλαδή τη λαϊκή ορχήστρα με βάση το μπουζούκι και τον λαϊκό τραγουδιστή, που τελικά μας δίνουν μια νέα ιδιαίτερη και ιδιότυπη ποιότητα ήχου, εκείνο που δίνει το χαρακτήρα και τη δύναμη στο λαϊκό μας τραγούδι είναι κυ­ρίως η μελωδική του γραμμή. ‘Ο ρυθμός και η αρμονία απλώς την στηρί­ζουν και την παρακολουθούν, άχρωμα και απρόσωπα, θα ‘λεγε κανείς.

Ο νεοελληνικός ηχητικός κόσμος

Με το Άξιον εστί προσπάθησα να διευρύνω αυτούς τους ορίζοντες. Πρώτ’ απ’ όλα, η ύπαρξη των «ύμνων» με τον ελεύθερο στίχο μου επέτρεψε να προσθέσω έναν δεύτερο τραγουδιστή που ονόμασα «ψάλτη», θέλοντας να προσδιορίσω ακριβώς το χαρακτήρα της μουσικής που έμελλε να ερμηνεύσει. Ήταν δηλαδή μια μουσική στηριγμένη στη λαϊκή μας παράδοση, τόσο τη δημοτική όσο και τη βυζαντινή.

Μήπως όμως δεν έκανα τάχα την ίδια προσπάθεια με όλο το προηγού­μενο συμφωνικό μου έργο; η αλήθεια είναι ότι η πρόθεση υπήρξε η ίδια. με τη διαφορά ότι, στην πρώτη περίπτωση, επεδίωκα να εντάξω -κατά το πρότυπο των λεγάμενων «εθνικών σχολών» τη μουσική μας παράδο­ση στον κορμό της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, χρησιμοποιώντας όλα τα γνωστά τεχνικά μέσα και τις φόρμες που μας κληροδότησε, από το γρηγοριανό μέλος και τον Μπαχ έως τον Σένμπεργκ, τον Στραβίνσκι, τον Μπάρτοκ και τον Σοστακόβιτς, ενώ, στη δεύτερη, προσπάθησα να δώσω ένα ηχητικό «φόρεμα» που να βγαίνει μέσα από τον νεοελληνικό μουσικό ηχητικό κόσμο. Δυστυχώς η πυκνότατη σε γεγονότα και δράση ζωή μας στα χρόνια 1959-1969 δεν μου επέτρεψε να εμβαθύνω όσο έπρεπε σε αυτή την κατεύθυνση που εντούτοις την θεωρώ κρίσιμη, καίρια και βασική για το μέλλον της μουσικής μας. Γι’ αυτό και επιμένω σ αυτό, με την ελπίδα ότι οι νεότεροι συνθέτες μας θα συνεχίσουν και θα ολοκληρώσουν αυτόν το δρόμο.

Με τη λέξη «φόρεμα» οι ειδικοί καταλαβαίνουν ότι εννοώ μια σειρά τεχνικά μέσα, όπως είναι, λόγου χάριν, η αρμονία, η αντίστιξη, και η ενορχήστρωση, η εκλογή και η χρήση (τρόπος χρήσεως) των οργάνων και των φωνών, οι μουσικές φόρμες, ο «ήχος» (ό ήχος ως ένα αυθύπαρκτο πρόσωπο), ο τρόπος ερμηνείας κ.λπ. κ.λπ.

Δείγμα αυτής της γραφής αποτελεί, φέρ’ ειπείν, το μέρος «Τα θεμέλιά μου στα βουνά», οπού συνυπάρχουν το βυζαντινό με το δημοτικό στοι­χείο. Μελωδία βυζαντινίζουσα με ισοκράτες και με την οργανική συνοδεία εμπνευσμένη από βορειοηπειρωτικό μοιρολόι. ενώ στο φινάλε του έργου κυριαρχεί ο τσάμικος ως θεμέλιο που πάνω του στηρίζεται ο βυζαντινός ψαλμός. στο μέρος αυτό χρησιμοποιώ -σέ κάποιο σημείο τα βιολιά σαν κρητική λύρα (πολύ πιο εκτεταμένα κάνω το ίδιο και στη Σονατίνα No 2 για βιολί και πιάνο), και το γεγονός αυτό μου δίνει την ευκαιρία να υπογραμμί­σω ότι η χρήση των γνωστών οργάνων της συμφωνικής μουσικής πρέπει να γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη μας οδηγεί και να μη μας θυμίζει το κλίμα και τις μουσικές εμπειρίες της δυτικής μουσικής.

Σε κάποια διάλεξή μου στον Πειραιά (Σεμινάριο Μουσικής 1966, στο πλαίσιο του Μουσικού Οργανισμού Πειραιώς) ονόμασα αυτή την προ­σπάθεια -έχοντας βασικά υπόψη μου το πείραμα του Άξιον εστί μετασυμφωνική μουσική, έχοντας ακόμα στο νου μου όχι τόσο τη χρονική απόσταση όσο, πολύ περισσότερο, την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη δυτική και τη νεοελληνική μουσική τέχνη.

Η «απόλυτη» μουσική και οι μάζες

Η συμφωνική μουσική υπήρξε η έκφραση τόσο μιας ορισμένης εποχής όσο και ορισμένων λαών και κοινωνικών τάξεων. Έτσι, λόγου χάριν, στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του δικού μας αιώνα το έντεχνο μουσικό και ιδιαίτερα το συμφωνικό έργο ήταν όχι μόνο το αποκλειστικό προνόμιο αλλά και ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές της μεγαλοαστικής τάξης στην Ευρώπη.

Ακόμα και η διαδικασία παρουσίασης της συμφωνικής μουσικής (ρεσιτάλ-συναυλίες), με τη γνωστή ατμόσφαιρα που δημιουργούταν γύρω της, την κοσμικότητα, τους «θρύλους», τους έρωτες και τις «αυλές» των μεγάλων καλλιτεχνών, τους κύκλους θαυμαστών, κριτικών, φανατικών οπαδών, αντιπάλων κ.λπ., με μια λέξη ο «τύπος» και ο μύθος που στήριζαν και περιέβαλλαν τις μουσικές εκδηλώσεις απομάκρυναν ντε φάκτο κάθε ξένο προς την αριστοκρατία και τους περί αυτήν κοινωνικό στοιχείο.

Ή συμφωνική συναυλία και το ρεσιτάλ ήταν για πολλές δεκαετίες αποκλειστικό προνόμιο των αστών και ιδιαίτερα των μεγαλοαστών. Οι αίθουσες συναυλιών ήταν αληθινοί ναοί της μεγαλοαστικής κοσμικής ζωής. Όμως πάνω απ’ όλα, αυτό το μουσικό είδος που ονομάζουμε από­λυτη μουσική, νομίζω ότι αυτό καθαυτό -ξέχωρα φυσικά από την ιστο­ρική του αξία, που κανείς δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει αποτελεί, ως πνευματικό δημιούργημα, μια ιδιόμορφη εκδήλωση, που ήρθε σε έναν συγκεκριμένο βαθμό ωρίμανσης, ιστορικό και κοινωνικό, καθώς και σε συγκεκριμένο, όπως είδαμε, γεωγραφικό χώρο, κοινωνικό πλαίσιο και ιστορική στιγμή.

Παρατηρούμε επίσης ότι ενώ το κοντσέρτο γκρόσο -με το οποίο κυρί­ως εκδηλώθηκε η ιταλική σχολή της Αναγεννήσεως μας θυμίζει ακόμα φανερά τις λαϊκές μελωδίες και τα λαϊκά φωνητικά και οργανικά συγ­κροτήματα, που χωρισμένα συχνά στο χορό και στους κορυφαίους τα συναντά κανείς σε όλα τα χωριά, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τόσο η φούγκα όσο και η φόρμα σονάτα, που βρήκε μεγάλη ανάπτυξη τον 18ο αιώνα, απομακρύνεται από τα λαϊκά μουσικά στοιχεία. Τελικά αποτελεί ένα καθαρά ιδεατό μουσικό κατασκεύασμα, οπού αντί για αφηρημένους εγκεφαλικούς συλλογισμούς βάζουμε ήχους και όπου οι μουσικοί ήχοι εκφράζουν, γενικά και αφηρημένα, αισθήματα και ιδέες.

Παρακολουθώντας την οικονομική άνθηση και την κοινωνική άνο­δο των καινούργιων αρχόντων της Ευρώπης μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η «απόλυτη μουσική» αναπτύσσεται κι αυτή γοργά. Συγχρόνως όμως οι πλατιές λαϊκές μάζες μένουν έξω απ’ αυτό το μουσικό κίνημα, πού παύει σιγά σιγά να τις εκφράζει, ενώ αυτές δεν μπορούν, αλλά ούτε και θα θέλουν όταν θα μπορούν, να ανακαλύψουν σ αυτό το κίνημα τον εαυτό τους.

Έτσι, όταν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η μουσική αυτή θα μπορέσει να πάει παντού, χάρη στο λόνγκ πλέι, το ραδιόφωνο, το μαγνη­τόφωνο και το τρανζίστορ, οι μάζες θα τη δεχτούν σαν κάτι θαυμαστό αλλά συγχρόνως και ξένο. θα νιώσουν απέναντι της το δέος που νιώθουν συχνά οι επισκέπτες των ιστορικών μουσείων. Τίποτα περισσότερο.

Γιατί, όλα αυτά τα χρόνια που οι μεγάλοι συνθέτες ήταν εγκατεστημένοι μέσα και γύρω από τα μέγαρα των πλουσίων και περνούσαν τον καιρό τους στα σαλόνια τους, οι λαοί δεν έπαψαν ποτέ να έχουν τη δική τους μουσική, που εξέφραζε τα δικά τους συναισθήματα, τον δικό τους ((κό­σμο». οι λαοί τραγουδούσαν πάντα τη δική τους μουσική γλώσσα, που βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά τους και μπαίνει κατευθείαν στην καρδιά τους.

Επομένως, η σημερινή κρίση της συμφωνικής, και γενικότερα της απόλυτης μουσικής, αποτελεί τη φυσική κατάληξη μιας μακροχρόνιας αντίθεσης, όπως είδαμε λίγο πιο πάνω. Γι’ αυτό πιστεύω ότι, όσο και αν εκσυγχρονίσουμε και ηλεκτρονικοποιήσουμε αυτό το μουσικό είδος, δεν θα πάψει να αποτελεί έναν ξένο πνευματικό κόσμο για τις μεγάλες λαϊκές μάζες.

Και όσο αυτές οι μάζες θα βγαίνουν όλο και πιο πολλές, όλο και πιο ανεπτυγμένες, καλλιεργημένες και δυνατές στο προσκήνιο της ιστορίας, τόσο θα θέλουν και θα αναζητούν μια μουσική που να είναι εξ ολοκλήρου δική τους και όχι ένα ξαναζεσταμένο η αναμασημένο φαγητό, προορισμέ­νο εξαρχής για άλλους.

Ή μουσική αυτή, η δική τους, όπως ήδη είπαμε, είναι βασικά το λαϊκό τραγούδι. Κι αυτό -πέρα από τη χώρα μας, με τα γνωστά αποτελέσματα και εμπειρίες πάνω σ αυτόν τον τομέα το φανερώνει η εκπληκτική επιτυχία του αγγλόφωνου λαϊκού τραγουδιού, ιδιαίτερα ανάμεσα στην παγκόσμια νεολαία, όπως το απέδωσαν μια σειρά λαϊκά συγκροτήματα, ερμηνευτές και συνθέτες, από τους Μπήτλς έως την Τζόαν Μπαέζ και τον Μπόμπ Ντύλαν.

Όμως εμείς εδώ στην Ελλάδα πιστεύω ότι προχωρήσαμε ένα, ίσως και δύο βήματα παραπέρα: α) παντρεύοντας τη λαϊκή μας μουσική με τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση’ β) καθιερώνοντας τον κύκλο τραγουδιών’ γ) με την προσπάθεια για μια μετασυμφωνική μουσική και δ) με την προ­σπάθεια για μια σύγχρονη λαϊκή τραγωδία, που να βασίζεται στο λαϊκό μας τραγούδι.

Στοιχεία μετασυμφωνικής μουσικής

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο Άξιον εστί. Στην εισαγωγή του έργου χρησιμοποίησα την τελευταία τεχνική της συμφωνικής μου περιόδου. το ποιητικό κείμενο τού Ελύτη άρχιζε με τις λέξεις: «Τότε είπε και γεννήθηκε η θάλασσα». για να τονίσω αυτή τη γέ­νεση δημιούργησα -σέ όσο πιο σύντομη χρονική διάρκεια μου ήταν δυνατόν τη μουσική αίσθηση του χάους.

Ήταν αυτό ακόμα μια συμβολική για μένα χειρονομία. σαν να έλεγα: «Βρισκόμουν μέσα στο χάος της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής και τώρα μέσα απ’ αυτό το χάος οδηγούμαι προς τη γένεση ενός νέου μουσικού κόσμου».

Πράγματι από την είσοδο του ψάλτη και της χορωδίας (με τον χαρα­κτηριστικό βυζαντινό ισοκράτη) θα πάσχιζα να δημιουργήσω αυτόν τον ηχητικό κόσμο που θα αποκαλούσα αργότερα μετασυμφωνικό.

Όμως σπεύδω να τονίσω εδώ ότι δεν θεώρησα ποτέ αυτή την προσπάθειά μου ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα αλλά μονάχα ένα πρώτο βήμα.

Ας το αναλύσουμε.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει η ρωμαλέα παρουσία του ποιητικού κειμένου με όλες τις συγκεκριμένες ιδέες και τους οραματισμούς και με «τη δια­δοχή των στοχασμών και των κινημάτων της ψυχής, την αναδίπλωση και τη σύγκρουση των παθών και την πλήρη ροή μιας πράξης», έτσι που να προσφέρει στο λαϊκό ακροατήριο μια στέρεη βάση για να συνενωθεί άμεσα και δημιουργικά μαζί του. Ειδικότερα στο Άξιον εστί, Βίβλο του ελληνικού έθνους, ο λόγος του ποιητή είναι λόγος του λαού. η μνήμη του, δική του μνήμη. ο ίδιος ο λαός είναι ο δημιουργός των γεγονότων που εμπνέουν τον ποιητή. τα πάθη του, δικά του πάθη. και τα δοξαστικά, δικά του!

Υπάρχει έτσι πλήρης και απόλυτη ταύτιση ανάμεσα στο ποιητικό πε­ριεχόμενο και το λαό-δημιουργό αυτού του περιεχομένου. το ποιητικό κείμενο κυκλοφορεί στις φλέβες αυτού του λαού, γιατί είναι βγαλμένο μέσα απ’ αυτές τις ίδιες φλέβες. το Άξιον εστί είναι ακόμα ο καθρέφτης μέσα στον όποιο ο λαός μας βλέπει το ιστορικό του πρόσωπο. Και αυτό αποτελεί το πρώτο βασικό γνώρισμα για κάθε ζωντανή και επομένως αληθινή και μεγάλη Τέχνη.

Από κει και πέρα το έργο του συνθέτη γίνεται εύκολο υπό τον όρο ότι δεν θα προδώσει τον ποιητή, και ότι η μουσική θα παρακολουθήσει, θα υπηρετήσει, θα σχολιάσει και κάποτε, αν το μπορεί, θα προεκτείνει την ποίηση. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερό.

Στο Άξιον εστί υπάρχουν πέντε «χορικά»-λαϊκά τραγούδια. Μένοντας βασικά πιστός στην παράδοση, προσπάθησα να δώσω μια νέα διάσταση, στηριζόμενος στη μελωδική φράση και επεκτείνοντας την αρμονική γλωσ­σά πέρα από τα γνωστά πλαίσια της παραδοσιακής λαϊκής μας μουσικής. Έτσι το λαϊκό μας τραγούδι περνάει σε ένα διαφορετικό επίπεδο, πολύ συγγενικό εξάλλου με εκείνο που υπάρχει λόγου χάριν στα Επιφάνια η στη Ρωμιοσύνη. η ανάλυση της μελωδίας σ αυτά τα «χορικά» δείχνει τις με­λωδικές δυνατότητες που εμπεριέχει ο κόσμος της λαϊκής μας μουσικής, τις όποιες προσπάθησα να εκμαιεύσω σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος στα έργα της τελευταίας μου συνθετικής περιόδου (1967-1969).

Επομένως, αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάτι καινούργιο στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής -όπως τη μεταχειρίζομαι στο Άξιον εστί-, αυτό θα πρέπει να αναζητηθεί στην εσωτερική προέκταση των μελωδικών -και σε δεύτερη μοίρα αρμονικών δυνατοτήτων του λαϊκού μας τραγουδιού.

Στη συνέχεια, πλάι στον λαϊκό τραγουδιστή προσθέτω τη χορωδία και πλάι στη λαϊκή ορχήστρα τα συμφωνικά όργανα. Βέβαια στο σημείο αυτό, δηλαδή στα χορικά, ο ρόλος των συμφωνικών οργάνων είναι ασήμαντος. δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη χορωδία, που η σημασία της στην όλη οικονομία του χορικού μπορεί να εξομοιωθεί με τη σημασία του λαϊκού τραγουδιστή. Δηλαδή έχουμε ένα διάλογο ανάμεσα στον κορυφαίο και το χορό, πράγμα που δεν συμβαίνει στο παραδοσιακό λαϊκό μας τραγούδι και που αναμφισβήτητα προσφέρει μια ακόμα καινούργια διάσταση στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Μίκης Θεοδωράκης: το Άξιον εστί, βήμα προς τη μετασυμφωνική μουσική

Πηγή: Θεοδωράκης Μίκης, “το Χρέος”, τομ. 3, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2011 σελ. 1117-24

Το άξιον εστί - Μίκης Θεοδωράκης/Οδυσσέας Ελύτης


Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

...Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης... O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο ... Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ΄Oδυσσέας Ελύτης

#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ #ΟΧΙ
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
΄Oδυσσέας ΄Ελύτης












...............
Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό

Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού
.





Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!


IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!
(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)
ΠΗΓΗ: Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού