Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΝΕΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΝΕΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Το Αυγουστιάτικο Φεγγάρι




#ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ #Καλό_μήνα
Καλό κι ευλογημένο μήνα Αύγουστο 💒

🍇"Τρυγητής και Συκολόγος
Παχομύγης Πενταφάς
Ριγολόγος Κρυαδίτης
του Χριστού της Παναγιάς"💒

Η #Εφη_Παυλάκη με την μαντινάδα της
τα λέει όλα για τον μήνα #Αύγουστο🍇












Πιό ονειρικά όμως και ποιητικά για τον Αύγουστο μας τα λέει ο Νομπελίστας ποιητής μας #Οδυσσέας_Ελύτης
Από το δίσκο του 1972
το " ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ "
🎼 Λίνος Κόκοτος
📝'Οδυσσέας Ελύτης
🎤 Ρένα Κουμιώτη

Ο Αύγουστος
Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
λούζοντας την αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

Δείτε το βίντεο με την  "Ρένα Κουμιώτη - Ο Αύγουστος | Rena Koumioti - O Avgoustos - Official Audio Release" από το YouTube

Ενώ το χιλιοτραγουδισμένο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι στο 

παρακάτω βίντεο περιγράφεται και  ερμηνεύεται μοναδικά από τον αξέχαστο Δημήτρη Μητροπάνο στο δίσκο του:

"Τ' Αυγουστιάτικο Φεγγάρι 🌙 -1994 -"



Γιατί, όμως έχει, τόσο πολύ τραγουδηθεί, ο τελευταίος μήνας του Καλοκαιριού,
ο μήνας Αύγουστος και τα Φεγγάρια του, θα δούμε στην παρακάτω ανάρτηση, που αναδημοσιεύουμε, από το 
Ευγενίδειο Ίδρυμα:

Πλανηταριο. αστροπυλη
Το Αυγουστιάτικο Φεγγάρι


του Διονύση Σιμόπουλου

Αναδημοσιεύουμε Από:
Ίδρυμα Ευγενίδου © 2025
Η καθημερινή παρουσία της Σελήνης στον ουρανό αλλά και η συνεχής αλλαγή της φωτισμένης της μορφής επηρέαζε ανέκαθεν τους ανθρώπους όπως φαίνεται στα τραγούδια, στις προλήψεις και στις δογματικές τους αντιλήψεις. Γιατί παρ’ όλο που η Σελήνη αντανακλά μόνο το 7% του ηλιακού φωτός που πέφτει πάνω στη γεμάτη κοιλώματα επιφάνειά της, είναι αρκετά λαμπερή ώστε να καλύπτει με το φως της ένα αρκετά μεγάλο μέρος των άστρων της νύχτας.
Πολλές μάλιστα παραδόσεις, που κρατάνε από την αρχαία ακόμη εποχή, συνδέουν τη Πανσέληνο του κάθε μήνα με διάφορες αγροτικές εργασίες. Πάρτε για παράδειγμα την Πανσέληνο του Αυγούστου που ακόμη και σήμερα πολλοί την θεωρούν ότι είναι λαμπρότερη και μεγαλύτερη απ’ οποιαδήποτε άλλη Πανσέληνο του χρόνου, κάτι που φυσικά δεν είναι σωστό αφού πρόκειται απλά για μια οπτική απάτη.

Αυτό που συμβαίνει δηλαδή είναι ότι στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών ο Ήλιος βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της ετήσιας φαινόμενης τροχιάς του στον ουρανό ενώ αντίθετα η Σελήνη βρίσκεται σχετικά πιο κοντά στον ορίζοντα.
Σ’ αυτή τη θέση η Πανσέληνος μπορεί να συγκριθεί με διάφορα άλλα χαρακτηριστικά που βρίσκονται εκεί, όπως δέντρα, κεραίες και διάφορα κτίσματα.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο εγκέφαλος του παρατηρητή παρασύρεται να πιστέψει ότι η Πανσέληνος είναι μεγαλύτερη ενώ επανειλημμένες μετρήσεις έχουν αποδείξει ότι το μέγεθος της Πανσελήνου δεν διαφέρει καθόλου από ώρα σε ώρα.

Υπάρχει φυσικά μετρήσιμη διαφορά του μεγέθους της Σελήνης ανάλογα με το αν βρίσκεται στο περίγειό της ή στο απόγειό της, κάτι που συμβαίνει μια φορά κάθε μήνα.
Αυτό όμως δεν έχει σχέση με το πόσο μεγάλη φαίνεται όταν βρίσκεται κοντά στον ορίζοντα, που οφείλεται όπως είπαμε αποκλειστικά και μόνο σε οπτική απάτη.

Υπάρχουν όμως κι άλλοι παρόμοιοι μύθοι που έχουν καλλιεργηθεί στους διάφορους λαούς μεταξύ των οποίων και η σύνδεση της έξαρσης της «τρέλας» την ημέρα της Πανσελήνου.
Απ’ αυτόν τον μύθο άλλωστε προέρχεται και η λέξη «σεληνιασμός» και η σύνδεσή της με την επιληψία. Στατιστικές μελέτες που έγιναν επανειλημμένα και έχουν δημοσιευθεί σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά (όπως το Annals of Emergency Medicine, το Journal of Emergency Nursing, και το Journal of Toxicology and Psychological Report) αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως σχέση με την συμπεριφορά του ανθρώπου και την Πανσέληνο.
Μύθος είναι επίσης και αυτό που ακούγεται ότι την ημέρα της Πανσελήνου γεννιόνται περισσότερα παιδιά ή ότι υπάρχουν περισσότερα ατυχήματα και άλλα παρόμοια.
Παρ’ όλα αυτά οι μύθοι αυτοί συνεχίζουν να υπάρχουν και να μπερδεύουν τον κάθε πολίτη χωρίς καμιά απολύτως απόδειξη.

Πάρτε επίσης κι έναν ακόμη μύθο σχετικά με τον χρωματισμό της Πανσελήνου που ορισμένοι τον θέλουν μερικές φορές να είναι «μπλε».
Κάτω από ορισμένες συνθήκες πράγματι υπάρχουν περιπτώσεις που η χροιά της Σελήνης παίρνει ένα γαλαζωπό χρώμα (αντί του κανονικού της γκρίζου) όταν στην ατμόσφαιρα υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση σκόνης από κάποια πρόσφατη και μεγάλη έκρηξη ηφαιστείου, όπως συνέβη για παράδειγμα με την έκρηξη του ηφαίστειου Κρακατόα το 1883.
Το φαινόμενο αυτό είναι τόσο σπάνιο ώστε έμεινε στα χρονικά ως έκφραση ενδεικτική της έννοιας του «σχεδόν ποτέ».
Μ’ αυτή λοιπόν την έννοια χρησιμοποιείται και η φράση «Μπλε Σελήνη» για να χαρακτηρίσει την ύπαρξη δύο πανσελήνων σ’ έναν μήνα, η δεύτερη δηλαδή Πανσέληνος σ’ ένα μήνα ονομάζεται «Μπλε Σελήνη» παρ’ όλο που ένα τέτοιο φαινόμενο αν και ασυνήθιστο (αφού η περίοδος από την μια Πανσέληνο έως την επόμενη φτάνει τις 29,5 περίπου ημέρες και για την ακρίβεια 29,53059 ημέρες) δεν είναι ιδιαίτερα σπάνιο.
Ο Φεβρουάριος φυσικά, που έχει μόνο 28 ή 29 ημέρες, είναι αδύνατον να περιλάβει ποτέ μια «Μπλε Σελήνη», ενώ κατά μέσον όρο ένας μήνας με δύο Πανσελήνους συμβαίνει μια φορά κάθε 2,5 περίπου χρόνια (και για την ακρίβεια κάθε 2,72 χρόνια), κάτι που φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα σπάνιο.
Συνολικά στα επόμενα 40 χρόνια θα έχουμε 17 μήνες που θα περιλαμβάνουν δύο Πανσελήνους τον ίδιο μήνα.

Είναι πάντως γεγονός ότι η παρουσία της Σελήνης στον νυχτερινό ουρανό πραγματικά δεν έχει αντίζηλο, γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο που η μυθολογία είναι γεμάτη με τις ιστορίες της που πολλές την ταύτιζαν με την θεά Άρτεμη. Όταν πρόβαλλε στον ουρανό το χαριτωμένο της πρόσωπο με την ασημένια ανταύγεια, η ομορφιά της έκανε τα άστρα να ωχριούν, ενώ η φαντασία των αρχαίων παρομοίαζε τις ακτίνες της Σελήνης με τα γρήγορα και μυτερά βέλη της Αρτέμιδος.
Η αγνή πανέμορφη παρθένα, η κυνηγός θεά, ήταν για τον Όμηρο το πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς.
Στη Σελήνη απέδιδαν επίσης τη νυχτερινή δροσιά και τις βροχές, γι’ αυτό ονόμαζαν την Άρτεμη «Ποτάμια» και την λάτρευαν κοντά σε πηγές και λίμνες όπου πίστευαν ότι λούζονταν μαζί με τις Νύμφες μακριά από τα βέβηλα βλέμματα των ανδρών.

Σύμφωνα επίσης με την ελληνική μυθολογία η Σελήνη ήταν κόρη των Τιτάνων Υπερίωνα και Θείας, αδελφή του Ήλιου και της Ιούς, και μητέρα του Ωρίωνα με πατέρα τον Ήλιο.
Όπως ο Ήλιος έτσι και η Σελήνη είχε το δικό της άρμα που το έσερναν βόδια ή άλογα ή και ελάφια, ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην Κλασσική κυρίως εποχή η λατρεία της Σελήνης είχε ατονήσει γιατί πίστευαν ότι η λατρεία των ουράνιων σωμάτων ήταν γνώρισμα των βαρβάρων.

Από την αρχαιότητα ακόμη στο ορατό αυτό πρόσωπο της Σελήνης διακρίνονταν διάφορες μορφές και σχήματα που κυριολεκτικά γοήτευαν τους ανθρώπους της Γης επί χιλιάδες χρόνια.
Μερικοί πίστευαν ότι ήταν ένα κουνέλι.
Άλλοι πάλι ότι ήταν βάτραχος. Ενώ οι περισσότεροι έλεγαν ότι μπορούσαν να διακρίνουν ένα ανθρώπινο πρόσωπο: έναν άνθρωπο στη Σελήνη. Στις σκανδιναβικές χώρες έβλεπαν δύο παιδιά να μεταφέρουν ανάμεσά τους έναν κουβά νερό, ενώ στη Γροιλανδία απαγόρευαν στις νέες κοπέλες να κοιτάζουν την Πανσέληνο γιατί πίστευαν ότι θα έμεναν έγκυοι.

Φυσικά πολλοί από τους κλασικούς έλληνες φιλοσόφους είχαν αντιληφθεί από νωρίς ότι ο διαφορετικός φωτισμός των περιοχών της Σελήνης οφειλόταν στις ανωμαλίες του εδάφους της.
Ο Θαλής ο Μιλήσιος, για παράδειγμα, πίστευε ότι ο δορυφόρος μας ήταν φτιαγμένος από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένη και η Γη, ενώ ο Δημόκριτος υποστήριζε ότι οι διαφορές του φωτισμού της οφείλονταν στην ύπαρξη βουνών και κοιλάδων.
Κι έτσι από την κλασική ακόμη εποχή, οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι μπόρεσαν να διαλευκάνουν αρκετά από τα μυστήρια της Σελήνης, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο μηχανισμός των φάσεών της.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι είχαν κατανοήσει δηλαδή ότι το φως της Σελήνης δεν ήταν παρά η αντανάκλαση των ακτίνων του Ήλιου στην επιφάνειά της.
Επειδή όμως το φως του Ήλιου φωτίζει καθημερινά διαφορετικές περιοχές της πλευράς της που είναι στραμμένη προς τη Γη, βλέπουμε τη Σελήνη να αλλάζει μορφή συνεχώς ανάλογα με το πώς φαίνεται από τη Γη.
Έτσι όταν η Σελήνη βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση με τον Ήλιο στρέφει προς εμάς το μη φωτιζόμενο ημισφαίριό της, οπότε λέμε ότι έχουμε Νέα Σελήνη ή Νουμηνία.
Με την πάροδο των ημερών η Σελήνη μετατοπίζεται στην τροχιά της και έτσι από τη Γη αρχίζουμε να βλέπουμε όλο και μεγαλύτερο μέρος του φωτιζόμενου ημισφαιρίου της.

Όταν η αποχή της από τον Ήλιο είναι 90 μοίρες, φαίνεται να είναι φωτισμένη κατά το 1/2, και η φάση αυτή ονομάζεται πρώτο τέταρτο.
Η κίνηση της Σελήνης γύρω από τη Γη συνεχίζεται μέχρις ότου βρίσκεται σε αντίθεση προς τη θέση του Ήλιου, βρίσκεται δηλαδή απέναντι από τον Ήλιο με την Γη στη μέση, οπότε εμείς βλέπουμε από τη Γη ολόκληρο το φωτιζόμενο ημισφαίριό της και λέμε ότι έχουμε Πανσέληνο.
Τότε η Σελήνη ανατέλλει όταν ο Ήλιος δύει.
Ο χρόνος όμως κυλάει και η Σελήνη συνεχίζει την κίνησή της μέχρις ότου βρεθεί στη φάση του τελευταίου τέταρτου.
Τέλος, η Σελήνη ξανάρχεται σε σύνοδο με τον Ήλιο, οπότε έχουμε και πάλι Νουμηνία ή Νέα Σελήνη.

Από τη μια σύνοδο ως την επομένη, για τη συμπλήρωση δηλαδή όλων των φάσεων της Σελήνης, χρειάζονται περίπου 29,5 ημέρες, και για την ακρίβεια 29 ημέρες 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,86 δευτερόλεπτα.
Ο χρόνος αυτός ονομάζεται συνοδικός μήνας και είναι η χρονική περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών πανσελήνων ή δύο διαδοχικών φάσεων Νέας Σελήνης, από την οποία γεννήθηκε ο ημερολογιακός μας μήνας.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που τα πρώτα ημερολόγια βασίζονταν σε έναν κύκλο σεληνιακών μηνών.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος «μήνας» που ονομάζεται «αστρικός μήνας», και είναι ο πραγματικός χρόνος μιας πλήρους περιφοράς της Σελήνης γύρω από τη Γη αφού μετράει την χρονική περίοδο μεταξύ δύο διαδοχικών περασμάτων της Σελήνης μπροστά από ένα δεδομένο άστρο.
Η κίνηση αυτή γίνεται εμφανής καθώς η θέση της Σελήνης ανάμεσα στα άστρα αλλάζει από νύχτα σε νύχτα. Ο χρόνος αυτός είναι περίπου 27 ημέρες, και για την ακρίβεια 27 ημέρες 7 ώρες, 43 λεπτά και 11,5 δευτερόλεπτα.

Η αιτία της μεγαλύτερης διάρκειας του συνοδικού μήνα σε σχέση με τον αστρικό μήνα είναι αρκετά απλή:
Κατά τη διάρκεια ενός μήνα, το ντουέτο Γη και Σελήνη έχει διασχίσει μια αρκετά μεγάλη απόσταση γύρω από τον Ήλιο.
Έτσι όταν η Σελήνη έχει ολοκληρώσει μία πλήρη περιφορά της γύρω από τη Γη, πρέπει να ταξιδέψει επιπλέον πάνω από δύο ακόμη ημέρες για να ξαναγυρίσει στην ίδια γραμμική σχέση που είχε με την Γη και τον Ήλιο ώστε να δημιουργηθούν οι ίδιες πάλι προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για να έχει την ίδια φάση με αυτή με την οποία άρχισε την τροχιά της γύρω από τη Γη.

Φωτογραφία:
Η Σελήνη στο 99,1% της φωτεινότητάς της, σχεδόν Πανσέληνος δηλαδή, την στιγμή που ανατέλλει πάνω από την κορυφογραμμή του Ευβοϊκού Ολύμπου, στις 2 Αυγούστου του 2020. Credit:
© Δημήτρης Μάλλιαρης
Top

πρόσβαση στο ίδρυμα
το ίδρυμα ευγενίδου




Σάββατο 1 Ιουλίου 2017


Aς καλωσορίσουμε τον ΄Ιούλιο με τις 31 ημέρες του και τις 31 νύχτες του !
Ας πούμε καλό μήνα για τον 
΄Ιούλιο τον 7ο μήνα του Γρηγοριανού Ημερολογίου ,
αλλά και, 
τον πιο Κ Α Υ Τ Ο μήνα ,  
τον 2οτου καλοκαιριού !
Είναι που ο ΄Ηλιος τον ΄Ιούλιο βρίσκεται κάθετα και στο πιο ψηλό σημείο πάνω στον ορίζοντα και οι ακτίνες του καίνε ακόμα και τα μυρμήγκια ....
.... Μοναδική διέξοδος το νερό ...
...και η θάλασσα μέσα μας ...

Ας πούμε καλό μήνα για τον ΄Ιούλιο
Τον μήνα των ταξιδιών και των τζιτζικιών

Καλό μήνα 
΄Ιούλιο  να έχουμε ΟΛΟΙ !

Θάλασσα Πλατειά - Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι: Γιώργος Ρούσσος
΄Eρμηνεία: Έλλη Πασπαλά
Θάλασσα πλατιά, σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά, μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά, την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχειά.

Όνειρα τρελά που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά.

Έχω έναν καημό που με τρώει γλυκά και με λιώνει
έχω ένα καημό
θα 'ρθω να στον πω αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ.

Κύματα πουλιά στα ταξίδια σας που πάτε τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο 'κει μακριά να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά.
Θάλασσα πλατειά.

ΚΡΗΤΗ- ΧΑΝΙΑ -Κόλπος Σούγιας ΦΩΤΟ από εδώ :
Περισσότερα για την βραβευμένη παραλία της Σούγιας
στα Χανιά στη Δυτική Κρήτη
























Ιουλίου Λόγος - ΄ Οδυσσέας Ελύτης
Ι
Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο κήπος όπου μόλις 
απο-Χωρισμένος απ' τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη
Ο ιππόκαμπος κείνος! 
Και της φυσαλίδας τσιούπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! 

Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!

























Τι τώρα μου ήρθαν. 
Αλλά σαν χθές δεν υπήρξα
Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
Έστω. Και μόνο να τα λές ωραία ξοδεύεσαι˙ όπως του νερού η ροή
Πού ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από 'να σ' άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
Ενώ κάτω απ' τα πόδια σου να βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι

'Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές. 
Θήλεις άγγελοι
Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο
Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από τις
καμινάδες!
Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ' το παράθυρο
Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα
Ξέρει ο ήλιος. 
Κατεβαίνει μέσα σου να δει. 
Έπειδή τ' απέξω
Είναι καθρέφτης. 
Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
εκδικείται
Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
που το λένε Σκέψη
(Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Πού το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν)

Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας˙ ώστε
Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από 'ν
Σ' άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.
Από 'Τα Έλεγεία της Οξώπετρας' του Οδυσσέα Ελύτη

Αλλά και ο Ιούλιος είναι ο μήνας των τζιτζικιών 
Το τζιτζίκι ή τζίτζικας ή τέττιξ 
Το τζιτζίκι ή τζίτζικας ή τέττιξ, που μας ξεκουφαίνει αυτή την εποχή με το χαρακτηριστικό του ήχο, ήταν σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία ένας πανέμορφος νέος, ο Τιθωνός, που τον ερωτεύτηκε η Ηώς και για αυτό παρακάλεσε τους θεούς να τον κάνουν αθάνατο.
Ξέχασε όμως να τους ζητήσει να μείνει και νέος για πάντα και έτσι ο Τιθωνός έγινε αθάνατος μεν, αλλά γερνούσε αιώνια, σαν τον Ντέιβιντ Μπόουι στο Ηunger. 
Κάποια στιγμή ο Δίας τον λυπήθηκε και τον έκανε τζιτζίκι.
To τζιτζίκι είναι πλακουτσό, έχει μήκος 2-5 εκατοστά, έχει 5 μάτια, 2 κανονικά και 3 μικρότερα, τα φτερά του είναι από διάφανη μεμβράνη και τα πόδια του λεπτά και μακριά. 
Συνήθως το χρώμα του είναι μαύρο. 
Τρέφεται με το χυμό των βλαστών, τους οποίους τρυπά με μια προβοσκίδα που μοιάζει με έμβολο. 
Η θηλυκιά γεννάει τα αβγά της τον Ιούλιο-Αύγουστο και τα βάζει σε τρύπες που κάνει σε μαλακούς βλαστούς. 
Από τα αβγά βγαίνουν προνύμφες στο τέλος του καλοκαιριού, κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες και μένουν εκεί θαμμένες, 4-17 χρόνια! 
Κάποια στιγμή μετατρέπονται σε πραγματικές νύμφες, σκίζουν το δέρμα τους, από μέσα βγαίνει ένα κανονικό τζιτζίκι που ανεβαίνει στα δέντρα και αρχίζει το τραγούδι του.


Ο ήχος του τζιτζικιού παράγεται από μια ηχητική συσκευή που έχει ανάμεσα στο θώρακα και στην κοιλιά. 
Είναι δύο μικρά τύμπανα που έχουν στη μέση μια χορδή και όταν αυτή τρίβεται ανάμεσά τους, παράγεται ο γνωστός ήχος τζι-τζι-τζι-τζι από τον οποίο έχει πάρει και το όνομά του.
Είναι γνωστός ο μύθος του Αισώπου για το εργατικό μυρμήγκι και το ρέμπελο τζιτζίκι. 
Όμως η αλήθεια είναι διαφορετική. 
Πρέπει εδώ να πούμε ότι τραγουδούν μόνο τα αρσενικά με στόχο να προσελκύσουν τα θηλυκά που βρίσκονται στην περιοχή τους.
Μετρήσεις δείχνουν ότι ο ήχος που παράγουν μπορεί να φτάσει τα 90 ντεσιμπέλ και μπορούν να ακουστούν σε απόσταση 800 μέτρων.
Ακόμα και το ίδιο το τζιτζίκι δεν μπορεί να ανεχθεί το θόρυβο που κάνει και ο Πάνσοφος έχει προβλέψει να μπορεί να κλείνει τον ακουστικό του πόρο για να μην κουφαθεί και το ίδιο. Υπάρχουν αρκετά είδη, που το καθένα έχει το δικό του ήχο, αλλά η συχνότητα και η ένταση εξαρτώνται από τη θερμοκρασία και την ώρα της ημέρας.
Το τζιτζίκι λοιπόν τραγουδάει για να προσελκύσει το θηλυκό. 
Αυτός είναι ο ένας λόγος, ο επιστημονικός. 
Ο δεύτερος λόγος, ο μεταφυσικός, είναι ότι δεν ζει παραπάνω από 6 εβδομάδες! 
Για φανταστείτε: 
μένει θαμμένο μέσα στη γη 17 χρόνια 
και όταν βγαίνει στην επιφάνεια, 
ζει μόνο ενάμιση μήνα!
Aνάρτηση: Γιατί τραγουδάει το τζιτζίκι;
Γιατί τραγουδάει το τζιτζίκι;

Ιούλιος-Oδυσσέα Ελύτη
«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,

γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. 
Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα

δαγκώνεις το περγαμόντο 

και που ύστερα θα πίνεις 
πίνεις δροσερό

νερό, καφέδες, 

και σιγάρο ατελεύτητο 
σαν την Ελλάδα.»
Οδυσσέα Ελύτη, Εκ του πλησίον, Ίκαρος
 
Το όνομά του ο Ιούλιος μήνας το οφείλει στον Ιούλιο Καίσαρα , γόνο της Ιουλίας γενιάς, μιας από τις παλαιότερες οικογένειες της Ρώμης.
Προτομή του Ιουλίου Καίσαρα, Βιέννη, Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης.Η ΦΩΤΟ είναι από εδώ :



Ο Ιούλιος Καίσαρας
υπήρξε ο πατέρας και δημιουργός του Ιουλιανού ημερολογίου και του δίσεκτου έτους. 
Προτού ο Καίσαρας ανέλθει στην εξουσία, οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ένα ημερολογιακό σύστημα βασισμένο στον σεληνιακό κύκλο, σύμφωνα με το οποίο ένα έτος αποτελούνταν από 355 ημέρες.
 Αυτό το σύστημα υπολειπόταν 10 ¼ ημέρες συγκριτικά με το ηλιακό έτος, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για μία πλήρη περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο. 
Αν και οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι υποτίθεται πως πρόσθεταν επιπλέον ημέρες στο σεληνιακό ημερολόγιο κάθε χρόνο, προκειμένου να συνάδει με την αλλαγή των εποχών, αυτό δεν συνέβαινε πάντα. 
Ως αποτέλεσμα, το ημερολόγιο προκαλούσε σύγχυση, δεν συντονιζόταν με τις εποχές, ενώ επιπλέον λειτουργούσε ως βοηθητικό μέσο κατάχρησης για τους πολιτικούς που ενδιαφέρονταν να παραταθεί η θητεία τους.

Αφού συμβουλεύτηκε τον Έλληνα αστρονόμο Σωσιγένη τον Αλεξανδρέα, ο Καίσαρας υλοποίησε ένα νέο σύστημα, το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 45 π.Χ. και όριζε ότι ένα έτος αποτελείται από 365 ημέρες.
Στόχος του ημερολογίου ήταν ο συγχρονισμός με τον ηλιακό κύκλο· ωστόσο, επειδή στην πραγματικότητα το ηλιακό έτος διαρκεί 365 ¼ ημέρες, ο Καίσαρας πρόσθεσε μία επιπλέον ημέρα κάθε τέσσερα χρόνια, για να καλύπτεται η διαφορά, δημιουργώντας έτσι το δίσεκτο έτος.

Το Ιουλιανό ημερολόγιο παρέμεινε πρότυπο μέχρι τον ύστερο 16ο αιώνα, όταν και θεσπίστηκε μια ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή του συστήματος, γνωστή ως Γρηγοριανό ημερολόγιο. 
Στις μέρες μας, το Γρηγοριανό ημερολόγιο είναι το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο στον κόσμο.
 Ο Ιούλιος Καίσαρας υπήρξε ο Ρωμαίος στρατηγός , που διέσχισε τον ποταμό Ρουβίκωνα και , κήρυξε πόλεμο εναντίον της Ρωμαϊκής Συγκλήτου και,του πρώην συμμάχου του, Πομπήιου και , μετέτρεψε τη Δημοκρατία σε Αυτοκρατορία.
Ήταν Ιανουάριος του 49 π.Χ. όταν ο Ιούλιος Καίσαρας αναφώνησε την περίφημη φράση "ο κύβος ερρίφθη" και αποφάσισε να διαβεί τον ποταμό Ρουβίκωνα για να συγκρουστεί με τον Πομπήιο...
Ο Καίσαρ περνάει τον Ρουβίκωνα
Η ΦΩΤΟ είναι από εδώ :
ixnilatisistorias.blogspot.gr/2014/01/blog-post.htm

 Η δε δολοφονία του σε ηλικία 56 χρονών , σήμανε την αρχή της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

 Η δολοφονία του Καίσαρα (Carl Theodor von Piloty 1865.
Η ΦΩΤΟ είναι από :

el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81
περισσότερα για τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα (Gaius Iulius Caesar, 13 Ιουλίου 100 π.Χ. - 15 Μαρτίου 44 π.Χ.), αυτοκράτορα - δημιουργό της Ρωμαικής αυτοκρατορίας
εδώ : el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81
Καλό μήνα ΄Ιούλιο  να έχουμε ΟΛΟΙ !


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟ!ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε λουλούδια από τον ουρανό. Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου.


Γιάννης Ρίτσος-Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού - Πάρνηθα, 1938
Pino-Summer Retreat
 ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ
 στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
 λουλούδια από τον ουρανό.
 Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου. 
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται στο νερό. 
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο. 
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού. 
ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ, «Δυο παιδιά στην παραλία»,1919, Εθνική Πινακοθήκη


















Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα. 
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. 
Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο. Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. 
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. 
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. 
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. 
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.


Edward Henry Potthast-In the Summertime
 Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι. 
Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας. 
Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας. 
Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως. 
Φαίνεται κάπου η θάλασσα. 
Έρχεται κι ο κάμπος όμοιος με πράσινη χελώνα που ξυπνάει. 
Ύστερα ο κάμπος γίνεται όμοιος με τον κάμπο, κι εμείς παιδιά που παίζουνε στον κάμπο. 
Φέρε το ξύλινο αλογάκι με την κόκκινη σέλα, να κυνηγήσουμε τους ίσκιους των νερών προτού μας προφτάσει το βράδυ με τα μεγάλα παραμύθια της χειμωνιάτικης φωτιάς.
Δεν πάει καιρός που ο ήλιος κρεμούσε χρυσά κρόσσια στις πόρτες του δάσους. 
Οι θάμνοι γδύνονταν την πράσινη σοδιά τους και λουζόνταν κρυφά στο ποτάμι. 
Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα. 
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες πίσω απ’ τις πέτρες. 
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη. 
Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.


Edward Henry Potthast-In the Summertime

ΕΙΧΑΜΕ φτιάξει ένα αμάξι με καρυδότσουφλο. 
Μια κουβαρίστρα βάλαμε για ρόδες. 
Ζέψαμε δυό μυρμήγκια και φορτώσαμε τριφύλλι.. σε κανέναν μην πεις που πηγαίνουμε. 
Ο αντίλαλος του πηγαδιού ακούει κι οι σπηλιές ξαναλέν τη φωνή μας. 
Ο ήλιος καίει τις πέτρες κι αχνίζουν κάποιοι καπνοδόχοι αθώρητοι στις άσπρες πολιτείες των χαμομηλιών. 
Οι σουσουράδες πήρανε τα ψάθινα καπέλα μας και τα φορέσαν. Τώρα καθισμένες απάνου στο ψηλό μπαλκόνι της μουριάς μας κοροϊδεύουν. 
Κι εμείς κοροϊδεύουμε τις σουσουράδες. 
Μπαίνουμε στη μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα που ‘ναι γιομάτη αγριόχορτα και ξύλινους σταυρούς, και ψάχνουμε αν βρούμε άγριες βιολέτες να πλέξουμε στεφάνια για τα μαλλιά των κοριτσιών. 
Ο δρόμος από κει και πέρα είναι ίσιος κι οι αγωγιάτες τραγουδάνε το τραγούδι του τρύγου μες στο μεσημεριάτικο λιοπύρι.
Σαν την καρδιά μικρού χελιδονιού που τρέμει στην παλάμη της αυγής γίνηκε η μνήμη σου μόλις βγήκε το πρώτο πράσινο φύλλο. 
Θυμάμαι που καθόσουν και κοιτούσες μέσα στα στρογγυλά μεγάλα μάτια των ήμερων βοδιών, τις μικρογραφίες των αγροτικών εικόνων: τη σμαραγδένια λεκάνη του κάμπου, τη μικρή εκκλησίτσα με τα κυπαρίσσια, την άσπρη καμπύλη των περιστεριών πάνου απ’ το δάσος, τις θερίστρες με τα δεμάτια των σταχυών και με τα κίτρινα μαντίλια.


 Monet - Field of poppies,1873

 Δεν ήξερες την αρχιτεκτονική των τριαντάφυλλων, μήτε τον τρόπο που περπατάνε τα πουλιά στον αέρα. 
Καλημέριζες τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά, όπως καλημέριζες και τα κορίτσια. 
Άνοιγαν τότε μικρά παράθυρα που σκύβαν στα περβάζια οι μαργαρίτες να χαιρετήσουν την αυγή που πέρναγε στο δρόμο χωρίς φορτίο σκιάς και θύμησης. 
Αργότερα έμαθες να χαιρετάς μονάχα τους ανθρώπους βγάζοντας το καπέλο, κι έλεγες μόνο τα λουλούδια «ευχαριστώ» κάθε φορά που δεν σ’ άκουγε κανένας.
Ύστερα βιάστηκες πολύ να μεγαλώσεις, να φορέσεις μακριά παντελόνια, να μάθεις γράμματα, για να πάψεις να λες «ευχαριστώ», να χτίσεις ένα τριαντάφυλλο όπου κοιμάται μια λυπημένη αχτίνα στην άδεια κάμαρα της ευωδιάς.
Τώρα ζητάς να ξαναπείς με τα ίδια χείλη εκείνο το ίδιο «ευχαριστώ» που τόσα χρόνια ζήταγες να ξεχάσεις. 
Κοιμηθήκαμε την ώρα που δε νυστάζαμε.
Φάγαμε την ώρα που δεν πεινούσαμε. 
Μετρούσαμε τις ώρες μας με το ρολογάκι του χεριού που μας χαρίσαν στη γιορτή μας, ξεχνώντας το ρολόι του κήπου που ‘δειχνε καλοκαίρι. 
Danute Virbickiene-Summer Moment

Τώρα θέλουμε να βάλουμε μαζί το ρολογάκι του χεριού με το σφυγμό μας, κοιτάζοντας την ώρα που δείχνουν οι ωροδείχτες των σκιών πάνου στη χρυσοπράσινη πλάκα της χλόης.
Έχουμε ακόμη καιρό να κόψουμε παπαρούνες για να μη γεράσουν τα χέρια μας μέσα στα μοναστήρια των βιβλίων.
ΤΗ ΝΥΧΤΑ οι μυγδαλιές με τ’ άσπρα τους φορέματα περάσαν κάτου απ’ τα παράθυρα μας αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα χλωμά κορίτσια του ορφανοτροφείου όταν γυρίζουν από μια μικρή 
εκδρομη, την Κυριακή, πιασμένες δυό δυό απ’ το χέρι, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να βλέπουν τ’ άστρα που φυτρώνουν ένα ένα μες στον ίσκιο, μακρινά κι ευτυχισμένα. 
Αύριο θα στείλουμε τις μυγδαλιές περίπατο στο ακροθαλάσσι να πλύνουνε τα πρόσωπα τους απ’ τη σκόνη της λύπης μας.
Και το βράδυ που θα γυρίσουν χαρούμενες, θα μας φέρουν τα πρώτα μας λόγια πλυμένα στη θάλασσα, κι εμείς θα κλαίμε στο ανοιχτό παράθυρο απ’ τη χαρά μας που μπορούμε να κλαίμε. 
ΑΠΟΨΕ κοιμηθήκαμε στην ποδιά της Άνοιξης, ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της.
 Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας. 
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρα μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χτες βράδυ στο πάτωμα. Μια στιγμή, να νιφτούμε, και φτάσαμε. ΧΡΙΣΤΕ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια; 
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού; 
Μη χαμογελάς που ‘χω κι εγώ δεμένο το κεφάλι. 
Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες. Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα. 
Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπο σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν ανοίγει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο φεγγάρι.
Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι που κουρεύουν τα πρόβατα. 
Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες. 
Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το σέρνουν οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παράδεισου ενώ οι άγγελοι θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν τα παιδάκια που μείνανε κάπου στον κάμπο.
 ΣΗΜΕΡΑ μια μικρή κοπέλα, με θαλασσιά κορδέλα στα μαλλιά, στάθηκε στην κορφή της λεύκας και κελαϊδάει. 
Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν τις αυλές και τις στέγες. 
Τα πουλιά κάθουνται στους ώμους των παιδιών.
Οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά.
Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό.
Εdward Ηenry potthast-summer pleasures


Θέ μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της. 
Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε τον χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα. 
Κι εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δε χάνουνται μες στο σκοτάδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης. 
ΟΛΟΣ ο κόσμος γέμισε λουλούδια και πουλιά. 
Ο κάμπος κουδουνίζει απ’ τις χαρούμενες φωνές τους.
Κουδούνια στους λαιμούς των γαϊδουριών. 
Κουδούνια στ’ αφτιά του ήλιου. 
Κουδούνια στην άκρη των φύλλων.
Κουδούνια στις πλεξούδες των κοριτσιών.
Όλα χορεύουνε στο φως και κουδουνίζουν. 
Κι ο παππούς βγήκε στη λιακάδα να πλέξει με χλωρά κλαδιά μικρά καλάθια, για να μαζέψει κούμαρα κι αυγά περιστεριών.
Γερανιώτης Δημήτριος-Κοπέλα σε Αγρό, 1905


 ΚΑΝΑΜΕ τόπι εμείς κείνη τη σφαίρα που ‘χε ο δάσκαλος για το μάθημα της γεωγραφίας και την κυλάμε στον πράσινο κάμπο με τα μικρά χαμομήλια. 
Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια. 
Στη θέση τω άδειων ματιών βάλαμε δυό τριαντάφυλλα. 
Τώρα είναι όλα φωτεινά και ρόδινα.
Εμείς το ξέραμε από πριν πως γρήγορα θα ‘ρχότανε το καλοκαίρι κι ας μην το ‘γραφε το ημερολόγιο. 
ΜΙΚΡΑ κορίτσια σαπουνίζουν το κεφάλι του ήλιου, κι ο ήλιος βλαστημάει σαν κακομαθημένο αγόρι που του χώνουν το κεφάλι μες στη γούρνα για να το λούσουν. 
Χιλιάδες σαπουνόφουσκες ανηφορίζουν στον αέρα, σάμπως μικρά ουράνια τόξα πάνου από τον ορίζοντα μιας μαγεμένης πεταλούδας. Τα περιστέρια κυνηγούν τις σαπουνόφουσκες. 
Το φως χειρονομεί μαλώνοντας τ’ αγουροξυπνημένα χελιδόνια.
Κι όμως με τόσο θόρυβο, κοιμούνται ακόμα οι μεγάλοι. 
Θα χώσουμε λοιπόν κι εμείς από ‘να τζιτζίκι στα ρουθούνια του παππού για να μυρίσει τη δική μας άνοιξη και ν’ ανθήσει το ραβδί του σα μια μικρούλα κερασιά πάνου απ’ τη στέρνα. 
ΔΕΝ ΑΓΑΠΑΜΕ, αυτή την ώρα, τα βιβλία με τους λιγνούς καλόγερους τω στίχων. 
Pierre-Auguste Renoir 

























Δεν αγαπάμε τα ξαδέλφια μας που ‘ρθαν απ’ την 
πρωτεύουσα και φοράνε διπλές φανέλες κι όλη την ώρα συναχώνονται. 
Περπατάμε ξυπόλητοι στο ζεστό χώμα, γδυνόμαστε κάτου απ’ τα πλατάνια και παλεύουμε, παίζουμε πετροπόλεμο, αμολάμε χαρταϊτούς και λουζόμαστε στο ποτάμι μαζί με τα κοτσύφια και τις πέρδικες. 
Έχουμε κρύψε στη σάκα του σχολείου ένα κουτί χρυσόμυγες και τις ακούμε να βουίζουν στο μάθημα της αριθμητικής. 
Μήτε στιγμή δε μένουμε στο σπίτι.
 Πάμε στα λιβάδια και στήνουμε το δόκανο. 
Πάνου στ’ αλώνια οι θημωνιές γυαλίζουν σα γυμνά βυζιά και τα’ άλογα αφηνιάζουν κάθε μεσημέρι, πατούν στα στάχυα και χάνουνται καλπάζοντας μέσα στο δάσος. 
Ώσπου έρχεται το βράδυ, και τ’ άλογα γυρίζουν ήμερα στις αυλές κι οι τεμπέλες οι χελώνες μαζεύουν μαργαρίτες μέσα στα σιωπηλά χωράφια. 
Η ώρα μυρίζει ιδρώτα και ρετσίνι και καθώς ανεβαίνει ο βραδινός καπνός πάνου απ’ τις στέγες κι εμείς καθόμαστε ακόμη στο δρόμο μαζεύοντας αστέρια για να πιστέψει η μάνα μας πως κάτι κάναμε κι εμείς και πως δεν πήγε κατ’ ανέμου ο μόχτος της κι η μέρας μας. Όμως οι μεγάλοι δε ξέρουν που κοιτάμε εμείς, δεν ξέρουν το δικό μας θερισμό κι ούτε μπορούν να φάνε απ’ το δικό μας στάρι. 
Ωστόσο εμείς χαϊδεύουμε τα κουρασμένα χέρια της μητέρας μας ενώ κοιτάζουμε μακριά, τη μεγάλη άρκτο με το χρυσόμαλλο τομάρι. ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε σπίτι. 


John William Godward-Summer Flowers

























Ο ήλιος μας φωνάζει. Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας. 
Θα σε πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις και να μας γνωρίσεις. 
Τότε τα μικρά χελιδόνια θα καθήσουν στα δάχτυλα σου, μα πάλι εσύ δε θα ξέρεις να γελάσεις πολύ. 
Πώς να βγάλουμε, μητέρα, την πέτρα που φράζει την πόρτα σου; 
Κι όμως στα τζάμια των παραθυριών μας λάμπει ζωγραφισμένο το πρόσωπο της αυγής και γύρω γύρω σαν κορνίζα οι ανθισμένες μηλίτσες της βουνοπλαγιάς. 
Εμείς πηδάμε απ’ τα παράθυρα. 
Ο ουρανός ανθίζει μέσα μας χαμόγελα, κι όπου στεκόμαστε είμαστε παντού. 
Μητέρα, πικραμένη μητερούλα, πάμε στον κήπο να σε μάθουμε τώρα με τη σειρά μας να συλλαβίζεις το αλφάβητο του ήλιου και λίγο λίγο να διαβάζεις λουλούδια. 
Θα σε βάλουμε καβάλα στη ράχη μιας αγριόχηνας και θ’ ανεμίζει στον αέρα το φουστάνι σου σα μια γιορταστική σημαία πάνου απ’ τους πράσινους αγρούς.
Jerry Fresia- Lake Como Summer Day

ΤΟ ΧΩΜΑ ποτίστηκε με φως. 
Δεν ξεχωρίζεις φως και χώμα. 
Εμείς είμαστε τ’ όνειρο μας.
Άνοιξαν τα παράθυρα και μπήκαν μέσα τα λουλούδια σαν ένα εύθυμο στράτευμα με κόκκινα τύμπανα και χρυσές τρουμπέτες που γυρίζει απ’ το χτεσινό μας κήπο στη σημερινή μας καλοσύνη. 
Ο φράχτης κρύφτηκε απ’ την πρασινάδα κι ούτε μπορείς να πεις πως είναι φράχτης.
Στις ξανθές πλεξούδες της άνοιξης φύτρωσαν γαλανά κρινάκια. 
Κι όσοι κλαίγαν προχτές, θυμήθηκαν σήμερα πως είναι νέοι και γελούν γιατί κλαίγαν.
ΟΤΑΝ περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε. 
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες. 
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας. Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν. 
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά. Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας. 
Pierre-Auguste Renoir

ΤΙ ΔΥΝΑΤΑ που κουβεντιάζουν τα πουλιά όταν κοιμούνται. Μοιάζουν με τα μικρά παιδιά που ολονυχτίς παραμιλάνε λέγοντας το τραγουδάκι τους, που θ’ απαγγείλουνε στις εξετάσεις. 
Εμείς δεν κοιμόμαστε, κι ακούμε τα τραγούδια μας που βουίζουν σαν μελίσσια γύρω στα χαμομήλια των άστρων και γύρω στην καρδιά μας. 
Οι μεγάλοι μας λένε: τεμπέληδες. 
Μα εμείς ξέρουμε από δουλειά και καθόμαστε ξύπνιοι ως την αυγή δουλεύοντας στο μεγάλο γαλάζιο χωράφι για να μη λείψει ο κήπος του ήλιου πάνου απ’ τους κήπους των ανθρώπων. 
Εμείς, κι ας μας λένε τεμπέληδες, ξέρουμε τι είναι μόχτος, ξέρουμε τι είναι να οργώσεις απ’ την αρχή τον πιο μεγάλο αγρό που κάθε μέρα τον σκεπάζουν οι τσουκνίδες. 
Εμείς ξέρουμε πόσο κουράστηκαν τα χρυσά χεράκια των αχτίνων για να χτίσουν τούτες τις χαρούμενες πολιτείες των λουλουδιών με τ’ ανοιχτά μπαλκόνια των τριαντάφυλλων, με τη ψηλά καμπαναριά των κρίνων. 
Οι άλλοι βλέπουν μονάχα τις αχτίνες και τα λουλούδια.
 Δεν ξέρουν τίποτα για το δικό μας μόχτο και το δάκρυ.
Νικόλαος Λύτρας, Ψάθινο καπέλο,


 ΜΟΛΙΣ κοιμόμαστε, ξυπνούσε το μαγεμένο δάσος του μεσημεριού. 
Η σκιά μας έριχνε τ’ ανάλαφρο σεντόνι της, μα μέσα από τις τρύπες της σκιάς έχωνε ο ήλιος τα χρυσά του δάχτυλα που αχνίζαν απ’ τη ζέστα και μας χάιδευε τα στήθια και τα σκέλια. 
Το γυάλινο πρόσωπο του νερού γελούσε κάπου απόμακρα και ράντιζε τις ροδοδάφνες με μικρά διαμάντια. 
Γυμνές γυναίκες πέρναγαν κάτου απ’ τα δέντρα, ήρεμες και παράξενες σα να ‘χαν πιει το αμίλητο νερό. Πίσω τους τρέχανε νιογέννητα ελαφάκια στεφανωμένα με τριφύλλι.
 Άλλες κρατούσανε ψηλά σταμνιά στον ώμο.
 
Geogres Seurat, Une baignade à Asnières (Bathers at Asnieres), 1883-84
Άλλες χορεύανε συρτό χορό κάτου απ’ τις δυό μεγάλες λεύκες. 
Τ’ άσπρα κορμιά τους φέγγριζαν στους ίσκιους, πλασμένα με νερό και φως κι αέρα. 
Θέλαμε να ξυπνήσουμε, μα πάνου στην καρδιά μας γονάτιζε το καλοκαίρι. 
Τα ελάφια ερχόταν και μας γλείφαν το λαιμό κι ύστερα ώρα πολλή με τις μικρές τους γλώσσες μας φτιάχναν μπούκλες τα μαλλιά.
Εκείνες δεν τραγούδαγαν. Χορεύανε πιασμένες απ’ το χέρι σαν τις μεγάλες αδελφές της σιωπής. 
Όταν ξυπνούσαμε είμαστε θλιμμένοι. 
Εκείνες είχαν φύγει αμίλητες έτσι όπως ήρθαν. 
Κόβατε τότε καλάμια και σφυρίζαμε να πούμε όσα εκείνες δεν είπαν – όσα πλασμένα με νερό και φως κι αέρα.
Έτσι σφυρίζαμε ως το βράδυ, κι η μάνα μας περίμενε μπροστά στην πόρτα φοβισμένη. 
Κι όταν η νύχτα κλείδωνε τις πόρτες, και γέμιζε τον κάμπο με ίσκιους, τότε γίνονταν τα καλάμια μας βρυσούλες από φως όπου έπιναν οι άνθρωποι που ξεδίψαγαν. 
Άσπρα κορμιά φεγγρίζαν πάλι μες στους ίσκιους, κι έβλεπαν όλοι κείνα που είναι πάντα, και που αν εμείς δεν τα ‘χαμε ιδωμένα δε θα ήτανε ποτές. 
Τώρα με τα δικά μας μάτια βλέπουν και γελάνε.
Κι εμείς σφυράμε ακόμη νύχτα μέρα.
ΕΝΑ ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι.
Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό. 
Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο. 
Daniel Ridgwayk-night summer-evening
Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωτιές σαν ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης. 
Εκεί κάθουνται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα, και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα. Εμείς κουβαλήσαμε δω πέρα το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες στον άνεμο και κρυώναν. 
Κι ο Θεός δεν είναι πια θυμωμένος με τους άγγελους που κλέψανε τα μήλα, μήτ’ έχει μια μεγάλη χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια σαν τον άλλον, που κάθεται ακαμάτης, καθημερινή και σκόλη, πάνου στο ταβάνι της εκκλησιάς και γίνηκε γκρινιάρης γιατί ποτέ δεν πήρε το σκαμνί του να βγει να κάτσει στη λιακάδα της αυλής, να ξεμουδιάσουν τα ποδάρια του που μούχλιασαν απ’ το λιβάνι κι απ’ την υγρασία. 
Ο δικός μας Θεός γίνηκε πάλι ένα τζιτζίκι, και τραγουδάει μες στην καρδιά μας την ώρα που κλαδεύουμε τα δέντρα του παράδεισου και φυτεύουμε γεράνια και γαρίφαλα γύρω τριγύρω σ’ όλες τις αυλές και τα περβόλια. 
ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον κάμπο.
Henri Martin-Summer 

Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το στρογγυλό τζαμάκι που ‘μιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.
Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος. 
Γελάσαμε κι εμείς διπλά, κι όλα τριγύρω κι όλα μέσα μας γελούσαν – όλα: λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.
ΠΟΛ ΓΚΟΓΚΕΝ, «Λουόμενες»,1897, Εθνική Πινακοθήκη Ουάσιγκτον

ΑΤΑΧΤΑ, σιωπηλά και πεισματάρικα παιδιά, που δεν ακούσαμε ποτέ κανέναν, ακούσαμε τη σιωπή μες στη νύχτα και μιλήσαμε αγνώριστα λόγια. 
Μάθαμε κείνο που ‘ναι πιο πολύ απ’ όλα και δε μαθαίνεται πάνου στα θρανία, έξω απ’ τα φωτεινά σχολεία των δέντρων. 
Θα ‘ταν άδικο να πεις πως δεν κάναμε τίποτα και πως αφήσαμε το σπίτι να ρημάξει. 
Κοίταξε τον κήπο μας και πες.
Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως να μας δείξει να χτίσουμε σ’ ένα καλύτερο σχέδιο το καινούριο σπίτι; Κοίταξε τ’ ασημένια χέρια μας που δούλεψαν στον άλλο αγρό, στην άλλη μέρα. Βλέπεις πως λάμπουν τ’ ασημένια χέρια μας μέσα στους ίσκιους – τα χέρια μας που καμιά νύχτα δεν μπορεί ποτέ να τα κερδίσει. 
Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ μας κάνουν χωρίστρα τα μαλλιά τους, φοράνε ματογυάλια, κάθουνται μπρός σ’ ένα τραπέζι ολόγιομο βιβλία και λένε κάθε μέρα τα ίδια λόγια που μυρίζουν κλειστό ντουλάπι με άδεια ποτήρια. 
Άλλοι πάλι φορέσανε στη μέση ένα μακρύ σπαθί και περπατάνε πέρα δώθε. 
Εμείς ξέρουμε δα κι από βιβλία κι από σπαθιά κι από λουλούδια, μα δεν καταλαβαίνουμε τι θα το κάνουν το σπαθί, αύριο που θα ‘ναι καλοκαίρι και θ’ ανθήσουν οι ροδιές. 
Το σπαθί θα μπερδεύεται στα πόδια τους κι αυτοί δε θα μπορούν να συνοδέψουνε την Άνοιξη, που θα τους κοροϊδεύει, έτσι όπως κοροϊδεύουν τα κορίτσια του χωριού μας τα παλικάρια που ‘ρχονται απ’ την πόλη και δε γνωρίζουν τα λουλούδια και τα λάχανα. 
Εμείς τέτοιο φόβο δεν έχουμε. 
Εμείς ξέρουμε τ’ όνομα του ήλιου κι όπου κι αν βρεθούμε ο ίδιος ήλιος θα ‘ναι – κι ο ήλιος μας ξέρει. 
ΕΜΕΙΣ μαζεύουμε παπαρούνες και φτιάχνουμε κόκκινα ματογυάλια. Φοράμε το χρυσό καπέλο του ήλιου, τ’ ασημένιο κολάρο του ποταμιού και την πράσινη γραβάτα της χλόης. 
Έτσι περπατάμε στα χωράφια κάνοντας το βήμα των γερόντων σα να κοροϊδεύουμε τους γέρους. 
Οι περβολάρηδες μας κυνηγάνε, μας διώχνουν απ’ τα θερμοκήπια, όπου αρρωσταίνουν απ’ τη θλίψη τα λουλούδια. 
Α, πως θέλουμε να σπάσουμε τούτα τα γυάλινα νοσοκομεία και τις γυάλινες φυλακές για να βγούν τα λουλούδια περίπατο στους κυριακάτικους δρόμους. 
Δε ζητάμε τίποτ’ άλλο.
Εμείς και τα κόκκινα ματογυάλια μας βάφουμε κόκκινο το μούτρο της γριάς βροχής και χτυπάμε παλαμάκια κάθε φορά που ένα μπουμπούκι σκάει απάνου στο ξερό κλαδί.
Summer Lake-Donald Zolan

 Εϊ, ΜΗΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ. 
Το μεσημέρι σαν ξυπόλητο παιδί με πρόσωπο ιδρωμένο, μ’ αχτένιστα χρυσά μαλλιά και με μια φυσαρμόνικα στο στόμα, στέκεται κάτου απ’ τα παράθυρα και σε φωνάζει. 
Παράτα την άρρωστη μάνα σου. 
Ξεγέλασε τον παράξενο παππού σου που όλη την ώρα ξύνει τη φαλάκρα του και παραπονιέται για τις μύγες.
Πήδα, λοιπόν, απ’ το παράθυρο κι έλα να κυνηγήσουμε ορτύκια. 
Ο μόρτης ήλιος αγκαλιάζει την άνοιξη κάτου απ’ τα δέντρα κι εμείς αγκαλιάζουμε τα δέντρα. 
Τα περιστέρια παίζουνε πλάι στο ποτάμι, πηδάει το ένα πάνου στη ράχη του αλλουνού, κι έτσι δυό δυό περπατάνε στην όχθη παραπέφτοντας σα να ζητάνε να ψηλώσουν για να δουν πιο πέρα τι γίνεται αύριο. 
Αύριο είναι τα γενέθλια του ήλιου κι ο ήλιος έχει τα χρόνια μας
Εδώ που φτάνουμε άκρη άκρη στ’ όνειρο μας, γιορτάζουμε μαζί με τον ήλιο την ίδια μέρα – κάθε μέρα. 
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ καθισμένη στο κατώφλι της μέρας μαθαίνει μαντολίνο. 
Μα το φως μπλέκεται στα μικρά δάχτυλα της και στάζουν λουλουδάκια πασχαλιάς απ’ τις σπασμένες νότες.
Ο κάμπος γελάει και σαλεύουν τα πράσινα γένια του. 
Ο ήλιος μεθυσμένος με την κόκκινη μύτη του τρεκλίζει ανάμεσα στα δέντρα και κυνηγάει τα νυσταγμένα μοσκαράκια. 
Κι εμείς πίσω απ’ τις καλαμιές, φωνάζουμε στον ήλιο: 
«Μπάρμπα, μπάρμπα μεθύστακα, πρόσεξε, θα σκοντάψεις κι η μύτη σου θα σπάσει και θα γεμίσεις παπαρούνες τον αγρό». 
Πήραν τη φωνή μας τα τζιτζίκια, πήραν τη φωνή μας τα πουλιά και ξύπνησαν το Θεό απ’ το μεσημεριάτικο ύπνο του. 
Κι ο Θεός τρίβει τα μάτια του, μας βλέπει και γελάει. ΞΕΚΡΕΜΑΣΑΜΕ την καμπάνα της μικρής εκκλησιάς και γεμίσαμε την καρδιά της με καινούρια τραγούδια.
Τώρα η καμπάνα σημαίνει πανηγύρια κάτου απ’ τους ευκάλυπτους, καΐκια σε θάλασσες πρωινές γιομάτα περιστέρια. 
Γδύσαμε το χοντρό παπά και τον ρίξαμε στη θάλασσα για να τον μάθει κολύμπι ένας μικρούλης γλάρος. 
Κι ο παπάς γελάει κι η στρογγυλή κοιλιά του σαλεύει στο νερό σαν εύθυμο φεγγάρι που μέθυσε από γρύλλους και βατράχια. 
Κρεμάσαμε το ράσο του τ’ αμπέλια μας για σκιάχτρο, να φεύγουν οι αλεπούδες που ρημάζουν τα κοτέτσια. 
Οι γριούλες ντύθηκαν τις πασχαλιές μας κι έγιναν πασχαλιές που ανεβαίνουν το λόφο χορεύοντας. 
Ένα χελιδόνι έχτισε τη μικρή φωλιά του μες στα γένια του παππού μας. 
Κι ο μικρός Χριστός έτρεξε σιμά του και σκαρφάλωσε στον ώμο του και του κρέμασε στ’ αφτιά κόκκινα κεράσια. 
Εσύ που παντρεύτηκες πάλι την Άνοιξη ξέρεις τη χαρά μας.



Pierre-Auguste Renoir 

























 Το σύγνεφο κείνο, γυρισμένο στο φως, μοιάζει με ανθισμένη ακακία που σκεπάζει τον ίσκιο μας. 
Και ίσκιο δεν έχουμε. 
ΚΛΕΙΣΤΗΚΕ ο ήλιος μες στα ρόδια κι έφαγαν τα παιδιά και βάφτηκαν με ήλιο το χείλια, τα μάγουλα, τα χέρια τους. 
Τώρα χιλιάδες ήλιοι περπατάνε κάτου απ’ τα δέντρα.
Οι πετεινοί καθήσαν στα κεφάλια των κοριτσιών και φώναξαν για μας την πρώτη ώρα. 
Το φρέσκο ραβδί μας γίνηκε φλογέρα που τραγουδάει μονάχη της. Μικρά παιδιά, που μιλήσαμε χτές βράδυ με τα πουλιά, απ’ τ’ ανοιχτά μας πουκάμισα βγαίνουν κυκλάμινα και δυό μικροί παπαγάλοι καθισμένοι στους ώμους μας ζητάνε να τους μάθουμε να λένε «καλημέρα» όταν φτάνει η νύχτα. 
Μα εμείς δεν ξέρουμε πια να μιλάμε, μονάχα να γελάμε, και μαζί μας γελούν κι οι παπαγάλοι. 
Ο λιγνός δάσκαλος που φοράει ματογυάλια από χιόνι και σακάκι από τσουκνίδες θα μας μαλώσει πάλι γιατί δεν έμαθε πως το φως λουλούδισε στις αυλές απ’ τα δικά μας μόνο μάτια.
 Εμείς γελάμε πάλι. 
Το σκάμε απ’ το μάθημα της ιστορίας και των θρησκευτικών. 
Μαζί μας το σκάει κι η Ρούθ κι η Ιουδήθ, ανασηκώνουν τα φουστάνια τους, πηδούν το φράχτη και τρέχουν να μας βρούνε. Πετάμε στη θάλασσα το αναγνωσματάρι, και ζωγραφίζουμε στον άμμο με το δάχτυλο τον ήλιο που γελάει.
Έτσι του αρέσει κάποτε και του ήλιου να γελάει μην τύχει και γεράσει κλεισμένος μες στο φως του. 
ΓΙΑΤΙ να μην παίξουμε; 
Ο παππούς λέει πως όσοι μάθανε το κρύο ξέρουνε τι θα πει και ζέστα. 
Ω, κάτι ξέρει κι ο παππούς και φοράει στ’ αφτιά του κόκκινα κεράσια και μιλάει φιλικά με τα λουλούδια τα λόγια της ξανθής αυγής. 
Ο κάμπος είναι πράσινος, η θάλασσα γαλάζια κι ο ουρανός είναι σαν την ομπρέλα της άνοιξης όταν πηγαίνει περίπατο με μικρά χαρούμενα βήματα. 
Γιατί να ζηλέψουμε τα παιδιά της αντικρινής έπαυλης που φοράνε κίτρινες δαντέλες και παίζουν πιάνο κάθε απόγευμα – κάτι λυπημένα τραγούδια που δεν τα ξέρουν οι πορτοκαλιές και δεν τ’ ακούνε.
Γιατί λυπούνται λοιπόν; 
Μη τάχα δε θα λουλουδίσουν κι αύριο οι φράχτες; 
Εμείς πετροβολάμε με μύγδαλα τη λύπη τους και παίζουμε καταμεσήμερα πάνου στ’ αλώνια τα παιχνίδια που οι μεγάλοι δεν έπαιξαν και τα ονειρεύτηκαν μονάχα τα πουλιά την ώρα που έσκαγε το πρώτο μπουμπουκάκι της ροδιάς. 

ΤΩΡΑ έχουν κλείσει τα σχολεία. Έχουμε καλοκαίρι.
Μαζεύουμε λουλούδια και τζιτζίκια και γεμίζουμε το γραφείο του πατέρα και τα τραπέζια όπου σκύβαμε τις νύχτες του χειμώνα διαβάζοντας λατινικά. 
Αντί για αλάτι ρίχνουμε κρυφά δυό φούχτες ήλιο στο φαί που μαγερεύει η μάνα μας. 
Το μεσημέρι δε θα φάει κανένας. 
Μέσα στα πιάτα θα γυαλίζει ο ήλιος.
Bespruzhnaya Ludmila -In the summer


 Ο πατέρας θα ‘ναι σοβαρός. 
Η μητέρα λυπημένη.
 Εμείς θα κάνουμε πως δεν ξέρουμε τίποτα.
Θα κοιτάμε απ’ το παράθυρο τον ήλιο και θα κρυφογελάμε. 
Εμείς θα φάμε το φαί μας. 
Κι όταν έρθει μεθαύριο ο χειμώνας, ακόμα ο ήλιος θα φέγγει στην καρδιά μας. 
ΑΡΧΙΣΕ κείνο το παιχνίδι που ‘χε τελειώσει. 
Οι παπαρούνες μέθυσαν από ήλιο κι έγιναν κόκκινες πεταλούδες που γεμίζουν τον αέρα, κάθουνται στ’ άσπρο καμπαναριό της μικρής αγροτικής εκκλησιάς και ζυγιάζουνται στους ώμους των περιστεριών. 

Τούτη την ώρα δεν ξέρουμε τίποτα να πούμε – μια κι ο ήλιος που ξέρει απ’ όλους πιο πολλά μας φωνάζει να παίξουμε στον κάμπο. ΑΛΛΟΤΕ διαβάζαμε τα μαθήματα μας, κάναμε την προσευχή μας και λέγαμε πως δυό και δυό κάνουνε τέσσερα. 
Τώρα, δυό λουλούδια και δυό αχτίνες δεν κάνουνε τέσσερα – κάνουνε την ψυχή μας. 
Κι ένα τριαντάφυλλο και μια πεταλούδα δεν κάνουν δυό – κάνουν ένα Θεό. 
Κι ένας Θεός κάνει όλα.
 Λοιπόν, η ψυχή μας μαζί με την ψυχή του Θεού πόσα κάνει; 
Ο δάσκαλος δεν ξέρει. Εμείς το ξέρουμε πως κάνει: ένα. Το διαβάσαμε σήμερα στο ανοιχτό βιβλίο του ήλιου, σήμερα που ξεχάσαμε όλα τα βιβλία. 
Paul Gauguin-Tahitian Landscape

Γιάννης Ρίτσος -Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού -Πάρνηθα, 1938