Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανώγεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανώγεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

'Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα, ήλιος και μαύρο κρασί...'' 42 χρόνια χωρίς τον Ψαρονίκο 🕯️ #Νίκος_Ξυλούρης



Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα, 
ήλιος και μαύρο κρασί...'' 

42 χρόνια χωρίς τον Ψαρονίκο 🕯️ #Νίκο_Ξυλούρη
'Αν ζούσε σήμερα θα αναφωνούσε 
μέσα από τα σπουδαία τραγούδια του,
για την κατάντια της κοινωνίας μας.... 

Ζαβαρακατρανέμια, Ζαβαρακατρανέμια, 
Ιλεως🙏Ιλεως🙏Ιλεως🙏
#Σαν_Σήμερα στις 8 του Φλεβάρη  1980
έφυγε από τη ζωή 
ο #Αρχάγγελος_της_Κρήτης
ο #Νίκος_Ξυλούρης

Πέταξε περήφανος Αητός πάνω απ΄τον #Ψηλορείτη 
Λεύτερος από τα πάθη και από την Ζωή
πέταξε για την ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ🌿


Τραγούδησε με το προσωπικό και ατόφιο μουσικό του τρόπο πάνω από 200 'Εμβληματικά τραγούδια, δημιουργήματα μουσικά επίσης σπουδαίων ποιητών και συνθετών, αφήνοντάς τα ως
πολιτιστική μας κληρονομιά, 
τραγούδια χρυσάφι πολιτισμού, που θα
Μιλούν πάντοτε για Αγώνες Λευτεριάς από τα 
Υλικά μας Δεσμά, θα μιλούν για Αλήθεια,
'Ηθική, Αξιοπρέπεια και Αυθεντικότητα
στις πράξεις και στα Λόγια... 
Δείτε το βίντεο "Νίκος Ξυλούρης - Οι νεκροί της πλατείας". 
Και όπως τότε, στο Πολυτεχνείο, η φωνή του έγινε ένα με εκείνη, των φοιτητών που τραγουδούσαν και φέρανε, την " ξαστεριά " μπορεί και τώρα και πάντοτε να φέρουνε την "Ξαστεριά" στον πολύπαθο τόπο μας! 
Περισσότερα για τη Ζωή και τα 'Εργα του
αξέχαστου Νίκου Ξυλούρη
ΕΔΩ:

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

3 Ιουλίου - 'Αγίου Υακίνθου του 'Αγίου προστάτη των αληθινά ερωτευμένων ...Ο 'Αγιος της 'Αγάπης κατοικεί σ' ένα εκκλησάκι - μιτάτο ψηλά στο βουνό του Δία, στον Ψηλορείτη, στ' Ανώγεια - σε υψόμετρο 1800μ. και πιστέψτε με! Στο όνομα της 'Αγάπης κάνει, θαύματα!



"Ο ωραίος Υάκινθος παίζει στο δάσος και ρίχνει το δίσκο του όσο πιο μακριά μπορεί να ξεπεράσει το δάσκαλό του Απόλλωνα. 

Κι ο Θεός γοητευμένος από την ομορφιά του νεαρού ξεχνάει ολότελα το παιχνίδι. 

Ζηλεύει ο Ζέφυρος, 

κάνει το δίσκο να παρεκκλίνει απ' την τροχιά του κι ο Υάκινθος πέφτει νεκρός ..."

98 μ.Χ.: Ο εικοσάχρονος Υάκινθος δέχεται πρόθυμα να μαρτυρήσει για την κοινή πίστη, για την αγάπη του στο Θεό!

Ο Άγιος Υάκινθος –που θεωρείται Άγιος των αισθημάτων και της αγάπης- καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.) για τον οποίο εργάστηκε. 

Όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Υάκινθος δε δίστασε να ομολογήσει μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός.

Ο Τραϊανός διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός και αν ήθελε να φάει από το κρέας ζώου που δόθηκε για θυσία στα είδωλα.

Ο Υάκινθος, δεν άγγιξε την τροφή που του πρόσφεραν μέχρι που πέθανε από ασιτία σε ηλικία 20 χρόνων. 


Την ιστορία του νεομάρτυρα που αγαπώντας "έξω έβαλεν τον φόβον", 

θέλησε να γνωστοποιήσει ο τροβαδούρος της Κρήτης, ο αγαπητός μας Λουδοβίκος των Ανωγείων (με τ' όνομα Λουδοβίκος, τον "βάπτισε" ο ίδιος, ο Μάνος Χατζιδάκις) 

Κι επειδή το 1998, συμπληρώθηκαν 1900 χρόνια από το μαρτύριο του Υάκινθου, ο τραγουδοποιός πρότεινε να τιμηθεί, ο 'Αγιος της Αγάπης και μαζί του να υμνηθεί, η ποίηση! 

Την πρόταση για ανέγερση του ναού του Αγίου Υακίνθου, αποδέχτηκε ο Μητροπολίτης Ρεθύμνου Άνθιμος, τοποθετώντας ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο του. 



Ο πέτρινος ναΐσκος φέρει το σχήμα 

«μιτάτου», είναι κυκλικός, στηριζόμενος στους κανόνες της υστερομινωικής αρχιτεκτονικής και έχει φέρει θόλο. 

Τον σχεδιασμό και την επίβλεψη του όλου πονήματος ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Σταύρος Βιδάλης.

« ο Άγιος Υάκινθος με τον Βαλεντίνο δεν είναι διαφορά αντίθεσης, απλά διαφορά. 

Στον Βαλεντίνο κόβουνε τα τριαντάφυλλα και τα προσφέρουν για αγάπη στα κορίτσια τους. Εμείς παίρνουμε το χέρι του κοριτσιού και το οδηγούμε εκεί που είναι τα τριαντάφυλλα και του τα δείχνουμε, δεν τα κόβουμε ποτέ. 

Ο Άγιος Υάκινθος δεν είναι ο Άγιος των ερωτευμένων, αλλά εκείνων που έχασαν και εκείνων που ελπίζουν να βρουν. 

Ο έρωτας έτσι κι αλλιώς είναι θεϊκή επίσκεψη

και η ζωή, γενικότερα, μια γιορτή, όπου είμαστε όλοι καλεσμένοι. 

Επτακόσιες είκοσι χιλιάδες (720.000) ώρες που είναι τα 80 χρόνια ζωής δεν είναι αρκετές για να γεράσουμε.

Ό Άγιος Υάκινθος είναι ο άγιος της μοναξιάς, του συγκρατημένου πάθους ». 

Λουδοβίκος των Ανωγείων - Δημιούργησε τα ΥΑΚΙΝΘΕΙΑ, προς τιμήν του Αγίου Υάκινθου, σε υψόμετρο 1800 μέτρων

σ' έναν πετρότιστο ναό-μιτάτο, ψηλά εκεί στον Ψηλορείτη, όπως του αρμόζει στ' Ανώγεια, στην Κρήτη! 





περισσότερα εδώ :

Ιστορία | Yakinthia

http://www.yakinthia.gr/history/ 






Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Σαν σήμερα 7 Ιουλίου το 1936 γεννιέται στο Ρέθυμνο στ΄Ανώγεια ο Νίκος Ξυλούρης - η ψυχή της Κρήτης .

Ανώγεια - 7 Ιουλίου , κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 30 . Στο σπίτι του Γιώργη του Ξυλούρη του καφετζή έχουν πανηγύρι . Η Ελευθερία η γυναίκα του , μετά από τρεις θηλυκές γέννες , φέρνει στον κόσμο το πρώτο αρσενικό της φαμίλιας , τον Νικόλα . Γειτόνισσες , συγγένισσες κι η θειά πού ‘ χει καημό με την ατυχία τ ΄ άδελφού τσι με τσί κόρες , όλες σκυμμένες πάνω από την κούνια του μωρού δίνουν , ασημώνουν και κάνουν προγνωστικά για το μέλλον του .« Γιά δε το κούτελο φαρδύ πού ΄ναι . Μια μέρα θα γενεί σπουδαίος »

✍️ Δημήτρης Χριστοδούλου
🎼🎹 Λίνος Κόκοτος
🎤Νίκος Ξυλούρης
Γεννήθηκα σε μια στιγμή
του κόσμου και βαδίζω
για μια μεγάλη χαραυγή
και πίσω δεν γυρίζω

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Γεννήθηκα και ήταν πρωί
μα έζησα την νύχτα
άλλα μου είπαν οι θεοί
και άλλα στο κόσμο βρήκα

Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν
Μια φορά στον κόσμο ήρθα
δυο φορές μ αρνήθηκαν
και όταν είπα την αλήθεια
όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν

Χρόνια δύσκολα για τους Ανωγειανούς εκείνα του ΄30 . Λίγο το λάδι , λίγο το ψωμί . Χωριό κατεστραμμένο απ ΄την Τουρκιά , βουτηγμένο στα μαύρα . …Φτωχιά η οικογένεια του Ψαρογιώργη
( ήταν το παρατσούκλι που τούχανε κολλήσει γιατί , καταπώς λέγαν οι παλιοί , ο πατέρας του εσκότωνε τσί Τούρκους σαν τα ψάρια ). μα αγαπητή σ ΄όλο το χωριό . Σ ΄αυτή τη γωνιά της γής ο Νίκος κάνει τα πρώτα του βήματα . Τις νύχτες νανουρίζεται με τους ήχους λύρας που παίζει γι αυτόν ο παππούς του , πρώτος λυράρης στο χωριό , και τις μαντινάδες που του τραγουδά η μάνα του . Η λάλη του τον μεταφέρει με τα παραμύθια της σε τόπους μακρινούς , σε πύργους και παλάτια με στοιχειωμένους βασιλιάδες . Του μιλά γι ΄αντρειωμένους ιππότες , γι ΄άρματα , και του μαθαίνει ν ΄άψηφά τον κίνδυνο , σκιά να μη φοβάται.

✍️#Κώστας_Γεωργουσόπουλος ✝️(Κ.Χ Μύρης)
🎹🎼#Γιάννης_Μαρκόπουλος✝️
🎤#Νίκος_Ξυλούρης
Στα πίσω χρόνια τα πικρά
οπού φωτιά δεν είχε
ο κόσμος στις βαθιές σπηλιές
τ’ αλέτρι δεν κατείχε.

Μα μιαν αυγή, μια Κυριακή
μια `πίσημον ημέρα
γεμίσανε τα φυσερά
λυτρωτικόν αέρα.

Κατέβηκεν ο Γίγαντας
μ’ ένα δαδί στο χέρι
έριξε φώτα στις σπηλιές
και χάρηκε τ’ ασκέρι.

Πήραν φωτιά τα σύδεντρα
τα σίδερα ελυγίσαν
η γης οργώθηκε καλά
και τα φυτά εκαρπίσαν.

Πρωί πρωί τον πιάσανε
το γίγαντα και πάνε
στον Καύκασο ξημέρωνε
τρία πουλιά περνάνε.

Πουλιά μου διαβατάρικα
τι βλέπετε στις στράτες,
τι κουβαλάει ο γίγαντας
στις σιδερένιες πλάτες;

Μπροστά πηγαίνει ο σιδεράς
με το σφυρί στο χέρι,
ξωπίσω του ο κλειδαράς
της μοναξιάς του ταίρι.

Ο πιο μικρός ο πιο σκυφτός
ο πιο σκληρός στο πλάι
αυτός κρατάει τα σύνεργα
γελάει μα δε μιλάει.

Καρφώσανε το γίγαντα
στο βράχο του Καυκάσου
τρία πουλάκια πέρασαν
και του `λεγαν: Στοχάσου.

Παιδί αδύνατο , ευαίσθητο από τα μικρά του χρόνια ο Νίκος ,γίνεται ο καημός του πατέρα και της μάνας . « …..Μόνο τα πρόβατα του άρεσαν . Να τα παίρνει ψηλά στα Πετροβολάκια που ΄ταν τα βοσκοτόπια των Ξυλούρηδων και να κάθεται όλη μέρα μαζί τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα .

‘ Όταν δεν ήταν με τα ζωντανά έκανε σκανταλιές μιας και μετά , σαν μεγαλώσαμε . Κανένα δεν άφηνε απείραχτο . ΄Ετσι έγινε από μικρός ο αρχηγός στα παιχνίδια μας και μετά , σαν μεγαλώσαμε, αρχηγός της παρέας στις καντάδες και τα γλέντια » . Μόνο η λύρα και το τραγούδι μέρευε το Ψαρονικολάκι . ΄Ένα βράδυ κατέβηκε από το βουνό κρατώντας στα χέρια του δύο βέργες κι έκανε πως έπαιζε .

« Εγώ θα γίνω λυράρης » , τους είπε .Κι εκείνοι τον περίπαιξαν
« Και ποιός μωρέ σε παίρνει εσένα στη δούλεψή του τόσο μικρός πού ΄σαι »
Τα μικρότερα παιδιά τον λατρεύουν γιατί είναι ο μόνος που δεν τα ΄αποδιώχνει .
Τους δίνει ό , τι έχει και τα βάζει και τραγουδούν μαζί του . Μόλις βγαίνει από την πόρτα τον παίρνουν το κατόπι .
« ΄Ετσι του κολλήσαμε τα παρατσούκλι η κλωσού . Και του έμεινε μέχρι που μεγάλωσε . Ακόμη και τώρα , φτασμένος πια , όταν ερχόταν να μας δει έτσι τον φωνάζαμε »
 1941 . Η σκιά του πολέμου και της Κατοχής να σκεπάζει κι αυτές ακόμη τις κορφές του Ψηλορείτη . Τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πετούν πάνω από τα κεφάλια των Ανωγειανών που για μια ακόμα φορά καλούνται να πολεμήσουν για τη γη τους . Οι άντρες παίρνουν τα βουνά .

Μπαίνουν στην αντίσταση κατά του κατακτητή . Αρχηγόςο θείος του Νίκου , καπετάν Μιχάλης ,γνωστός για την απαγωγή του Κράιπερ .
Παιδιά κι είντα ΄ναι η καταχνιά
Και τούτη η κατσιφάρα ;
Kαι γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι ανατριχιούν τα δάση;
Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη πλημμυρίσαν .



 Το φθινόπωρο του ΄41 το χωριό καίγεται και μαζί του τα χαρτιά όλων των κατοίκων .
Με την καταστροφή του χωριού τα γυναικόπαιδα μεταφέρονται από τους Γερμανούς στο Μυλοπόταμο . Πρόσφυγες σε ξένο τόπο οι Ανωγειανοί προσπαθούν να επιβιώσουν . Πολλοί χάνονται απ ΄ την πείνα και τις αρρώστιες . ΄Αλλοι σκοτώνονται στα βουνά . Οι γυναίκες βάφουν τα ρούχα μαύρα .

Ευαίσθητη η ψυχή του Νίκου , σημαδεύεται για πάντα . Το κλείσιμο στο σπίτι , οι περιορισμοί , η μπότα του κατακτητή έξω από την πόρτα .
Μακριά από τα
βοσκοτόπια του , χωρίς τραγούδι και λύρα . Τόση αδικία δεν τη χωρά ο νούς του . Τέσσερα χρόνια κρατά η προσφυγιά . Το ΄45 η Ελλάδα απελευθερώνεται και μαζί κι η Κρήτη . Οι Ανωγειανοί γυρίζουν στο χωριό τους και αρχίζουν ν ΄ άναστηλώνουν τα ερείπια . Οι Ξυλούρηδες κτίζουν μια κάμαρα και βολεύονται όπως – όπως . Ο πατέρας ανοίγει ξανά το καφενείο . Τα παιδιά κλείνονται μαζί με τα ΄ άλλα Ανωγειανάκια στο οικοτροφείο του Ηρακλείου , ως το ΄46 που κτίζεται το δικό τους σχολειό στο χωριό.

Παλικαράκι πιά στην Τρίτη τάξη ο Νίκος , παρακαλεί τους δικούς του να του πάρουν μια λύρα και να τον αφήσουν να συνεχίσει τη δουλειά του παππού . Ο Ψαρογιώργης είναι ανένδοτος .
« Δεν θα τον κάνω λυράρη . Σαν δεν τα άρέσουν τα γράμματα κάλλιο το ΄χω να πάει στα πρόβατα . ΄Αλλά όχι μουζικάντης να γυρίζει από δω κι από κει ».
Στην τάξη , όπως οι περισσότεροι μαθητές την εποχή εκείνη , δεν σηκώνει ποτέ το χέρι .
« Τελευταίος ερχόταν στο σχολειό ο Νικόλας και πρώτος έφευγε , θυμούνται οι φίλοι του . ΄Οση ώρα κρατούσε το μάθημα εκείνος κοίταγε έξω απ ΄το παράθυρο .Καμιά φορά του λέγαμε : « Σαν το μάθει ο κύρης σου θα σε τιμωρήσει » . Κι αυτός γελούσε . « Γιάντα μωρέ , κακό είναι να κοιτώ έξω ; »

Ο δάσκαλος , όταν δεν ξέρουν μάθημα , τους παίρνει με τη σειρά για χαρακιές . Μα όταν φτάνει σε κείνον δεν τον κτυπά .
« Εσένανε μωρέ Ξυλούρη δεν σε κλαίω . Ξέρεις και τραγουδείς ! »
Στις σχολικές γιορτές όλος ο κόσμος πηγαίνει ν ακούσει του Ψαράκη το κοπέλι . Κι εκείνος όλο και παρακαλεί ΄ « Πάρτε μου μια λύρα ».
Είδαν κι απόειδαν οι δικοί του , βοήθησε κι ο δάσκαλος .
« Μην το πιέζετε το κοπέλι . Πάρτε του τη λύρα και βγάλτε το από το σχολείο , δεν θα χαθεί .» ΄Ηταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του . Κι όταν ύστερα από χρόνια ο μαθητής έγινε γνωστός , ένιωθε περήφανος γι ΄αυτόν .
Ένα πρωί στα δώδεκά του χρόνια , ο πατέρας τον παίρνει μαζί στο Ηράκλειο . Διαλέγουν την πιο όμορφη λύρα και γυρίζουν πίσω .Τα όνειρά του παίρνουν σάρκα και οστά . Το τραγούδι γίνεται από κείνη τη στιγμή ο σκοπός της ζωής του . Κανείς πιά δεν θα τον εμποδίσει . Αλλά ούτε κι ο ίδιος μπορεί ποτέ να φανταστεί πως με το τραγούδι του αυτό θα φέρει μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσηκώσει την Ελλάδα ολόκληρη.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Νίτσας Λουλέ – Θεοδωράκη « Νίκος Ξυλούρης – Η Ζωή και το τραγούδι του » Εκδόσεις Καραμπελόπουλος .


Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Σαν σήμερα 7 Ιουλίου γεννιέται στο Ρέθυμνο στ΄Ανώγεια Ο Νίκος Ξυλούρης - η ψυχή της Κρήτης - !

Ανώγεια . 7 Ιουλίου , κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 30 . Στο σπίτι του Γιώργη του Ξυλούρη του καφετζή έχουν πανηγύρι . Η Ελευθερία η γυναίκα του , μετά από τρεις θηλυκές γέννες , φέρνει στον κόσμο το πρώτο αρσενικό της φαμίλιας , τον Νικόλα . Γειτόνισσες , συγγένισσες κι η θειά πού ‘ χει καημό με την ατυχία τ ΄ άδελφού τσι με τσί κόρες , όλες σκυμμένες πάνω από την κούνια του μωρού δίνουν , ασημώνουν και κάνουν προγνωστικά για το μέλλον του .« Γιά δε το κούτελο φαρδύ πού ΄ναι . Μια μέρα θα γενεί σπουδαίος »

Χρόνια δύσκολα για τους Ανωγειανούς εκείνα του ΄30 . Λίγο το λάδι , λίγο το ψωμί . Χωριό κατεστραμμένο απ ΄την Τουρκιά , βουτηγμένο στα μαύρα . …Φτωχιά η οικογένεια του Ψαρογιώργη
( ήταν το παρατσούκλι που τούχανε κολλήσει γιατί , καταπώς λέγαν οι παλιοί , ο πατέρας του εσκότωνε τσί Τούρκους σαν τα ψάρια ). μα αγαπητή σ ΄όλο το χωριό . Σ ΄αυτή τη γωνιά της γής ο Νίκος κάνει τα πρώτα του βήματα . Τις νύχτες νανουρίζεται με τους ήχους λύρας που παίζει γι αυτόν ο παππούς του , πρώτος λυράρης στο χωριό , και τις μαντινάδες που του τραγουδά η μάνα του . Η λάλη του τον μεταφέρει με τα παραμύθια της σε τόπους μακρινούς , σε πύργους και παλάτια με στοιχειωμένους βασιλιάδες . Του μιλά γι ΄αντρειωμένους ιππότες , γι ΄άρματα , και του μαθαίνει ν ΄άψηφά τον κίνδυνο , σκιά να μη φοβάται .


Παιδί αδύνατο , ευαίσθητο από τα μικρά του χρόνια ο Νίκος ,γίνεται ο καημός του πατέρα και της μάνας . « …..Μόνο τα πρόβατα του άρεσαν . Να τα παίρνει ψηλά στα Πετροβολάκια που ΄ταν τα βοσκοτόπια των Ξυλούρηδων και να κάθεται όλη μέρα μαζί τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα . ‘ Όταν δεν ήταν με τα ζωντανά έκανε σκανταλιές μιας και μετά , σαν μεγαλώσαμε . Κανένα δεν άφηνε απείραχτο . ΄Ετσι έγινε από μικρός ο αρχηγός στα παιχνίδια μας και μετά , σαν μεγαλώσαμε, αρχηγός της παρέας στις καντάδες και τα γλέντια » . Μόνο η λύρα και το τραγούδι μέρευε το Ψαρονικολάκι . ΄Ένα βράδυ κατέβηκε από το βουνό κρατώντας στα χέρια του δύο βέργες κι έκανε πως έπαιζε .

« Εγώ θα γίνω λυράρης » , τους είπε .Κι εκείνοι τον περίπαιξαν
« Και ποιός μωρέ σε παίρνει εσένα στη δούλεψή του τόσο μικρός πού ΄σαι »
Τα μικρότερα παιδιά τον λατρεύουν γιατί είναι ο μόνος που δεν τα ΄αποδιώχνει .
Τους δίνει ό , τι έχει και τα βάζει και τραγουδούν μαζί του . Μόλις βγαίνει από την πόρτα τον παίρνουν το κατόπι .
« ΄Ετσι του κολλήσαμε τα παρατσούκλι η κλωσού . Και του έμεινε μέχρι που μεγάλωσε . Ακόμη και τώρα , φτασμένος πια , όταν ερχόταν να μας δει έτσι τον φωνάζαμε »




1941 . Η σκιά του πολέμου και της Κατοχής να σκεπάζει κι αυτές ακόμη τις κορφές του Ψηλορείτη . Τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πετούν πάνω από τα κεφάλια των Ανωγειανών που για μια ακόμα φορά καλούνται να πολεμήσουν για τη γη τους . Οι άντρες παίρνουν τα βουνά . Μπαίνουν στην αντίσταση κατά του κατακτητή . Αρχηγόςο θείος του Νίκου , καπετάν Μιχάλης ,γνωστός για την απαγωγή του Κράιπερ .


Παιδιά κι είντα ΄ναι η καταχνιά
Και τούτη η κατσιφάρα ;
Kαι γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι ανατριχιούν τα δάση;
Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη πλημμυρίσαν .


Το φθινόπωρο του ΄41 το χωριό καίγεται και μαζί του τα χαρτιά όλων των κατοίκων .
Με την καταστροφή του χωριού τα γυναικόπαιδα μεταφέρονται από τους Γερμανούς στο Μυλοπόταμο . Πρόσφυγες σε ξένο τόπο οι Ανωγειανοί προσπαθούν να επιβιώσουν . Πολλοί χάνονται απ ΄ την πείνα και τις αρρώστιες . ΄Αλλοι σκοτώνονται στα βουνά . Οι γυναίκες βάφουν τα ρούχα μαύρα .



Ευαίσθητη η ψυχή του Νίκου , σημαδεύεται για πάντα . Το κλείσιμο στο σπίτι , οι περιορισμοί , η μπότα του κατακτητή έξω από την πόρτα . Μακριά από τα

βοσκοτόπια του , χωρίς τραγούδι και λύρα . Τόση αδικία δεν τη χωρά ο νούς του . Τέσσερα χρόνια κρατά η προσφυγιά . Το ΄45 η Ελλάδα απελευθερώνεται και μαζί κι η Κρήτη . Οι Ανωγειανοί γυρίζουν στο χωριό τους και αρχίζουν ν ΄ άναστηλώνουν τα ερείπια . Οι Ξυλούρηδες κτίζουν μια κάμαρα και βολεύονται όπως – όπως . Ο πατέρας ανοίγει ξανά το καφενείο . Τα παιδιά κλείνονται μαζί με τα ΄ άλλα Ανωγειανάκια στο οικοτροφείο του Ηρακλείου , ως το ΄46 που κτίζεται το δικό τους σχολειό στο χωριό.



Παλικαράκι πιά στην Τρίτη τάξη ο Νίκος , παρακαλεί τους δικούς του να του πάρουν μια λύρα και να τον αφήσουν να συνεχίσει τη δουλειά του παππού . Ο Ψαρογιώργης είναι ανένδοτος .
« Δεν θα τον κάνω λυράρη . Σαν δεν τα άρέσουν τα γράμματα κάλλιο το ΄χω να πάει στα πρόβατα . ΄Αλλά όχι μουζικάντης να γυρίζει από δω κι από κει ».
Στην τάξη , όπως οι περισσότεροι μαθητές την εποχή εκείνη , δεν σηκώνει ποτέ το χέρι .
« Τελευταίος ερχόταν στο σχολειό ο Νικόλας και πρώτος έφευγε , θυμούνται οι φίλοι του . ΄Οση ώρα κρατούσε το μάθημα εκείνος κοίταγε έξω απ ΄το παράθυρο .Καμιά φορά του λέγαμε : « Σαν το μάθει ο κύρης σου θα σε τιμωρήσει » . Κι αυτός γελούσε . « Γιάντα μωρέ , κακό είναι να κοιτώ έξω ; »

Ο δάσκαλος , όταν δεν ξέρουν μάθημα , τους παίρνει με τη σειρά για χαρακιές . Μα όταν φτάνει σε κείνον δεν τον κτυπά .
« Εσένανε μωρέ Ξυλούρη δεν σε κλαίω . Ξέρεις και τραγουδείς ! »
Στις σχολικές γιορτές όλος ο κόσμος πηγαίνει ν ακούσει του Ψαράκη το κοπέλι . Κι εκείνος όλο και παρακαλεί ΄ « Πάρτε μου μια λύρα ».
Είδαν κι απόειδαν οι δικοί του , βοήθησε κι ο δάσκαλος .
« Μην το πιέζετε το κοπέλι . Πάρτε του τη λύρα και βγάλτε το από το σχολείο , δεν θα χαθεί .» ΄Ηταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του . Κι όταν ύστερα από χρόνια ο μαθητής έγινε γνωστός , ένιωθε περήφανος γι ΄αυτόν .


Ένα πρωί στα δώδεκά του χρόνια , ο πατέρας τον παίρνει μαζί στο Ηράκλειο . Διαλέγουν την πιο όμορφη λύρα και γυρίζουν πίσω .Τα όνειρά του παίρνουν σάρκα και οστά . Το τραγούδι γίνεται από κείνη τη στιγμή ο σκοπός της ζωής του . Κανείς πιά δεν θα τον εμποδίσει . Αλλά ούτε κι ο ίδιος μπορεί ποτέ να φανταστεί πως με το τραγούδι του αυτό θα φέρει μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσηκώσει την Ελλάδα ολόκληρη.


Απόσπασμα από το βιβλίο της Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη « Νίκος Ξυλούρης – Η Ζωή και το τραγούδι του » Εκδόσεις Καραμπελόπουλος .




Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011


Ανώγεια . 7 Ιουλίου , κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 30 . Στο σπίτι του  Γιώργη του Ξυλούρη του καφετζή έχουν πανηγύρι . Η Ελευθερία η γυναίκα του , μετά από τρεις θηλυκές γέννες , φέρνει στον κόσμο  το πρώτο αρσενικό της φαμίλιας , τον Νικόλα . Γειτόνισσες , συγγένισσες κι η θειά  πού  ‘ χει καημό με την  ατυχία τ ΄ άδελφού τσι με τσί κόρες , όλες σκυμμένες πάνω από την κούνια του μωρού δίνουν , ασημώνουν και κάνουν προγνωστικά για το μέλλον του .
« Γιά δε το κούτελο φαρδύ πού ΄ναι . Μια μέρα θα γενεί σπουδαίος »
 Χρόνια δύσκολα για τους Ανωγειανούς εκείνα  του ΄30 . Λίγο το λάδι , λίγο το ψωμί . Χωριό κατεστραμμένο απ ΄την Τουρκιά , βουτηγμένο στα μαύρα . …Φτωχιά η οικογένεια του  Ψαρογιώργη
 ( ήταν το παρατσούκλι που τούχανε κολλήσει γιατί ,  καταπώς λέγαν οι παλιοί , ο πατέρας του εσκότωνε τσί Τούρκους σαν τα ψάρια ). μα αγαπητή σ ΄όλο το χωριό . Σ ΄αυτή τη γωνιά της γής ο Νίκος κάνει τα πρώτα του βήματα . Τις νύχτες νανουρίζεται με τους ήχους  λύρας που παίζει γι αυτόν ο παππούς του , πρώτος λυράρης στο χωριό , και τις μαντινάδες  που του τραγουδά η μάνα του . Η λάλη του τον μεταφέρει με τα παραμύθια της σε τόπους μακρινούς , σε πύργους και παλάτια με στοιχειωμένους βασιλιάδες . Του μιλά γι ΄αντρειωμένους ιππότες , γι ΄άρματα , και του μαθαίνει ν ΄άψηφά τον κίνδυνο , σκιά να μη φοβάται .

Παιδί αδύνατο , ευαίσθητο από τα μικρά του χρόνια ο Νίκος ,γίνεται ο καημός του πατέρα και της μάνας . « …..Μόνο τα πρόβατα του άρεσαν . Να τα παίρνει ψηλά στα Πετροβολάκια που ΄ταν τα βοσκοτόπια των Ξυλούρηδων και να κάθεται όλη μέρα μαζί τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα . ‘ Όταν δεν ήταν με τα ζωντανά έκανε σκανταλιές μιας και μετά , σαν μεγαλώσαμε . Κανένα δεν άφηνε απείραχτο . ΄Ετσι έγινε από μικρός ο αρχηγός στα παιχνίδια μας και μετά , σαν μεγαλώσαμε, αρχηγός της παρέας στις καντάδες και τα γλέντια » . Μόνο η λύρα και το τραγούδι μέρευε το Ψαρονικολάκι . ΄Ένα βράδυ κατέβηκε από το βουνό κρατώντας στα χέρια του δύο βέργες κι έκανε πως έπαιζε .
 « Εγώ θα γίνω λυράρης  » , τους είπε .
Κι εκείνοι τον περίπαιξαν
« Και ποιός μωρέ σε παίρνει εσένα στη δούλεψή  του τόσο μικρός  πού ΄σαι »
 Τα μικρότερα παιδιά τον λατρεύουν γιατί είναι ο μόνος που δεν τα ΄αποδιώχνει .
Τους δίνει ό , τι έχει και τα βάζει και τραγουδούν μαζί του . Μόλις βγαίνει   από την πόρτα τον παίρνουν  το κατόπι .
« ΄Ετσι του κολλήσαμε τα παρατσούκλι η κλωσού . Και του έμεινε μέχρι που μεγάλωσε . Ακόμη και τώρα , φτασμένος  πια , όταν ερχόταν  να μας δει έτσι τον φωνάζαμε »
1941 . Η σκιά του πολέμου και της Κατοχής να σκεπάζει κι αυτές ακόμη τις κορφές του Ψηλορείτη . Τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πετούν πάνω από τα κεφάλια των Ανωγειανών που για μια ακόμα φορά καλούνται να πολεμήσουν για τη γη τους . Οι άντρες παίρνουν τα βουνά . Μπαίνουν στην αντίσταση κατά του κατακτητή . Αρχηγόςο θείος του Νίκου , καπετάν Μιχάλης ,γνωστός για την απαγωγή του Κράιπερ .

Παιδιά κι είντα ΄ναι η καταχνιά
Και τούτη η κατσιφάρα ;
Kαι γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι ανατριχιούν  τα δάση;
  Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη πλημμυρίσαν .
Το φθινόπωρο του  ΄41 το χωριό καίγεται και μαζί του τα χαρτιά όλων των κατοίκων .
Με την καταστροφή του χωριού τα γυναικόπαιδα μεταφέρονται από τους Γερμανούς στο Μυλοπόταμο . Πρόσφυγες σε ξένο τόπο οι Ανωγειανοί προσπαθούν να επιβιώσουν . Πολλοί χάνονται απ ΄ την πείνα και τις αρρώστιες . ΄Αλλοι σκοτώνονται στα βουνά . Οι γυναίκες βάφουν τα ρούχα μαύρα .

Ευαίσθητη η ψυχή του Νίκου , σημαδεύεται για πάντα . Το κλείσιμο στο σπίτι , οι περιορισμοί , η μπότα του κατακτητή έξω από την πόρτα . Μακριά από τα
βοσκοτόπια του , χωρίς τραγούδι και λύρα . Τόση αδικία δεν τη χωρά ο νούς του . Τέσσερα χρόνια κρατά η προσφυγιά . Το  ΄45 η Ελλάδα απελευθερώνεται και μαζί κι η Κρήτη . Οι Ανωγειανοί γυρίζουν στο χωριό τους και αρχίζουν  ν ΄ άναστηλώνουν τα ερείπια . Οι Ξυλούρηδες κτίζουν μια κάμαρα και βολεύονται όπως – όπως . Ο πατέρας ανοίγει ξανά το καφενείο . Τα παιδιά κλείνονται μαζί με  τα ΄ άλλα Ανωγειανάκια στο οικοτροφείο του Ηρακλείου , ως το ΄46 που κτίζεται το δικό τους σχολειό στο χωριό.


Παλικαράκι πιά στην Τρίτη τάξη ο Νίκος , παρακαλεί τους δικούς του να του πάρουν μια λύρα και να τον αφήσουν να συνεχίσει τη δουλειά του παππού . Ο Ψαρογιώργης είναι ανένδοτος .
« Δεν θα τον κάνω λυράρη . Σαν δεν τα άρέσουν τα γράμματα κάλλιο το ΄χω  να πάει στα πρόβατα . ΄Αλλά όχι μουζικάντης να γυρίζει από δω κι από κει  ».
Στην τάξη , όπως οι περισσότεροι μαθητές την εποχή εκείνη , δεν σηκώνει ποτέ το χέρι .
« Τελευταίος ερχόταν στο σχολειό ο Νικόλας και πρώτος έφευγε , θυμούνται οι φίλοι του . ΄Οση ώρα κρατούσε το μάθημα εκείνος κοίταγε  έξω απ ΄το παράθυρο .Καμιά φορά του λέγαμε : « Σαν το μάθει ο κύρης σου θα σε τιμωρήσει » . Κι αυτός γελούσε .  « Γιάντα μωρέ , κακό είναι να κοιτώ έξω ; »
Ο δάσκαλος , όταν δεν ξέρουν μάθημα , τους παίρνει με τη σειρά για χαρακιές . Μα όταν φτάνει σε κείνον δεν τον κτυπά .
« Εσένανε μωρέ Ξυλούρη δεν σε κλαίω . Ξέρεις και τραγουδείς !  »
Στις σχολικές γιορτές όλος ο κόσμος πηγαίνει ν  ακούσει του Ψαράκη το κοπέλι . Κι εκείνος όλο και παρακαλεί ΄  « Πάρτε μου μια λύρα ».
Είδαν κι απόειδαν οι δικοί του , βοήθησε κι ο δάσκαλος .
« Μην το πιέζετε το κοπέλι . Πάρτε του τη λύρα και βγάλτε το από το σχολείο , δεν θα χαθεί .» ΄Ηταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του . Κι όταν ύστερα από χρόνια ο μαθητής έγινε γνωστός , ένιωθε περήφανος γι ΄αυτόν .

Ένα πρωί στα δώδεκά του χρόνια  , ο πατέρας τον παίρνει μαζί στο Ηράκλειο . Διαλέγουν την πιο όμορφη λύρα και γυρίζουν πίσω .Τα όνειρά του παίρνουν σάρκα και οστά . Το τραγούδι γίνεται από κείνη τη στιγμή ο σκοπός της ζωής του . Κανείς πιά δεν θα τον εμποδίσει . Αλλά ούτε κι ο ίδιος μπορεί ποτέ να φανταστεί πως με το τραγούδι του αυτό θα φέρει μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσηκώσει την Ελλάδα ολόκληρη.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη « Νίκος Ξυλούρης – Η Ζωή και το τραγούδι του »   Εκδόσεις Καραμπελόπουλος .



Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Αν ζούσε σήμερα θα αναφωνούσε 
στην Μέρκελ και στους ομοίους της 
Ζαβαρακατρανέμια 
Ιλεως ! Ιλεως !Ιλεως !
Σαν Σήμερα στις 8 του Φλεβάρη  1980 έφυγε από τη ζωή ο Αρχάγγελος της Κρήτης ο Νίκος Ξυλούρης !
Πέταξε περήφανος Αητός Πάνω απ΄τον Ψηλορείτη !
 Λεύτερος από τα πάθη και από την Ζωή πέταξε για την ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ  !