Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Ο Ιησούς αναστήθηκε! 10 εδάφια της Βίβλου για τη δύναμη της Ανάστασης!!!

Ιωάννης 11.25-26: "Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σε εμένα, αν και πεθάνει, θα ζήσει, και καθένας που ζει και πιστεύει σε εμένα δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύετε αυτό;"

Ανάσταση του Χριστού (περ. 1700) - Noël Coypel, ( Νοέλ Κουαπέλ)πηγή:(Βικιπαίδεια)


'Εγραψε ο
Φλόρενς Τέιλορ

Το Πάσχα γιορτάζουμε την Ανάσταση του Ιησού από τους νεκρούς - κεντρικό τμήμα της χριστιανικής πίστης.

Χωρίς αυτό, ο απόστολος Παύλος είπε ότι η πίστη στον Ιησού θα ήταν μάταιη!

Στην Ανάστασή του, ο Χριστός νίκησε τον Θάνατο, αφαίρεσε τις αμαρτίες μας από πάνω μας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να αναγεννηθούμε σε μια ζωντανή ελπίδα.

Αυτό δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση του Θεού.
Η λύτρωσή μας ήταν μακροπρόθεσμα προγραμματισμένη, όπως προείπαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.

Όλες αυτές οι αλήθειες προέρχονται απευθείας από τον Λόγο του Θεού όπως καταγράφεται στη Βίβλο.

Εδώ είναι 10 εδάφια της Βίβλου που εφιστούν την προσοχή μας εκ νέου στη δύναμη της Ανάστασης:

Ησαΐας 25,8: «Θα καταπιεί τον θάνατο με νίκη· και ο Κύριος ο Θεός θα εξαλείψει τα δάκρυα από όλα τα πρόσωπα».

Ησαΐας 53,5: «Αλλά πληγώθηκε για τις παραβάσεις μας· συντρίφτηκε για τις ανομίες μας· πάνω του ήταν η τιμωρία που μας έφερε ειρήνη, και από τις ραβδώσεις του γιατρευτήκαμε».

Ιωάννης 11.25-26: "Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σε εμένα, αν και πεθάνει, θα ζήσει, και καθένας που ζει και πιστεύει σε εμένα δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύετε αυτό;"

Α' Κορινθίους 15.21-22: "Επειδή, όπως διαμέσου ανθρώπου ήρθε ο θάνατος, μέσω ανθρώπου ήρθε η ανάσταση των νεκρών. Επειδή, όπως στον Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και στον Χριστό θα ζωντανέψουν όλοι."

Α΄Πέτρου 1.3: «Σύμφωνα με το μεγάλο του έλεος, μας έκανε να αναγεννηθούμε για μια ζωντανή ελπίδα μέσω της ανάστασης του Ιησού Χριστού από τους νεκρούς».

Ρωμαίους 6,4: «...όπως ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς με τη δόξα του Πατέρα, έτσι κι εμείς θα μπορούσαμε να περπατήσουμε σε νέα ζωή».

1 Κορινθίους 6,14: «Ο Θεός ανέστησε τον Κύριο και θα μας αναστήσει επίσης με τη δύναμή του».

Ρωμαίους 8,11: «Εάν το Πνεύμα εκείνου που ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς κατοικεί μέσα σας, αυτός που ανέστησε τον Χριστό Ιησού από τους νεκρούς θα δώσει ζωή και στα θνητά σώματά σας μέσω του Πνεύματός του που κατοικεί μέσα σας».

Ρωμαίους 8,34: "Ποιος είναι να καταδικάσει; Ο Χριστός Ιησούς είναι εκείνος που πέθανε - περισσότερο από αυτό, που αναστήθηκε - που είναι στα δεξιά του Θεού, που πράγματι μεσολαβεί για εμάς."

Α' Κορινθίους 15,17: «Εάν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, η πίστη σας είναι μάταιη και είστε ακόμη στις αμαρτίες σας».

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

🪻Χριστός Ανέστη🪻«Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν» (Ψαλμ. 67:2), ακούμε στη λειτουργία της Ανάστασης!Η Ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός ιστορικό, το Μεγαλύτερο απ' όσα συνέβησαν στην ιστορία📔🖍️



12 μαρτυρίες της Αναστάσεως
Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης (†)


Η πίστη μας, η Εκκλησία μας, είναι, αγαπητοί μου, δεντρί που το φύτευσε η δεξιά του Υψίστου.
Και όπως το δέντρο έχει ρίζα, έτσι και το δέντρο αυτό που λέγεται Ορθοδοξία έχει ρίζα. Ποια είναι η ρίζα; Δύο λέξεις· «Χριστός ανέστη». 
Ή ανέστη, ή δεν ανέστη.
Λέμε λοιπόν σε όλους, ότι η ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός ιστορικό, το μεγαλύτερο από όσα συνέβησαν στην ιστορία. Γεγονός με παγκόσμια ακτινοβολία, γεγονός που έσεισε και τον άδη ακόμα, γεγονός κοσμογονικό.

Θα μου πει όμως κάποιος· Αυτά είναι λόγια· εμείς θέλουμε αποδείξεις. Αποδείξεις; Πολλές, αμέτρητες, όπως οι ακτίνες του ήλιου.

Ας στήσουμε σήμερα ένα δικαστήριο. Και στην έδρα να βάλουμε ως κριτή την ιστορία. Την ιστορία, που δεν πείθεται με μύθους και παραμύθια, αλλά θέλει γεγονότα, τεκμήρια, αποδείξεις.
Η ιστορία, λοιπόν, ζητάει μάρτυρες για την Ανάσταση. Υπάρχουν; Βεβαίως.
Κανένα άλλο γεγονός δεν έχει τόσους μάρτυρες όσους η ανάσταση του Χριστού.
Ούτε η ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν είναι τόσο βεβαιωμένη· τέσσερις – πέντε ιστορικοί μαρτυρούν γι’ αυτόν, και μετά σιγή.
Ενώ η Ανάσταση έχει πλήθος μάρτυρες.
Από όλους αυτούς εκλέγουμε ενδεικτικώς τέσσερις τριάδες, δηλαδή εν συνόλω 12 μαρτυρίες.

Πρώτοι μάρτυρες παρουσιάζονται οι ΠΡΟΦΗΤΕΣ.
Πριν ακόμα γίνει η Ανάσταση, μαρτυρούν γι’ αυτήν με προτυπώσεις.
Πρώτος ο Μωυσής γράφει για το Χριστό: 
«αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος» (Γεν. 49:9)
Κοιμήθηκες, λέει, Χριστέ, σαν το λιοντάρι. Αν δεις λιοντάρι να κοιμάται, σε ρωτώ, τολμάς να πας να το ξυπνήσεις; Παρακαλάς να μη ξυπνήσει. «Τις εγερεί αυτόν;»·
 ποιος να τον ξυπνήσει;
Σαν λιοντάρι που κοιμάται, «σκύμνος λέοντος Ιούδα» είσαι, λέει, Χριστέ.
Έρχεται κατόπιν ο Δαυίδ και ψάλλει με τη χρυσή του λίρα: «Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν» (Ψαλμ. 67:2),
αυτό δηλαδή που ακούμε στην Ανάσταση.
Αλλά και ο Ησαΐας, ο λεγόμενος πέμπτος ευαγγελιστής, αφού περιγράφει τα πάθη του Χριστού, προτρέπει τη Νέα Ιερουσαλήμ, δηλαδή την Εκκλησία, να χαρεί και να πανηγυρίσει για την Ανάσταση του Χριστού.
Τα δικά του λόγια χρησιμοποιεί ο ιερός υμνογράφος στην αναστάσιμη ακολουθία όταν λέει:
«Φωτίζου φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε…»
και «Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου, Σιών, και ίδε· ιδού γαρ ήκασί σοι… τα τέκνα σου» (Ησ. 60:1-4 και θ’ ωδή Πάσχα).

Μετά έρχονται άλλοι τρεις μάρτυρες· είναι μάρτυρες ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ.
Και πρώτοι οι φύλακες, που φρουρούσαν το σφραγισμένο μνήμα του Χριστού.
Οι αρνούμενοι την Ανάσταση λένε, ότι το σώμα του Χριστού εκλάπη τη νύχτα από τους μαθητές του.
Αλλά η Ρώμη είχε αυστηρότητα.
Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, όλη η φρουρά θα είχε περάσει από στρατοδικείο και θα είχε εκτελεσθεί, πράγμα που δεν έγινε. 
Άρα ο Χριστός δεν εκλάπη.
Το ίδιο μαρτυρεί ο κενός τάφος.
Ο τάφος βρέθηκε άδειος.
Το διαπίστωσαν ο Πέτρος και ο Ιωάννης, που έτρεξαν μαζί στο μνήμα.
Είδαν να λείπει το σώμα.
Και τη μαρτυρία συμπληρώνουν τα οθόνια και το σουδάριο.
Οι δύο μαθητές είδαν «τα οθόνια κείμενα, και το σουδάριον, ο ην επί της κεφαλής αυτού, ου μετά των οθονίων κείμενον, αλλά χωρίς εντετυλιγμένον εις ένα τόπον» (Ιω. 20:7).
Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Για να τα καταλάβουμε, πρέπει να ξέρουμε πώς έθαβαν οι Εβραίοι τους νεκρούς. 
Όταν πέθαινε ο άνθρωπος, τον έπλεναν, τον άλειφαν με αρώματα και, όπως η μάνα φασκιώνει το παιδί, τύλιγαν όλο το σώμα με τα «οθόνια» που ήταν λουρίδες υφάσματος.
Για το κεφάλι είχαν το σουδάριο.
Αυτά κολλούσαν δυνατά στο κορμί μαζί με τα αρώματα.
Αν επέμενες να τα ξεκολλήσεις, έπρεπε να τραβήξεις και κρέας.
Βλέπετε λοιπόν τι σημασία έχει αυτό;
Διότι όταν κανείς κλέβει είναι βιαστικός.
Αν πήγαιναν να κλέψουν το Χριστό, θα τον έπαιρναν όπως ήταν, με τα σουδάρια και τα οθόνια· γιατί για να τα ξεκολλήσουν, θα χρειάζονταν ώρες κι έπρεπε να ‘χουν ζεστό νερό.
Έχετε δει πώς κολλάει η γάζα πάνω στην πληγή;
Και ο Χριστός ήταν γεμάτος πληγές.
Τώρα όμως τα οθόνια και τα σουδάρια μείνανε εκεί, όπως το φίδι γλιστράει κι αφήνει το φιδοπουκάμισό του.
Ο Χριστός βγήκε και άφησε το σουδάριο και «τα οθόνια κείμενα μόνα» (Λουκ. 24:12).
Η μεγαλύτερη όμως μαρτυρία είναι οι ΠΙΣΤΟΙ.
Οι απόστολοι τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, άμα παρουσιάστηκε η σπείρα με τα ρόπαλα και τους φανούς, άφησαν το Χριστό.
Έγιναν άφαντοι, φοβισμένοι και δύσπιστοι. Και μετά; Μετά, αυτοί οι λαγοί έγιναν λιοντάρια.
Ποιος τους άλλαξε; Το χρήμα; Η δόξα; Οι απολαύσεις; Όχι. Μόνο η πίστη, ότι ανέστη ο Κύριος.
Το λένε: «Εωράκαμεν τον
 Κύριον» (Ιω. 20:25), είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας. Και ο Θωμάς, ο πιο δύσπιστος απ’ όλους, λέει· «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20:29).
Και δε σας είπα τίποτα.
Η πιο μεγάλη μαρτυρία είναι ο απόστολος Παύλος.
Τι ήταν προηγουμένως; Μανιώδης διώκτης.
Και τώρα ξαφνικά τον βλέπεις και γίνεται ο μεγαλύτερος κήρυκας του ευαγγελίου.
 Τι τον άλλαξε;
Το ότι εγνώρισε «την δύναμιν της αναστάσεως» του Χριστού (Φιλιπ. 3:10).
Και μόνο αυτοί; Έρχονται έπειτα αναρίθμητοι μάρτυρες όλων των αιώνων.
Είναι απ’ όλες τις τάξεις και απ’ όλα τα επαγγέλματα.
Τους ρίχνουν μες στα θηρία, στις φωτιές και στα αμφιθέατρα, κι αυτοί φωνάζουν «Χριστός ανέστη»!

Και θα κλείσω με τρεις νεώτερες ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.
Στην τουρκοκρατία ένας μπέης έπιασε ένα Χριστιανό νέο στον Πόντο.
Τον είδε έξυπνο και ικανό, και ήθελε να τον κάνει Τούρκο. Προσπάθησε με γλυκά λόγια· αδύνατον.
Του λέει· ―Αν δεν έρθεις στη θρησκεία μας, θα σε σκοτώσω.
Ο νέος τότε προσποιήθηκε· ―Καλά, λέει, μπέη μου, θ’ αλλάξω θρησκεία· αλλά θέλω να το κάνω επισήμως, την ημέρα της Λαμπρής· τότε θ’ ανεβώ στο τζαμί να το διακηρύξω… Χάρηκαν οι Τούρκοι και μαζεύτηκαν την ημέρα εκείνη, ενώ οι Χριστιανοί είχαν πένθος. Αυτός κάνει την προσευχή του, ανεβαίνει στο μιναρέ, κι από κει αρχίζει να ψάλλει· «Χριστός ανέστη…».
Οι Τούρκοι λύσσαξαν.
Τον άρπαξαν και τον έριξαν κάτω απ’ το μιναρέ· βεβαίωσε το «Χριστός ανέστη» με το αίμα του.
Θέλετε άλλο; Ένας γέρος στην Κοζάνη μου έλεγε· Πέρασα βάσανα, γνώρισα και χαρές.
Η μεγαλύτερη όμως χαρά μου ήταν το 1912, όταν ελευθερώθηκε η πατρίδα. Τότε στην πλατεία της πόλεως ήρθε τρεχάτος ένας Έλληνας τσολιάς και φώναζε· «Αδέρφια, “Χριστός Ανέστη”!». 
Κάναμε σα μικρά παιδιά, σχίζαμε τα φέσια μας, και όλοι φωνάζαμε το «Χριστός Ανέστη» με διπλή σημασία, εθνική και θρησκευτική…
Αυτό, όπως λέει κάποιος ιστορικός, υπήρξε η βακτηρία, το ραβδί στο οποίο στηρίχθηκε το βασανισμένο γένος μας, ο πολικός αστέρας μέσα στη μαύρη νύχτα.
Δε μας έσωσαν οι ψευτοφιλοσοφίες· μας έσωσε ο Χριστός, ο Αναστάς εκ νεκρών.
Τέλος και ένα «Χριστός Ανέστη», που ακούστηκε στη Μόσχα τότε που γινόταν διωγμός εναντίον της θρησκείας, τα πρώτα χρόνια της επαναστάσεως.
Τότε, σ’ ένα μεγάλο θέατρο της Μόσχας που ήταν κατάμεστο, ένας άθεος διαφωτιστής ανέβηκε στο βήμα, την ημέρα της Αναστάσεως, και επί δύο ώρες ρητόρευε εναντίον του Χριστού και της Αναστάσεώς του.
Ποιος να του φέρει αντίρρηση;
Ένας νεαρός όμως τόλμησε να ζητήσει το λόγο.
Εκείνος δυσαρεστήθηκε.
Του λέει· ―Θα σου επιτρέψω, αλλά όχι πάνω από πέντε λεπτά. ―Όχι, σύντροφε, λέει· ούτε δύο λεπτά δε θα κάνω. Ανεβαίνει επάνω και φωνάζει στη ρωσική γλώσσα· ―«Χριστός Ανέστη!»
 Σείστηκε τότε όλο το θέατρο· ―«Αληθώς Ανέστη!».
Λαγός έγινε ο σύντροφος…

Αδέρφια μου! Όσοι πιστοί, στον αιώνα αυτό της απιστίας και του υλισμού, ας μείνουμε εδραίοι.
Μπορείς να αμφιβάλλεις για όλα· για το αν υπήρξε Αλέξανδρος, για το αν υπάρχει φεγγάρι· μπορείς να αμφιβάλλεις ακόμα και για τον εαυτό σου.
Μπορείς να αμφιβάλλεις για όλα· για ένα πράγμα να μην αμφιβάλλεις.
«Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. 24:35).
Μην αμφιβάλλεις, ότι ο Χριστός είναι ο Αληθινός Θεός. Ζει, δεν πέθανε! Ζει και θριαμβεύει εις τους αιώνας. Ον, παίδες υμνείτε, άνδρες και γυναίκες υμνείτε, μικροί και μεγάλοι υμνείτε, σύμπας ο λαός υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας. Αμήν.
Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης (†)
12 μαρτυρίες της Αναστάσεως

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

H HMEPA THΣ ΛAMΠPHΣ ! Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά σε όλους όσους αντιστέκονται στη φθορά της αμαρτίας .

H HMEPA THΣ ΛAMΠPHΣ
Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη?
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε?
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεῖτε?
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε?
φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε «Χριστὸς ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες?
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες?
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες?
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι
ὀποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.
                               I
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ’ ἀκρογιάλι·
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!»
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ’ ἄλλο,
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο?
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν,
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ’ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.
II
Πιστέψετε π’ ὅ,τι θὰ πῶ εἲν’ ἀκριβὴ ἀλήθεια,
μὰ τὲς πολλὲς λαβωματιὲς ποὺ μόφαγαν τὰ στήθια,
μὰ τοὺς συντρόφους πόπεσαν στὴν Κρήτη πολεμώντας,
μὰ τὴν ψυχὴ ποὺ μ’ ἔκαψε τὸν κόσμο ἀπαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι ἐγὼ τὸ σάβανο τινάζω,
καὶ σχίζω δρόμο καὶ τσ’ ἀχνοὺς ἀναστημένους κράζω:
«Μὴν εἴδετε τὴν ὀμορφιὰ ποῦ τὴν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νὰ ἰδεῖτε τὸ καλὸ ἐσεῖς κι ὅ,τι σας μοιάζει.
Καπνὸς δὲ μένει ἀπὸ τὴ γῆ? νιὸς οὐρανὸς ἐγίνη.
Σὰν πρῶτα ἐγὼ τὴν ἀγαπῶ καὶ θὰ κριθῶ μ’ αὐτήνη».
«Ψηλὰ τὴν εἴδαμε πρωί? τῆς τρέμαν τὰ λουλούδια,
στὴ θύρα τῆς Παράδεισος ποὺ ἐβγῆκε μὲ τραγούδια·
ἔψαλλε τὴν Ἀνάσταση χαροποιὰ ἡ φωνή της,
κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιὰ γιὰ νὰ ’μπει στὸ κορμί της·
ὁ Οὐρανὸς ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
τὸ κάψιμο ἀργοπόρουνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
καὶ τώρα ὀμπρὸς τὴν εἴδαμε? ὀγλήγορα σαλεύει·
ὅμως κοιτάζει ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ κάποιονε γυρεύει»).
III
Ἀκόμη ἐβάστουνε ἡ βροντὴ …
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ’ ἄστρα·
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν’ ἀφήσει.
Δὲν εἲν’ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ’ ἕσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ’ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια τῆς τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της
IV
Ἐκοίταξε τ’ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
κι ἀπὸ τὸ πέλαο, ποὺ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ἀνάερα τ’ ἀνάστημα σηκώνει,
κι ἀνεῖ τσ’ ἀγκάλες μ’ ἔρωτα καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιὰ καὶ πάσαν καλοσύνη.
Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναὸς ποὺ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ ἐμὲ ποὺ βρίσκομουν ὀμπρὸς τῆς μὲς στὰ ρεῖθρα,
καταπῶς στέκει στὸ Βοριὰ ἡ πετροκαλαμήθρα,
ὄχι στὴν κόρη, ἀλλὰ σ’ ἐμὲ τὴν κεφαλὴ τῆς κλίνει·
τὴν κοίταζα ὁ βαριόμοιρος, μ’ ἐκοίταζε κι ἐκείνη.
Ἔλεγα πὼς τὴν εἶχα ἰδεῖ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
κὰν σὲ ναὸ ζωγραφιστῆ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
κάνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσει ὁ λογισμός μου,
κὰν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειὰ κι ἀστοχισμένη,
ποῦ ὀμπρός μου τώρα μ’ ὅλη της τὴ δύναμη προβαίνει.
[Σὰν τὸ νερὸ ποὺ τὸ θωρεῖ τὸ μάτι ν’ ἀναβρύζει
ξάφνου ὂχ τὰ βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τὸ στολίζει.]
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου κι ὀμπρὸς τοῦ δὲν ἐθώρα,
κι ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολληώρα,
γιατί ἄκουσα τὰ μάτια τῆς μέσα στὰ σωθικά μου·
ἔτρεμαν καὶ δὲ μ’ ἄφηναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου.
Ὅμως αὐτοὶ εἶναι θεοί, καὶ κατοικοῦν ἀπ’ ὅπου
βλέπουνε μὲς στὴν ἄβυσσο καὶ στὴν καρδιὰ τ’ ἀνθρώπου,
κι ἔνιωθα πώς μου διάβαζε καλύτερα τὸ νοῦ μου
πάρεξ ἂν ἤθελε τῆς πῶ μὲ θλίψη τοῦ χειλιοῦ μου:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«T’ ἀδέλφια μου τὰ δυνατὰ οἱ Τοῦρκοι μου τ’ ἀδράξαν,
τὴν ἀδελφή μου ἀτίμησαν κι ἀμέσως τὴν ἐσφάξαν,
τὸ γέροντα τὸν κύρη μου ἐκάψανε τὸ βράδυ
καὶ τὴν αὐγή μου ρίξανε τὴ μάνα στὸ πηγάδι.
Στὴν Κρήτη . . . . . . . . . . . . .
Μακριὰ ’πό κείθ’ ἐγιόμισα τὲς φοῦχτες μου κι ἐβγήκα.
Βόηθα, Θεά, τὸ τρυφερὸ κλωνάρι μόνο νὰ ’χω ·
σὲ γκρεμὸ κρέμουμαι βαθύ, κι αὐτὸ βαστῶ μονάχο».
Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε

τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε

τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη?

καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε

τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,

ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:

«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,

ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε?

μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες

μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεῖτε?

ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες

ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε?

φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,

πέστε «Χριστὸς ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,

καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες?

γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-

σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες?

λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι

ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες?

κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι

ὀποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.