Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Ο καπετάν Μηνάς, προστάτης του Μεγάλου Κάστρου, ο άγιος του Καζαντζάκη, στα κείμενά του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης,
ως φανατικός Κρητικός και Καστρινός, 
διατήρησε με τη γραφή του τη φήμη του Αγίου Μηνά
ως προστάτη της πόλης του Ηρακλείου. 
Ως καβαλάρη Αγίου
που συχνά εμφανιζόταν ως από μηχανής θεός 
και έσωζε τους χριστιανούς 
από τη μανία του Τούρκου κατακτητή.
Οι χριστιανοί θεωρούσαν τον Άγιο Μηνά 
προστάτη τους από το Πάσχα του 1826
όταν τότε προσπάθησαν οι Τούρκοι 
να αποκλείσουν τους πιστούς 
που βρίσκονταν στον μικρό Ναό του Αγίου Μηνά
προγενέστερο του σημερινού, 
που είχε κτισθεί τον 18ο αιώνα. 
Η παράδοση λέει ότι τότε ξαφνικά 
εμφανίστηκε ένας καβαλάρης, 
γενειοφόρος, 
κραδαίνοντας ένα σπαθί και μ' αυτό προστάτευσε τους χριστιανούς. 
Οι Τούρκοι νόμιζαν πως ήταν κάποιος δικός τους 
αξιωματικός και τους κάλεσε να σταματήσουν. 
Την ιστορία έχει περιγράψει ο Στέφανος Νικολαΐδης
που ήταν 9 ετών όταν σημειώθηκε το περιστατικό.
"Οι Τούρκοι τότε, 

επειδή ακούγανε τις επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων από παντού, 
ξεσπούσανε εκεί εναντίον των Ελλήνων 
και προβαίνανε σε σφαγές και λεηλασίες. 
Η ζωή των Ραγιάδων κρεμότανε στο καπρίτσιο 
ή στα κακούργα ένστικτα του κάθε Τούρκου.

Την ημέρα του Πάσχα στις 18 Απριλίου 1826 νομίσανε, 
πως ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να τους χτυπήσουν. 
Θα τους εύρισκαν όλους μαζεμένους να παρακολουθούν την Ακολουθία της Αναστάσεως μέσα στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά.
Ο Ναός του Αγίου Μηνά 

ήτανε τότε μικρότερος από τον σημερινό. 
Είχε κτιστεί κατά τον 18ο αιώνα. 
Σώζεται μάλιστα μέχρι σήμερα
( μικρός ΄Αγιος Μηνάς ). 
Σ' αυτόν τον Ναό επιχείρησαν 
και άλλοτε σφαγή οι Τούρκοι :
στις 24 Ιουνίου του 1821.
Τότε έσφαξαν έξι επισκόπους 
και πολλούς άλλους κληρικούς και λαϊκούς.
Και τώρα επιχείρησαν να σφάξουν 

όλους μαζεμένους τους Χριστιανούς. 
Ουδείς θα τους ξέφευγε, 
διότι τα φανατισμένα στίφη των Τούρκων, 
με σπαθιά και μαχαίρια και με 
κάθε είδους φονικών όπλων, 
είχαν περικυκλώσει το Ναό. 
Άλλες γραμμές είχαν σχηματισθεί 
σε όλες τις παρόδους και τις κατευθύνσεις. 
Για να παραπλανήσουν δήθεν 
τη προσοχή της ντόπιας διοίκησης, 
βάλανε φωτιές σε διάφορες 
απομακρυσμένες συνοικίες της πόλης. 
Το σχέδιο είχε καταστρωθεί 
και στη παραμικρή του λεπτομέρεια. 
Την ώρα που διάβαζε το ιερό Ευαγγέλιο 
ο Μητροπολίτης Καλλίνικος
ξαφνικά ακούστηκε η κλαγγή των όπλων. 
Τα μανιασμένα στίφη των βαζιβιζούκων
πλησίασαν τις πόρτες. 
Ήταν έτοιμα ν΄αρχίσουν τη σφαγή των Χριστιανών, 
που ήσαν ανύποπτοι και απροετοίμαστοι.
Κρίσιμη ώρα !
Μα ξαφνικά βλέπουν ένα αστραφτερό φως, 
γιομάτο από αίγλη, 
που πλημμύρισε την Εκκλησία, 
από την μια άκρη ως την άλλη.
 Ένας δε ασπρομάλλης γέρος αξιωματικός με σεβάσμια μορφή φάνηκε καβάλα στο άσπρο περήφανο άτι του, 
κραδαίνοντας το ξεγυμνωμένο σπαθί του.

'Ηταν αγριεμένος και έμοιαζε καταπληκτικά με τον αρχηγό των εκεί Τούρκων, τον Αγιάν Αγά. 
Το άλογό του είχε χρυσοποίκιλτα χάμουρα και σέλλα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια. 
Ήταν αγριεμένος και η ματιά του, 
όταν έπεφτε στους Χριστιανούς, 
ήταν γλυκειά και θεϊκή, 
όταν όμως ερρίχνετο στους βαρβάρους, 
που είχανε ζωσμένη την Εκκλησία, 
άλλαζε και πετούσε αστραπές, 
που προμηνούσαν όλεθρο 
σ΄αυτούς οι οποίοι δε σεβάστηκαν 
την άγια μέρα και τον ι ε ρ ό Ν α ό ν του. 
Οι Τούρκοι τότε, 
που ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν την αλύπητη σφαγή, κατατρομαγμένοι και πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και διελύθηκαν.
Πήγανε τότε και διαμαρτυρήθηκαν στο Διοικητή τους, 
διότι τους έστειλε το Αγιάν αγάν και τους διέλυσε, 
ώστε να μη φέρουν σε πέρας το έργο τους. 
Αλλά ο διοικητής τους είπε,
ότι δεν εγνώριζε τίποτε και ότι δεν έστειλε κανένα. 
Ο δε Αγιάν Αγάς κοιμόταν εκείνο το βράδυ μακαρίως ήσυχος στο σπίτι του. 
Τότε κατάλαβαν οι Τούρκοι, 
ότι ήταν ο Άγιος Μηνάς, 
που φάνηκε να σώσει τους Χριστιανούς.
Και πράγματι τους έσωσε. 
Δεν έπαθε κανείς τίποτε, 
εκτός από μια γυναίκα, 
η οποία επάνω στη σύγχυση 
έπεσε και πέθανε. 
'Ολο μάλιστα το Εκκλησίασμα 
φοβήθηκε και έφυγε.
 'Έμεινε μόνος του ο Μητροπολίτης Καλλίνικος 
και συνέχισε την Θεία Λειτουργία.
Ο Μητροπολίτης για να επισημοποιήσει 

περισσότερο το θαύμα και να εξευτελίσει τους Τούρκους, 
επισκέφθηκε την άλλη μέρα τον Τούρκο Διοικητή, 
για να τον ευχαριστήσει δήθεν, 
διότι έστειλε τον αξιωματικό Αγιάν Αγά 
και τους έσωσε από τον συρφετόν εκείνο. 
'Ο Διοικητής όμως του είπε, 
ότι δεν έστειλε κανένα Αγάν Αγιάν."
Ο Άγιος του Καζαντζάκη
Την παράδοση αυτή διατηρεί και ενισχύει ο Καζαντζάκης. 
Στην "Αναφορά στο Γκρέκο"
γράφει:.
"Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, 
το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν
ένα μπουλούκι σπίτια, 
μαγαζιά και στενοσόκακα, 
στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, 
μπροστά από ένα ακατάπαυστα αγριεμένο πέλαγο κι οι ψυχές που το κατοικούσαν
δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο 
ρέμπελο τσούρμο από άντρες 
και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν 
όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, 
της γυναίκας.
Άγραφτη, 
αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε, 
κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό απάνω του νόμο. 
Κάποιος πάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. 
Ολάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, 
η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο ένα Αγιο, 
τον Άγιο Μηνά
τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου...".
Το περιστατικό που αναφέρει

στον "Καπετάν Μιχάλη" 
μοιάζει με την ιστορία του θαύματος
του 1826:
"Έκαμαν κορδόνι και του 'φραξαν το δρόμο. 
Η Εφεντίνα στάθηκε,
 ξεγλωσσισμένη απελπισμένος... 
θα 'χει φτάσει πια ο Αράπης, 
θα ΄χει σπάσει την πόρτα, 
θα 'χει σφάξει τον καπετάν Μιχάλη.

- Δεν έχετε, μωρέ, Θεό απάνω σας; 
κλαψούρισε. 
Αφήστε με να περάσω. 
Βιάζουμαι, μωρέ αδέρφια!

- Ποιος σε κυνηγάει, 
Εφεντίνα Καβαλίνα; 
Αυτό να μας πεις, 
να περάσεις!
Το μυαλό της Εφεντίνας άστραψε. 
Κοίταξε πίσω του, 
έσυρε φωνή:
-Ο Αι- Μηνάς!
Οι τουρκαλάδες ξέσπασαν στα γέλια.
- Τι γελάτε, μωρέ αθεόφοβοι; 
Δεν ακούτε τα πέταλα του αλόγου του; 
Τον είδα να βγαίνει από την εκκλησία, 
τον είδα! 
Και με πήρε ξοπίσω .
 Δεν ακούτε; 
Νάτος! ζυγώνει!

Οι τουρκαλάδες ένιωσαν 

να σηκώνεται η τρίχα τους. 
Σα ν΄άκουσαν, αλήθεια, 
πεταλιές αλόγου. 
Κάποιος καβαλάρης ζύγωνε!

- Νάτον! φώναξε πάλι η Εφεντίνα 

και τα μάτια της γούρλωσαν τρομαγμένα. 
Νάτος! Νάτος!
Μα οι τουρκαλάδες που να γυρίσουν να δουν! 
πήραν δρόμο κι αφανίστηκαν.
Ως τους είδε η Εφεντίνα να φεύγουν αλαφιασμένοι, 
κοκάλωσε. 
«Μωρέ, έχει το χάζι του 
να ΄ναι αλήθεια!» 
συλλογίστηκε με τρόμο. 
Κι άλλη φορά, στην άλλη Επανάσταση, 
δεν τον είχε δει να χιμάει καβαλάρης 
και να κυνηγάει τους Τούρκους 
που ήθελαν να πατήσουν την εκκλησία του; 
Κρύος σπυρωτός ιδρώτας τον έκοψε...
πεντακάθαρα τώρα γρικούσε το άλογο που ζύγωνε.
- Αλλάχ! Αλλάχ! 
ξεφώνισε, 
ανασκουμπώθηκε πάλι και έβαλε τις φτέρνες στον ώμο.
Έτρεχε, έτρεχε αλαλιασμένος. 
Ως ξεπρόβαλε στου Ιδομενέα τη βρύση, 
ξέκρινε απόξω από του καπετάν Μιχάλη 
τον αράπακα και τους συντρόφους του 
να βαρούν την πόρτα, 
να τη σπάσουν. 
Χύθηκε καταπάνω τους.
- Βάρδα, παιδιά φώναξε, 
βάρδα και θα μας φάει! 
Έρχεται καβαλάρης!
- Ποιος, μωρέ κουζούλακα; 
ούρλιασε ο Αράπης.
- Ο γείτονας
- Ποιος γείτονας;
- Ο Αι- Μηνάς, νάτος!
Όλοι στράφηκαν. 
Τα μάτια τους πεταλούδιζαν, 
δε διάκριναν τίποτα.

- Νάτος! Νάτος! 
φώναζε η Εφεντίνα κι ακούμπησε 
στην πόρτα του καπετάν Μιχάλη 
αλλοπαρμένος

Κόλλησε πιτακώθηκε απάνω στην πόρτα, 
σα να 'θελε να κρυφτεί 
και να περάσει ο Αϊ Μηνάς, 
χωρίς να τον αρπάξει το μάτι του. 
Είχε προβάλει τώρα στου Ιδομενέα τη βρύση, τον έβλεπε καθαρά, 
ο ίδιος απαράλλαχτος όπως ήταν στο κόνισμα: 
ηλιοκαμένος, ψαροσγουρογένης, 
απάνω σε μούρτζινο άλογο και χρυσά σελοχάλινα. 
Όλος ο αέρας μπροστά από του Ιδομενέα τη βρύση γέμισε ψαρά γένια, 
μούρτζινο άλογο και σελοχάλινα.

- Νάτος! Νάτος! 
φάνηκε μουρμούριζε και το κατωσάγονό του καταχτυπούσε.

- Που 'ναι, μωρέ; 
τα μάτια μου θάμπωσαν!

- Δεν τον θωράς; 
νάτος! νάτος! μαύρος ψαρογένης, 
μ' ένα κόκκινο κοντάρι... 
Μας είδε, χύνεται καταπάνω μας!

Έδωσε ένα σάλτο, 

ξεκόλλησε από την πόρτα, 
πήρε κατά το λιμάνι. 
Πίσω του φυσομανώντας, 
έτρεχαν πιλάλα κι οι Τούρκοι 
άκουγαν τώρα κι αυτοί το άλογο που τους είχε πάρει του κυνήγου, κι ο Αράπης, 
που στράφηκε μια στιγμή, 
ξέκρινε από πάνω του, 
στον αέρα, 
έναν καβαλάρη:
- Γρήγορα πόδια, μωρέ πόδια! 
φώναξε κι είχε κυλήσει το κίτρινο μπουρνούζι του χάμω 
- μα που να σταθεί να το περιμαζώξει, 
πιλαλούσε τώρα ολόγυμνος,

Ξεπνεμένοι έφτασαν στο λιμάνι. 
Σφούγγιξαν τον ιδρώτα τους, 
κουκούβισαν στον ίσκιο, 
έβγαλαν έξω τις γλώσσες τους 
κι αναβόλιαζαν σα σκύλοι. 
Η Εφεντίνα είχε πέσει μπρούμυτα κάτω στις πέτρες και σπάραζε.
 Κάμποσην ώρα δεν μπορούσαν να μιλήσουν. 
Τέλος ο Αράπης άνοιξε το στόμα:
- Φτηνά τη γλιτώσαμε, είπε."

πηγή:


Η εορτή του πολιούχου του Μεγάλου Κάστρου 
Άγιος Μηνάς: Πως πήρε το όνομά του ο πιο γνωστός Άγιος στην Κρήτη

Οι τρεις επιστολές του κορυφαίου Γάλλου συγγραφέα Β. Ουγκώ με τις οποίες στήριξε την επανάσταση του 1866 και κατακεραύνωσε τη διεθνή κοινότητα για τη στάση της απέναντι στους Κρήτες ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη
andrikakisalekos@gmail.com


Στην επανάσταση του 1866 – 69 

οι Κρήτες είχαν στο πλάι τους μια πολύ δυνατή φωνή. 
Ο κορυφαίος Γάλλος διανοούμενος 
και στη συνέχεια πολιτικός Βίκτωρ Ουγκώ, 
ο συγγραφέας του παγκόσμιου αριστουργήματος 
«Οι Άθλιοι», 
που και σήμερα διαβάζεται 
από εκατομμύρια αναγνώστες, 
στάθηκε δίπλα τους, 
δημοσιεύοντας τρία κείμενα 
στηρίζοντας τον αγώνα των Κρητών 
για την απελευθέρωσή τους. 
Ο Ουγκώ ύψωσε το ανάστημα του 
μπροστά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη 
για τα δίκαια της Κρήτης
ενώ βρισκόταν εξόριστος στο Hauteville – House
στο νησί Γκέρνσεϋ
καθώς είχε συγκρουστεί με τον αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα Γ΄. 
Λίγο μετά το ξεκίνημα της επανάστασης 
δημοσίευσε δύο επιστολές 
στην εφημερίδα «Ανατολή» των Βρυξελλών. 
Την πρώτη στις 6 Νοεμβρίου
τρεις μόλις ημέρες πριν το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου
Τότε πίστευε ότι ο κρητικός αγώνας 
είχε λήξει. 
Στην εξορία του, 
όπως έγραφαν οι ελληνικές εφημερίδες των ημερών εκείνων, 
είχε την πληροφόρηση μόνο από τα ψευδή τηλεγραφήματα της τούρκικης διοίκησης 
που ισχυριζόταν ότι η επανάσταση είχε καταπνιγεί.

Το δεύτερο κείμενό του, στις 2 Δεκεμβρίου 1866
όταν πλέον είχε καλύτερη πληροφόρηση, 
ήταν πολύ πιο αισιόδοξο για τον κρητικό αγώνα.
 Ίσως όμως ακόμη δεν είχε 
ενημερωθεί για την εθελοθυσία των εγκλείστων του Αρκαδίου
Γνώριζε, όμως, 
για τις ωμότητες του τούρκικου στρατού απέναντι στον πληθυσμό. 
Γι αυτό κι έκανε σχετική αναφορά. 
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Ουγκώ 
δεν ζητούσε μόνο την απελευθέρωση της Κρήτης
αλλά υπεραμυνόταν της ελληνικότητάς της, 
και άρα της ένταξής της στον κορμό του μικρού, 
τότε, εθνικού κράτους. 
«Λαέ της Κρήτης! 
–έγραφε
- και συ είσαι μια ψυχή. 
‘Έλληνες της Κρήτης! 
Υπέρ υμών έχετε το δίκαιον, και υπέρ υμών έχετε την λογικήν. 
Η λογική δεν δύναται να εξεύρη τον λόγον της υπάρξεως πασσά εν Κρήτη»
Κι ακόμη: 
«Το κρητικόν ζήτημα είναι τεθειμένον εφεξής. 
Και θέλει λυθή και θα λυθή ως πάντα τα ζητήματα του αιώνος τούτου, υπέρ της απολυτρώσεως».
Το τρίτο κείμενο είχε ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1867.
Τότε είχε ήδη γνώση της θυσίας του Αρκαδίου 
και γι αυτό έκανε σχετική αναφορά, 
πληροφορώντας,
μάλιστα, τη διεθνή κοινή γνώμη για το ιστορικό γεγονός. 
Η νέα του επιστολή ήταν παράλληλα κόλαφος για τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Αφορμή για την τρίτη αυτή επιστολή 
υπήρξε μια επιστολή του γενικού, 
αρχηγού Χανίων Ιωάννη Ζιμβρακάκη
ο οποίος στις 10 Ιανουαρίου 1867 
είχε απευθύνει επιστολή εκ μέρους των Κρητών 
προκειμένου να τον ευχαριστήσει για την υποστήριξή του.

Οι παρεμβάσεις του Ουγκώ ήταν σύμφωνες 
με την άποψη των ευρωπαϊκών λαών, 
αυτού που λέμε «κοινή γνώμη»
αλλά και των διανοουμένων, 
που ζητούσαν την απελευθέρωση της Κρήτης 
και στήριζαν τους αγώνες των Κρητών, 
σε αντίθεση με τις ισχυρές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, 
που είτε ήταν φανερά στο πλάι της Τουρκίας, 
είτε είχαν μια ουδέτερη στάση 
που βοηθούσε φυσικά τον κατακτητή.
Ο ίδιος ο Ουγκώ δεν ήταν η πρώτη φορά 

που στήριζε τα δίκαια των Ελλήνων. 
Στην επανάσταση του 1821, 
αν και ήταν πολύ νέος 
(είχε γεννηθεί το 1802 και πέθανε το 1885
στάθηκε στο πλάι των εξεγερμένων Ελλήνων
Το 1826 δημοσίευσε στις γαλλικές εφημερίδες 
το ποίημά του 
«Τα Κεφάλια του Σαραγιού»
 («Les têtes du serail»), 
εμπνευσμένος από την Έξοδο του Μεσολογγίου
Το 1827 συνθέτει τα ποιήματα
Ναβαρίνο (Navarin) 
και Ενθουσιασμός (Enthousiasme) 
και την επόμενη χρονιά τα Κανάρης (Canaris), 
Λαζάρα (Lazzara) 
καθώς και το περίφημο Ελληνόπουλο (L' enfant)
Όλα αυτά τα πονήματά του συμπεριλήφθησαν στη συλλογή
 «Τα Ανατολίτικα»
που κυκλοφόρησαν το 1829 με κείμενα εμπνευσμένα από τον ξεσηκωμό των Ελλήνων
Ο φιλελληνισμός του εκδηλωνόταν με κάθε ευκαιρία, 
σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Ήταν εκείνος που κατήγγειλε την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα και κατηγόρησε τον Έλγιν για κλοπή τμήματος της πολιτιστικής κληρονομιάς των Ελλήνων.
Στη συνέχεια δημοσιεύομε και τις τρίτες επιστολές,
όπως είχαν αναδημοσιευτεί στην εφημερίδα
«Παλιγγενεσία»
τα δύο πρώτα, 
και στην «Κλειώ» 
της Τεργέστης
το τρίτο.
Οι τρεις επιστολές του Β. Ουγκώ για την καταπατημένη Κρήτη
Επιστολή πρώτη
Hauteville House,
6/18 Νοεμβρίου.
Με κατένυξεν η γενναία πρόσκλησις του εντίμου και ευγλώττου συντάκτου της “Ανατολής”.
 Είπατε προς αυτόν τούτο, 
αγαπητέ μου εξόριστε. 
Δυστυχώς, ήτο λίαν αργά.
Πανταχόθεν αναγγέλλεται η καταστολή της επαναστάσεως.
Και έτερον ακόμη μέλλον λαού ανατείλαν φεύ! 
και δύσαν.
Το κατ’ εμέ, τετάρτην ήδη φοράν τοιαύτη πρόσκλησις μοι έρχεται κατόπιν εορτής από δύω ετών. 
Οι επαναστάται του Αΐτη
της Ρωμουνίας και της Σικελίας 
απηυθύνθησαν προς εμέ, 
αλλά πάντοτε βραδέως. 
Ο θεός γινώσκει εάν θα υπηρέτουν αυτούς μετά ζήλου! 
Αλλά δεν ηδυνάμεθα να συνεννοηθώμεν κάλλιον; 
Διατί οι άνδρες της ενεργείας δεν φωτίζουσι τους άνδρας της προόδου; 
Διατί οι μαχηταί του ξίφους δεν συνεννοούνται μετά των μαχητών της ιδέας;
Πριν και ουχί μετέπειτα έπρεπε να επικαλεσθώσι την συνδρομήν ημών. 
Εγκαίρως μανθάνων τα τρέχοντα, 
θα έγραφον εν αρμοδία ώρα και τα πάντα θα συνετέλουν εις την γενικήν επιτυχίαν της επαναστάσεως και εις την παγκόσμιον απελευθέρωσιν. 
Γνωστοποιήσατε τούτο εις τον έντιμον υμών φίλον, 
και δέξασθε τον βραδυν, 
αλλ’ εγκάρδιον χαιρετισμόν μου.
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ
(ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1866)

Επιστολή δεύτερη
Hauteville House,
2 Δεκεμβρίου. (ε.ν. 1866)

“Κραυγή έρχεται προς με εξ Αθηνών. 
Εκ της πόλεως του Φειδίου και του Αισχύλου με καλούσι, 
χείλη δε προφέρουσι το όνομά μου. 
Τις εγώ, 
όπως τοιαύτης αξιωθώ τιμής; 
Μηδέν. 
Εις ηττημένος. 
Και προς εμέ απευθύνονται τίνες; 
Νικηταί. 
Ναι, ήρωες Κρήτες, 
καταδυναστευόμενοι της σήμερον 
εστέ οι νικηταί του μέλλοντος. 
Εγκαρτερείτε.
 Και καταπνιγέντες θριαμβεύσατε. 
Η διαμαρτύρησις, 
η εν τη αγωνία, 
είναι δύναμις· 
είναι η ενώπιον του Θεού έκκλησις, 
ενώπιον του Θεού του ανατρέποντος, 
τι; τους μονάρχας.

Οι παντοδύναμοι ούτοι, 
ους έχετε καθ΄υμών, 
αι συμμαχίαι αύται τυφλών δυνάμεων 
και προκαταλήψεων πεισμόνων, 
αι αρχαίαι αύται ένοπλοι τυραννίαι, 
φέρουσι πρώτιστον προσόν τούτο, 
ότι δι’ ευκολίας παραδόξου ναυαγούσι. 
Την τιάραν επί της πρύμνης, 
το καβούκιον επί της πρώρας· 
φέρον, 
το γηραιόν μοναχικόν σκάφος κάμνει νερά. 
Την στιγμήν ταύτην καταβυθίζεται εν τω Μεξικώ, 
εν τη Αυστρία, 
εν τη Ισπανία, 
εν τω Αννοβέρω, εν τη Σαξωνία, 
εν Ρώμη και αλλαχού. 
Εγκαρτερήσατε! 
Δυνατόν να ηττηθήτε. 
Αλλ’ επαναστάσεώς τινος καταπνιγείσης 
δεν σημαίνει ότι και το δόγμα αυτής κατηργήθη. 
Τετελεσμένον ουδέν εκτός του δικαίου. 
Τα γεγονότα ουδέποτε συντελούνται. 
Διαρκώς ασυντέλεστα μένοντα, 
το παραπλήρωμα αφίνουσιν εις το δίκαιον. 
Το δίκαιον είναι ακαταβύθιστον. 
Τα κύματα των γεγονότων περώσιν υπέρ αυτό· 
και αυτό επαναφαίνεται.
 Η Πολωνία, πνιγείσα, επιπλέει. 
Ιδού επί εννενήκοντα τέσσερα έτη 
η ευρωπαϊκή πολιτική καταδιώκει το πτώμα τούτο 
και οι λαοί βλέπουσιν επιπλέον 
υπέρ τα τετελεσμένα την ψυχήν αυτήν.
Λαέ της Κρήτης! 
και συ είσαι μια ψυχή. 
Έλληνες της Κρήτης! 
υπέρ υμών έχετε το δίκαιον 
και υπέρ υμών έχετε την λογικήν. 
Η λογική δεν δύναται να εξεύρη 
τον λόγον της υπάρξεως πασσά εν Κρήτη.
 Ό,τι αληθές δια την Ιταλίαν αληθές και δια την Ελλάδα.
 Η Βενετία δεν δύναται να αποδοθή τη μια, 
χωρίς η Κρήτη ν’ αποδοθή τη ετέρα. 
Το αυτό δόγμα δεν είναι δυνατόν 
να κυρούται εντεύθεν 
και να διαψεύδηται εκείθεν. 
Ό,τι λυκαυγές εκεί, 
δεν δύναται εδώ να ήναι τάφος.
Εν τούτοις το αίμα ρέει και η Ευρώπη αφίνει να χύνηται. 
Αρχίζει να το συνηθίζη. 
Σήμερον ήλθεν η σειρά του σουλτάνου. 
Εξοντώνει μίαν εθνικότητα.
Υπάρχει άρα θείον τι δίκαιον τουρκικόν, 
σεβαστόν παρά τω χριστιανικώ θείω δικαίω; 
Ο φόνος, η κλοπή, ο βιασμός, 
κατεφορμώσι τη ώρα ταύτη επί της Κρήτης, 
ως προ μηνών εξ ώρμων επί της Γερμανίας.
 Ό,τι δε ουδέ τω Schinderhannes επιτρέπεται, 
τούτο επιτρέπεται εις την πολιτικήν. 
Πολιτικός ανήρ καλείται 
ο έχων το ξίφος παρά την οσφύν 
και ανάλγητος μένων ενώπιον σφαγών. 
Φαίνεται, ότι η θρησκεία συμφέρον έχει,
ίνα οι Τούρκοι εν ησυχία συντελέσωσι 
την σφαγίασιν της Κρήτης 
και ότι η κοινωνία θέλει κλονισθή 
εάν μεταξύ Σκαρπέντου και Κιθήρων 
μη διέλθωσι τα νήπια εν στόματι μαχαίρας. 
Ωφέλιμος η δήωσις των αγρών 
και η πυρπόλησις των χωρίων. 
Ο λόγος, ο εξηγών τας εξοντώσεις 
ταύτας και καθιστών αυτάς ανεκτάς, 
υπερβαίνει το διορατικόν ημών.
 Ό,τι εν Γερμανία εγένετο το θέρος 
τούτο μας εκπλήττει επίσης. 
Αλλά μια των ταπεινώσεων 
εις ας περιήλθον οι άνθρωποι 
ους η εξορία κατέστησεν ευήθεις
(και ειμί τούτων εις) 
είναι και αύτη,
 ότι δεν εννοούσι τους υπερόχους 
λόγους των σήμερον δολοφόνων.
Αλλ’ αδιάφορον. 
Το κρητικόν ζήτημα είναι τεθειμένον εφεξής. 
Και θέλει λυθή· 
και θα λυθή ως πάντα τα ζητήματα του αιώνος τούτου, 
υπέρ της απολυτρώσεως.
Ελλάδα πλήρη, Ιταλίαν πλήρη, 
τας Αθήνας επί κορυφής της μιάς, 
την Ρώμην επί της κορυφής της ετέρας,
 ιδού τι ημείς η Γαλλία οφείλομεν εις τας δύω μητέρας ημών.
Την οφειλήν ταύτην η Γαλλία αποτίσει. 
Πότε; 
Εγκαρτερήσατε!
Βίκτωρ Ουγκώ
(Παλιγγενεσία 9 Φεβρουαρίου 1866)


Επιστολή τρίτη
Hauteville House,
17 φεβρ. 1867


Γράφων τας γραμμάς ταύτας, 
υπακούω εις διαταγήν προερχομένην υψόθεν· 
εις διαταγήν προερχομένην εκ της αγωνίας.
 Δευτέρα πρόσκλησις αποτείνεταί μοι εξ Ελλάδος. 
Μια επιστολή υπαγορευθείσα 
εν τω στρατοπέδω των επαναστατών 
εκ του Ομαλού της Κυδωνίας, 
βεβαμμένη εν τω αίματι των μαρτύρων, 
συντεταγμένη εν τω μέσω των ερειπίων, 
των νεκρών, της τιμής και της ελευθερίας, 
περιέρχεται εις τας χείρας μου. 
Αύτη έχει τι ηρωϊκώς επιτακτικόν. 
Φέρει την επιγραφήν ο λαός των Κρητών 
προς τον Βίκτωρα Ούγον· 
λέγει μοι δε, 
εξακολούθησον το έργον ού τινος ήρξω. 
Εγώ εξακολουθώ, και αναλαμβάνω τον λόγον, 
επειδή θέλει τούτο η εκπνέουσα Κρήτη. 
Η επιστολή φέρει την υπογραφήν Ζιμβρακάκης. 
Ο Ζιμβρακάκης είναι ο ήρως της κρητικής 
ταύτης επαναστάσεως,
ής προδότης υπάρχει ο Σιριδάνης.
Κατά τινας γενναίας ώρας οι λαοί 
ενσαρκούνται εν τοις στρατιώταις 
οίτινες συγχρόνως είναι πνεύματα· 
τοιούτος ο Ουασσιγκτών, 
τοιούτος ο Βότσαρης, τοιούτος ο Γαριβάλδης. 
Ως υπέρ των μαύρων ο Ιωάννης Βράουν, 
ως υπέρ της Ιταλίας ο Γαριβάλδης, 
ούτως ανέστη υπέρ της Κρήτης ο Ζιμβρακάκης. 
Εάν προβή μέχρι του τέλους, 
και θα φάση, 
εάν τε πέση ως ο Ιωάννης Βράσουν, 
εάν τε θριαμβεύση ως ο Γαριβάλδης, 
ο Ζιμβρακάκης έσται μέγας. 
Θέλει τις να ακούση πού έφθασεν η Κρήτη; 
ιδού τα γεγονότα. 
Η επανάστασις δεν απέθανεν; 
απώλεσε την πεδιάδα, 
αλλ’ ετήρησε το όρος. 
Ζη, προσκαλεί, κράζεις εις βοήθειαν. 
Τίνος ένεκεν εξανέστη η Κρήτη; 
Διότι ο μεν Θεός έπλασεν αυτήν 
τον κάλλιστον τόπον της οικουμένης, 
οι δε Τούρκοι την απέδειξαν τον αθλιέστατον. 
Διότι έχει προϊόντα αλλ’ ουδέν εμπόριον, 
πόλεις αλλ’ ουδεμίαν οδόν, 
κώμας αλλ’ ουδεμίαν ατραπόν, 
λιμένας αλλ’ ουδένα ασφαλή όρμον, 
ποταμούς αλλ’ ουδεμίαν γέφυραν, 
παίδας αλλ’ ουδεμίαν σχολήν, 
δικαιώματα αλλ’ ουδένα νόμον, 
ήλιον αλλ’ ουδέν φως. 
Οι Τούρκοι φέρουσι την νύκτα. 
Εξανέστη επειδή η Κρήτη είναι Ελλάς 
και ουχί Τουρκία· 
επειδή ο ξένος καθίσταται αφόρητος· 
επειδή ο καταθλίβων, 
ών ομόφυλος τω καταθλιβομένω, 
αποβαίνει μισητός, 
μη ομόφυλος δ’ ών, 
φρικαλέος· επειδή δεσπότης βαρβαροφωνών 
εν τη πατρίδι του Ετεάρχου 
και του Μίνω είναι αδύνατος· 
επειδή σύ, Γαλλία, θα εξανίστασο! 
Η Κρήτη εξανέστη και καλώς εποίησεν. 
Τί παρήγαγεν η επανάστασις αύτη; 
θα το είπω· 
Μέχρι της 3 ιανουαρίου συνέβησαν τέσσαρες μάχαι, 
εξ ών τρεις νίκαι εν Αποκορώνω, 
εν Βαφέ, εν Καστελσελίνω, 
και έν ένδοξον δυστύχημα εν Αρκαδίω· 
δια της επαναστάσεως η νήσος εδιχοτομήθη, 
έν μέρος αυτής ανήκει τοις Τούρκοις,
 το δ’ έτερον τοις Κρησί·
 μια γραμμή εργασιών διέρχεται 
δια του Ασκύφου και Ροκόλι εκ Κισσάμου 
εις Λασσίτι και εις Ιεράπετραν. 
Προ εξ εβδομάδων οι Τούρκοι αποδιωχθέντες 
δεν κατείχον άλλο ή μέρη τινά της παραλίας 
και την δυτικήν κλιτύν της Ιδης όπου τα Αμπέλισσα. 
Εν τοιαύτη ακμή εάν ανύψου τον δάκτυλον 
η Ευρώπη θα έσωζε την Κρήτην. 
Αλλ’ η Ευρώπη δεν έλαβε καιρόν. 
Κατ’ εκείνην την στιγμήν ετελούντο γάμοι, 
η δε Ευρώπη ίστατο θεατής του χορού.
Γινώσκεται η λέξις Αρκάδιον, 
αλλ’ ουχί και το συμβάν. 
Ιδού λεπτομέρειαι ακριβείς 
και σχεδόν άγνωστοι. 
Εν Αρκαδίω, μονή υπό την Ιδην κτισθείση παρά του Ηρακλείου, εκκαίδεκα χιλιάδες Τούρκων 
επιτίθενται κατά 197 ανδρών 
και 343 γυναικών και παιδίων. 
Οι Τούρκοι έχουσιν 26 πυροβόλα και δύο βομβιδοβόλα· 
οι Ελληνες 240 τουφέκια. 
Η μάχη διαρκεί δύο νυχθήμερα· 
το μοναστήριον τρυπείται υπό 1200 μεγάλων σφαιρών· 
κρημνίζεται είς τοίχος, εισορμώσιν οι Τούρκοι, 
εξακολουθούσιν οι Ελληνες μαχόμενοι, 
150 τουφέκια είναι άχρηστα, 
εξ ώρας εισέτι αγωνίζονται εν τοις κελλίοις 
και επί των κλιμάκων, 
και δισχίλιοι νεκροί κείνται εν τη αυλή. 
Τελευταίον καταβάλλεται βιαίως 
η τελευταία αντίστασις· 
ανάριθμοι ως μύρμηκες πληρούσι την μονήν 
οι νικηταί τούρκοι. 
Μια μόνη εναπελείφθη πεφραγμένη αίθουσα 
όπου υπάρχει η πυριτιδαποθήκη, 
και εν τη αιθούση ταύτη πλησίον βωμού, 
εν τω μέσω ομίλου τέκνων και μητέρων 
νεαρός ιερεύς άγων το 44 έτος, 
ο ηγούμενος Γαβριήλ προσευχόμενος. 
Εξωθεν φονεύονται οι πατέρες και οι σύζυγοι· 
αλλ’ εάν μη φονευθώσι, 
ουαί εις τας γυναίκας εκείνας και εις τα παιδία, 
αίτινες επηγγέλθησαν εις δύο χαρέμια. 
Η δια του πελέκως κοπτομένη θύρα 
υποχωρεί και πίπτει. 
Ο γέρων λαμβάνει από του βωμού λαμπάδα, 
αναβλέπει προς τα παιδία και τας γυναίκας,
 κλίνει την λαμπάδα προς την πυρίτιδα και τας σώζει. 
Μια φοβερά επέμβασις, 
η έκρηξις, 
βοηθεί τους ηττημένους, 
η αγωνία μετατρέπεται εις θρίαμβον, 
η δε ηρωϊκή μονή, 
η δίκην φρουρίου αγωνισαμένη, 
αποθνήσκει ως ηφαίστειον. 
Τα Ψαρά δεν είναι επικώτερα· 
το Μεσολόγγιον δεν είναι υψηλότερον. 
Τοιταύτα εισι τα γεγονότα. 
Τί δεν πράττουσιν αι κυβερνήσεις, 
αι λεγόμεναι πεπολιτισμέναι; 
Προσψιθυρίζουσιν αλλήλαις εις το ούς· 
υπομονή, διαπραγματευόμεθα. 
- Διαπραγματεύεσθε; 
Αλλ’ εν τούτοις εκριζούνται οι ελαιώνες 
και οι καστανεώνες, 
κατεδαφίζονται τα ελαιοτριβεία, 
πυρπολούνται αι κώμαι, 
καίονται αι συγκομιδαί, 
αποστέλλονται φυλαί ολόκληροι 
ν’ αποθάνωσιν υπό της πείνης 
και του ψύχους εις το όρος, 
βιάζονται αι γυναίκες, 
καρατομούνται οι άνδρες, 
κρεμώνται οι γέροντες, 
τούρκος δε στρατιώτης βλέπων παιδίον 
κείμενον χαμαί εμπήγει 
εις τας ρίνας αυτού κυρίον ανημμένον 
όπως βεβαιωθή εάν απέθανεν. 
Τοιούτω τρόπω πέντε τραυματίαι εν Αρκαδίω 
εξυπνίσθησαν ίνα πνιγώσιν. 
- Υπομονή! λέγετε. 
Αλλ’ εν τούτοις εισέρχονται οι τούρκοι 
εις την κώμην Μουρνιές ένθα 
γυναίκες μόνον και παιδία υπελείφθησαν· 
οπόταν δ’ εξέλθωσιν, 
ουδέν άλλο φαίνεται η σωρός ερειπίων 
πιπτόντων επί σωρού νεκρών μικρών και μεγάλων. 
Η δε δημοσία γνώμη, τι πράττει; 
τι λέγει; 
Ουδέν! 
Εστράφη αλλαχόσε. 
Τί θέλετε; 
αι καταστροφαί αύται έχουσιν 
έν δυστύχημα,
δεν είναι του συρμού. 
Οίμοι! 
Η υπομενητική των κυβερνήσεων πολιτική 
συγκεφαλαιούται εις τα εξής δύο, 
εις την άρνησιν της δικαιοσύνης προς την Ελλάδα, 
εις την άρνησιν της ευσπλαχνίας προς την ανθρωπότητα. 
Βασιλείς, μια μόνη λέξις 
θα έσωζε τον λαόν τούτον. 
Μία λέξις της Ευρώπης λέγεται ταχέως. 
Είπατε αυτήν. 
Προς τι ωφελείται, 
εάν μη εις τούτο; 
- Ουχί· 
σιωπώσι και απαιτούσιν 
όπως πάντες σιγήσωσι. 
Απαγορεύουσι το περί Κρήτης λαλείν. 
Ιδού το μέσον. 
Εξ ή επτά μεγάλαι δυνάμεις συνώμοσαν 
εναντίον μικρού λαού. 
Τις η συνωμοσία αύτη; 
Η χαλαρωτάτη απασών. 
Η συνωμοσία της σιωπής. 
Αλλά δεν είναι η βροντή. 
Η βροντή έρχεται υψόθεν·
εν δε τη πολιτική γλώσση η βροντή καλείται επανάστασις.
(ΚΛΕΙΩ 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1867)
 πηγή: