Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μπλόκο της Καισαριανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μπλόκο της Καισαριανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του '44 και η θυσία του Μικρασιάτη - Κρητικού, Ναπολέοντα Σουκατζίδη του πολύφερνου νεαρού πατριώτη - διερμηνέα...

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Πρωτομαγιά 1944: Η εκτέλεση στο σκοπευτήριο Καισαριανής 71 χρόνια από την εκτέλεση των πατριωτών από τους ναζί .

Μνημείο στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

΄Εβδομήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πιο αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά που γνώρισε η Ελλάδα.
Στην κατεχόμενη Αθήνα, 200 κομμουνιστές αιχμάλωτοι, πρώην πολιτικοί κρατούμενοι, εκτελέστηκαν στην Καισαριανή από τους ναζί ως αντίποινα για το θάνατο ενός γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του αξιωματικών στους
Μολάους της Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944.
Στην πλειοψηφία τους -περίπου170- ήταν πρώην κρατούμενοι επί δικτατορίας Μεταξά στην Ακροναυπλία που οι αρχές τους παρέδωσαν με πρωτόκολλο παράδσης στους Iταλούς κατακτητές μετά την πτώση του μετώπου. 
Mετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, το Σεπτέμβριο του 1943, 
οι Γερμανοί τους μετέφεραν στο Xαϊδάρι. 
Oι υπόλοιποι ήταν εξόριστοι από την Aνάφη.
H διαταγή για τις εκτελέσεις δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο στις 30 Απριλίου του 1944:
«Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. 
Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν. 
Ως αντίποινα διατάχτηκε:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.
Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».
Το πρωί της 1ης Μαΐου στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, μετά το προσκλητήριο άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων που συντάχτηκε στο ειδικό γραφείο της οδού Μέρλιν όπου συστεγάζονταν τα Ες-Ες με την Ειδική Ασφάλεια.
Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν για να μεταφέρουν τους «200» από το Χαϊδάρι, όπου κρατούνταν, στην Καισαριανή.
Και ο δρόμος γέμισε σημειώματα, στη μάνα, στον πατέρα, στα αδέλφια, στους αγαπημένους, στους συναγωνιστές, παρακαταθήκη για αυτούς που έμεναν πίσω να συνεχίσουν την πάλη για την ελευθερία.
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος» έγραψε στην πορεία του προς το θάνατο ο Νίκος Μαριακάκης, γεωπόνος από τα Χανιά.
Ο Ν.Μαριακάκης πριν την εκτέλεση:
«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

Αξέχαστο το «όχι» του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στην προσφορά των ναζί να του χαρίσουν τη ζωή, επειδή γνώριζε πέντε γλώσσες και τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας. 

Είπε ότι θα δεχόταν να ζήσει μόνο εάν δεν πήγαινε άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του.
«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας.
Ανά είκοσι άτομα γινόταν οι εκτελέσεις και όσοι έζησαν από κοντά εκείνες τις στιγμές θυμούνται ότι το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. 

Πλήθος κόσμου έτρεξε να δει εάν βρισκόταν κάποιος δικός τους στα φορτηγά που επέστρεφαν γεμάτα πτώματα.
Την ημέρα εκείνη γράφτηκε μία από τις πλέον αιματοβαμμένες σελίδες της αντίστασης κατά του κατακτητή στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Newsroom ΔΟΛ

"Μπλόκο"

Δεν είχε φέξει ακόμα, όταν εβούιξε τριγύρω: "Προσοχή, προσοχή! Όλοι οι άντρες κρυφτείτε!". 
Δεν πρόλαβαν. 
Μέσα στο μισοσκόταδο δεν εξεχώριζες καλά. "Μπλόκος!" φώναζαν, "μπλόκος! 
Μας κυκλώσανε παντού!". 
Βγαίνανε οι γυναίκες, τις λόγχιζαν μπρος στο κατώφλι τους. 
Αποσπούσανε τα παιδιά από τους πατεράδες. 
Τους άντρες, τους εσέρνανε απ' τα πόδια κι απ' τα μαλλιά.
Μέσα στο μισοσκόταδο ξεχώριζες ένα βογγητό, δεν έβλεπες το πρόσωπο. 
Ξημερωθήκανε οι άντρες όλοι γονατιστοί. 
Ώσπου έσκασε ο ήλιος, ήρθε τότε κι η μάσκα. 
Ένα πανί κατάμαυρο της σκέπαζε την κεφαλή, φαίνονταν μόνο μάτια, κι έδειχνε με το δάχτυλο. [...] 
Έδειχνε με το δάχτυλο η μάσκα και προχωρούσε. 
Στήσανε πολυβόλα, και τους εγάζωσε η ριπή. Εσβάρνιζε το αίμα. 
Tους άλλους που απομείνανε, τους βάλανε στη μέση, και μαζί με τον ήλιο που εβάδιζε στον ουρανό, τραβούσαν προς τη δύση. 
Δεν τους ξανάδε κανείς, επέρασαν πολλά σύνορα, εχάθηκαν στην Ευρώπη, μέσα στα στρατόπεδα. 
Τρέχανε πίσω οι μάνες, και κανά δυο που γλίτωσαν, τρέχανε να κρυφτούνε σε φούστες και σε πιθάρια, 
να μην τους ξαναβρούν.
(Μ. Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, Aθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 123-124)
Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. 

Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. 
Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. 
Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. 
Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει.
(Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Αθήνα, Κέδρος 1984, σ. 383)

Το μπλόκο της Καισαριανής


Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Που γίνηκε μια Κυριακή
πρωί με τη δροσούλα
Γιώργη με τη γλυκιά φωνή
με τις φαρδιές τις πλάτες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και τραγούδησες
και τάραξες την γειτονιά
ως πέρα στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε
Ποιον να τραγουδήσω πρώτον, ε
στο μπλόκο στη Καισαριανή
που γίνηκε μια Κυριακή
Λευτέρη, με τα γαλανά
τα μάτια και την ομορφιά
τους στίχους που μπογιάτιζες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και ζωγράφισες
και το κοιτάν στη γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...
Γιάννη καλέ, Νίκο αδελφέ
Δημήτρη καροτσέρη
π' άφησες έρημο τ' άλογο
να τριγυρνά στους δρόμους
και το κοιτάν στην γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι
Ποιον, ε, να κλάψω πρώτον, ε...