Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

Το Φιλί του Δεκέμβρη είναι ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα για την πιο σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αλλά κυρίως είναι μια ιστορία που περνά ένα πανανθρώπινο μήνυμα αλληλεγγύης.

Κέντρο Αθήνας 1944
Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι γερμανικές 
δυνάμεις κατοχής εγκαταλείπουν την Ελλάδα, 
η οποία δεν προλαβαίνει να γευθεί τη χαρά 
της απελευθέρωσης. 
Η σκιά του εμφυλίου πολέμου αρχίζει να 
σκεπάζει την πρωτεύουσα. 
του Πάνου Αμυρά 
μας μεταφέρει στην ταραχώδη Αθήνα του 1944 
και η αφήγηση ξεκινά ακριβώς 
στο ξέσπασμα των Δεκεμβριανών.

Τα βασικά ζητήματα που πρέπει να λύσει η 
νεοσύστατη κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου 
είναι οι όροι ανασυγκρότησης του ελληνικού 
εθνικού στρατού, η αντιμετώπιση των δωσίλογων 
και των Ταγμάτων Ασφαλείας, των συνεργατών 
δηλαδή των ναζί, 
και ο αφοπλισμός των ανταρτικών δυνάμεων.

Η κυβέρνηση ζητά από τις δυνάμεις της αντίστασης 
να παραδώσουν τα όπλα, με αποτέλεσμα την 
Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 
να πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο παναθηναϊκό
συλλαλητήριο ενάντια στην κυβερνητική 
απόφαση. 
Σημείο μηδέν; 
Η Πλατεία Συντάγματος, εκεί που λίγες εβδομάδες 
πριν ο Παπανδρέου 
είχε εκφωνήσει τον ιστορικό λόγο της Απελευθέρωσης.

Το συλλαλητήριο πνίγεται στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές 
δέχονται καταιγισμό πυρών, και τις επόμενες μέρες 
η Αθήνα θα μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη, 
θαρρείς βγαλμένη μέσα από αρχαία τραγωδία. 
Οι λυσσαλέες οδομαχίες που θα ακολουθήσουν 
θα βάψουν τους δρόμους κόκκινους.
Στρατός στην Αθήνα Δεκέμβριος 1944
Ο πιτσιρικάς με τον τενεκέ στο χέρι περπατούσε τοίχο τοίχο, 
είχε το κεφάλι σκυμμένο και σταματούσε κάθε τόσο για να 
καλύπτεται πίσω από τους ηλεκτρικούς στύλους. 
Οι σφαίρες σφύριζαν πάνω από το κεφάλι του, 
αλλά αυτός δεν σκόπευε να εγκαταλείψει το σχέδιό του. 
Δεν θα ήταν πάνω από δώδεκα χρόνων, αδύνατος, 
με χέρια σαν καλάμια και πυκνά μαύρα μαλλιά. 

Διέσχισε τη Βασιλίσσης Σοφίας σαν αστραπή και έφτασε στη 
Ριζάρειο Σχολή, δίπλα ακριβώς από μια πηγή που ανέβλυζε νερό, 
πόσιμο είχαν πει στη γειτονιά. 
Γέμισε τον τενεκέ με όσο νερό μπορούσε να σηκώσει 
και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. 
Λίγο πριν φτάσει στη λεωφόρο, οι ριπές από τα πυροβόλα 
και οι εκρήξεις από τους όλμους τον έκαναν να πέσει κάτω για να γλιτώσει. 
Σύρθηκε μέχρι τις ράγες ενός ακινητοποιημένου τραμ, ανάμεσα 
στον όγκο από τα παλιοσίδερα ένιωθε πιο ασφαλής. 
Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μην τρυπήσει ο τενεκές, 
να μην πάει χαμένος ο κόπος του.

Πρώτος τον είδε εκεί ο Έρικ, οδηγούσε το Φορντ με το σήμα του 
Ερυθρού Σταυρού, έκανε νόημα στον Αγραφιώτη να πλησιάσει 
και έστριψε προς το μέρος που είχε βρει καταφύγιο ο πιτσιρικάς. 
Ο Αγραφιώτης είδε τους στρατιώτες της Ιεράς Ταξιαρχίας να είναι 
ταμπουρωμένοι στη Ριζάρειο και να πετούν χειροβομβίδες προς 
τους ελασίτες που βρίσκονταν νότια, στην πλευρά του Παγκρατίου. 
Μόλις πλησίασαν τον μικρό, ο Νίκος άνοιξε την πόρτα του 
συνοδηγού και έτρεξε δίπλα του. 
«Έμπα μέσα γρήγορα», φώναξε. 
Ο πιτσιρικάς δίστασε για μια στιγμή, είδε το σήμα του Σταυρού και 
πείστηκε, χώθηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. 
Ο Αγραφιώτης πήρε τον τενεκέ, ήταν ανέπαφος και τον στρίμωξε 
στα πόδια του, τα παπούτσια του βράχηκαν από το νερό, που πετάχτηκε 
μόλις ο Έρικ πάτησε απότομα το γκάζι. 
Το αυτοκίνητό τους χώθηκε προς το Κολωνάκι ανεβαίνοντας την 
Πλουτάρχου.

«Τι γυρεύεις εδώ, βρε μικρέ, δεν βλέπεις ότι θα σκοτωθείς;» 
Ο Αγραφιώτης μάλωσε τον πιτσιρικά, αλλά ήταν ανακουφισμένος 
που είχε προλάβει να τον απομακρύνει πριν δεχτεί καμιά αδέσποτη σφαίρα. 

«Διψάγαμε, κύριε, δεν είχαμε ούτε στάλα νερό στο σπίτι να πιούμε. 
Πήγα στην πηγή για να γεμίσω τον τενεκέ, δεν γινόταν αλλιώς, 
θα πεθαίναμε όλοι από τη δίψα»
Στρατός στην Αθήνα Δεκέμβριος 1944
Μέσα στις μάχες των Δεκεμβριανών, ο Νίκος Αγραφιώτης 
ο γνώριμος ήρωας του Πάνου Αμυρά, 
αναλαμβάνει να εντοπίσει έναν δικαστικό υπάλληλο, 
υπεύθυνο για υποθέσεις δωσίλογων, που έχει εξαφανισθεί μαζί 
με μία νεαρή τραγουδίστρια καμπαρέ.
Κυνηγώντας τα ίχνη τους θα εμπλακεί σε ένα φονικό παιχνίδι 
και σύντομα θα ανακαλύψει ότι τον αφορά προσωπικά. 
Θα βρεθεί ανάμεσα σε διπλούς πράκτορες και αδίστακτους 
συνεργάτες των ναζί που ψάχνουν την ευκαιρία να απαλλαγούν 
από το ένοχο παρελθόν τους.
Μέσα από την περιπλάνησή του στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα και 
στα άδυτα της βρετανικής διοίκησης, με κάθε βήμα του 
να βρίσκεται στο στόχαστρο 
ελεύθερων σκοπευτών, θα ακροβατήσει ανάμεσα στην αγάπη 
και στην προδοσία, αναζητώντας την κάθαρση 
στον σκοτεινό κόσμο του Εμφυλίου.
Το χρώμα του Εμφυλίου είναι μαύρο. Κατάμαυρο. 
Δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία και όνειρα σε έναν λαό 
που ακόμη και στις πιο σκληρές μέρες της Κατοχής έβρισκε λόγους 
να χαμογελά και να ελπίζει. 
Όμως ο Νίκος Αγραφιώτης και η Έλλη Δάμογλου αντίκριζαν 
μπροστά τους την πιο φωτεινή σκηνή. 
Ένα ζευγάρι τυφλών, νέοι άνθρωποι, βάδιζε στην οδό Θησέως 
απολαμβάνοντας το ηλιόλουστο πρωινό της Κυριακής. 
Χτυπούσαν ταυτόχρονα στο έδαφος τα λευκά τους μπαστούνια 
δεξιά και αριστερά, με ακρίβεια και συγχρονισμό, 
σαν βιρτουόζοι βιολιστές που έδιναν το πιο σημαντικό 
κονσέρτο της καριέρας. 
Ο ρυθμός έβγαινε από την ψυχή τους, ήταν τυφλοί, 
αλλά έβλεπαν πιο καθαρά από όλους. 
Πιασμένοι αγκαζέ δεν νοιάζονταν για τα εμπόδια, για τον Εμφύλιο, 
για το σκοτάδι που είχε κυριεύσει τη ζωή τους. 
Απλώς άνοιγαν τον δρόμο αγκαλιασμένοι. 
Το ρυθμικό χτύπημα από τα μπαστούνια στο χώμα κάλυπτε 
τον κρότο από τις ρουκέτες που έσκαγαν και τόνιζε ακόμη πιο 
εκκωφαντικά τον ήχο της σιωπής που είχε φωλιάσει 
στις καρδιές του Νίκου και της Έλλης. 

είναι ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα για την πιο σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. 
Αλλά κυρίως είναι μια ιστορία που περνά ένα πανανθρώπινο μήνυμα αλληλεγγύης.
Ανακάλυψε Το Φιλί του Δεκέμβρη του Πάνου Αμυρά, από τις εκδόσεις Διόπτρα



Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

" Η ζωή είναι ένα φευγαλέο όνειρο και ό θάνατος ένας διαρκής ύπνος " Δημοσθένης Γρίβας- εκτελέστηκε από τους εθνικιστές 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 1947, σε ηλικία 35 ετών.



Γράμμα στη γυναίκα του Έλλη
Καρδίτσα 14 Ιουνίου 1947
Ελλίτσα μου,
Παραδόξως διατηρώ απόλυτη ψυχραιμία στις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Προδιέθεσα τον εαυτό μου για τον θάνατο. Μου φαίνεται ότι θα τον αντιμετωπίσω σαν παιχνιδάκι.
Για να μη χάσω την ψυχραιμία μου και γελοιοποιηθώ, θα σας παρακαλέσω να αποφύγεις εσύ, η μαμά και τα παιδιά να με δείτε, χωρίς να το θεωρήσετε αυτό σαν αδιαφορία. Οι άλλοι μπορούν να μ' επισκεφθούν.
Φροντίστε να πάρετε όλα τα πράγματα μου, τα όποια αναγράφονται λεπτομερώς σε σημείωμα μου μαζί με τις τελευταίες οδηγίες μου, και να διατεθούν σύμφωνα με τις θελήσεις πού διατύπωσα.
Κουράγιο αγαπημένοι μου. Η ζωή είναι ένα φευγαλέο όνειρο και ό θάνατος ένας διαρκής ύπνος.
Σάς φιλώ
Δήμος

«Ο γιατρός Δημοσθένης Γρίβας πιάστηκε στα Άγραφα μαζί με τραυματίες από τα κυβερνητικά στρατεύματα, πέρασε από Στρατοδικείο και με απόφαση του εκτελέστηκε στις 20 Ιουνίου του 1947. Ο γιατρός πιάστηκε μαζί με τους τραυματίες του: αυτό δείχνει ότι τήρησε τον ιατρικό όρκο που έδωσε. Παρέμεινε μαζί τους και θυσιάστηκε, δεν τους εγκατέλειψε για να αποφύγει τη σύλληψη και την καταδίκη του από το Στρατοδικείο. Γι αυτό νομίζω ότι επαξίως μπορεί να κηρυχθεί ως ήρωας, τηρητής του ιατρικού όρκου. Και θεωρώ πως το κράτος πρέπει να επιληφθεί και να κατοχυρώσει με ειδική νομολογία τους Ήρωες του Ιατρικού Όρκου'».
Επαμ. Σακελλαρίου: Διαθέσαμε τη ζωή μας
(Θεσσαλονίκη 1991)
Ο ελασίτης γιατρός Δημοσθένης Γρίβας γεννήθηκε το 1912 και εκτελέστηκε από τους εθνικιστές το 1947, σε ηλικία 35 ετών.
Το 1941, αρνήθηκε να υποχωρήσει σε ποικίλες πιέσεις για να καλωσορίσει τους Γερμανούς κατακτητές κατά την είσοδο τους στην Καρδίτσα (δεδομένου ότι τότε ήταν ο μόνος επιστήμονας στην πόλη που μιλούσε γερμανικά). 
Και, προκειμένου να αποφύγει τα αντίποινα των Γερμανών, 
βγήκε στο βουνό (συνοδευόμενος από τη γυναίκα του) 
πολύ πριν σχηματιστούν οι πρώτες αντάρτικες ομάδες.
Ήταν μέλος του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας και του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) από τη στιγμή της δημιουργίας του και υπηρέτησε ως γιατρός στο «Υγειονομικό Σώμα» του ΕΛΑΣ μέχρι την απελευθέρωση.
περισσότερα εδώ :
http://www.grivas.info/politikes-dolofonies/163-20-6-1947

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Άρης Βελουχιώτης: Έζησε και πέθανε ως επαναστάτης

Πέμπτη 15 Ιουνίου του 1945 και ο Βελουχιώτης φαίνεται να

καταλαβαίνει πως φτάνει το τέλος. Αυτοπυροβολείται και γράφει το ένδοξο τέλος του, με τα ίδια του τα χέρια... Κανείς δεν δικαιούται να υπερηφανευτεί ότι έπιασε ζωντανό, ότι νίκησε ή ότι σκότωσε τον αρχηγό του ΕΛΑΣ. Tα τρία χρόνια ελευθερίας στα βουνά δεν ήταν όνειρο, αλλά μια υποθήκη για το μέλλον», αναφέρει για την μέρα εκείνη ο Διονύσης Χαριτόπουλος

O λόγος για τον Θανάση Κλάρα, που άφησε την άνετη ζωή του στη Λαμία και πήρε τα βουνά, γράφοντας το όνομα του, ή μάλλον το ψευδώνυμο του «Άρης Βελουχιώτης» στην ιστορία, σαν ίσως την πιο εμβληματική φιγούρα της Αντίστασης. Σήμερα συμπληρώνονται 65 χρόνια από το θάνατο του. Ιδρυτής του ΕΛΑΣ και ηγετική μορφή του αντάρτικου σώματος του ΕΑΜ, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα στελέχη του ΚΚΕ. Ο Βελουχιώτης έρχεται σε ρήξη με το ΚΚΕ μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, καθώς αρνείται να παραδώσει τα όπλα και επιλέγει τον δρόμο της ένοπλης δράσης. Ο δρόμος που διαλέγει τον οδηγεί τελικά στον θάνατο.
Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, την ίδια μέρα που το ΚΚΕ τον διαγράφει από τις τάξεις του, βάζει τέλος στη ζωή του στις 16 Ιουνίου του 1945, καθώς είχε περικυκλωθεί από ομάδες της Εθνοφυλακής που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, στη Μεσούντα του Αχελώου. Το πτώμα του αποκεφαλίζεται και την επομένη κρεμάται στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων. Η πορεία προς τον θάνατο Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945, από την κυβέρνηση Πλαστήρα και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και προέβλεπε δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διεξαγωγή εκλογών και δημοψηφίσματος για τη μοναρχία στην Ελλάδα, διάλυση των ανταρτικών οργανώσεων, παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ μέσα σε δύο εβδομάδες και παραχώρηση αμνηστίας στους στρατιώτες του ΕΛΑΣ, ο Άρης καταγγέλλει τη συμφωνία ως προδοτική και αποδοχή της αγγλικής κατοχής.
Ο Βελουχιώτης καλεί τους αγωνιστές να συνεχίσουν την ένοπλη αντίσταση με αποτέλεσμα το ΚΚΕ να τον αποκηρύξει και να τον απομονώσει. Τότε αρχίζει ένα κυνήγι «κλεφτών κι αστυνόμων» με την Εθνοφυλακή υπό την εποπτεία των Άγγλων να τον καταδιώκει, και τον Άρη, βλέποντας τον κλοιό να στενέυει γύρω του να επιλέγει το δρόμο του θανάτου. «O Άρης ήξερε από την αρχή το τέλος του. Τις παλιές καλές ημέρες στο βουνό έκανε καμιά φορά παρέα με τον μόνιμο λοχαγό Κουταλίδη, που έπαιζε υπέροχα στο βιολί του κάποια κλασικά κομμάτια. Μια ημέρα ο λοχαγός τού είπε με θαυμασμό ότι μοιάζει με τον επαναστάτη Πουγκατσέφ, που έφτιαξε δικό του στρατό και κυριάρχησε σε μεγάλο τμήμα της τσαρικής Ρωσίας. O αρχηγός τον ρώτησε με νόημα: - Θυμάσαι το τέλος του; - Ναι, απάντησε ο λοχαγός. Κυκλώθηκε από τα τσαρικά στρατεύματα, πιάστηκε αιχμάλωτος και το κεφάλι του έμεινε κρεμασμένο για ημέρες σε κοινή θέα. - Eμένα όμως δε θα με πιάσουν ποτέ αιχμάλωτο. Κι αυτό έκανε», γράφει για αυτόν ο Διονύσης Χαριτόπουλος, στο βιβλίο του «Αρης, ο αρχηγός των ατάκτων».
Μαζί με τους αντάρτες του ο Βελουχιώτης μεταβαίνει στο Ανθηρό όπου ανταλλάσσει ομήρους με όπλα και πυρομαχικά, κι ενώ ο στρατός τον καταδιώκει το ΚΚΕ δεσμεύεται ότι δεν θα δημιουργήσει προβλήματα στις διαπραγματεύσεις. Την επομένη, έξω από το χωριό Ελληνικά, σε μια εκκλησία ο Βελουχιώτης μαζεύει τους συντρόφους του και τους ενημερώνει για την επικείμενη συνάντηση του με τον ζαχαριάδη, τον ηγέτη του ΚΚΕ, προκειμένου να λύσουν τα ζητήματα που έχουν προκύψει μεταξύ τους. Αποχαιρετά τους συντρόφους του και κατευθύνεται προς το Λιάσκοβο, όπου φήμες θέλουν υποστηρικτές του να τον περιμένουν για να συνταχθούν μαζί του. Αντί για συντρόφους συναντά διώκτες... Μετά από σκληρή μάχη, κι αφού έχουν καταφέρει να πάρουν 17 ομήρους, οι αντάρτες υποχωρούν προς το Mαυροβούνι. Τετάρτη 14 Ιουνίου του 1945 και ο Βελουχιώτης με τους αντάρτες του κατευθύνεται στο Κοθώνι, από όπου και αποφασίζει να επιχειρήσει τη μεγάλη έξοδο παρά το ότι γνωρίζει ότι βρίσκεται περικυκλωμένος. Κλειδώνει τους όμηρους στο σχολείο του χωριού, και μέσω του Χοιρόλακκου επιχειρεί να περάσει τον Αχελώο. Οι μάχες είναι σφοδρές, αλλά ο Άρης είναι αποφασισμένος να περάσει το ποτάμι. Έτσι δίνει εντολή στους 20 άνδρες του που τον ακολουθούν να κρυφτούν στο φαράγγι του Φάγγου. Την επομένη κι αφού πέσει το σκοτάδι ξεκινούν για τη Μεσούντα. Πέμπτη 15 Ιουνίου του 1945 και ο Βελουχιώτης φαίνεται να καταλαβαίνει πως φτάνει το τέλος. Παρά τις παραινέσεις να περάσουν πάλι το ποτάμι προς τη Ρούμελη φαίνεται να αδιαφορεί. Είναι μάταιο γιατί είναι πλέον κυκλωμένοι. Δίνει εντολή στους άνδρες του να φύγουν προς το ποτάμι, μα εκείνος παραμένει εκεί.
Σαν επαναστάτης έζησε και σαν επαναστάτης θέλει να πεθάνει.
Αυτοπυροβολείται και γράφει το ένδοξο τέλος του, με τα ίδια του τα χέρια... Η σορός του αποκεφαλίζεται και την επόμενη μέρα το κεφάλι του κρεμάται στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων. «Γύρω από τα κρεμασμένα κεφάλια οι παρακρατικοί βάραγαν νταούλια και κέρναγαν από νταμιζάνες κρασί. Aς μην επιχαίρουν οι εχθροί του. Κανείς δεν δικαιούται να υπερηφανευτεί ότι έπιασε ζωντανό, ότι νίκησε ή ότι σκότωσε τον αρχηγό του ΕΛΑΣ. O Άρης αποχώρησε μόνος του. H αυτοκτονία είναι μια πράξη οριστική και τελεσίδικη, που ουδείς δικαιούται να κρίνει, να εξάρει ή να καταδικάσει. Είναι απολύτως προσωπική και μυστηριώδης. Και επειδή ποτέ δεν στερείται νοήματος, ήταν το ύστατο διάβημα του αυτόχειρα προς τους Έλληνες.Tα τρία χρόνια ελευθερίας στα βουνά δεν ήταν όνειρο, αλλά μια υποθήκη για το μέλλον», αναφέρει για την μέρα εκείνη ο Διονύσης Χαριτόπουλος.Φωτογραφία: www.fotoart.gr

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Από το θρίαμβο της Απελευθέρωσης στην τραγωδία του Εμφυλίου Τα Δεκεμβριανά


Στο αμέσως επόμενο της απελευθέρωσης (18 Οκτωβρίου 1944) διάστημα, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας συγκλονίστηκε από σοβαρότατες αντιθέσεις που σχετίζονταν με την ευρεία κοινωνική και πολιτική αναταραχή σε ολόκληρη τη χώρα και οξύνονταν ακόμα περισσότερο με την ανοιχτή και συστηματική παρέμβαση των Βρετανών, που ήταν αποφασισμένοι να επιλύσουν το ζήτημα σύμφωνα με τις πολιτικές τους βλέψεις.
Η κυβέρνηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει το οξύτατο οικονομικό πρόβλημα που απειλούσε με λιμό τον πληθυσμό και καθιστούσε τους Έλληνες πολίτες θύματα των μαυραγοριτών. Ταυτόχρονα, τέθηκε το θέμα της παραδειγματικής τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή και τέλος, η μεθόδευση του αφοπλισμού των αντάρτικων ομάδων. Ήδη στην επαρχία σημειώνονταν σκληρές μάχες ελασιτών ανταρτών με τα Τάγματα Ασφαλείας καθώς και πράξεις αντεκδίκησης για τη δράση συνεργατών κατά την Κατοχή, οι οποίες, εξαιτίας της φορτισμένης ατμόσφαιρας και της όξυνσης των παθών, έφθασαν και σε πολλές ακρότητες.
Το σημείο αιχμής που τελικά δίχασε την κυβέρνηση και επέσπευσε τον εμφύλιο πόλεμο ήταν το ζήτημα του αφοπλισμού των ανταρτών.

Η πρόταση για γενικό αφοπλισμό, από τον οποίο όμως θα εξαιρούνταν η Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, μονάδες που είχαν συγκροτηθεί μετά την καταστολή της ανταρσίας της Μέσης Ανατολής, δημιούργησε αντιδράσεις. Η τελική απόρριψη της εναλλακτικής προτάσεως για ενοποίηση δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ., ίσων με το σύνολο των δυνάμεων της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ιερού Λόχου, οδήγησαν στην παραίτηση των εαμικών υπουργών στις 2 Δεκεμβρίου 1944.
Στις 3 Δεκεμβρίου, το Ε.Α.Μ. κατέβηκε σε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος. Η πρωτοφανής σε όγκο διαδήλωση κατέληξε σε συμπλοκές μεταξύ αμάχων και αστυνομίας με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Την επομένη οργανώθηκε γενική απεργία. Η Αθήνα μεταβλήθηκε σε πεδίο μαχών ανάμεσα σε μονάδες του Ε.Λ.Α.Σ. και στις κυβερνητικές δυνάμεις που περιλάμβαναν έναν αριθμό ανδρών από τα Τάγματα Ασφαλείας καθώς και τμήματα της χωροφυλακής, ενώ υποστηρίζονταν από βρετανικές μηχανοκίνητες δυνάμεις. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη κράτησαν περίπου ένα μήνα και επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Το κέντρο όμως των μαχών αποτέλεσε η Αθήνα που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα υπέστη πολλές καταστροφές και ερημώθηκε από τους βομβαρδισμούς και τις οδομαχίες. Το αποτέλεσμα κρίθηκε τελικά από την τεράστια υπεροχή σε άνδρες και πολεμικό υλικό των Βρετανών, 
που ενισχύθηκαν με δύο ολόκληρες μεραρχίες, μια ταξιαρχία και αρκετά τάγματα. Η Μεγάλη Βρετανία που δε δίστασε να χρησιμοποιήσει πολεμικά αεροπλάνα, πολεμικά πλοία και τανκς ακολούθησε στην περίπτωση της Ελλάδας, συμμάχου στον αντιαξονικό αγώνα, την ίδια τακτική με αυτήν που εφάρμοζε για να επιβάλει την εξουσία της στις αποικίες. Από τις πρώτες μέρες οι ’γγλοι με τη συνεργασία της ελληνικής αστυνομίας συγκέντρωσαν έναν αριθμό αιχμαλώτων που υπολογίζεται στους 7.540 και τους μετέφεραν στη Μέση Ανατολή. Ο Ε.Λ.Α.Σ. πάλι, αποχωρώντας από την Αθήνα, κράτησε έναν αριθμό ομήρων που πιστεύεται ότι έφτασε τους 15.000. Οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ., που προέβαλαν σκληρή αλλά καταδικασμένη αντίσταση, στις 6 Ιανουαρίου αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τον Πειραιά και την Αθήνα. Στις 11 Ιανουαρίου 1945, μετά από συμφωνία του Ε.Α.Μ. με τον ’γγλο στρατηγό Scobie, οι μάχες σταμάτησαν.
Ωστόσο, η περίοδος που ακολούθησε σημαδεύτηκε από δυσάρεστες αντιπαραθέσεις που οδήγησαν σταδιακά σε δραματικότερες εξελίξεις. Δύο πολιτικοί χώροι θα συγκρούονταν για την εξουσία και την πορεία της χώρας μέσα στις μεταπολεμικές συνθήκες.πηγή: