Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

28η 'Οκτωβρίου 1940, σαν Σήμερα, 82 χρόνια πριν, γράφτηκε ένα ακόμα ηρωϊκό έπος των 'Ελλήνων! 'Ενας άνισος αγώνας υλικών δυνάμεων αλλά τόσο μοναδικός όπου η 'Ελλάδα είχε τις περισσότερες ημέρες αντίστασης, οπλισμένη με Αυτοθυσία και Πίστη στα Ιερά και Όσια των προγόνων και με ανυπέρβλητο ηρωϊκό φρόνημα!



#28η_Οκτωβρίου_1940  🌿🇬🇷 #ΟΧΙ 🌿🇬🇷
Συνέλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ🌿🇬🇷
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1940-41🌿🇬🇷
Ο μεγάλος Ελληνικός αγώνας που άρχισε την #28η_Οκτωβρίου_1940 υπήρξε ένας αγώνας μοναδικός όπου η Ελλάδα είχε τις περισσότερες ημέρες αντίστασης.
Ακόμα και αυτός ο Χίτλερ σε λόγο του στις 4 Μαίου του 1941 είπε:
"Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να παραδεχθώ, πως απ΄όλους τους αντιπάλους, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία και συνθηκολόγησε μόνον όταν η περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη και συνεπώς μάταιη".

ΗΜΕΡΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Ελλάς:           219  ημέρες
Νορβηγία        61 ημέρες
   Γαλλία 43  ημέρες (Η υπερδύναμη της εποχής)
Πολωνία          30 ημέρες
Βέλγιο                8 ημέρες
Ολλανδία           4 ημέρες
Γιουγκοσλαβία 3 ημέρες
Δανία                  0 ημέρες
(Οι Δανοί παραδόθηκαν σε έναν μοτοσικλετιστή του Χίτλερ ο οποίος μετέφερε στον Δανό βασιλιά, αίτηση του #Χίτλερ για διέλευση των ναζιστικών στρατευμάτων, ο Δανός βασιλιάς σε ένδειξη υποταγής παρέδωσε το στέμμα του στον μοτοσικλετιστή για να το πάει στο Βερολίνο, στον ….Χίτλερ)
Τσεχοσλοβακία  0 ημέρες
Λουξεμβούργο    0 ημέρες 




ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ 
Οι νεκροί Έλληνες στρατιώτες ανήλθαν κατά την διάρκεια των 219 ημερών  στους 13.676.
Αλβανοί:1165 (Πάργα ,Μαργαρίτιο, Παραμυθία)
Ιταλοί:8χ.λ. Boύλγαροι:25χλδ, Γερμανοί:50χ.λδ
Συνολικές απώλειες σε % επί του πληθυσμού (εκτελέσεις, κακουχίες, μάχες).

Κατά την διάρκεια της 4πλής κατοχής που ακολούθησε, οι ανθρώπινες απώλειες πάσης φύσεως, ήσαν: 'Ελλάδα=10% 750χ.λ. Σοβ. Ένωση= 2,8% Ολλανδία = 2,2%.Γαλλία =2%  Πολωνία=1,8%
Γιουγ/σλαβία=1,7%Βέλγιο=1,5%. Θα



Την  επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 

δεν πρέπει να την προσπερνάμε επιπόλαια

 και χωρίς εθνική υπερηφάνεια. 



'Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά που απειλείται η εθνική μας ανεξαρτησία και η εδαφική μας ακεραιότητα πρέπει να την κάνουμε Λάβαρο Ιερό και αφετηρία των προσπαθειών μας για τη διαφύλαξη της εθνικής
μας υπόστασης!



Σήμερα, πάνω απ' όλα, πρέπει να δείξουμε το δρόμο των ιδανικών που δημιούργησε το ‘’Σαράντα’’ & να μεταδώσουμε όλα αυτά στις νέες γενιές.

Είναι το χρέος μας, ο φόρος τιμής, στις ηρωικές στρατιές των προγόνων μας.

Γιατί όποιος λαός ξεχνά την ιστορία του χάνεται.

Ποτέ δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι εκείνοι οι ήρωες εκτός από την πίστη στην πατρίδα είχαν ακλόνητη πίστη στην #Παναγία και εκείνη έκανε το θαύμα της έχοντάς τους υπό την Σκέπη της την 

Αγία και την Ιερή Προστασία της!






Διαβάστε προηγούμενες αναρτήσεις για τα θαύματα της Παναγίας μας όπως τα βίωσαν οι φαντάροι μας στα χιονισμένα βουνά της 'Αλβανίας!ΕΔΩ:













                 Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου να μην μας αρρωστήσεις γιατί ο Θεός το θέλησε να ζήσεις και θα ζήσεις 🌿🇬🇷

Η 'Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει γιατί την σφράγισε ο Θεός!



'Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος, Α' μέρος ,

Η Ιταλική εισβολή

'Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος, Β' μέρος.                   


Διαβάστε παλαιότερες Αναρτήσεις.                     για την Ηρωϊκή Αντίσταση των Προγόνων μας ΕΔΩ:

#1940 #Κώστας_Σταυρόπουλος, η φωνή της 'Ελληνικής ιστορίας!
https://voiceofthelambs.blogspot.com/2020_10_28_archive.html#3243300186958799087

Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε στον πόλεμο του 1940-41 ήταν ο υποσμηναγός #Ευάγγελος_Γιάνναρης από την Αθήνα  🌿ΑΘΑΝΑΤΟΣ🌿

https://voiceofthelambs.blogspot.com/2020_10_28_archive.html#8278321390031521473

  

Η 5η Μεραρχία Κρητών είχε τις μεγαλύτερες απώλειες απ' ό,τι άλλες στρατιωτικές μονάδες που συμμετείχαν στο Αλβανικό Μέτωπο.
https://voiceofthelambs.blogspot.com/2017_10_28_archive.html#7959256378852081098
                                                                                



   










1940-Η πρώτη νίκη στον Γράμμο και το «καραβάνι» με τα 75 γαϊδουράκια.
Η βοήθεια των γυναικών και αγοριών του Νεστορίου ήταν μια από τις σημαντικές στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου.
https://voiceofthelambs.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%A6%CE%91%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%A3%20%CE%97%CE%A1%CE%A9%CE%95%CE%A3

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις.

Ποιός το περίμενε ένα τραγούδι που γράφτηκε το ΄45 νάναι τόσο προφητικά αντιπροσωπευτικό σήμερα !
Συνέλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ - ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ.

     🙏Τιμή και δόξα🌿🇬🇷

🇬🇷 Ψηλά τη Σημαία 🇬🇷



Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940 -Τα απίστευτα Θαύματα!

   #ΟΧΙ #28η_Οκτωβρίου_1940   🇬🇷

#ΤΑ_ΘΑΥΜΑΤΑ_ΤΗΣ_ΑΓΙΑΣ_ΣΚΕΠΗΣ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 

ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. 

Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.

Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα ‘’ευχαριστώ’’ στην Παναγία, σ' εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.

Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.



Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα

Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.

Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.

Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.

- Τὶς εἶ; Μιλιά...

Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: Τὶς εἰ;

Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια... κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».



Θαῦμα στὸ Μπούμπεση

Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.

Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.

Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.

 Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.

Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.

- Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.

- Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

Αγία Σκέπη: Ένα άγνωστο θαύμα της Αγίας Σκέπης το 1940.Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα και ο βοριάς σφύριζε μανιασμένα.

Μέσα σ’ αυτή τη χιονοθύελλα, ένας στρατός προχωρούσε αποφασιστικά… σκαρφάλωνε σ’ απότομες πλαγιές… Κατέβαινε γκρεμούς… βάδιζε ασταμάτητα και κουβαλούσε στη ράχη του μεγάλο φορτίο.

Ένα μικρό φαρμακείο, μια στρατιωτική κουβέρτα, ένα ζευγάρι κάλτσες, μια φανέλα. Αλλά και τ’ όπλο του με την ξιφολόγχη και τα φυσίγγια… Παρ’ όλο το βάρος, το χιόνι και τις λάσπες… συνέχιζε τη δύσκολη πορεία του και μόνο σαν έβρισκε κάποιο χάλασμα, ή κανένα προφυλαγμένο βράχο, σταματούσε λίγο, για να ξεκουραστεί.

Μέσα σ’ αυτές τις φοβερές συνθήκες τα παλικάρια στον ιστορικό πόλεμο του ’40, έγραψαν αθάνατες σελίδες ηρωισμού και θυσίας, πάνω στα Βορειοηπειρωτικά βουνά.

Αυτοί οι ήρωες σκαρφάλωσαν στις κορυφές του Ιβάν, της Μοράβας… κι ήταν η νίκη τους θρίαμβος! Πολεμούσαν με τις σιδηρόφρακτες στρατιές του εχθρού και… νικούσαν.

Μαζί με τον ένδοξο ελληνικό στρατό ήταν και κάποιος σεμνός λευίτης, ο π. Αλέξιος. Ο ευσεβής ιερέας τριγυρνούσε ανάμεσα στους στρατιώτες, πάντα ακούραστος.

Σαν αληθινός πατέρας προσπαθούσε συνεχώς να τους συμπαραστέκεται, να τους ενισχύει, να διατηρεί στις ψυχές τους άσβεστη τη φλόγα της πίστης στον Θεό και της αγάπης στην Πατρίδα.

Παντού ο π. Αλέξιος, ακόμα και στην πρώτη γραμμή. Εκεί, που οι ανδρείοι πολεμιστές, ρίχνονταν στη μάχη με την ξιφολόγχη στα χέρια! Εκεί!

Έτσι και κείνο το πρωί ξεκίνησε ο π. Αλέξιος, να συναντήσει το λόχο, που είχε στρατοπεδεύσει ψηλά, σε μια απόμερη πλαγιά. Σε λίγες μέρες ετοιμαζόταν για τη μεγάλη του επίθεση. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και σε δυο βήματα απόσταση δε μπορούσες να διακρίνεις άνθρωπο.

– Που, θα πας, παππούλη; του φώναξε ο Συνταγματάρχης. Θα χαθείς μέσα στα χιόνια.

– Έχω, παιδί μου, την Παναγιά μαζί μου, απάντησε. Κι έβγαλε από τ’ αμπέχονο την εικόνα της Παναγιάς.

– Αύριο τα παιδιά θα ριχτούν στη μάχη. Πρέπει να τα ενισχύσω, με τη Χάρη του Θεού.

– Ο Θεός μαζί σου!

Ο ιερέας βάδιζε ώρες μέσα στα χιονοσκέπαστα, δύσβατα μονοπάτια. Τέλος έφτασε εκεί ψηλά, που στρατοπέδευε ο λόχος.

Τ’ αντίσκηνα ήταν κρυμμένα κάτω από τα χιονισμένα δέντρα. Σήμανε σωστός συναγερμός, σαν τον αντίκρισαν οι στρατιώτες. Έτρεξαν, τον σήκωσαν στα χέρια και τον έφεραν στη σκηνή του λοχαγού.

– Πάτερ μου, φώναξε κατάπληκτος ο λοχαγός, πώς έφτασες ως εδώ πάνω;

– Μην ανησυχείς, παιδί μου, απάντησε ήρεμα ο π. Αλέξιος. Η Παναγιά με προστάτευσε.

Ο αξιωματικός θαύμασε την πίστη του σεβάσμιου ιερέα. Πολλές φορές στο Σύνταγμα, μιλούσαν γι’ αυτή και για τα θαύματα, που ζούσαν κοντά του.

Λίγο αργότερα, συγκεντρώνεται όλος ο λόχος. Τους μιλάει μ’ αγάπη και ενδυναμώνει το πατριωτικό τους αίσθημα.

«Σε σας έλαχε η μεγάλη τιμή, να υπερασπίζετε σήμερα τα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας…».

Τους προετοιμάζει ακόμα για την αυριανή Θεία Λειτουργία και Θεία Κοινωνία. Τα παλικάρια αποθέτουν στα πόδια του Εσταυρωμένου ότι βάραινε τη νεανική τους ψυχή.

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί, ετοιμάζονται για το Ιερό Μυστήριο.
– Να πάμε στο ξέφωτο, λέει στο Λοχαγό ο π. Αλέξιος. Εκεί θα είμαστε ασφαλείς.
Ο αξιωματικός τρόμαξε.

– Όχι πάτερ μου, θα γίνουμε στόχος στα αεροπλάνα. Είναι πολύ επικίνδυνο. Να μείνουμε εδώ, ανάμεσα στ’ αντίσκηνα.

Όμως παράξενο, ο πατήρ Αλέξιος δεν υποχώρησε.

Αγία Σκέπη: Ένα άγνωστο θαύμα της Αγίας Σκέπης το 1940

Άρχισε η Θεία Λειτουργία.

Πλησίαζε να τελειώσει. Λίγο πριν τα παλικάρια προσέλθουν στο Ποτήριο της Ζωής, φάνηκε στον ορίζοντα ένα σμήνος από εχθρικά αεροπλάνα.

«Θεέ μου», προσευχήθηκε σιωπηλά ο ιερέας, «πρόλαβε το κακό, μην πάρω στο λαιμό μου τόσα παλικάρια».

Τ’ αεροπλάνα έφτασαν και άρχισαν μανιακά να βομβαρδίζουν τ’ αντίσκηνα. Στο ξέφωτο απλώθηκε ένα λευκό σύννεφο, που σκέπασε τα πάντα. Τις στιγμές αγωνίας διαδέχτηκαν στιγμές χαράς.

Ένας λόχος ολόκληρος γονατιστός προσευχόταν πάνω στο χιόνι. Τώρα ευχαριστούσε για την ανέλπιστη σωτηρία του.

Ακόμα ευχαριστούσε θερμά τον Πλάστη και Πατέρα του για τον άγιο αυτό λευίτη που του ‘χε στείλει, σαν θείο δώρο, για να του συμπαρασταθεί στις δύσκολες αυτές στιγμές του πολέμου.

Όταν απομακρύνθηκαν τ’ αεροπλάνα, η Θεία Λειτουργία συνεχίστηκε.

Με απέραντη ευγνωμοσύνη στον Θεό πλησιάζουν τα ηρωικά παλικάρια και κοινωνούν.

Σε λίγο θα χυθούν σαν λιοντάρια στον εχθρό και θα θριαμβεύσουν ακόμα μια φορά!!!

πηγή:




Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

1940: Κώστας Σταυρόπουλος, η φωνή της Ελληνικής... ιστορίας

 Η  φωνή του μέχρι και σήμερα σκορπάει ρίγη συγκίνησης στα σπίτια μας και στις σχολικές εκδηλώσεις


Τον Ιούλιο του 1940 ο Αλέκος Λιδωρίκης ως ο «Λ» υπογράφει στην εφημερίδα «Ασύρματος» ένα άρθρο με το οποίο γνωρίζει στους αναγνώστες ποιοι βρίσκονται πίσω από τις πιο αγαπημένες φωνές της εποχής. «Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών...- Ελάτε να γνωρίσετε τους σπήκερς μας», είναι ο τίτλος του άρθρου.Ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος, που η φωνή του μέχρι και ...\
σήμερα σκορπάει ρίγη συγκίνησης στα σπίτια μας και στις σχολικές εκδηλώσεις για το έπος του 1940 είναι το πρώτο πρόσωπο με το οποίο καταπιάνεται ο Λιδωρίκης. Λίγους μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1941, ο Κώστας Σταυρόπουλος μεταδίδει την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα:
«...Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου.Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τα προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.
Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές!».
Ποια είναι λοιπόν η φωνή που μπαίνει στα σπίτια μας κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες και μένει χαραγμένη στη μνήμη και στις ψυχές μας με τα επετειακά αφιερώματα;
Τον εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλο σύστηνε στους αναγνώστες της Αθήνας, ο Λιδωρίκης, τον Ιούλιο του 1940.
«Μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος σπήκερ του σταθμού και ο αριθμών μεταξύ των ακροατών τα περισσότερα... «μπεγκέν ". Μεταλλική και ολοκάθαρη η φωνή του- φωνή γνήσια ανδρική και υποβλητική- μας μεταδίδει επί το πλείστον τας πρακτορειακάς ειδήσεις του εξωτερικού, νέα εσωτερικά, τους λόγους του Αρχηγού της κυβερνήσεως, τους λόγους άλλων επισήμων. Αρχοντικής οικογενείας, ο Σταυρόπουλος, εγγονός του Βασάνη, εγεννήθη εις την Αίγυπτον. Νέος ακόμη- 36 ετών- με εμφάνισιν σεμνήν, πρόσωπο συμπαθητικόν, έχει την ιστορίαν του. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του εργάστηκε εις την Αλεξάνδρειαν και εις τας επιχειρήσεις βάμβακος. Είναι ιατρός δι αλληλογραφίας! ...Εσπούδασεν εις την Αίγυπτον, ερασιτεχνικώς και δια του συστήματος των γραπτών μαθημάτων, των επιστημών του Ιπποκράτους. Εδιάβασε πολύ και η εγκυκλοπαιδική του μόρφωσις είναι πραγματικά ευρυτάτη. Μιλεί ωραία Γαλλικά και Αγγλικά και όσα "κείμενα" του δίδουν δεν έχουν μυστικά γι' αυτόν. Η πρώτη ανάγνωσις των είναι οπωσδήποτε επιτυχής. Παίρνει τα ανακοινωθέντα, τους λόγους που του παραδίδουν και τους διαβάζει "πρίμα βίστα" στο ραδιόφωνον. Ζήτημα αντιλήψεως και ματιού! Μεταξύ 180 υποψηφίων εκφωνητών που εξητάσθησαν κατά τον σχετικόν διαγωνισμόν, είναι ο πρώτος εκλεγείς. Ζει εις τα Αθήνας από το 1933. Ελεύθερος-ο γάμος δεν τον έθιξε!-θέλγει με την φωνήν του, τους ακροατάς του ραδιοφώνου. Τον ξεύρει η Αθήνα καθώς και η επαρχία μας μόλις γυρίσουν το κουμπί:
-Α! είναι ο Σταυρόπουλος...
Τίτλος τιμής ενδιαφέρων, εύσημον δια το επάγγελμά του, πράγματα που ευχαριστούν τον ευσυνείδητον εκφωνητήν, χωρίς να υπερηφανεύεται δι' αυτά... Πιστεύει εις το καθήκον του και εργάζεται μετριόφρονα δι' αυτό...».
Η δραματική εκφώνηση του Κώστα Σταυρόπουλου, λίγο πριν εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, δεν έγινε δυνατό να διασωθεί το 1941 γιατί τότε δεν υπήρχε ο κατάλληλος φωνογραφικός εξοπλισμός. Χρόνια αργότερα, το 1966, όταν ο Γιώργος Κάρτερ, ο... «ληξίαρχος και ιστορικός» της ελληνικής τηλεόρασης, ο λογοτέχνης και κριτικός του θεάτρου και της τηλεόρασης, ετοίμαζε το ηχητικό ντοκιμαντέρ «ο Μεγάλος Πόλεμος», ζήτησε από τον Κώστα Σταυρόπουλο να ηχογραφήσει τα ανακοινωθέντα των τραγικών στιγμών της εισβολής, όπως τα είχε εκφωνήσει, ως προς το περιεχόμενό τους, τις ιστορικές εκείνες ημέρες. Το «ριμέικ» εκείνο έσωσε, κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτό το σπουδαίο ραδιοφωνικό ντοκουμέντο, που ακούνε τα παιδιά μας.
Πηγές:
Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Εφημερίδα Ασύρματος
Γιώργος Κάρτερ: Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (εκδόσεις Καστανιώτη)

1940-Η πρώτη νίκη στον Γράμμο και το «καραβάνι» με τα 75 γαϊδουράκια. Η βοήθεια των γυναικών και αγοριών του Νεστορίου ήταν μια από τις σημαντικές στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου.

 Του Σπύρου Κουταβά
«Ξημέρωνε 28 Οκτώβρη, ο καιρός ήταν βροχερός κατά τις πέντε το πρωί άρχισε να ακούγεται ο κρότος των πολυβόλων και τα λιανοντούφεκα. 
Ο κόσμος δεν ήξερε περί τίνος πρόκειται ακόμη και αυτός ο διοικητής του λόχου προκαλύψεως που έδρευε στο Νεστόριο δεν γνώριζε, γιατί τότε στο χωριό μας δεν υπήρχαν ούτε ραδιόφωνα».
Είναι γραπτή μαρτυρία για τις πρώτες στιγμές του πολέμου στο Νεστόριο, του 55αχρονου τότε Ιωάννη Λιάμμου, ο οποίος κατέγραψε με κάθε λεπτομέρεια την επίθεση των Ιταλών και τους βομβαρδισμούς στο Νεστόριο, την προσφορά των κατοίκων με τις μεταφορές εφοδίων και ...

πυρομαχικών στους στρατιώτες που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. 
Την γραπτή μαρτυρία που αποτελεί σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις με την συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού ως υποστήριξη στην ανατολική πλευρά του Γράμμου, διέσωσε ο πρώην δήμαρχος Νεστορίου Χρήστος Γκοσλιόπουλος.
«Οι Ιταλοί επιτέθηκαν στο φυλάκιο της χελώνας που βρίσκεται στο Γιαννοχώρι στο Γράμμο, το φυλάκιο ειδοποιεί το διοικητή του λόχου που κοιμάται στο σπίτι του Λιάππα. Αμέσως δίδει τις σχετικές διαταγές στους άντρες του και με το άλογο του ξημερώματα αναχωρούν για το φυλάκιο. 
Ο Λοχαγός Στασινόπουλος με τους άνδρες του και με όλες τις εφεδρείες του λόχου που έφτασαν αργότερα από το Νεστόριο καταφέρνουν να επανακαταλάβουν το ακριτικό φυλάκιο».
Πρόκειται για την πρώτη νίκη του ελληνικού στρατού που καταγράφεται την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου. 
Όταν το απόγευμα της ιδίας ημέρας θυροκολλείται σε όλο το χωριό η διαταγή επιστρατεύσεως οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο με την Ιταλία.
Η περιγραφή του Ιωάννη Λιάμμου για το κλίμα και την εικόνα της μικρής κωμόπολης την πρώτη ημέρα του πολέμου είναι λιτή.
«Την επόμενη μέρα στις 29 Οκτώβρη φθάνει στο χωριό η 9η Μεραρχία και το αρχηγείο της με διοικητή τον συνταγματάρχη Μπιγέτη, όπου εγκαθίστανται στο κτίριο της κοινότητας, ενώ συγκροτείται ορεινό χειρουργείο και μικρό νοσοκομείο στο δημοτικό σχολείο του χωριού. 
Αμέσως δημιουργείται υπηρεσία από τον άμαχο πληθυσμό για την εξυπηρέτηση του στρατού με επικεφαλής τον έφεδρο λοχία Στέργιο Παπατέρπο
Συμμετέχουν άνδρες και γυναίκες που ξέρουν κάθε σπιθαμής γης και τα μονοπάτια του Γράμμου για τη μετακίνηση των τμημάτων του στρατού προς την πρώτη γραμμή που οδηγούν στη Σλημίτσα το Μονόπυλο την Καλήβρυση και την Διποταμία».















Στα ορεινά χωριά
Πρόκειται για ορεινά χωριά που δεν είχαν οδικό δίκτυο παρά μόνο μονοπάτια που ήξεραν καλά οι ντόπιοι. Την 1η Νοέμβρη και ενώ τα στρατεύματα του Συνταγματάρχη Δαβάκη αμύνονται σθεναρά στους Ιταλούς Αλπινιστές της Μεραρχίας «Τζούλια» στην Φούρκα και στις γύρω πλαγιές του Επταχωρίου, μια παράτολμη επιχείρηση ετοιμάζεται στο Νεστόριο. 
Διατάχθηκε να συγκροτηθεί ένα κλιμάκιο από γυναίκες και μεγάλα παιδιά με κάπου 75 γαϊδουράκια -γιατί μουλάρια δεν υπήρχαν ήταν επιταγμένα ? για να μεταφέρουν οπλισμό και εφόδια στην έδρα του αρχηγείου του Δαβάκη στο Επταχώρι.
Ο Ιωάννης Λιάμμος αναφέρει στο ημερολόγιο του ότι εκείνη την ημέρα ο καιρός ήταν πολύ βροχερός και το κομβόι που ξεκίνησε από το Νεστόριο θα έφτανε μετά από μια δύσκολη διαδρομή που διαρκούσε περίπου οκτώ ώρες στο Επταχώρι. 
Τα ιταλικά αεροπλάνα περνούσαν συχνά πάνω από το Νεστόριο αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχαν βομβαρδίσει. 
«Ο φόρτος ήταν δυσανάλογος για τα γαϊδουράκια και όταν κατέβαιναν από την Κουρούσια στην Κοτύλη επειδή γλιστρούσε πολλά ζώα έπεφταν. 
Παρόλα αυτά οι γυναίκες δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια και κάποιες από αυτές έβαλαν μέρος του φορτίου στις πλάτες τους για να φτάσουν έγκαιρα στο προορισμό τους».
Το κομβόι με τις γυναίκες του Νεστορίου έφτασε τελικά αργά το απόγευμα στο Επταχώρι που ήταν η έδρα του αρχηγείου του Συνταγματάρχη Δαβάκη.
«Σύμφωνα με την αφήγηση της μάνας του Π. Μπατσόπουλου που ήταν και η πιο γριά από όλη την ομάδα, όταν ο Δαβάκης είδε την φάλαγγα να φτάνει στο αρχηγείο του, φώναξε στους συνεργάτες του και τους είπε γεμάτος ενθουσιασμό "να ξέρετε ότι νικήσαμε" και διέταξε να προσφέρουν στις γυναίκες σταφίδες και κονιάκ».
Την επομένη ο Δαβάκης τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος στο ύψωμα Π. Ηλίας στην Φούρκα όπου τελικά μετά σκληρές μάχες τριών ημερών οι Ιταλοί Αλπινιστές αναγκάστηκαν σε αναδίπλωση και στην συνέχεια σε οπισθοχώρηση.

Η βοήθεια των γυναικών και αγοριών του Νεστορίου ήταν μια από τις σημαντικές στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου στα βουνά της Πίνδου.

Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε στον πόλεμο του 1940-41 ήταν ο υποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης από την Αθήνα.-ΑΘΑΝΑΤΟΣ-

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΗΣ 
Ο αεροπόρος Ευάγγελος Γιάνναρης γεννήθηκε στην Αθήνα ,το 1916 και τον Σεπτέμβριο του 1936 κατατάχθηκε στο Τμήμα Αξιωματικών της Σχολής Αεροπορίας. 

Αποφοίτησε τον Αύγουστο του 1939 με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού. 

Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος υπηρετούσε στο 3/2 Σμήνος Στρατιωτικής Συνεργασίας, με αεροσκάφη Henschel Hs126K-6, με έδρα το αεροδρόμιο της Κούκλαινας, στη Βέροια και αποστολή την υποστήριξη των μονάδων του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ).

Το πρωί της 30ης Οκτωβρίου 1940 τα αεροσκάφη του σμήνους διατάχθηκαν να εκτελέσουν αποστολές παρατήρησης και προσβολής των ιταλικών θέσεων στην ζώνη ευθύνης του ΤΣΔΜ. 

Πράγματι τα Henschel Hs126 πραγματοποίησαν αρκετές εξόδους, ενημερώνοντας τις ελληνικές δυνάμεις για τις θέσεις των Ιταλών. 

Στην τρίτη έξοδο της ημέρας ο Γιάνναρης πέταξε ως πολυβολητής-παρατηρητής με χειριστή τον αρχισμηνία Λεωνίδα Τσάντα.

Τα ελληνικά αεροσκάφη όμως εντοπίστηκαν από πέντε ιταλικά καταδιωκτικά Fiat CR 42 της 392ης Μοίρας Δίωξης, τα οποία τους επιτέθηκαν. 

Το αεροσκάφος των Τσάντα και Γιάνναρη πολέμησε ηρωικά, με τον Γιάνναρη να χειρίζεται το πολυβόλο, στο πίσω τμήμα του κόκπιτ και τον Τσάντα να εκτελεί ασύλληπτους ελιγμούς διαφυγής, για τον τύπο και τις δυνατότητες του αεροσκάφους.

Αεροσκάφος Henschel Hs 126 της τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας (ΕΒΑ)

Τελικά όμως, το αεροσκάφος τους επλήγη θανάσιμα και ο Τσάντας αποφάσισε να εκτελέσει αναγκαστική προσγείωση. Το κατόρθωσε και προσγειώθηκε κοντά στο χωριό Βασιλειάδα του νομού Καστοριάς. Τότε μόνο αντελήφθη ότι ο Γιάνναρης ήταν νεκρός, αγκαλιά με το πολυβόλο του. 

Έτσι έπεσε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του 1940 και η Πολεμική Αεροπορία ήταν η πρώτη μου έδωσε έναν Αετό της στην πατρίδα. 

Το 2007 στο χωρίο Βασιλειάδα τοποθετήθηκε προτομή του και ένα παροπλισμένο μαχητικό F-104 για να θυμίζουν για πάντα τη θυσία του. 

Ο Γιάνναρης προήχθη μετά θάνατο σε υποσμηναγό και τιμήθηκε με τον Σταυρό Ιπταμένου.

Πηγή: 

Νεκρός αγκαλιά με το πολυβόλο του - Ο Έλληνας αεροπόρος Γιάνναρης

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

...Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης... O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο ... Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ΄Oδυσσέας Ελύτης

#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ #ΟΧΙ
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
΄Oδυσσέας ΄Ελύτης












...............
Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό

Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού
.





Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!


IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!
(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)
ΠΗΓΗ: Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού 





#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1940 #0ΧΙ
Συνέλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1940-41!

Ο μεγάλος Ελληνικός αγώνας που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένας αγώνας μοναδικός όπου η Ελλάδα είχε τις περισσότερες μέρες αντίστασης.



Ακόμα και αυτός ο Χίτλερ σε λόγο του στις 4 Μαίου του 1941 είπε:"Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να παραδεχθώ, πως απ΄όλους τους αντιπάλους, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία και συνθηκολόγησε μόνον όταν η περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη και συνεπώς μάταιη".
Οι Άγγλοι έγραφαν:
"Οι γενιές του μέλλοντος από τώρα και στο εξής θα διδάσκονται ότι και πάλι οι ολίγοι Έλληνες έσωσαν με τη θυσία τους τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. 
Στο εξής δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες πολέμησαν σαν ήρωες, αλλά οι ήρωες πολέμησαν σαν Έλληνες".
Οι Αμερικανοί σχολίαζαν " Η Ελλάδα έδωσε το παράδειγμα το οποίο όλοι πρέπει να ακολουθήσουν μέχρις ότου οι σφετεριστές της ελευθερίας οπουδήποτε της γης κι αν βρίσκονται να υποστούν τη δίκαιη καταδίκη τους".
Αυτός υπήρξε ο μεγάλος Ελληνικός αγώνας που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940.
 Ένας αγώνας που η Ελλάδα είχε τις περισσότερες μέρες αντίστασης.
ΜΕΡΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Ελλάς: 219 ημέρες
Νορβηγία: 61 ημέρες
Γαλλία
: 43 ημέρες (Η υπερδύναμη της εποχής)
Πολωνία
: 30 ημέρες
Βέλγιο
 8 ημέρες
Ολλανδία
:  4 ημέρες
Γιουγκοσλαβία
:  3 ημέρες
Δανία
:  0 ημέρες 
(Οι Δανοί παραδόθηκαν σε έναν μοτοσικλετιστή του Χίτλερ ο οποίος μετέφερε στον Δανό βασιλιά αίτηση του Χίτλερ για διέλευση των ναζιστικών στρατευμάτων, ο Δανός βασιλιάς σε ένδειξη υποταγής παρέδωσε το στέμμα του στον μοτοσικλετιστή για να το πάει στο Βερολίνο και στον ….Χίτλερ)
Τσεχοσλοβακία
:  0 ημέρες
Λουξεμβούργο:  0 ημέρες
ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Οι νεκροί Έλληνες στρατιώτες ανήλθαν κατά την διάρκεια των 219 ημερών στους 13.676.
Αλβανοί:1165 (Πάργα , Μαργαρίτιο, Παραμυθία)
Ιταλοί:8000 Boύλγαροι:25000,
Γερμανοί:50000 Συνολικές απώλειες σε ποσοστό επί του πληθυσμού (εκτελέσεις, κακουχίες, μάχες)
Κατά την διάρκεια της τετραπλής κατοχής που ακολούθησε, οι ανθρώπινες απώλειες πάσης φύσεως, ήσαν:
Ελλάδα 10% (750.000)
 Σοβ. Ένωση 2,8%
Ολλανδία 2,2% Γαλλία 2%
Πολωνία 1,8%
Γιουγκοσλαβία 1,7%
Βέλγιο 1,5%
Την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν πρέπει να την προσπερνάμε επιπόλαια και χωρίς εθνική έξαρση.
Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά που απειλείται η εθνική μας ανεξαρτησία και η εδαφική μας ακεραιότητα πρέπει να την κάνουμε λάβαρο ιερό και αφετηρία των προσπαθειών μας για τη διαφύλαξη της εθνικής μας υπόστασης. 
Σήμερα, πάνω από όλα, πρέπει να δείξουμε το δρόμο των ιδανικών που δημιούργησε το "1940" και να μεταδώσουμε όλα αυτά στις νέες γενιές. 
Είναι το χρέος μας, ο φόρος τιμής, στις ηρωικές στρατιές των προγόνων μας.
Γιατί όποιος λαός ξεχνά την ιστορία του χάνεται.
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1940-41