Μήπως ήρθε τώρα ο καιρός ο κατάλληλος και τ΄άστρα συμφωνούν για να βγάλουμε το τσιρότο από το στόμα;
Μήπως " ήγγικεν η ώρα; " για να λυθεί η σιωπή των αμνών και ν' άκούσουμε επιτέλους τη φωνή τους; για τη φωνή των αμνών μιλάω κι όχι για τα γνωστά και συνήθη βελάσματα ε!
Αυτός είναι ο σκοπός και ο στόχος αυτού του blog.
'Ολοι εμείς τα πρόβατα να αποκτήσουμε φωνή!
« να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό 🪁και χαρταετός 🪁για τον άνεμο, ακόμα και όταν ουρανός δεν υπάρχει🪁 ».
#Οδυσσέας_Ελύτης
#Ο_Μικρός_Ναυτίλος
🪁Καλή Καθαρά Δευτέρα 🪂
🙏Καλή Ειρηνική Σαρακοστή 🙏
Το ορχηστρικό έργο «Χαρταετοί» του αείμνηστου ΜίκηΘεοδωράκη είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα κομμάτια της ελληνικήςμουσικήςδημιουργίας του 20ού αιώνα.
Πρόκειται για μια μελωδία λυρική και ατμοσφαιρική, που αποπνέει αίσθηση ελευθερίας, νοσταλγίας και εσωτερικήςανάτασης.
Το θέμα του συνδέεται με τον κύκλο τραγουδιών "Αρχιπέλαγος," σε ποίηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Το συγκεκριμένο ορχηστρικό ανήκει στη μουσική για το θεατρικό έργο «Η Γειτονιάτων Αγγέλων»
του ΙάκωβουΚαμπανέλλη.
Ο Μίκης Θεοδωράκης το συνέθεσε το 1963.
Η έμπνευση προήλθε από τα γεγονότα της ΚαθαράςΔευτέρας του ίδιου έτους, όταν νεαροί ύψωσαν χαρταετούς με το σύμβολο της Ειρήνης
στον Αττικό ουρανό, ένα γεγονός που έγινε σύμβολο για την εποχή.
η ορχηστρική αυτή δημιουργία ξεχωρίζει για τη δύναμη της μελωδίας του, που στέκεται αυτόνομα χωρίς λόγια, αφήνοντας ελεύθερο το νου και την ψυχή του εκάστοτε ακροατή να μπορεί να ονειρευτεί 🌅🌄και να πετάξει όσο πιο ψηλά 🌄🌅και μακριά από τα επίγεια προβλήματα αφήνοντας την καρδιά ❤️ του επίσης ανοικτή στις άπειρες συγκινήσεις που δημιουργεί το άκουσμα της 🪂
Με μια Απαλή, ΡέουσαΜουσική Μελωδία
αλλά και ταυτόχρονα έντοναεκφραστική,
η Ψυχή μας ξαλαφρώνει, από τα γήινα βαρίδια της που την καταβάλλουν ξαναβρίσκει τον εαυτό της και την πηγή των συναισθημάτων της και αρχίζει να ισορροπεί ξανά στους καθαρούς και ξάστερουςΟυρανούς επάνω από τα Πέλαγα 🪂!
Έτσι όπως αρμονικά συνταιριάζουν τα έγχορδα με τα πνευστά στις νότες τους δημιουργώνταςσυγκινητικέςαρμονίες
Η ήπια όμορφη κι ανάλαφρηαίσθηση αιώρησης που δημιουργείται μέσα από το άκουσμα αυτής της μελωδίας και του συγκεκριμένου ρυθμού, αναμεμειγμένη με εκείνο το συναίσθημα της Μελαγχολίας για ότι προσφιλές αφήνουμε κάτω στη γη και ταυτόχρονα με μια Ελπίδα που δίνει φτερά για το ταξίδι μας αυτό, στον ανοικτό ορίζοντα 🪂
Ο Συμβολισμός του Χαρταετού 🪁είναι βαθιά ριζωμένος στην ελληνικήπαράδοση ,ιδιαίτερα την Καθαρά Δευτέρα, συμβολίζει την άνοδο, την ελευθερία και την πνευματικήανάταση.
Στο έργο του ΜίκηΘεοδωράκη, το μοτίβο αυτό μετατρέπεται σε μουσική εικόνα — μια εσωτερική «πτήση»🪁🪂
που παρασύρει διαχρονικά τον ακροατή ανεξάρτητα από τον τόπο και τον χρόνο 🪂🪁
Έτσι όπως το παραδοσιακό μας έθιμο έτσι και το ορχηστρικό «Χαρταετοί» του αείμνηστου ΜίκηΘεοδωράκη
παραμένει διαχρονικό, καθώς η απλότητα και η καθαρότητα της λυρικής του μελωδίας, το καθιστούν άμεσα αναγνωρίσιμο και βαθιά συγκινητικό, επιβεβαιώνοντας το ιδιαίτερο χάρισμα του Θεοδωράκη να συνδυάζει τη λαϊκήευαισθησία με τη συμφωνική γραφήmariarosa
Μίκης Θεοδωράκης🇬🇷🌿🕯️🪔 (1925-2021)
✝️ 2 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο ✝️του Ουρανό - Μίκη Θεοδωράκη, του Μεγάλου Οικουμενικού - Εμπνευσμένου Έλληνα 🌿🇬🇷 Μουσικοσυνθέτη 🌿🇬🇷 Ακούραστου Εργάτη, Οραματιστή και Πολεμιστή, Αγώνων Παναθρώπινων, των Ιδεών και 'Αξιών, της Αλήθειας, της Δικαιοσύνης, της 'Ελευθερίας και της Αγάπης,
για την Πατρίδα του, την Ελλάδα🇬🇷
την πατρίδα των πιο ώραίων Ιδανικών
και των πιο Όμορφων τόπων 🇬🇷🌿...
Χρυσά φτερά, βυζαντινό μου βλέμμα, αρχάγγελοι χορεύανε στο αίμα, κι ένα τραγούδι μέσα στη φωνή μου, μού γύρευε μιαν έξοδο κινδύνου.
Γιάννενα και Τρίπολη και Σύρα, όμορφη σκονισμένη μου πορφύρα, Χίος, Κεφαλλονιά και Μυτιλήνη, μοίρα μου πελαγίσια Ρωμιοσύνη.
Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα, τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα.
Τρελή φυλή που κλαίει και γελάει, μ’ έναν καημό κοιμάται και ξυπνάει, να σπείρει τα πελάγη με σιτάρι, για να θερίσει το μαργαριτάρι.
Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη, ρίζα μου περηφάνεια Ψηλορείτη, Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας, φλέβα μου μυστική της Ιωνίας.
'Οταν διηύθυνε ο Μίκης, με το πάθος που τον διέκρινε, τα μεγάλα χέρια του σαν φτερούγες Αρχαγγέλου φάνταζαν μπροστά μας!
Ανάμεσα στο πλούσιο έργο του ο Μίκης Μελοποίησε 🎼🎵🎹🎶τους εμπνευσμένους 📝 στίχους του Μιχάλη Γκανά✝️ από τα "χρυσά φτερά" και το "βυζαντινό βλέμμα" του Αρχαγγέλου
στον Δίσκο📀 Ασίκικο Πουλάκι -1996,
με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα κι εμείς αυτό το τραγούδι του αφιερώνουμε γιατί είναι σαν να δημιουργήθηκε γι' αυτόν !
'Αφιερώνω το παρακάτω ποίημα του αείμνηστου #Μίκη_Θεοδωράκη με τον τίτλο
" Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου"
στον Αδέκαστο και ΑιμοδιψήΦονιάτων λαών τον #Πούτιν με αφορμή την γενική επιστράτευση που επέβαλε στον λαό του και κυρίως στους νέους που όμως εκείνοι αντιδρούν και βγαίνουν από εχθές στους δρόμους & διαδηλώνουν πως δεν θέλουν τον πόλεμο!
Διαδηλώνουν πως θέλουν την ΕΙΡΗΝΗ !
Η αντίδραση του Πούτιν σ ' αυτή την αντίσταση του λαού του;
Να συλλαμβάνονται πάραυτα και να στέλνονται κατευθείαν στο μέτωπο του πολέμου...
ΕΛΕΟΣ
#Σαν_Σήμερα #ΜΙΚΗΣ_ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
Ποίημα του Μίκη Θεοδωράκη, που έγραψε στις 22 Σεπτεμβρίου 1969 στο χωριό #Ζάτουνα της ορεινής #Αρκαδίας, όπου βρισκόταν εξόριστος μαζί με την οικογένειά του από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Ανήκει στην ποιητική ενότητα Αρκαδία Χ.
Την ημέρα εκείνη ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης δέχτηκε την επίσκεψη του
#Κώστα_Στεργίου, ενός σκληροτράχηλου υπομοίραρχου της Χωροφυλακής, που μαζί με τους άνδρες του ερεύνησε εξονυχιστικά το σπίτι, όπου διέμενε, με αφορμή την αναχώρηση της οικογένειάς του για την Αθήνα.
Κλεισμένος στην κουζίνα του σπιτιού, ο Θεοδωράκης, οργισμένος για τα πάνδεινα που τραβούσε η οικογένειά του εκείνη την στιγμή στο διπλανό δωμάτιο, έγραψε σε μια χαρτοπετσέτα το ποίημα αυτό για να εξευτελίσει τον Στεργίου, αφού προς στιγμήν πέρασε από το μυαλό του η ιδέα να τον σκοτώσει.
Αλλά προτίμησε, όπως έγραψε αργότερα, «Να σκοτώσω την τιμή του, την υπόληψή του. Να περνά αύριο στο δρόμο και να τον φτύνουν. Να μείνει το όνομά του πλάι στου Εφιάλτη».
Ο Θεοδωράκης έντυσε με μουσική το ποίημα και το παρουσίασε για πρώτη φορά σε συναυλία στο Μενίδι στις αρχές του 1975, λίγους μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας.
Το τραγούδι παραμένει αδισκογράφητο, με δική του απόφαση.
Ίσως να έπαιξε ρόλο και η προτροπή του πατέρα του, που όπως λέγεται είδε τον Κώστα Στεργίου να είναι ανάμεσα στους θεατές μιας συναυλίας του Μίκη στην Ελευσίνα το 1975 και να φεύγει συντετριμμένος, μόλις άκουσε το τραγούδι με το όνομά του.
Ο Μίκης Θεοδωράκης στη Ζάτουνα με τα παιδιά του
Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
προέρχομαι από τους Βησιγότθους,
Οστρογότθους, Μαυρογότθους.
Κατοικώ σε σπήλαια
λαξεύω ρόπαλα
πίνω νερό σε κρανία.
Επάγγελμά μου ο θάνατος.
Όμως προσωρινώς υπηρετώ
το μεγάλο Δράκο
που με έχει αποσπάσει στην Αρκαδία.
Πάνω απ’ το δέρμα μου
φορώ στολή
στους ώμους έχω αστέρια,
κρύβω το ρόπαλο επιμελώς
μέσα στη χλαίνη.
Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
προέρχομαι από τους Μαμελούκους
Μαυρολούκους, Σουσουλούκους
είμαι διασταύρωση Νεάντερνταλ και λύκου.
Όμως σήμερα, προσωρινώς,
κυκλοφορώ με τζιπ,
τρομοκρατώ παιδιά και γυναίκες.
Έχω ειδικότητα στο ψάξιμο
ψάχνω ψυχές παιδιών
και σταλάζω το φόβο
επιβάλλω το Νόμο
το Νόμο του μεγάλου Δράκου
που μ’ έχει αποσπάσει προσωρινώς
στην Αρκαδία. Μίκης Θεοδωράκης (1925 - 2021)
Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε, ως γνωστόν, στη Χίο το 1925.
Έζησε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ακολουθώντας τον πατέρα του, ανώτατο κρατικό υπάλληλο.
Βαφτίστηκε Μιχαήλ, αλλά έγινε Μίκης και μάλιστα στην Κεφαλλονιά. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του:
“Α, το Μίκης μου το κόλλησε ο θείος μου μόλις γύρισε από την Αίγυπτο. Έβρισκε το Μιχάλης πολύ μπανάλ για την εποχή! Και Μίκη, Μίκη, μου έμεινε. Μόνο όταν μετακομίσαμε στην Κεφαλονιά οι ντόπιοι με φωνάζανε “Μικιό”. Είπα κι εγώ καλύτερα Μίκης παρά Μικιός“.
Παρ’ όλα αυτά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ φαίνεται πως τον ακολουθούσε μ’ ένα τρόπο, γι’ αυτό και ο ίδιος, τιτλοφόρησε την αυτοβιογραφία του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου». Τι είναι αυτό άραγε που έφερε τον αρχάγγελο Μιχαήλ στον τίτλο της αυτοβιογραφίας του συνονόματού του Μιχαήλ Θεοδωράκη;
Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, που σκεφτόταν και άλλους τίτλους, μας λέει:
‘‘[…] το μυστηριακό και ακαθόριστο: Οι δρόμοι του Αρχάγγελου νομίζω ότι ταιριάζει πιο πολύ. Μήπως, στο κάτω κάτω, είμαστε εμείς που διαλέγουμε τα μονοπάτια της ζωής; Όλο και κάποιος Αρχάγγελος μάς οδηγεί με τις αόρατες φτερούγες του.’’
Στους «Δρόμους του Αρχάγγελου» μας λέει, επίσης, ο Μίκης για τα καλοκαίρια στη Χίο και για τον Αρχάγγελό του που ...ανακάλυψε εκεί:
«Από τα τέσσερα καλοκαίρια που ζήσαμε στο Αργοστόλι τα δύο τα πέρασα με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου στη Χίο. Εκεί ζούσε η μάνα της, η αδελφή της Φρόσω, παντρεμένη με τον Μάνο Μαστρομανώλη και οι αδελφές της μάνας της, ανύπαντρες, το Μαριγάκι και η Ερωφίλη, που ήταν δασκάλα, όμως τα ‘χε αφήσει, γιατί έπασχε από καρκίνο και είχε πολλούς πόνους.
...Μια φορά που αρρώστησα, έμαθα την ιστορία της «θαυματουργού» εικόνας με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Την είχαν βρει, λένε, στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς στο λιμάνι της Χίου. Θάμα! Ο Θεός τη φύλαξε, κι αυτός που την έσωσε πήρε την ευλογία του. Μες στον πυρετό μου, μ’ έβαζαν να φιλώ την εικόνα, που την είχαν συνέχεια κάτω απ’ το προσκεφάλι μου. Έκτοτε, σε κάθε αρρώστια, δεν μ’ έσωζε ούτε ο γιατρός ούτε τα φάρμακα, αλλά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με τα χρυσά φτερά του και το βλέμμα το μελαγχολικό. Η θεία Μαριγάκι θα ‘μενε μαζί μας, ως τα βαθιά της γεράματα, μαζί με τη γιαγιά Σταματία, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τα άλλα εικονίσματα, επίσης θαυματουργά. Όμως εμένα με είχε αναλάβει αποκελιστικά ο συνονόματός μου. Έως και σήμερα ακόμα, που σας εξιστορώ, τον έχω στο τζάκι του σπιτιού μου».
Νομίζω όλοι μας έχουμε σκεφτεί πώς όταν διηύθυνε ο Μίκης, με το πάθος που τον διέκρινε, τα μεγάλα χέρια του σαν φτερούγες αρχαγγέλου φάνταζαν μπροστά μας.
Πάντως ο Μίκης φρόντισε να κάμει και τραγούδι την διαδρομή του, τους «Δρόμους του Αρχάγγελου», ξεκινώντας, στους στίχους - που υπογράφει ο Μιχάλης Γκανάς - από τα «χρυσά φτερά» και το «βυζαντινό βλέμμα» του Αρχαγγέλου. Είναι από τον δίσκο «Ασίκικο Πουλάκι» του 1996, με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα.
Η Κρήτη, τα Χανιά, η πατρογονική γη, υποδέχθηκε σήμερα το ξημέρωμα της 9ης Σεπτεμβρίου 2021, τον μεγάλο 'Ελληνα, 🇬🇷
Μίκη Θεοδωράκη τον ΟΥΡΑΝΟ-Μίκη* και πάντιμα όπως αρμόζει,
θα τον συνοδεύσει, όπως εκείνος το ήθελε, στην τελευταία του κατοικία,
στον Γαλατά Χανίων
πλάι στους τάφους των γονέων του,
ν' αναπαυθεί 🙏 Εν Ειρήνη 🕊️👏👏
*ΟΥΡΑΝΟ-Μίκη τον αποκάλεσε για πρώτη φορά ο +Μακαριστός Ειρηναίος Γαλανάκης, ο επίσης πολυαγαπημένος και λαοπρόβλητος, Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου Χανίων.
Μετά την τελετή αποχαιρετισμού στη Μητρόπολη Αθηνών όπου η σορός του Μίκη Θεοδωράκη παρέμεινε για λαϊκό προσκύνημα,
με διάχυτη την παλαική συγκίνηση από πλήθος του κόσμου για τρεις ημέρες,
η σορός του Μίκη Θεοδωράκη οδηγήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά και μεταφέρθηκε με το πλοίο της γραμμής στην Κρήτη, για να φτάσει,
σήμερα Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2021 στις 7:30, το πρωΐ στο λιμάνι της Σούδας, όπου τον περίμενε πλήθος κόσμου, μαζί με την φιλαρμονική του Δήμου Χανίων για να τον συνοδεύσει στην τελετή του αποχωρισμού.
96 βρακοφόροι όσα και τα χρόνια του εκλιπόντος, συνόδευαν το φέρετρο!
Εχθές επίσης και στο λιμάνι του Πειραιά είχε επικρατήσει τεράστια συγκίνηση, όπου ο συγκεντρωμένος κόσμος απηύθυνε το ύστατο χαίρε στον "Οικουμενικό" Μίκη Θεοδωράκη.
Εκατοντάδες ήταν οι πολίτες που βρέθηκαν στην πύλη Ε2 στο λιμάνι προκειμένου να τιμήσουν τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη και να του απευθύνουν το ύστατο χαίρε.
Εκεί η φιλαρμονική ορχήστρα του Πειραιά έπαιζε τα τραγούδια του.
Από την χθεσινή τελετή του αποχαιρετισμού στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών,
όπου παραβρέθηκε σύσσωμη η πολιτική αρχή αλλά και ο απλός λαός, μέσα και έξω από τον ναό,
ξεχωρίζουμε και παραθέτουμε παρακάτω τον ιδιαιτέρως συγκινητικό επικοίδιο λόγο της ΠΤΔ
Μητρόπολη Αθηνών - Κατερίνα Σακελλαροπούλου, ΠΤΔ - Ο συγκινητικός αποχαιρετισμός.
Eμφανώς συγκινημένη και με μεγάλο σεβασμό, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, αποχαιρέτησε τον μεγάλο μας μουσικοσυνθέτη σημειώνοντας ότι ο Μίκης Θεοδωράκης
«θα είναι πάντα εδώ, ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη μνήμη όλων μας».
«Όλοι μαζί, όλες οι ηλικίες κι όλες οι γενιές αποχαιρετούμε σήμερα, τον Έλληνα και Οικουμενικό, Πατριώτη και Διεθνή, Μίκη Θεοδωράκη, σύμβολο και παράδειγμα μαζί» τόνισε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου στον επικήδειο που εκφώνησε στην τελετή αποχαιρετισμού στη Μητρόπολη Αθηνών και αναφέρθηκε στη ζωή του αλλά και στο σπουδαίο καλλιτεχνικό και πολιτικό του έργο.
Ο αποχαιρετιστήριος λόγος της Προέδρου της Δημοκρατίας
«Σήμερα αποχαιρετάμε τον Μίκη Θεοδωράκη, όλοι μαζί, όλες οι ηλικίες κι όλες οι γενιές.
Και αυτές που μοιράστηκαν μαζί του βιωμένες εμπειρίες, και αυτές που εισέπραξαν τα τραγούδια του σαν ένα κάλεσμα για την υπέρβαση του ατομικού και τη συνάντηση με τους άλλους· σαν ένα κώδικα που υπερέβαινε τις συγκυρίες, σηματοδοτώντας την αντίσταση, την ελπίδα, τη συντροφικότητα, τη συλλογική διεκδίκηση· σαν ένα μήνυμα ελευθερίας.
Και μαζί με τους μεγαλύτερους, τον αποχαιρετούν και οι νεότερες γενιές, τα παιδιά και οι έφηβοι.
Γιατί και οι νέοι μας συγκινούνται όταν τραγουδούν το
«Ένα το χελιδόνι» στα σχολειά τους, παρασυρμένοι από τον εγερτήριο άνεμο που διαπερνά τους στίχους και τη μουσική.
Εκείνο τον σχεδόν μεταφυσικό άνεμο-ζωοδότη μιας εποχής οδύνης αλλά και ανάτασης, αγώνων και μεγάλων οραμάτων.
Τον αποχαιρετούν οι άνθρωποι, αλλά και οι τόποι. Οι τόποι που τους έζησε σαν δωρεά, τόποι μυρωμένοι των παιδικών του χρόνων, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, ο Πύργος, η Πάτρα, η Τρίπολη, όπου και έδωσε την πρώτη του συναυλία σε ηλικία 17 ετών με το έργο του «Κασσιανή»· οι τόποι της νιότης του – η Αθήνα, τα Χανιά, η Αλεξανδρούπολη – και της διεθνούς του αναγνώρισης: από το Παρίσι ως τη Μόσχα, από το Τελ Αβίβ ως τη Στοκχόλμη, από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη ως την Αβάνα.
Αλλά και οι τόποι της εξορίας, η Ικαρία, η Μακρόνησος, η Ζάτουνα της Αρκαδίας, ο Ωρωπός, τους οποίους ο συνθέτης μετέτρεψε σε εστίες δημιουργικής έμπνευσης, καταφέρνοντας έτσι να ακυρώσει έμπρακτα τη φίμωσή του.
Ο Μίκης Θεοδωράκης επέδρασε καταλυτικά στο αισθητικό, το ηθικό, το πολιτικό μας φρόνημα. Δημιούργησε ένα ιδιαίτερο μουσικό σύμπαν, μέσα από τον πλούσιο συγκερασμό δημοτικής παράδοσης και βυζαντινού μέλους, λαϊκού τραγουδιού και σύγχρονων αρμονικών κατακτήσεων, θέλοντας να εκφράσει, καθώς έγραφε το 1972, «την απέραντη ευαισθησία και το ένθεο πάθος του λαού μας».
Έβαλε τους στίχους των ποιητών μας στο στόμα του καθένα από μας και τους έκανε κοινό μας κτήμα, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, «ώστε ακούγοντας ένα τραγούδι, να μη μπορείς να φανταστείς τη μουσική με άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική», όπως σημείωνε ο ίδιος.
Έδωσε ρωμαλέα αγωνιστικότητα στο ελληνικό τραγούδι, δραματική διάσταση στις επικές του συνθέσεις, λυρική ομορφιά και υπόρρητη μελαγχολία στις μπαλάντες του.
Έλληνας και οικουμενικός, πατριώτης και διεθνής, ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε σύμβολο και παράδειγμα μαζί.
Σύμβολο της υπεύθυνης ατομικής στάσης απέναντι στα σκληρά αιτήματα της Ιστορίας, συνέδεσε το όνομά του, ήδη από τα πρώτα του νιάτα, με το ΕΑΜ και την αντίσταση την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής.
Με την πολιτική και πολιτιστική έκρηξη της δεκαετίας του εξήντα, με τους Λαμπράκηδες και το κίνημα της ειρήνης, με την αντιδικτατορική δράση εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών.
Στη μεταπολίτευση, υπερασπίστηκε σθεναρά τη «λύση Καραμανλή», την ενότητα της αριστεράς, την υπόθεση της Κύπρου, την εθνική συμφιλίωση. Παράδειγμα θάρρους στην έκφραση γνώμης και τόλμης στη διατράνωση των πιστεύω του, αψήφησε διώξεις, συλλήψεις, εκτοπισμούς, διαψεύσεις, πικρίες – το βαρύ προσωπικό κόστος της συνέπειάς του ως πνευματικού πρωτοπόρου στο ηθικό χρέος απέναντι στην πατρίδα και τους ανθρώπους της, όπως το αντιλαμβανόταν και το όριζε ο ίδιος. Διακινδύνευσε για χάρη των κοινών, προσφέρθηκε στον διάλογο και στην κριτική, αντιστάθηκε στις δεσμεύσεις του μύθου του.
Υπόδειγμα της διάχυσης του εαυτού μέσα στα πολλά πρόσωπα της κοινωνίας, κινήθηκε με την ίδια άνεση και ζωντάνια στους πιο διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους, είτε ανάμεσα στους συγχωριανούς του και τους φίλους του από τα παλιά, είτε ανάμεσα σε πολιτικούς ηγέτες παγκόσμιου βεληνεκούς.
Τόσο η δημιουργία όσο και η πολιτική του στάση καθορίστηκαν πάντοτε από την πεποίθηση ότι ποιητική ύλη και ποιοτική αλήθεια μπορεί να βρει ο καλλιτέχνης στους κόλπους του λαού· και ότι χωρίς την πίστη στον λαό του κανείς δημιουργός δεν μπορεί να ανοίξει τα φτερά του στον κόσμο.
Άνθρωπος της πράξης και ταυτόχρονα ρομαντικά υπερβατικός, κατάφερε, ως το τέλος της ζωής του, να ηλεκτρίζει με την παρουσία του το συναίσθημα όλων μας.
Μολονότι πολιτικά υπήρξε μοναχικός –«μόνος, ανένταχτος, ανεξάρτητος, αυτοστρατευμένος», αυτοχαρακτηριζόταν– δεν πρόδωσε ποτέ τις τρεις δεσπόζουσες της ζωής του: την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, την απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη, την αφοσίωση στα υψηλά προτάγματα της τέχνης του.
Έγινε έτσι ένας παιδαγωγός του έθνους, που με την πολιτισμική και κοινωνική του παρέμβαση άλλαξε την Ελλάδα και τον καθένα μας με τρόπο πιο έμμεσο αλλά και πιο βαθύ απ’ όσο μπορούμε να διαγνώσουμε σήμερα.
Μαχητικός, χειμαρρώδης, ακατάβλητος, διέρρηξε τα όρια της εθνικής μας μοναξιάς, της ηττοπάθειας, της αποθάρρυνσης, και συνταιριάζοντας το εθνικό με το πανανθρώπινο, έδειξε έναν δρόμο για τη σφυρηλάτηση της νεοελληνικής μας ταυτότητας.
Μας έδωσε τον ανεκτίμητο μίτο της μουσικής του για να τον ξετυλίξουμε, να βγούμε στο ξέφωτο της δημοκρατίας και να μετατρέψουμε το σάλπισμά του σε πράξη και Πολιτεία, λογοδοτώντας στην ιστορία μας. Δηλώνοντας παρών σε κάθε καμπή της εθνικής μας περιπέτειας, πάντα μεταβολίζοντας την ιστορική στιγμή μέσα από τα χαρακτηριστικά της ξεχωριστής, έντονης προσωπικότητάς του, σφράγισε ανεξίτηλα την ελληνική ζωή.
Κι αν έγινε, και θα παραμείνει εσαεί, κραταιό πολιτισμικό σύμβολο είναι γιατί στο πρόσωπο και στη δημιουργία του συναιρέθηκαν μερικά από τα πιο ενθουσιώδη, οιστρήλατα, οραματικά στοιχεία της νεοελληνικής ιδιοπροσωπίας.
Με σεβασμό και συγκίνηση, εκ μέρους όλων των Ελλήνων, αποχαιρετώ τον Μίκη Θεοδωράκη.
Θα είναι πάντα εδώ, ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη μνήμη όλων μας».
ΠΗΓΗ: Κατερίνα Σακελλαροπούλου: «Ο Μίκης Θεοδωράκης θα είναι πάντα εδώ» | Έθνος https://www.google.com/amp/s/www.ethnos.gr/politiki/173211_katerina-sakellaropoyloy-o-mikis-theodorakis-tha-einai-panta-edo%3famp
Ο Μίκης Θεοδωράκης και το ζήτημα της ελληνικότητας
+Εις μνήμη Μίκη Θεοδωράκη.
Γιώργος Κοντογιώργης
Το 1973 ο Μίκης Θεοδωράκης, το ιερό τέρας για όλους εμάς την εποχή εκείνη, πραγματοποίησε μία συναυλία στο αμφιθέατρο της διεθνούς πανεπιστημιούπολης του Παρισιού.
Δίπλα μου ακριβώς καθόταν ένας ιεραπόστολος της καθολικής εκκλησίας και όταν μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά μου λέει: ”Εάν είχαμε εμείς τον Θεοδωράκη θα είχαμε κατακτήσει την Αφρική μαζί του!”.
Είναι συγκλονιστικό να το ακούει κανείς από έναν άνθρωπο που τοποθετείται στην άλλη όχθη, όταν μάλιστα γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η αντιμετώπιση όσων εξέχουν από την ελλαδική άρχουσα τάξη. Στην περίπτωση του Μίκη εφαρμόσθηκε συχνά το αρχαίο ρητό των τυράννων «το τους υπερέχοντας στάχεις κολλούειν».
Ο Μίκης Θεοδωράκης και το ζήτημα της ελληνικότητας.
Τον Μίκη Θεοδωράκη τον γνώρισα πραγματικά το 1992 όταν είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι ένα βιβλίο μου «Ελληνική Ιστορία – Histoire de la Grèce», το οποίο διαπραγματευόταν την ελληνική εξέλιξη στις σταθερές της και στη συνέχειά της από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους μέχρι τότε (μέχρι το 1992).
Με το που βρεθήκαμε κάποια στιγμή στον δρόμο μου είπε με περισσή ικανοποίηση ότι το είχε διαβάσει. Με κάλεσε να ανέβω στο σπίτι του (μέναμε πολύ κοντά στην ίδια γειτονιά) και είχαμε έναν μακρύ διάλογο για το επιχείρημα του βιβλίου. Από τότε αρχίσαμε έναν διάλογο για τα μεγάλα ζητήματα του ελληνισμού και της ανθρωπότητας, τον οποίο λυπάμαι απολογιστικά που δεν είχα την πρόνοια να κρατήσω σε μαγνητόφωνο.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, εκτός από την αφηγηματική του ικανότητα η οποία εντυπωσιάζει, ήταν και βαθιά στοχαστικός ως φιλόσοφος. Γι′ αυτό και η τέχνη του θεωρώ ότι είναι φιλοσοφούσα τέχνη· δεν απευθύνεται απλώς στο απολαυστικό μέρος της ζωής.
Συνεχίσαμε με αραιότερο ρυθμό και στην Ελλάδα να βρισκόμαστε και να μιλάμε, ώσπου το 1995 ο Έρικ Χομπσμπάουμ (ένας Άγγλος ιστορικός) έδωσε συνέντευξη με αφορμή το Σκοπιανό που είχε ως τίτλο «Μύθος η ελληνική συνέχεια 3000 χρόνων». Έλεγε διάφορες ανοησίες που κυριολεκτικά δεν στέκουν στη λογική της επιστήμης, όπως για παράδειγμα ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί Έλληνας ένας Θηβαίος αγρότης ο οποίος δεν γνωρίζει Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Ως εάν ο Άγγλος χωρικός στην χώρα του δεν μπορεί να δηλώσει Άγγλος επειδή δεν γνωρίζει Σαίξπηρ.
Εν πάση περιπτώσει, είχα προβεί στην αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού, η οποία συγκέντρωσε τότε την ομοβροντία μιας χυδαίας επίθεσης από σύσσωμη τη λεγόμενη «Αριστερή διανόηση» –και όταν λέω χυδαία, εννοώ κυριολεκτικά χυδαία και στον τρόπο, στις εκφράσεις. Εθίγη ο μύθος, ο μέντορας των αρχών της επιστήμης και της Ιστορίας στον οποίο έθυε η διανόηση της Αριστεράς.
Σημειώνω ότι ο Νίκος Πουλαντζάς σε ένα ανέκδοτο έργο του που εξέδωσα αργότερα (Νίκος Πουλαντζάς, Κράτος, κοινωνικές τάξεις, καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, με εκτενή Προλεγόμενα δικά μου, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019) γράφει για την εν λόγω Αριστερά ότι έχει τεράστιο πρόβλημα με το έθνος διότι έχει τεράστιο πρόβλημα με τον εαυτό της. Ότι είναι καθεστωτική.
Μόλις πληροφορήθηκε ο Μίκης τα συμβάντα με κάλεσε στο σπίτι του και είχαμε μία πολύ εκτενή συζήτηση. Στο τέλος μου είπε ότι πάντα ήθελε να κάνει μια παρέμβαση με βάση το επιχείρημα της δικής μου ανάλυσης για το ζήτημα του έθνους και της ελληνικής συνέχειας. Μου πρότεινε να την πραγματοποιήσουμε από κοινού.
Συνέβη τότε να είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει το βιβλίο που άνοιξε το ζήτημα του έθνους στη μεταπολίτευση και περιείχε την αντίκρουση του Χομπσμπάουμ καθώς και άλλα συναφή θέματα, επιπλέον και τις ανοίκειες επιθέσεις που δέχθηκα. Έφερε τον τίτλο «Έθνος και Εκσυγχρονιστική Νεοτερικότητα»(Εναλλακτικές Εκδόσεις).
Του πρότεινα λοιπόν να λάβουμε αυτό ως αφετηρία. Στον χώρο του Ιανού έγινε η παρουσίαση του ανωτέρω βιβλίου, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύχθηκε ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων διάλογος.
Ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Γιώργο Κοντογιώργη
Το κείμενο της παρουσίασης του βιβλίου από τον Μίκη, ένα πρόσθετο κείμενό του και δύο δικά μου κείμενα για την ελληνική διανόηση στο Παρίσι στα δύο επάλληλα κύματα του εμφυλίου και της δικτατορίας αποτέλεσαν το σώμα του κοινού μας βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Ελληνικότητα και Διανόηση»(Εκδόσεις Ιανός, 2007).
Στην πραγματικότητα με την παρέμβασή του αυτή ο Μίκης θέλησε να δώσει το στίγμα της συνηγορίας του σε έναν διάλογο που, με αφετηρία τις πραγματικότητες του ελληνισμού, αναδείκνυε το έθνος σε φαινόμενο συστατικό της ελευθερίας, δηλαδή στο βάθος σε ανάχωμα κατά του αποκαλούμενου «ιμπεριαλισμού» ή, ορθότερα, της «διεθνούς των αγορών». Τον ενόχλησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά ανελάμβανε εργολαβικά να στρατευθεί εναντίον της προόδου και να υπηρετήσει ως θεραπαινίδα ένα κατεξοχήν ιμπεριαλιστικό δόγμα.
Αυτό που εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον Μίκη, και μάλιστα συνέλαβε με πάρα πολύ παραστατικό τρόπο στο μάθημα της ελληνικής Ιστορίας ήταν η επισήμανσή μου ότι ο ελληνισμός με τις λεγόμενες «κοινότητες» στην Τουρκοκρατία συγκροτούσε μια αδιάπτωτη συνέχεια από την απώτατη αρχαιότητα.
Οι κοινότητες αποτελούσαν την ομοθετική συνέχεια των πόλεων κρατών με το ίδιο πολιτειακό σύστημα, ως επί το πλείστον με τη μέση δημοκρατία στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο και με τις ίδιες αρχές, όπως εναρμονίσθηκαν σταδιακά την περίοδο της οικουμένης. Αυτές οι θεμέλιες κοινωνίες των Ελλήνων ήσαν η αιτιακή βάση του ελληνικού ταυτοτικού ιδιώματος και πολιτισμού.
Κατάλαβε δηλαδή ότι ουσιαστικά η συγκρότηση του νεοελληνικού απολυταρχικού/δεσποτικού κράτους μετέβαλε τον ελληνισμό που έως τότε σταδιοδρομούσε ως έθνος με όρους κοσμοσυστήματος σε προσάρτημα της δεσποτικής Δύσης και, το χειρότερο, τον επανέφερε εξ επόψεως εξέλιξης στους προ-σολώνειους χρόνους.
Ο Μίκης αντελήφθη μέσα από την ανάγνωση της «Ελληνικής Ιστορίας»/ Histoire de la Grèce ότι η εξαναγκαστική προσομοίωση της ελληνικής κοινωνίας με το φεουδαλικό ιδιώνυμο της Δύσης είναι το πρόβλημα για τη νεοελληνική πραγματικότητα του κράτους έθνους και, βεβαίως, το κεντρικό πρόβλημα με το οποίο δεν μπορεί να συμβιβαστεί η Αριστερά.
Έχει σημασία να αναφέρω ένα μικρό απόσπασμα αυτής της συνάντησης του Μίκη με τον εαυτό του και τη φιλοσοφία που έχει για τον ελληνικό κόσμο όπως την παρουσίασε στις σελίδες του κοινού μας βιβλίου και είναι ένα ψυχογράφημα του ιδίου:
«…Στα 1954 βρέθηκα στο Παρίσι για να σπουδάσω σε βάθος τη μοναδική κατάκτηση των Ευρωπαίων στον τομέα της τέχνης, τη συμφωνική μουσική. Για έναν Έλληνα όπως εγώ, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη πρόκληση και δοκιμασία.
Γιατί κινδύνευα να πνιγώ είτε να αφομοιωθώ, όπως οι περισσότεροι νέοι συνθέτες που προέρχονταν από χώρες της περιφέρειας, μέσα στη μεγάλη θάλασσα της ευρωπαϊκής μουσικής τέχνης.
Γι’ αυτόν τον λόγο έπρεπε να μεγαλώσει μέσα μου και να ατσαλωθεί η πίστη μου στην ελληνικότητα, γνωρίζοντας ότι μονάχα έτσι θα κατόρθωνα να διατηρήσω την ιδιαιτερότητά μου ως Έλληνας με το διαχρονικό βάρος και σημασία αυτής της έννοιας προκειμένου να προβάλλω ακόμα και μέσα από τα τόσο ισχυρά ευρωπαϊκά ηχητικά υλικά την ουσία της ελληνικότητας».
Κι αφού εξηγεί πως γέμιζε τους πνεύμονές του και οικοδομούσε τις αντιστάσεις του απέναντι σε θεωρίες που υιοθετούσε κυρίως η Αριστερά των Φαλμεράγιερ, Χομπσμπάουμ και Ζαχαριάδη, καταλήγει:
«… Τότε, σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, διάβασα το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη, το Ελληνική Ιστορία – Histoire de la Grèce στα γαλλικά, και στη συνέχεια γνώρισα τον ίδιο προσωπικά στο Παρίσι. Και ομολογώ ότι έκτοτε το ταξίδι μου έγινε ευκολότερο καθώς ο ήλιος της βεβαιότητας έσβηνε σιγά-σιγά τις μαυρίλες που μας σκέπαζαν και που δυστυχώς μας απειλούν ακόμα με τον σκοταδισμό τους και σήμερα».
Αναφέρει και αναλύει ακριβώς αυτήν την ταύτισή του όχι με τον Κοντογιώργη, αλλά με ένα επιχείρημα το οποίο είναι απολύτως οφθαλμοφανές γιατί βασίζεται στις πηγές και έχει να κάνει με την καθαρότητα της έννοιας ελληνικότητα.
Στο κλίμα αυτό, ο Μίκης συνειδητοποίησε ότι η άρνηση της ελληνικής συνέχειας έχει να κάνει με την άρνηση της προόδου.
Διότι άλλο είναι η δυτική δεσποτική/φεουδαλική πραγματικότητα και άλλο η ελληνική ανθρωποκεντρική οικουμένη, η οποία, μόνο αυτή, διδάσκει τη διαχρονική εξέλιξη της ανθρώπινης κατάστασης εν ελευθερία, δηλαδή με πρόσημο την πρόοδο εν δημοκρατία.
Το ερώτημα που θέτει ο Μίκης είναι ακριβώς αυτό: τι είναι εκείνο που κάνει την Αριστερά να αρνείται τον εαυτό της, να αρνείται την ταυτότητά της, να αρνείται την ίδια την ιστορική της μήτρα, να βλέπει τον εαυτό της μέσα από τους αντικατοπτρισμούς του άλλου;
Το συμπέρασμά του είναι ότι έχει βαθιά αντιδραστικά αντανακλαστικά, τα οποία ανάγονται στις ιδεολογικές δουλείες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ακριβώς αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα του ελληνισμού σήμερα, το οποίο διέκρινε ότι ήταν διάχυτο σε όλο το ελληνικό πολιτικό φάσμα με προέχουσα τη διανόηση.
Εν πάση περιπτώσει, θέλω να επανέλθω εν κατακλείδι σε μία επισήμανση που διατύπωσα στην αρχή του λόγου μου, την οποία θεωρώ κρίσιμη για την κατανόηση του Μίκη.
Η τέχνη του είναι, όπως και η σκέψη του, φιλοσοφούσα. Ο Μίκης, όταν οι άλλοι παρακολουθούσαν τις αποφάσεις του με αφετηρία τις κομματικές τους οριοθετήσεις, εκινείτο με μέτρο το βάθος των πραγμάτων, με πρόσημο το εθνικό και μέτρο την πρόοδο.
Ο Μίκης έφερε τους μεγάλους της ποίησης και το Βυζάντιο στη ζωή μας!
Έβγαλε κυριολεκτικά την ποίηση από το μαυσωλείο και το Βυζάντιο από την εκκλησία και τα κατέθεσε ως κοινό κτήμα πάνω στο οποίο όφειλε να οικοδομηθεί το ελληνικό πολιτισμικό παράδειγμα στον διάλογό του με τη Δύση και τον κόσμο.
Τούτο όμως δεν είναι εφικτό χωρίς να αντλήσει κανείς από τη μεγάλη δεξαμενή της ελληνικής κοσμοσυστημικής παγκοσμιότητας. Το να μηρυκάζει κανείς αμάσητες τις ιδεολογικές παλινωδίες της Δύσης, το να υιοθετεί τις περί Βυζαντίου απόψεις της δυτικής ταξινομίας, τις οποίες η Δύση οικοδόμησε για να αρνηθεί την ελληνική συνέχεια και να παρεμβληθεί η ίδια ως γέφυρα της αρχαιότητας με τη νεοτερικότητα, σημαίνει ότι αρνείται ουσιαστικά την έννοια και της Αριστεράς, αλλά κυρίως την έννοια της προόδου.
Ο Μίκης είχε πεισθεί ότι ο Έλληνας όφειλε να τα βρει με τον εαυτό του και μάλιστα ότι η πρόοδος της ανθρωπότητας σήμερα συμβαδίζει με τη σημειολογία της εξέλιξης που διδάσκει ο ελληνικός κόσμος από την αρχαιότητα έως και την Τουρκοκρατία.
Γνώριζε καλά ότι ο ελληνικός πολιτισμός στο σύνολό του διατηρεί ατόφια την επικαιρότητά του και εμπνέει την εποχή μας υπό το πρίσμα του μέλλοντος της προόδου. Αν το έργο του κατέκτησε τον πλανήτη και συγκέντρωσε τον σεβασμό όλων οφείλεται ακριβώς στο ότι εγγράφεται ως ομοθετική προέκταση της ανθρωποκεντρικής οικουμενικότητας του ελληνικού παραδείγματος.
Λέγεται συχνά ότι ο Μίκης υπήρξε αντιφατικός στην πολιτική του πράξη. Θα έλεγα ότι η αντιφατικότητά του οφείλει να αναζητηθεί στους άλλους, στις διαφορετικές αφετηρίες που υπαγόρευαν τις αποφάσεις του.
Οι κριτές του διέκριναν σ’αυτόν την αποστασία από την κομματική τους ορθοταξία ή ιδιοτέλεια, τη στιγμή που ο Μίκης διέκρινε στις επιλογές του το συμφέρον της κοινωνίας και του έθνους. Είναι οι ίδιοι αυτοί που τώρα που έφυγε σπεύδουν να τον περιβάλλουν με πλήθος εγκωμίων για να επενδύσουν στην φήμη του, ενώ λίγο πριν δεν δίσταζαν να τον περιλούσουν με δακρυγόνα και να καταστείλουν τις ιδέες του.
Εν ολίγοις ο Μίκης υπήρξε συγχρόνως ένας συνεπής και ασυμβίβαστος αγωνιστής, ένας στοχαστής του βάθους των πραγμάτων και ένας απαράμιλλος δημιουργός. Ο στοχασμός του οδηγούσε την πράξη του και τα δύο μαζί το δρόμο της δημιουργίας. Κοινός παρονομαστής της ενότητάς τους η ελληνικότητα ως πρόταση ζωής και ως πολιτισμός, ο λαός ως χρέος δικαιοσύνης και ελευθερίας, η ανθρωπότητα ως πρόοδος.
Κατά τούτο, η μοναδικότητα του Μίκη έγκειται στο ότι μια μεγάλη μουσική δημιουργία εφάμιλλη αν όχι ανώτερη των μεγάλων του κόσμου έγινε κτήμα του λαού και των αγώνων του. Οι μεγάλοι μουσικοί δημιουργοί που γνωρίζουμε ήσαν συνήθως τρόφιμοι της αυλικής δεσποτείας.
ΠΗΓΗ: huffingtonpost.gr
*Ο Γιώργος Κοντογιώργης είναι ομ.καθηγητής και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου.
Διαβάστε: Μίκης και Εκκλησία: Ήμουν αντιστασιακός, κομμουνιστής και παράλληλα Χριστιανός, άνθρωπος που πίστευε στην Ορθοδοξία.
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021
#Μίκης_Θεοδωράκης #ΑΘΑΝΑΤΟΣ 🍀🌲🌿
'Εθνικό Πένθος 😢😢 για την πατρίδα μας
την 'Ελλάδα 🇬🇷
Παγκόσμιο πένθος για την Μουσική 🎼 🎶🎤
και τις Παναθρώπινες οικουμενικές αξίες
που η Μουσική 🎼 🎺🎸🎻🎹📯🎷🥁
πρέπει να Υπηρετεί...
Έφυγε σαν φυσική παρουσία
ο 96χρονος
#Μίκης_Θεοδωράκης
το "Θεού Δώρο" 🎁 για την 'Ελλάδα 🇬🇷
γιατί έπρεπε κι εκείνος να ξεκουραστεί...
Από σήμερα αναπαύεται πλάι
στον #Ελύτη 🌹τον #Σεφέρη 🌹
τον #Ρίτσο 🌹τον #Καζαντζάκη 🌹
'Εφυγε από την Ζωή στα
96 του ακούραστα χρόνια..
Ακούραστα στη δουλειά
στον"κάματο" & στις "διώξεις" της
πολυκύμαντης ζωής του
που μέχρι το τέλος,
Κράτησε ΨΗΛΑ στα Μοναδικά ύψη
της ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 🌅
και της 'Ελευθερίας 🌅
'Εφυγε σαν τον περήφανο "Σταυραητό"
🦅των Χανιώτικων Μαδάρων,
πετώντας & φθάνοντας σε ασύλληπτα & μεγαλειώδη 'Υψη
Μετά από αλλεπάλληλες αρνήσεις και απαγορεύσεις της
Κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου, του Γεωργίου Παπανδρέου,
για την εκτέλεση του " Άξιον Εστί " , στο Ηρώδειο.
Ο Μίκης Θεοδωράκης με αφορμή τον αποκλεισμό του έργου από το Ηρώδειο,
καταγγέλει και δηλώνει ότι
«το Άξιον Εστί πρέπει να πρωτοπαιχθεί στο Ηρώδειο».
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Αυγή δηλώνει:
«Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της»
και σημειώνει μεταξύ των άλλων,
«… όσο για το Άξιον Εστί νομίζω ότι όλοι μαζί έχουμε ένα χρέος: να πρωτοπαιχτεί μέσα στο Ωδείο του Ηρώδου.
Όχι φυσικά γιατί έχουμε σε υπόληψη τις ρωμαϊκές πέτρες, αλλά για να δώσουμε ένα μεγάλο μάθημα σ’ αυτούς που νομίζουν πως η Ελλάδα είναι τσιφλίκι τους.
Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της και ο λαός είμαστε εσείς και εμείς.
Εμείς οι Έλληνες συνθέτες, που ζυμωμένοι μέσα στα πάθη και τα όνειρα του λαού μας, παίρνουμε τη φωνή του και την κάνουμε ποίημα, πίνακα, θέατρο ή τραγούδι.
Ας δούμε τελικά ποιος θα νικήσει.
Οι ξενολάτρες σφετεριστές ή οι νόμιμοι «διακαιούχοι», οι καταξιωμένοι από την εκτίμηση και την αγάπη του λαού Έλληνες Ελληνολάτρες.»
Ανατρέχοντας λοιπόν στο έτος 1964 του ημερολογίου του Μίκη.
Διαβάζουμε και έτσι ενθυμούμεθα ότι,
επρόκειτο για ένα έτος το 1964,
όπου οξύνεται το Κυπριακό πρόβλημα.
Ο Μίκης Θεοδωράκης θα χρειαστεί να πάει 6 φορές μέσα στο χρόνο στην Κύπρο.
Οι επισκέψεις του αφορούσαν συνομιλίες με το Μακάριο, και το ΑΚΕΛ, επισκέψεις στις βομβαρδισμένες περιοχές από τους Τούρκους, συμμετοχή σε συλλαλητήρια και πορείες ειρήνης.
Ενώ ευρύτερα στον κόσμο, έχουμε τον πόλεμο του Βιετνάμ
να εισέρχεται στη σκληρότερη φάση του,
με την άμεση εμπλοκή μάχιμων αμερικανικών δυνάμεων στο πλευρό της Σαϊγκόν.
O Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει να κατέβει στις βουλευτικές εκλογές
προκειμένου να εκπροσωπηθεί η Κίνηση Νέων «Γρηγόρης Λαμπράκης» στη Βουλή.
Ενώ ο τότε Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου μιλά
για εκμετάλλευση του Μίκη από την Αριστερά λέγοντας πως:
«η Αριστερά εσκύλευσε τον μεν Λαμπράκη νεκρόν, τον δε Θεοδωράκη ζωντανόν…»
Στη φάση αυτή ο Θεοδωράκης δίδει το προσωπικό ιδεολογικό-αγωνιστικό παρόν του μέσα από την ανάπτυξη του κινήματος νεολαίας Λαμπράκη. Έτσι ιδρύθηκε η πρώτη Λέσχη πολιτισμού στην Κοκκινιά για να ακολουθήσουν κι άλλες πενήντα στην Αθήνα και στον Πειραιά.
Επακολούθησε ο εγκαινιασμός ακόμη 300 Λεσχών σε όλη την Ελλάδα.
Η ταύτιση του Θεοδωράκη με την ανάπτυξη του κινήματος Λαμπράκη ανησύχησε, την ηγεσία της ΕΔΑ η οποία αντιτάχθηκε στον ευρύτερο δημοκρατικό προσανατολισμό του νέου Κινήματος. [Πετρίδης σελ.77]
Το 1964 είναι η χρονιά θανάτου του πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδος
και συναρχηγού της «Ένωσις Κέντρου» , Σοφοκλή Βενιζέλου.
Πεθαίνει στις 7 Φεβρουαρίου το 1964, σε ηλικία 70 ετών,
κατά την προεκλογική περίοδο και ενώ ταξίδευε ατμοπλοϊκώς από τα Χανιά στην Αθήνα.
(γέννηση: 3/11/1894).
O Μίκης Θεοδωράκης, θα παραυρεθεί στην κηδεία του στα Χανιά εκ μέρους της ΕΔΑ.
Ενώ στις επερχόμενες εκλογές του ιδίου μήνα ο Μίκης Θεοδωράκης,
εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ στην Β’ εκλογική Περιφέρεια Πειραιά.
Επρόκειτο για τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές πριν από τη Δικτατορία,
όπου η Ένωση Κέντρου κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση.
Οι εκλογές έλαβαν χώραν στις 16 Φεβρουαρίου του 1964,
και αποτέλεσαν θρίαμβο για την Ένωση Κέντρου και τον αρχηγό της ΓεώργιοΠαπανδρέου με το 52,7% των ψήφων και 180 έδρες.
Η Ένωση Κέντρου κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση.
Ακολούθησαν ο Συνασπισμός ΕΡΕ και Κόμματος Προοδευτικών υπό τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη (35, 26% και 112 έδρες) και η ΕΔΑ με αρχηγό τον Ιωάννη Πασσαλίδη (11,80% και 20 έδρες). 3 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.
Όμως, στις 7 Αυγούστου 1964
η Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου απαγορεύει την εκτέλεση του '
''Άξιον Εστί '', στο Ηρώδειο.
Ο Μίκης Θεοδωράκης με αφορμή τον αποκλεισμό του έργου από το Ηρώδειο,
καταγγέλει και δηλώνει ότι ''Άξιον Εστί '', πρέπει να πρωτοπαιχθεί στο Ηρώδειο.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Αυγή δηλώνει:
«Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της»
και σημειώνει μεταξύ των άλλων,
«… όσο για το Άξιον Εστί νομίζω ότι όλοι μαζί έχουμε ένα χρέος: να πρωτοπαιχτεί μέσα στο Ωδείο του Ηρώδου.
Όχι φυσικά γιατί έχουμε σε υπόληψη τις ρωμαϊκές πέτρες, αλλά για να δώσουμε ένα μεγάλο μάθημα σ’ αυτούς που νομίζουν πως η Ελλάδα είναι τσιφλίκι τους.
Η Ελλάδα ανήκει στο λαό της και ο λαός είμαστε εσείς και εμείς.
Εμείς οι Έλληνες συνθέτες, που ζυμωμένοι μέσα στα πάθη και τα όνειρα του λαού μας, παίρνουμε τη φωνή του και την κάνουμε ποίημα, πίνακα, θέατρο ή τραγούδι.
Ας δούμε τελικά ποιος θα νικήσει.
Οι ξενολάτρες σφετεριστές ή οι νόμιμοι «διακαιούχοι», οι καταξιωμένοι από την εκτίμηση και την αγάπη του λαού Έλληνες Ελληνολάτρες.»
Εξάλλου χαρακτηριστικό της τότε κατάστασης είναι και το σκίτσο
του ΚΥΡ, η εικόνα ,παραπάνω.
Όμως στις 7 και 8 Αυγούστου το 1964, η τουρκική αεροπορία βομβαρδίζει πόλεις και χωριά της Κύπρου σε απάντηση της απερίσκεπτης προσπάθειας του στρατηγού Γρίβα να καταλάβει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες της Μανσούρας και των Κοκκίνων.
Οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν έπειτα από δύο ημέρες ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Περισσότεροι από 50 Ελληνοκύπριοι, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονταν και αρκετοί άμαχοι, βρήκαν τραγικό θάνατο.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ διέταξε κατάπαυση του πυρός που έγινε κατορθωτή
στις 10 Αυγούστου.
14/08: Η ελληνική κυβέρνηση κάνει κατ’ αρχάς δεκτό το σχέδιο Άτσεσον, το οποίο προβλέπει διχοτόμηση της Κύπρου με παραχώρηση περίπου του 20% στους Τούρκους και στο NATO ,
για τη δημιουργία βάσεων.
Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος όμως το απορρίπτει.
Είναι τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης
επισκέπτεται το Πρόεδρο της Κύπρου κ.κ.Μακάριο και μεταφέρει την συμπαράσταση της ΕΔΑ στον Αγώνα του Κυπριακού λαού.
Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωσή του μετά τις συνομιλίες του με τον Μακάριο:
«…Μόλις έφτασα από την Κύπρο. Είμαι συγκλονισμένος από το μεγαλείο του απελευθερωτικού αγώνα των αδελφών μας. Και γεμάτος οργή για το επαίσχυντο κατρακύλισμα στο επίπεδο κοινών δολοφόνων ανυπεράσπιστων παιδιών, των Τούρκων σωβινιστών και των Αγγλοαμερικανών υποκινητών τους. Δεν θα ξεχάσω αυτά που είδα κι άκουσα. Δεν πρέπει να τα ξεχάσει κανείς, άξιος του ονόματος του Ανθρωπος. Στην Κύπρο κρίνεται η τιμή των μεγάλων αρχών της Αυτοδιάθεσης και της διεθνούς νομιμότητας. Και να σκεφθή κανείς ότι και στην Αγγλία και στις ΗΠΑ επίσημα χείλη ενέκριναν τον φόνο των γυναικόπαιδων. Στο όνομα μήπως του «Ελευθέρου κόσμου»; Έφερα μαζί μου τα θραύσματα από τις μπόμπες ναπάλμ. Ανήκουν στον αμερικανικό στρατό. Και είναι βαμμένα με αίμα και μυαλά παιδιών. Ελληνοκυπρίων. Η Τουρκία είναι στο ΝΑΤΟ. Οπλίζεται από τους Αμερικανούς για να προασπίσει την «Ελευθερία». Και βομβαρδίζει άτιμα τα γυναικόπαιδα που ζητούν ελευθερία. Ο Λαός στην Κύπρο καταριέται τους Τούρκους δολοφόνους και τους Αγγλοαμερικανούς που τους ώπλισαν. Και θα πεθάνει, αν χρειαστεί, για την Ελευθερία. Αλλά δεν θα υποκύψει….»[Πετρίδης σελ.94]
Εν συνεχεία τον ίδιο μήνα ο συνθέτης με αντιπροσωπία της ΕΔΑ από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Ηλία Ηλιού επισκέπτονται Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες Ιταλίας, Αγγλίας, Γαλλίας προκειμένου να ενημερώσουν τα Κοινοβούλια για την κατάσταση στην Κύπρο.
Σενάριο: Λεωνίδας Μαλένης και Αντρέας Χριστοφίδης,
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στις 10 Οκτωβρίου το 1964, πραγματοποιείται η
Μεγάλη πορεία Ειρήνης στην Κύπρο.
100 χιλιάδες κόσμου περπάτησαν από το ναό του Απόλλωνα στη Λεμεσό μέχρι το κέντρο της πόλης με συνθήματα κατά των Αγγλικών βάσεων στο νησί.
Επικεφαλής της πορείας ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Εζεκία Παπαϊωάννου, Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Κώστα Παρτασίδη, δήμαρχο Λεμεσού, Ουρανία Κοκκίνου.
Και έτσι φτάνουμε, 8 ημέρες μετά στις
19 Οκτωβρίου το 1964,
το “Άξιον Εστί” ,να ανεβαίνει στη σκηνή του Rex.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου έμεινε «ανένδοτη» (!)
στην απαγόρευση της για το Ηρώδειο.
Οι συντελεστές του «Άξιον Εστί» μετά την πρεμιέρα στο «Ρεξ» (19 Οκτωβρίου 1964).
Από αριστερά: Θόδωρος Δημήτριεφ, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης,
Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Παρακάτω διαβάζουμε την παρουσίαση του ιδίου του συνθέτη,
Μίκη Θεοδωράκη, τα πάντα για τη δημιουργία του κορυφαίου αυτού
εμβληματικού έργου,για την πατρίδα μας την Ελλάδα και την
Κύπρο: το Άξιον εστί, βήμα προς τη μετασυμφωνική μουσική
Εν αρχή ην ο Λόγος! Αυτή η αλήθεια ισχύει απαρέγκλιτα για όλο μου το έργο. Ώστε δεν έχει παρά να βάλει κάνεις σε πρώτο πλάνο το ποιητικό κείμενο για να εξηγήσει, κάθε φορά, τη μουσική μου. Άλλωστε ηθελημένα, ευθύς εξαρχής δήλωσα ότι η μεγαλύτερή μου φιλοδοξία είναι να υπηρετήσω πιστά τη νεοελληνική ποίηση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε, ακούγοντας ένα τραγούδι, να μην μπορείς να φανταστείς τη μουσική με άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική!
Το Άξιον εστί του Ελύτη αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Ακόμα πιο πολύ, η βαθύτατη ελληνικότητα του το φέρνει στην πρώτη γραμμή του αγώνα του λαού μας για την ολοκλήρωσή του τόσο ως μιας συγκεκριμένης ιστορικής αξίας όσο και μιας ηθιΦυσικά, τόσο οι διαστάσεις του ποιητικού κειμένου όσο και γενικά η φόρμα του οδηγούσαν αυτονόητα στην αναζήτηση μιας καινούργιας μουσικής μορφής. το έργο διατρέχει ολόκληρη την ιστορική περίοδο τού ελληνικού έθνους. από τη γένεση «αυτού του κόσμου του μικρού, του μεγάλου» έως την προφητική ενόραση των δεινών που μας επισώρευσε η σημερινή δικτατορία.
Τρία είναι τα βασικά του μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Το Δοξαστικόν». Αυτά ως προς την επιφανειακή του διάσταση. ως προς την εσωτερική του διάρθρωση, υπάρχουν επίσης τρία διαφορετικά στοιχεία: η αφήγηση, ο «ύμνος» και το χορικό. για το πρώτο ο ποιητής χρησιμοποιεί τον πεζό λόγο. για το δεύτερο τον ελεύθερο και για το τρίτο τον μετρικό στίχο. Έτσι, στη δική μου δουλειά χρησιμοποίησα αντίστοιχα: τον αφηγητή, που διαβάζει το κείμενο, τον ψάλτη για τους «ύμνους» και τον λαϊκό τραγουδιστή για τα χορικά.
Άλλα τρία, επίσης βασικά, στοιχεία ολοκληρώνουν τη μουσική δομή του έργου: α) η μεικτή χορωδία, β) η ορχήστρα και γ) τα λαϊκά όργανα. Έτσι ήρθαν φυσιολογικά να προστεθούν πλάι στη λαϊκή ορχήστρα -όπως τη χρησιμοποίησα στις λαϊκές συναυλίες, δηλαδή δύο μπουζούκια, κιθάρα, πιάνο, κοντραμπάσο και κρουστά-, άλλα δύο μουσικά σύνολα, ένα φωνητικό και ένα οργανικό, που όμως θα έπρεπε να προσαρμοστούν στο καινούργιο μουσικό κλίμα, ώστε να μην έχουμε μίαν απλή συρραφή ετερογενών στοιχείων. με δυο λόγια, τα όργανα και οι φωνές θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετείται ο νεοελληνικός μουσικός χαρακτήρας του έργου.
Στο σημείο αυτό νομίζω ότι βρίσκεται το κλειδί για τη λύση του καίριου προβλήματος της σύγχρονης μουσικής τέχνης. πως δηλαδή θα έχουμε μια σύγχρονη ζωντανή μουσική τέχνη, δηλαδή τέχνη μαζών, πέρα απ’ τις πρωτογενείς μορφές του λαϊκού τραγουδιού και του κύκλου τραγουδιών;
Γιατί, φυσικά, δεν αρκεί να προεκτείνουμε -όσο μας επιτρέπει ασφαλώς ο χαρακτήρας του τραγουδιού τους εκφραστικούς ορίζοντες και να υψώνουμε τους αισθητικούς στόχους χάρη στην ποιότητα του ποιητικού κειμένου η ακόμα και στην εκφραστική δύναμη της μελωδίας και γενικά της μουσικής στάθμης (σύνθεση και ερμηνεία).
Όταν λέμε λαϊκό τραγούδι, εννοούμε βασικά μελωδία. και αφήνουμε απ’ έξω σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη τεχνική της μουσικής σύνθεσης. Είναι όμως δυνατόν να υπάρξει μια αρμονία – αντίστιξη και ενορχήστρωση που να μη μας οδηγεί αυτοματικά στην περιοχή της δυτικής μουσικής; και που να βγαίνει και να υπηρετεί τη συνείδηση, θα λέγαμε, της σύγχρονης ελληνικής μουσικής;
Το νεοελληνικό λαϊκό τραγούδι
Το νεοελληνικό λαϊκό τραγούδι κερδίζει την ιδιαίτερη μουσική φυσιογνωμία του κυρίως χάρη στη μελωδική του γραμμή. η μελωδία του είναι αποκλειστικά τονική (μείζων-ελάσσων), σε αντίθεση με το δημοτικό μας τραγούδι όπου είναι βασικά τροπική (μοντάλ). Ο ρυθμός στηρίζεται σε δύο-τρείς κύριους λαϊκούς χορούς όπως ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος και ο χασαποσέρβικος. Δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Βέβαια έ ζεϊμπέκικος με τα 9/8 (2-2-2-3) και τις συγκοπές του παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ρυθμικό ενδιαφέρον, που όμως το μειώνει η αυστηρή ρυθμική επανάληψη από μέτρο σε μέτρο. δεν υπάρχει ρυθμική παραλλαγή η ανάπτυξη και η φαντασία του δημιουργού δεν μπορεί -και δεν επιτρέπεται στον τομέα αυτόν να παίζει κανένα ρόλο.
Όμως σε έργα ελεύθερα, εμπνευσμένα και στηριγμένα στο λαϊκό μας τραγούδι (όπως, λόγου χάριν, ο «Καραγκιόζης» του Χατζιδάκι), ο ζεϊμπέκικος η ο καρσιλαμάς με την εναλλαγή του 2 και 3 μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ρυθμική ποικιλία.
Φτωχότερη ακόμα -από την άποψη των εναλλαγών είναι η αρμονία που προκύπτει από τη λαϊκή μελωδία. οι συγχορδίες που χρησιμοποιούνται γενικά ανήκουν στην πρώτη, την τέταρτη και την πέμπτη βαθμίδα, ενώ οι μετατροπίες αποκλείονται. Κατά την ανάπτυξη της δικής μου προσπάθειας και οδηγούμενος, φυσικά, από την ίδια την εξέλιξη της μελωδίας, προσέθεσα συχνά και τις υπόλοιπες βαθμίδες (κυρίως τη δεύτερη και την τρίτη).
Ώστε, αν εξαιρέσει κανείς τα ιδιότυπα ερμηνευτικά μέσα, δηλαδή τη λαϊκή ορχήστρα με βάση το μπουζούκι και τον λαϊκό τραγουδιστή, που τελικά μας δίνουν μια νέα ιδιαίτερη και ιδιότυπη ποιότητα ήχου, εκείνο που δίνει το χαρακτήρα και τη δύναμη στο λαϊκό μας τραγούδι είναι κυρίως η μελωδική του γραμμή. ‘Ο ρυθμός και η αρμονία απλώς την στηρίζουν και την παρακολουθούν, άχρωμα και απρόσωπα, θα ‘λεγε κανείς.
Ο νεοελληνικός ηχητικός κόσμος
Με το Άξιον εστί προσπάθησα να διευρύνω αυτούς τους ορίζοντες. Πρώτ’ απ’ όλα, η ύπαρξη των «ύμνων» με τον ελεύθερο στίχο μου επέτρεψε να προσθέσω έναν δεύτερο τραγουδιστή που ονόμασα «ψάλτη», θέλοντας να προσδιορίσω ακριβώς το χαρακτήρα της μουσικής που έμελλε να ερμηνεύσει. Ήταν δηλαδή μια μουσική στηριγμένη στη λαϊκή μας παράδοση, τόσο τη δημοτική όσο και τη βυζαντινή.
Μήπως όμως δεν έκανα τάχα την ίδια προσπάθεια με όλο το προηγούμενο συμφωνικό μου έργο; η αλήθεια είναι ότι η πρόθεση υπήρξε η ίδια. με τη διαφορά ότι, στην πρώτη περίπτωση, επεδίωκα να εντάξω -κατά το πρότυπο των λεγάμενων «εθνικών σχολών» τη μουσική μας παράδοση στον κορμό της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, χρησιμοποιώντας όλα τα γνωστά τεχνικά μέσα και τις φόρμες που μας κληροδότησε, από το γρηγοριανό μέλος και τον Μπαχ έως τον Σένμπεργκ, τον Στραβίνσκι, τον Μπάρτοκ και τον Σοστακόβιτς, ενώ, στη δεύτερη, προσπάθησα να δώσω ένα ηχητικό «φόρεμα» που να βγαίνει μέσα από τον νεοελληνικό μουσικό ηχητικό κόσμο. Δυστυχώς η πυκνότατη σε γεγονότα και δράση ζωή μας στα χρόνια 1959-1969 δεν μου επέτρεψε να εμβαθύνω όσο έπρεπε σε αυτή την κατεύθυνση που εντούτοις την θεωρώ κρίσιμη, καίρια και βασική για το μέλλον της μουσικής μας. Γι’ αυτό και επιμένω σ αυτό, με την ελπίδα ότι οι νεότεροι συνθέτες μας θα συνεχίσουν και θα ολοκληρώσουν αυτόν το δρόμο.
Με τη λέξη «φόρεμα» οι ειδικοί καταλαβαίνουν ότι εννοώ μια σειρά τεχνικά μέσα, όπως είναι, λόγου χάριν, η αρμονία, η αντίστιξη, και η ενορχήστρωση, η εκλογή και η χρήση (τρόπος χρήσεως) των οργάνων και των φωνών, οι μουσικές φόρμες, ο «ήχος» (ό ήχος ως ένα αυθύπαρκτο πρόσωπο), ο τρόπος ερμηνείας κ.λπ. κ.λπ.
Δείγμα αυτής της γραφής αποτελεί, φέρ’ ειπείν, το μέρος «Τα θεμέλιά μου στα βουνά», οπού συνυπάρχουν το βυζαντινό με το δημοτικό στοιχείο. Μελωδία βυζαντινίζουσα με ισοκράτες και με την οργανική συνοδεία εμπνευσμένη από βορειοηπειρωτικό μοιρολόι. ενώ στο φινάλε του έργου κυριαρχεί ο τσάμικος ως θεμέλιο που πάνω του στηρίζεται ο βυζαντινός ψαλμός. στο μέρος αυτό χρησιμοποιώ -σέ κάποιο σημείο τα βιολιά σαν κρητική λύρα (πολύ πιο εκτεταμένα κάνω το ίδιο και στη Σονατίνα No 2 για βιολί και πιάνο), και το γεγονός αυτό μου δίνει την ευκαιρία να υπογραμμίσω ότι η χρήση των γνωστών οργάνων της συμφωνικής μουσικής πρέπει να γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη μας οδηγεί και να μη μας θυμίζει το κλίμα και τις μουσικές εμπειρίες της δυτικής μουσικής.
Σε κάποια διάλεξή μου στον Πειραιά (Σεμινάριο Μουσικής 1966, στο πλαίσιο του Μουσικού Οργανισμού Πειραιώς) ονόμασα αυτή την προσπάθεια -έχοντας βασικά υπόψη μου το πείραμα του Άξιον εστί μετασυμφωνική μουσική, έχοντας ακόμα στο νου μου όχι τόσο τη χρονική απόσταση όσο, πολύ περισσότερο, την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη δυτική και τη νεοελληνική μουσική τέχνη.
Η «απόλυτη» μουσική και οι μάζες
Η συμφωνική μουσική υπήρξε η έκφραση τόσο μιας ορισμένης εποχής όσο και ορισμένων λαών και κοινωνικών τάξεων. Έτσι, λόγου χάριν, στα τέλη του περασμένου και στις αρχές του δικού μας αιώνα το έντεχνο μουσικό και ιδιαίτερα το συμφωνικό έργο ήταν όχι μόνο το αποκλειστικό προνόμιο αλλά και ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές της μεγαλοαστικής τάξης στην Ευρώπη.
Ακόμα και η διαδικασία παρουσίασης της συμφωνικής μουσικής (ρεσιτάλ-συναυλίες), με τη γνωστή ατμόσφαιρα που δημιουργούταν γύρω της, την κοσμικότητα, τους «θρύλους», τους έρωτες και τις «αυλές» των μεγάλων καλλιτεχνών, τους κύκλους θαυμαστών, κριτικών, φανατικών οπαδών, αντιπάλων κ.λπ., με μια λέξη ο «τύπος» και ο μύθος που στήριζαν και περιέβαλλαν τις μουσικές εκδηλώσεις απομάκρυναν ντε φάκτο κάθε ξένο προς την αριστοκρατία και τους περί αυτήν κοινωνικό στοιχείο.
Ή συμφωνική συναυλία και το ρεσιτάλ ήταν για πολλές δεκαετίες αποκλειστικό προνόμιο των αστών και ιδιαίτερα των μεγαλοαστών. Οι αίθουσες συναυλιών ήταν αληθινοί ναοί της μεγαλοαστικής κοσμικής ζωής. Όμως πάνω απ’ όλα, αυτό το μουσικό είδος που ονομάζουμε απόλυτη μουσική, νομίζω ότι αυτό καθαυτό -ξέχωρα φυσικά από την ιστορική του αξία, που κανείς δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει αποτελεί, ως πνευματικό δημιούργημα, μια ιδιόμορφη εκδήλωση, που ήρθε σε έναν συγκεκριμένο βαθμό ωρίμανσης, ιστορικό και κοινωνικό, καθώς και σε συγκεκριμένο, όπως είδαμε, γεωγραφικό χώρο, κοινωνικό πλαίσιο και ιστορική στιγμή.
Παρατηρούμε επίσης ότι ενώ το κοντσέρτο γκρόσο -με το οποίο κυρίως εκδηλώθηκε η ιταλική σχολή της Αναγεννήσεως μας θυμίζει ακόμα φανερά τις λαϊκές μελωδίες και τα λαϊκά φωνητικά και οργανικά συγκροτήματα, που χωρισμένα συχνά στο χορό και στους κορυφαίους τα συναντά κανείς σε όλα τα χωριά, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τόσο η φούγκα όσο και η φόρμα σονάτα, που βρήκε μεγάλη ανάπτυξη τον 18ο αιώνα, απομακρύνεται από τα λαϊκά μουσικά στοιχεία. Τελικά αποτελεί ένα καθαρά ιδεατό μουσικό κατασκεύασμα, οπού αντί για αφηρημένους εγκεφαλικούς συλλογισμούς βάζουμε ήχους και όπου οι μουσικοί ήχοι εκφράζουν, γενικά και αφηρημένα, αισθήματα και ιδέες.
Παρακολουθώντας την οικονομική άνθηση και την κοινωνική άνοδο των καινούργιων αρχόντων της Ευρώπης μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η «απόλυτη μουσική» αναπτύσσεται κι αυτή γοργά. Συγχρόνως όμως οι πλατιές λαϊκές μάζες μένουν έξω απ’ αυτό το μουσικό κίνημα, πού παύει σιγά σιγά να τις εκφράζει, ενώ αυτές δεν μπορούν, αλλά ούτε και θα θέλουν όταν θα μπορούν, να ανακαλύψουν σ αυτό το κίνημα τον εαυτό τους.
Έτσι, όταν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η μουσική αυτή θα μπορέσει να πάει παντού, χάρη στο λόνγκ πλέι, το ραδιόφωνο, το μαγνητόφωνο και το τρανζίστορ, οι μάζες θα τη δεχτούν σαν κάτι θαυμαστό αλλά συγχρόνως και ξένο. θα νιώσουν απέναντι της το δέος που νιώθουν συχνά οι επισκέπτες των ιστορικών μουσείων. Τίποτα περισσότερο.
Γιατί, όλα αυτά τα χρόνια που οι μεγάλοι συνθέτες ήταν εγκατεστημένοι μέσα και γύρω από τα μέγαρα των πλουσίων και περνούσαν τον καιρό τους στα σαλόνια τους, οι λαοί δεν έπαψαν ποτέ να έχουν τη δική τους μουσική, που εξέφραζε τα δικά τους συναισθήματα, τον δικό τους ((κόσμο». οι λαοί τραγουδούσαν πάντα τη δική τους μουσική γλώσσα, που βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά τους και μπαίνει κατευθείαν στην καρδιά τους.
Επομένως, η σημερινή κρίση της συμφωνικής, και γενικότερα της απόλυτης μουσικής, αποτελεί τη φυσική κατάληξη μιας μακροχρόνιας αντίθεσης, όπως είδαμε λίγο πιο πάνω. Γι’ αυτό πιστεύω ότι, όσο και αν εκσυγχρονίσουμε και ηλεκτρονικοποιήσουμε αυτό το μουσικό είδος, δεν θα πάψει να αποτελεί έναν ξένο πνευματικό κόσμο για τις μεγάλες λαϊκές μάζες.
Και όσο αυτές οι μάζες θα βγαίνουν όλο και πιο πολλές, όλο και πιο ανεπτυγμένες, καλλιεργημένες και δυνατές στο προσκήνιο της ιστορίας, τόσο θα θέλουν και θα αναζητούν μια μουσική που να είναι εξ ολοκλήρου δική τους και όχι ένα ξαναζεσταμένο η αναμασημένο φαγητό, προορισμένο εξαρχής για άλλους.
Ή μουσική αυτή, η δική τους, όπως ήδη είπαμε, είναι βασικά το λαϊκό τραγούδι. Κι αυτό -πέρα από τη χώρα μας, με τα γνωστά αποτελέσματα και εμπειρίες πάνω σ αυτόν τον τομέα το φανερώνει η εκπληκτική επιτυχία του αγγλόφωνου λαϊκού τραγουδιού, ιδιαίτερα ανάμεσα στην παγκόσμια νεολαία, όπως το απέδωσαν μια σειρά λαϊκά συγκροτήματα, ερμηνευτές και συνθέτες, από τους Μπήτλς έως την Τζόαν Μπαέζ και τον Μπόμπ Ντύλαν.
Όμως εμείς εδώ στην Ελλάδα πιστεύω ότι προχωρήσαμε ένα, ίσως και δύο βήματα παραπέρα: α) παντρεύοντας τη λαϊκή μας μουσική με τη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση’ β) καθιερώνοντας τον κύκλο τραγουδιών’ γ) με την προσπάθεια για μια μετασυμφωνική μουσική και δ) με την προσπάθεια για μια σύγχρονη λαϊκή τραγωδία, που να βασίζεται στο λαϊκό μας τραγούδι.
Στοιχεία μετασυμφωνικής μουσικής
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο Άξιον εστί. Στην εισαγωγή του έργου χρησιμοποίησα την τελευταία τεχνική της συμφωνικής μου περιόδου. το ποιητικό κείμενο τού Ελύτη άρχιζε με τις λέξεις: «Τότε είπε και γεννήθηκε η θάλασσα». για να τονίσω αυτή τη γένεση δημιούργησα -σέ όσο πιο σύντομη χρονική διάρκεια μου ήταν δυνατόν τη μουσική αίσθηση του χάους.
Ήταν αυτό ακόμα μια συμβολική για μένα χειρονομία. σαν να έλεγα: «Βρισκόμουν μέσα στο χάος της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής και τώρα μέσα απ’ αυτό το χάος οδηγούμαι προς τη γένεση ενός νέου μουσικού κόσμου».
Πράγματι από την είσοδο του ψάλτη και της χορωδίας (με τον χαρακτηριστικό βυζαντινό ισοκράτη) θα πάσχιζα να δημιουργήσω αυτόν τον ηχητικό κόσμο που θα αποκαλούσα αργότερα μετασυμφωνικό.
Όμως σπεύδω να τονίσω εδώ ότι δεν θεώρησα ποτέ αυτή την προσπάθειά μου ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα αλλά μονάχα ένα πρώτο βήμα.
Ας το αναλύσουμε.
Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει η ρωμαλέα παρουσία του ποιητικού κειμένου με όλες τις συγκεκριμένες ιδέες και τους οραματισμούς και με «τη διαδοχή των στοχασμών και των κινημάτων της ψυχής, την αναδίπλωση και τη σύγκρουση των παθών και την πλήρη ροή μιας πράξης», έτσι που να προσφέρει στο λαϊκό ακροατήριο μια στέρεη βάση για να συνενωθεί άμεσα και δημιουργικά μαζί του. Ειδικότερα στο Άξιον εστί, Βίβλο του ελληνικού έθνους, ο λόγος του ποιητή είναι λόγος του λαού. η μνήμη του, δική του μνήμη. ο ίδιος ο λαός είναι ο δημιουργός των γεγονότων που εμπνέουν τον ποιητή. τα πάθη του, δικά του πάθη. και τα δοξαστικά, δικά του!
Υπάρχει έτσι πλήρης και απόλυτη ταύτιση ανάμεσα στο ποιητικό περιεχόμενο και το λαό-δημιουργό αυτού του περιεχομένου. το ποιητικό κείμενο κυκλοφορεί στις φλέβες αυτού του λαού, γιατί είναι βγαλμένο μέσα απ’ αυτές τις ίδιες φλέβες. το Άξιον εστί είναι ακόμα ο καθρέφτης μέσα στον όποιο ο λαός μας βλέπει το ιστορικό του πρόσωπο. Και αυτό αποτελεί το πρώτο βασικό γνώρισμα για κάθε ζωντανή και επομένως αληθινή και μεγάλη Τέχνη.
Από κει και πέρα το έργο του συνθέτη γίνεται εύκολο υπό τον όρο ότι δεν θα προδώσει τον ποιητή, και ότι η μουσική θα παρακολουθήσει, θα υπηρετήσει, θα σχολιάσει και κάποτε, αν το μπορεί, θα προεκτείνει την ποίηση. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερό.
Στο Άξιον εστί υπάρχουν πέντε «χορικά»-λαϊκά τραγούδια. Μένοντας βασικά πιστός στην παράδοση, προσπάθησα να δώσω μια νέα διάσταση, στηριζόμενος στη μελωδική φράση και επεκτείνοντας την αρμονική γλωσσά πέρα από τα γνωστά πλαίσια της παραδοσιακής λαϊκής μας μουσικής. Έτσι το λαϊκό μας τραγούδι περνάει σε ένα διαφορετικό επίπεδο, πολύ συγγενικό εξάλλου με εκείνο που υπάρχει λόγου χάριν στα Επιφάνια η στη Ρωμιοσύνη. η ανάλυση της μελωδίας σ αυτά τα «χορικά» δείχνει τις μελωδικές δυνατότητες που εμπεριέχει ο κόσμος της λαϊκής μας μουσικής, τις όποιες προσπάθησα να εκμαιεύσω σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος στα έργα της τελευταίας μου συνθετικής περιόδου (1967-1969).
Επομένως, αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάτι καινούργιο στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής -όπως τη μεταχειρίζομαι στο Άξιον εστί-, αυτό θα πρέπει να αναζητηθεί στην εσωτερική προέκταση των μελωδικών -και σε δεύτερη μοίρα αρμονικών δυνατοτήτων του λαϊκού μας τραγουδιού.
Στη συνέχεια, πλάι στον λαϊκό τραγουδιστή προσθέτω τη χορωδία και πλάι στη λαϊκή ορχήστρα τα συμφωνικά όργανα. Βέβαια στο σημείο αυτό, δηλαδή στα χορικά, ο ρόλος των συμφωνικών οργάνων είναι ασήμαντος. δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη χορωδία, που η σημασία της στην όλη οικονομία του χορικού μπορεί να εξομοιωθεί με τη σημασία του λαϊκού τραγουδιστή. Δηλαδή έχουμε ένα διάλογο ανάμεσα στον κορυφαίο και το χορό, πράγμα που δεν συμβαίνει στο παραδοσιακό λαϊκό μας τραγούδι και που αναμφισβήτητα προσφέρει μια ακόμα καινούργια διάσταση στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι.
Μίκης Θεοδωράκης: το Άξιον εστί, βήμα προς τη μετασυμφωνική μουσική