Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει, καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι, ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν . Κοντάκιον Μεγάλου Κανόνος ΄Αγίου ΄Ανδρέα . Θα ψαλλεί άπόψε , Ε' έβδομάδα των νηστειών , σ΄όλους τους ορθοδόξους ναούς .

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’ 
Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; 
τὸ τέλος ἐγγίζει, καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι, 
ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, 
ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν.
ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ 
Από Dogma
Τί είναι ο Μεγάλος Κανόνας, 
πότε ψάλλεται, γιατί ονομάστηκε έτσι;
Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής.
Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. 
Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων προστίθενται δυο νέες μεγάλες ακολουθίες: 
Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος.


Πότε ψάλλεται ο Μεγάλος Κανόνας;

Ο Μεγάλος Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε’ εβδομάδας.
 Στις ενορίες , ωστόσο, ψάλλεται και ανεξάρτητα από τον όρθρο, ως μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου.

Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;

Ο Μεγάλος Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία.
 Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». 
Μέγας στην απόλυτη του έννοια. 
Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 
250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. 
Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.

Ποιός είναι ο ποιητής – δημιουργός του Μεγάλου Κανόνα;

Τον Μεγάλο Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης.
Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. 
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. 
Στα Ιεροσόλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. 
Αν και το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. 
Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. 
Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. 
Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. 
Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. 
«Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. 
Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρός τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.

Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρός την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. 
Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». 
Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε».

Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. 
Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.

Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. 
Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. 
Σώζονται ομιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. 
Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής.

Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. 
Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. 
Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. 
Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. 
Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.

Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. 
Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα.
Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. 
Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. 
Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.

Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μεγάλου Κανόνα;

Ο Μεγάλος Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. 
Στον Μεγάλο Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. 
Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας.
 «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! 
Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; 
Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». 
Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. 
Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. 
Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.

Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. 
Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. 
Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει.
Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. 
Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. 
Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. 
Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. 
Η συνείδηση τον ελέγχει. 
Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. 
Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή.

Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. 
Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. 
Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. 
Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. 
Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη.

Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. 
Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων.
 Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. 
Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. 
Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. 
Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. 
Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· 
προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια.

Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ,του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. 
Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. 
Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. 
Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β’.
Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.
Από Dogma
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ 
ΣΤΗΝ ΛΑΥΡΑ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΣΤΟ ΚΙΕΒΟ. 
Канон Андрея Критского в Киево-Печерской Лавре.

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η “αδαμάντινη” επέτειος της Ευρωπαϊκής Ένωσης… ως η προσωπική της “επανάσταση”




Αθηνά Κοροβέση

Αθηνά Κοροβέση

Η Αθηνά Κοροβέση είναι διεθνολόγος. International Relations | MSc. in European Studies

Ποιος από όσους υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης στις 25 Μαρτίου 1957, μπορούσε να φανταστεί ότι σήμερα, μετά από 60 ολόκληρα χρόνια, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα είχε καταφέρει να ενσωματώσει στους κόλπους του 28 (με ένα να προετοιμάζεται θεσμικά προς έξοδο) κράτη από τον αρχικό αριθμό 6 των ιδρυτικών της μελών, πετυχαίνοντας έτσι την πολυπόθητη διεύρυνση και την πραγματοποίηση του ονείρου του Τσώρτσιλ περί δημιουργίας των “Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης”; Ποιος όμως θα μπορούσε να φανταστεί επίσης και τη μεγαλύτερη κρίση που θα βίωνε η Ευρωπαϊκή Ένωση από τα γενέθλιά της, τη στιγμή μάλιστα που συμπληρώνει το 60ό έτος της ηλικίας της;

Κουβαλώντας μία μεγάλη πορεία στην πλάτη της, ακόμα και κάποιος που δεν έχει ασχοληθεί με την μελέτη της διαδρομής που έχει διανύσει, θα ανέμενε ότι η Ευρώπη, ως “ώριμη” πλέον μετά από 60 χρόνια ζωής, θα ήταν περισσότερο ευέλικτη και ικανή να αντιμετωπίσει τις δύσκολες συγκυρίες. Θα ανέμενε επίσης να αποπνέει ένα αίσθημα ασφάλειας, αλλά και να αποτελεί πόλο έλξης για τα κράτη, τραβώντας τα σαν μαγνήτης μάλιστα, ιδιαιτέρως μετά τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Απεναντίας, αυτή η Ευρώπη, σήμερα παρουσιάζεται αδύναμη και κατακερματισμένη, με πληθώρα ευρωσκεπτικιστικών απόψεων στο εσωτερικό της, που στον απόηχο των εκάστοτε συζητήσεων φαίνονται πως ενδυναμώνονται. Σκέψεις όμως που έγιναν πράξεις, με την Ένωση να δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα στην ιστορία της μέσω ενός ηχηρού Brexit. Γεγονός που αποτελεί τη μεγαλύτερη τραγική ειρωνεία για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και που την υπηρέτησε από τον πρωθυπουργικό θώκο για εννέα έτη. Για τον άνθρωπο που μνημονεύθηκε στην πρώτη παράγραφο, που ήταν εκείνος που υποστήριξε το σχηματισμό της ενωμένης Ευρώπης ως ο πλέον “φανατικός” ευρωπαϊστής.

Το προφίλ αυτής της “60χρονης Ευρώπης”, τη στιγμή που θα έπρεπε να είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την ηλικία της (καθώς θα αποτελούσε μόνο προνόμιο σε αυτήν την περίπτωση και θα την οδηγούσε σε μία ανανέωση, ή πολύ περισσότερο, σε μία αναγέννηση) λειτουργεί κατά μη αναμενόμενο τρόπο, ως “κλεπταποδόχος” του ευρωπαϊκού οράματος των αξιών και των ιδανικών, και κατ’ επέκταση του υγιούς μέλλοντος για τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”.

Όπως όμως κάθε συμβίωση περνάει μία περίοδο κρίσης, με διάφορα γεγονότα να ανακόπτουν την ομαλή εξέλιξή της, έτσι φαίνεται πως και η Ευρωπαϊκή Ένωση περνάει μία περίοδο κρίσης τον τελευταίο καιρό. Και οι συγκυρίες κάθε άλλο παρά τη βοηθούν να ορθοποδήσει και να μετουσιωθεί σε κάτι πιο ισχυρό. Η άνθηση της τρομοκρατίας είναι ίσως ο πλέον καθοριστικός παράγοντας που ωθεί τους ευρωσκεπτικιστές σε πολλαπλασιασμό και τους πολίτες από την άλλη σε μία αρνητική ψήφο στην κάλπη. Η τρομοκρατία σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα επομένως αποδείχτηκαν “κινητήριες” δυνάμεις των αυξημένων ποσοστών αποδοκιμασίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Που παρόλο που δεν εκφράστηκε -ευτυχώς- όπως αναμενόταν στις ολλανδικές εκλογές, υπάρχει ακόμα ορατός κίνδυνος της επιβεβαίωσης των δημοσκοπήσεων για τα τραγικά υψηλά ποσοστά της Λεπέν.

Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η Ευρώπη αυτήν τη στιγμή δεν γνωρίζει εκατό τα εκατό που βαδίζει. Και δεν εννοούμε την Ευρώπη μόνο ως σύνολο πολιτών, αλλά και το θεσμικό της υπόβαθρο. Η Κομισιόν επί παραδείγματι, δεν παρουσίασε ένα ιδανικό σενάριο, αλλά πέντε. Η Λευκή Βίβλος επομένως, αποτελεί από μόνη της μία ένδειξη αναποφασιστικότητας και μίας προσπάθειας ανοικοδόμησης του ευρωπαϊκού στερεώματος μέσω της δυνατότητας πολλών επιλογών. Δείγμα αδιαμφισβήτητα μίας περιόδου όπου η ανησυχία για το μέλλον είναι πιο έκδηλη από ποτέ. Εξ ού και η “Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων”.

Παρόλο όμως που η πορεία του ευρωπαϊκού ονείρου ανετράπη κατά κάποιο τρόπο στην παρούσα φάση, για τους Ευρωπαίους θα είναι πολύ δύσκολο να απαρνηθούν την ευρωπαϊκή τους ιθαγένεια, ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όλα τα δικαιώματα που η ίδια τους εκχωρεί. Παρά την παγκόσμια έξαρση ενός απομονωτισμού, οι Ευρωπαίοι Πολίτες δεν θα αφήσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αφήσει τους Πολίτες της. Η προαναφερόμενη Λευκή Βίβλος, παρά την όποια αναποφασιστικότητα που ενέχει, είναι ένα ηχηρό δείγμα μίας συλλογικής προσπάθειας της ηγεσίας της Ευρώπης να ξανασταθεί στα πόδια της και να αλλάξει ρότα. Προσφέρει εξάλλου πέντε εναλλακτικές λύσεις, κάποιες εκ των πραγμάτων όχι τόσο βιώσιμες, ώστε να προσελκύσει και πάλι το κοινό της για “παλιννόστηση” και εμπιστοσύνη.

Μία εμπιστοσύνη, που όπως φάνηκε χάθηκε για λίγο. Αλλά που μέσω των φιλότιμων προσπαθειών της ίδιας της Ένωσης ξανακερδίζεται σιγά σιγά. Σε σημείο πλέον που έπειτα από την τόση συζήτηση περί Λευκής Βίβλου, αλλά και λόγω της “αδαμάντινης” επετείου, η Ευρώπη προβάλει το νέο της πρόσωπο διεκδικώντας την παραμονή της στην καρδιά και τη ψυχή των πολιτών της. Η Ευρώπη επομένως, μετά από μία περίοδο αναστοχασμού, είναι έτοιμη να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο.

Και αυτή η νέα αρχή ξεκινάει από την σημαδιακή για εμάς 25η Μαρτίου. Σηματοδοτώντας έτσι την εσωτερική “επανάσταση” μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που δοκιμάστηκε όπως ποτέ δε φαντάστηκε.
ΠΗΓΗ:

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

"Ἡ Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνα πρᾶγμα." Φώτης Κόντογλου - Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία


Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία,
γι᾿ αὐτὸ Χριστιανὸς κ᾿ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο.
Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες,
πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ
καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς!

Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ,
ἀπὸ τα χρόνια του Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838,
ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων.
Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπόφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χριστό;
Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει
καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο
γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια
 ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.
Ἁγιασμένη Ἑλλάδα!
Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη.
Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου.
Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη,
τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.
Γιὰ νὰ μὴν πάρω τοὺς πολὺ παλιούς, παίρνω δυὸ τρεῖς
ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγωνισθήκανε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας,
ποὺ ὅποτε μιλᾶνε γιὰ τὴ λευτεριά, μιλᾶνε καὶ γιὰ τὴ θρησκεία.

Ρήγας Φεραῖος λέγει: «νὰ κάνουμε τὸν ὅρκο πάνω στὸ Σταυρό».

Ἕνας ἄλλος ποιητὴς γράφει:
«Γιὰ τῆς πατρίδας τὴν ἐλευθερία
 γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία  γι᾿ αὐτὰ τὰ δυὸ πολεμῶ,
μ᾿ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ.
κι ἂν δὲν τὰ ἀποχτήσω  τί μ᾿ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;»...
... Οἱ ἀγράμματοι ποιητὲς τῶν βουνῶν, μέσα στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε,
καὶ ποὺ δὲ θὰ τὰ φτάξει ποτὲ κανένας γραμματιζούμενος,
μιλᾶνε κάθε τόσο γιά. τὴ Θρησκεία μας, γιὰ τὸ Χριστό,
 γιὰ τὴν Παναγιά, γιὰ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, γιὰ τοὺς ἁγίους.
25 η Μαρτίου : Ευαγγελισμός της Θεοτόκου : " Ευαγγελίζου Γη "
περισσότερα εδώ :
" Ευαγγελισμός  "
έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη 


Πολλὲς παροιμίες καὶ ρητὰ καὶ λόγια ποὺ λέγει ὁ λαός μας,
εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία,
γι᾿ αὐτὸ Χριστιανὸς κ᾿ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο.
Θεόδωρος Βρυζάκης,
«Υπέρ Πατρίδος το Παν», πίνακας
του 1858, Αθήνα,
Εθνική Πινακοθήκη
- Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου




Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες,
πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ
καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς!
Πολύ γρήγορα ο σταυρός επιβλήθηκε ως θρησκευτικό
και πολιτικό έμβλημα του υποταγμένου έθνους,
σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε κληρικοί ετίθεντο
επικεφαλής εξεγέρσεων χρησιμοποιώντας ως σημαίες
τα ιερά λάβαρα των εκκλησιών τους.
Στις αρχές της Επανάστασης του 1821 εμφανίστηκαν
πολλές σημαίες με διάφορες παραστάσεις,
σύμφωνα με τη φαντασία καθενός αρχηγού,
με βάση το μίσος που είχε κατά των Τούρκων,
τις ιστορικές γνώσεις, τις οικογενειακές παραδόσεις
και τη θρησκευτική του ευλάβεια.
Αμέσως μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821),
ο Παπαφλέσσας έκοψε ένα κομμάτι από την εσωτερική
πλευρά του ράσου του και ταυτόχρονα
ζήτησε από τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα
να σχίσει δύο λωρίδες από τη λευκή του φουστανέλα.
Πίνακας του Πέτερ φον Ες με θέμα την άλωση της Τριπολιτσάς. Ο Παναγιώτης Κεφάλας υψώνει την επαναστατική σημαία στις επάλξεις των τειχών της πόλης. Αν δεχθούμε τη συνεργασία του Παπαφλέσσα με τον Κεφάλα για την κατασκευή της σημαίας ως γεγονός, τότε ο Γερμανός καλλιτέχνης δεν απέδωσε στη σωστή θέση τα χρώματα.
Πίνακας του Πέτερ φον Ες με θέμα την άλωση της Τριπολιτσάς.
Ο Παναγιώτης Κεφάλας υψώνει την επαναστατική σημαία
 στις επάλξεις των τειχών της πόλης
Με αυτά τα κομμάτια κατασκευάστηκε μια
αυτοσχέδια σημαία (γαλάζια με λευκό σταυρό)
η οποία υψώθηκε, κάτω από τις ιαχές των Ελλήνων πολεμιστών,
στο πρώην τουρκικό διοικητήριο της πόλης.
Αυτή αποτέλεσε το πρώτο σχέδιο της επίσημης σημαίας
του ελληνικού κράτους μετά την απελευθέρωση.
Η ιστοριογραφία των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων
έδωσε και μια ρομαντική διάσταση στη σημαία,
αποτέλεσμα συνεργασίας ενός στρατιώτη και ενός ιερέα,
αναφέροντας πως η γενναιότητα του κλέφταρματολού
στήριξε τις ελπίδες της στη χριστιανική πίστη....
περισσότερα για την
σημαία  της Ελληνικής Επανάστασης εδώ:

Αλέξανδρος Υψηλάντης 

Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ,
ἀπὸ τα χρόνια του Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838,
ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων.
Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπόφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χριστό;
Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει
καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο
γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.
Ἁγιασμένη Ἑλλάδα! Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη.
Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου.
Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη,
τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.
απόσπασμα απὸ τὸ βιβλίο
«Παναγία καὶ Ὑπεραγία» των ἐκδόσεων Ἀρμός
Ακόμα και ο όρκος των Φιλικών και αργότερα
όλων των αγωνιστών του 1821 εδίνονταν ,
επάνω στον σταυρό και στο ιερό ευαγγέλλιο
της Ορθόδοξης εκκλησίας


H ίδρυση της  ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ,1814 στην Οδησσό
Πριν από 196 χρόνια περίπου σ΄ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο
στη φιλόξενη Οδησσό στη Ρωσία ,
τρία χέρια απλώθηκαν αργά ,  τελετουργικά ,
και ακούμπησαν με ευλάβεια στο ευαγγέλιο.
Τα πρόσωπα μόλις που διακρίνονταν στο ημίφως ήταν :
ο Νικόλαος Σκουφάς από την Άρτα, ο ΄Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα,
και ο ΄Εμμανουήλα Ξάνθος από την Πάτμο.Πρώτα , ο ένας και μετά όλοι μαζί επαναλαμβάνουν ,
τα λόγια του ιδρυτικού όρκου της " συνομωτικής οργάνωσης "
που πήραν την πρωτοβουλία , να ιδρύσουν
τη Φιλική Εταιρεία ,
και ν΄ανάψουν τη φλόγα της Επανάστασης.
Στα επόμενα επτά χρόνια η φλόγα των κεριών από τα μικρά,
«μυστικά» δωμάτια όπου όρκιζαν τα νέα μέλη
ακολουθώντας αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες,
θέριεψε σε εστίες φωτιάς, διάσπαρτες
στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
ΟΡΚΟΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
(Ένας Όρκος Ξεχασμένος)
«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού,
ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την
Εταιρείαν κατά πάντα.
Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία
και τους λόγους της, μήτε να σταθώ
κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι
άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων,
μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.
     Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει
εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι,
μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν.
Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα,
και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν,
θέλω τον νομίζει ως ουδέν.
«Ο όρκος των Φιλικών», ξυλογραφία του Βάσου Φαληρέα
είναι η χαρακτηριστικότερη απεικόνιση της Φιλικής Εταιρείας.
Βρίσκεται στο Πολεμικό Μουσείο
Τη φωτό τη βρήκαμε εδώ :

     Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου
 αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου,
των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους,
θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην
και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των,
όταν η περίστασις το συγχωρήσει.
     Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν
δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον,
προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν
επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο,
γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος,
με κανένα συνάδελφον.
     Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον,
με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου.
Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν,
αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και
αν έτυχε πρότερον εχθρός μου,
τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω,
καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.
     Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν,
να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν,
μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην
την κανονιζομένην άργητα,
εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή,
θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος,
άνθρωπον ενάρετον και άξιον
όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν,
αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.
     Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον
από τα χρήματα της Εταιρείας,
θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον
ανήκον εις όλον το Έθνος μου.
Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα
εσφραγισμένα γράμματα.
     Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν,
δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν.
Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω,
ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη.
Να αποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν,
αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.
     Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου,
να είμαι ενάρετος.
Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου,
χωρίς να καταφρονώ τας ξένας.
Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα.
Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή,
τον δυστυχή και τον αδύνατον.
Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα,
τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.
     Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε,
 ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς !
 Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου.
Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία
τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν
τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα,
χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν,
και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου
ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε.
Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία
και ο σκοπός των διαλογισμών μου.
Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου,
και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου.
Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω
εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της,
το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν,
και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον
της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου,
αν  ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν
τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου.
Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος
τιμωρία του αμαρτήματός μου,
δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας
με την συμμετοχήν μου».
Oι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας προχώρησαν 
στην εγγραφή μελών στις ελληνικές παροικίες 
ου εξωτερικού και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, 
ενθαρρυμένοι από το επαναστατικό πνεύμα του 
Ρήγα Βελεστινλή, τους αγώνες του Λάμπρου Κατσώνη 
και των Σουλιωτών καθώς και την αναταραχή που 
προκαλούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία απείθαρχοι πασάδες.
Οι Φιλικοί, όπως αποκαλούνταν τα μέλη της, 
χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικό κώδικα 
για να επικοινωνούν μεταξύ τους και υπέγραφαν με ψευδώνυμα. 
Η μύηση τους στην οργάνωση είχε τη μορφή ιεροτελεστίας, 
που τη σφράγιζε ο όρκος μπροστά σε ιερέα.
Ένα εκπληκτικό ντοκιμαντέρ του National Geographic
παρουσιάζει όλη την Ιστορία της Επανάστασης του 1821.
Της αναγέννησης ενός Έθνους ,του ηρωϊσμού
και της αυτοθυσίας,και τελικά της οριστικής νίκης!
Σε έξι βίντεο όλη η ιστορία του 1821!
1821 ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΖΥΓΟ
.
ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ NATIONAL GEOGRAPHIC
Ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
http://www.projethomere.com

Η συμβολή του Ιερού Κλήρου στην επανάσταση του 1821
  • Από Dogma
  •  
Η Ελληνική Επανάσταση, ως επιστέγασμα της αυγής και 
αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού, αποτελεί ένα από τους 
πιο ένδοξους και σπουδαίους σταθμούς της ιστορικής μας πορείας. 
Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι ένας λαός, με τον πολιτισμό του
και την ψυχή του ακέραια, ανακτά την ελευθερία του και την
πολιτική του οντότητα μετά από μακρά περίοδο δουλείας που 
δεν γνώρισε ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, πραγματοποιώντας 
μερικώς τους σκοπούς του με την δημιουργία ελληνικού κράτους.

Η σημασία του Εικοσιένα και των χρόνων που προηγούνται 
έγκειται, πιστεύω, στο ότι ο Ελληνισμός δίνει ιστορικά την 
απάντηση στο πως μπορεί να συνυπάρξει στον νεώτερο κόσμο, 
αυτόν της αποικιοκρατίας και των δυτικών γιγάντων, 
κατορθώνοντας με τρόπο θαυμαστό, και μάλιστα έναντι ενός
αντιπάλου συντριπτικά ισχυρότερου, ο,τι δεν κατάφερε στους 
τελευταίους βυζαντινούς αιώνες, όπου η αυτοκρατορία του, 
παρά την πνευματική ακμή της, εσωστρεφώς και αμήχανα, 
θα συρρικνωθεί και θα καταρρεύσει ολότελα, θα ’λεγε κανείς, 
υπό το βάρος της τεράστιας κληρονομιάς της.

Όμως «η Ελλάς συνετάφη τω Χριστώ ομοιώματι του 
θανάτου αυτού, αλλά τούθ’ ένεκα και ανέστη ως εκείνος, 
ου τον σταυρόν ήρατο πρώτη»1.
Η πτώση του Βυζαντίου δεν θα σημάνει και την κατάλυση 
της Εκκλησίας, παρά τους εξισλαμισμούς και τις θυσίες. 
Αντιθέτως η Ιεραρχία της επωμίζεται τώρα εθναρχικό ρόλο 
και καθίσταται σκέπη του Γένους, με το Πατριαρχείο 
ως σύμβολο ενώσεως και κέντρο εθνικής περισυλλογής μέσα 
στο ευρύτερο διοικητικό δίκτυο των κοινοτήτων της αυτοκρατορίας.
Ο Πατριάρχης αναγνωρίζεται από τον Σουλτάνο 
ως «πολιτικός» και πνευματικός ηγέτης των 
υπόδουλων Ρωμιών και η Εκκλησία αναλαμβάνει τώρα 
εκτός από την ποιμαντική της αποστολή και 
κοσμικά καθήκοντα και δικαιοδοσίες.
Αντίστοιχα, ο ιερέας ενσάρκωνε την πνευματική 
κεφαλή της κοινότητας, ενός θεσμού δηλαδή βυζαντινού
και απώτατα αρχαίου, που αναδεικνύεται στα χρόνια της
οθωμανοκρατίας σε ζωντανό συνεκτικό πυρήνα 
εθνικής αυτοσυνειδησίας.

Αν και σε συνθήκες δουλείας, η Εκκλησία συνιστά 
στοιχείο ενοποιητικό και διαμορφωτικό της 
ελληνικής ταυτότητας, είτε αυτή αποκαλείται 
«το Ελληνικόν», είτε «γραικικόν», είτε «το Ρωμαίικον»
καθώς ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα και ειδικά μετά το 1204, 
υποχωρεί η οικουμενική συνείδηση και στο εξής η ορθόδοξη πίστη 
αποκτά για τους Έλληνες ανοικτά εθνική διάσταση.
Κατά τη φράση του Κόντογλου,
«Η Ρωμιοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο, 
η για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία του χρόνια 
στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη».
Με την οργάνωση λοιπόν του γένους των Ελλήνων, 
με την ίδια την επιβίωσή του απέναντι στους εξισλαμισμούς, 
με την εκπαίδευσή του, με την καλλιέργεια του κοινοτικού ήθους, 
αλλά και ευρύτερα, μέσα στην τεράστια πολυεθνική περιοχή, 
όπου απλώνεται τόσο ο μητροπολιτικός όσο 
και ο παροικιακός Ελληνισμός, αποτελεί δύναμη
εθνικής συνοχής έναντι αλλοθρήσκων και ετεροδόξων.
Η Εκκλησία ορθώθηκε ως υπερασπιστικό τείχος, 
διακρατώντας τους Έλληνες κατ’ ουσίαν πνευματικά ελεύθερους, 
αναζωογονώντας την παράδοση και ενισχύοντας το εθνικό όραμα.

Δεν μπορούμε εδώ να μην παρατηρήσουμε πόσο μεγάλο χάσμα 
χωρίζει αυτήν την αρμοδιότητα της μεσιτείας 
προς τον κατακτητή από το πως αντιλήφθηκε 
την κοσμική εξουσία ο παπισμός στη Δύση, 
όπως επίσης εκείνο που διακρίνει τους αγώνες των Ελλήνων 
από τους ιερούς πολέμους του Ισλάμ η των Σταυροφόρων.
«Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Χριστού /
 και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη 
στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού, / 
που είχε στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης»
καθώς διατυπώνεται στον Σεφέρη. 
Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα σημειώσει:
 «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν
 από όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην.»
«Σαν μία βροχή ήρθε σε όλους μας η επιθυμία της 
ελευθερίας και όλοι, και οι κληρικοί και 
οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι γραμματισμένοι 
και οι έμποροι, όλοι συμφωνήσαμε στον ίδιο σκοπό.».
Και πράγματι, ενώ όλα σχεδόν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά 
επαναστατικά κινήματα είχαν ως στόχο την Εκκλησία και την άρχουσα τάξη, 
εδώ ο αγώνας συντελείται με την Ιεραρχία πρωτοστατούσα.

Η Επανάσταση του Εικοσιένα και ο αγώνας των Ελλήνων
για ανεξαρτησία ωρίμασαν λοιπόν ως κοινός καρπός της 
συνυφασμένης ελληνικής ψυχής και εκκλησιαστικής 
συνείδησης του λαού μας και πραγματώθηκαν ως έργο, 
σε μεγάλο βαθμό, του Κλήρου.
Κατά τον Φωτάκο, πρώτο υπασπιστή και γραμματικό του Κολοκοτρώνη, 
και μια από τις πρωτογενείς πηγές του αγώνα,
«πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν 
και με την σπάθην εις τας χείρας δια να σώση 
το πλανημένον ποίμνιον και οδηγήση αυτό 
εις την ελευθερίαν του φυσικώς, πολιτικώς και θρησκευτικώς· 
αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν. […] 
Τις δε δύναται να κατηγορήση τοιούτον θεόπεμπτον κλήρον; 
Και όμως μετά την αλλαγήν της Τουρκικής δυναστείας 
ο,τι θέλει κανείς λέγει και γράφει […] και […] 
είπαν πολλά εναντίον του».

Μολονότι λοιπόν οι ιστορικές μαρτυρίες δεν είναι αυθερμήνευτες, 
συνεξετάζοντας τις αμεσότερες πηγές του αγώνα όπως αυτή, 
δηλαδή τα απομνημονεύματα των ίδιων των αγωνιστών, 
αλλά και τις διακηρύξεις, τα συντάγματα, 
τις επιστολές και το λοιπό αρχειακό υλικό, 
θα διαπιστώσουμε ότι συγκλίνουν στο κοινό αίτημα 
«να ζήσουν [οι Έλληνες] ως άνθρωποι ’ς αυτή την πατρίδα 
και μ’ αυτήν την θρησκείαν»
κατά την απαράμιλλη διατύπωση του Μακρυγιάννη.

Σε άλλο έργο του Φωτάκου2 πάλι διαβάζουμε: 
«Ευτυχισμένη ήτον η ημέρα της επαναστάσεως […], 
διότι και τότε, και προ χρόνων ακόμη το Έθνος είχε 
και τον θεόπεμπτον και σεβάσμιον κλήρον ως οδηγόν του. 
Οι λειτουργοί ούτοι του αληθινού Θεού του Υψίστου 
φρόντισαν και ητοίμασαν το Έθνος των δια να επαναστατήση, 
ν ἀλλάξῃ τον δεσπότην της δουλείας του, 
τον κατακτητήν των εθνικών του δικαιωμάτων […], 
ότι άνευ τούτων δεν είναι πλέον δυνατόν να υπάρξωμεν. 
Εσυμβούλευσε τους αληθείς Χριστιανούς, 
τους ευλόγησεν, αγίασε τα όπλα των δημοσίως, 
και ύψωσε την σημαίαν του σταυρού και του Έθνους. 
Έκαστος δε κληρικός επήρε πλέον ως έργον του πολέμου 
να παρευρίσκεται παντού εις τα στρατόπεδα 
και εις τα φροντιστήρια δια να ετοιμάζη τα πολεμοφόδια, 
και τας τροφάς, όχι μόνον δι ἰδίων εξόδων και θυσιών, 
αλλά και με τα ίδιά του χέρια, άλλοι δε εξ αυτών να 
πολεμούν τον εχθρόν της πίστεως και της πατρίδος 
μαζύ με τους στρατιώτας, και άλλοι πάλιν να 
στέκωνται έμπροσθεν του Υψίστου και να επικαλούνται 
την εξ ύψους βοήθειαν δια να ενισχύση τον στρατόν του.»

Και συνεχίζει: «Ούτως δε ενεργείτο η Ελληνική επανάστασις 
από όλας τας τάξεις των κληρικών, των αρχιερέων δηλαδή, 
των ιερέων και των μοναχών των μοναζόντων 
εις τα ιερά καταγώγια [δηλ. καταλύματα], 
τα οποία έγιναν κοινά δια την ελευθερίαν την εθνικήν.»

Για τα μοναστήρια οι ιστορικές μαρτυρίες είναι ενδεικτικές: 
Στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου όλοι οι μοναχοί, 
περί τους 70, ήταν μέλη της Φιλικής, 
και πολέμησαν οι ίδιοι τον Ιμπραήμ και το Δράμαλη 
με αρχηγό τον Προηγούμενό τους.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος 
«ήσαν ικανοί μόνοι των να επαναστατήσουν ένα κόσμον ολόκληρον», 
ενώ τα καντήλια, αργυρά σκεύη και αφιερώματα δόθηκαν 
«εις πληρωμήν του ελληνικού στόλου». 
Από τον Σαμουήλ στο Κούγκι ως το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου 
πολύ αργότερα, τα μοναστήρια υπήρξαν αληθινά
 «προπύργια της απανάστασής μας» κατά το Μακρυγιάννη, 
φρούρια και ορμητήρια του αγώνα, κέντρα εφοδιασμού 
και τόπος περίθαλψης τραυματιών και προσφύγων.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τόλμησε να ψάλλει 
πρώτος το «Αναστήτωσαν οι Έλληνες» 
και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες, 
κρεμώντας ο ίδιος το σπαθί και 
δίνοντας το παράδειγμα στους πολεμιστές.
Αρκετοί ιεράρχες και απλοί ιερείς υπηρέτησαν 
με πάθος στα όπλα ανδραγαθώντας στα πεδία των μαχών, 
όπως ο Έλους Άνθιμος και ο Παροναξίας Ιερόθεος, 
ο τελευταίος φορώντας μάλιστα στρατιωτική στολή.
Ο Αρδαμαρίων Ιγνάτιος είχε δικό του στρατιωτικό σώμα 
που συντηρούσε εξ ιδίων, και έφτασε στο σημείο 
να κάψει («την μητρόπολιν», που μάλλον εδώ πρέπει να σημαίνει) 
το επισκοπείο του, για να δείξει ότι 
«ότι δια να ελευθερωθώμεν δεν πρέπει να έχωμεν τίποτε, 
και μετά την ελευθερίαν πάλιν αποκτώμεν».
Ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ, 
ο Μεθώνης Γρηγόριος, και ακόμη οι Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας 
και Αθανάσιος Διάκος είναι από τα πιο γνωστά 
και περιλάλητα ονόματα κληρικών που πρωτοστάτησαν 
και θυσιάστηκαν για την επανάσταση.
Άλλοι διέτρεχαν «άνω και κάτω» κατηχώντας 
και διαδίδοντας τα της Εταιρείας ως απόστολοι της Φιλικής, 
κι άλλοτε λειτουργώντας ως μεσολαβητές στις διαμάχες των καπεταναίων, 
συνδράμοντας με ο,τι μέσα διέθετε ο καθένας στις ανάγκες του πολέμου.
Ανάλογη και η πολιτική προσφορά των κληρικών 
που στελέχωσαν τις πρώτες τοπικές διοικήσεις και Εθνοσυνελεύσεις, 
με εξέχουσα μορφή τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, 
πρόεδρο της Πελοποννησιακής Γερουσίας.
Ο Ταλαντίου και μετέπειτα Αθηνών Νεόφυτος (Μεταξάς) 
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα Ιεράρχη 
του αγώνα της εθνεγερσίας, που από την Αλαμάνα 
ευδόκησε να βρεθεί στην πρωτεύουσα του νέου κράτους, 
ως πρώτος πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου.

Όπως γράφει το 1832 από τη θέση του υπουργού 
των Εκκλησιαστικών ο Ιάκωβος Ρίζος (Νερουλός): 
«Ποσάκις καθ’ όλον το διάστημα του ιερού αγώνος 
το ελληνικόν ιερατείον έδωκε δείγματα ηρωικού Χριστιανισμού! 
ποσάκις αφειδήσαντες εαυτών οι σεβάσμιοι της Εκκλησίας 
ποιμένες έθεντο τας ψυχάς υπέρ των προβάτων! 
ποσάκις η μειλίχιος του Ευαγγελίου φωνή 
ενεθουσίασε κατά των εχθρών της πίστεως τους 
υπέρ αυτής αγωνιζομένους !»3

Η συμμετοχή του Κλήρου στην Επανάσταση υπήρξε 
τόσο χαρακτηριστική που φαίνεται ακατανόητη 
στον σύγχρονο Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγερο 
Κοσμά Φλαμιάτο (1786-1852), επειδή ακριβώς 
κάποιοι «Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής 
εφάνησαν οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των 
Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, 
αλλόκοτον και αποτρόπαιον εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν»
Ο Φωτάκος κατακρίνει με δριμύτητα τέτοιες θέσεις, 
σημειώνοντας ότι «σφάλλουν μεγάλως εις τούτο, 
διότι θέλουν τον μοναχόν να μη έχη αίσθημα 
ανθρώπου και αγάπην εις την πατρίδα του, 
αν και το ιερόν Ευαγγέλιον ρητώς διδάσκει, 
ότι ο μοναχός χρεωστεί να θυσιάση την ζωήν του 
δια την σωτηρίαν ενός και μόνον ανθρώπου, 
πολλώ δε μάλλον δια την ύπαρξιν και την 
σωτηρίαν ολοκλήρου του Έθνους του». 
Στο ίδιο πνεύμα ο Κοραής (Σάλπισμα Πολεμιστήριον, 1801) 
καλεί τους Έλληνες να πολεμήσουν
 «τους απανθρώπους και σκληρούς Τούρκους· 
όχι όμως ως Τούρκοι, όχι ως φονείς, 
αλλ’ ως γενναίοι της ελευθερίας στρατιώται, 
ως υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και της πατρίδος. […] 
Σπλαγχνίσθητε τον ήσυχον Τούρκον, 
όστις ζητεί την σωτηρίαν του με την φυγήν, 
η ευαρεστείται να μείνη εις την Ελλάδα, 
υποτασσόμενος εις νόμους δικαίους, 
και γευόμενος και αυτός τους καρπούς της ελευθερίας […]. 
Ας ήναι η εκδίκησις ημών φοβερά, αλλ’ ας γένη με δικαιοσύνην. 
Ας δείξωμεν εις το άγριον των Μουσουλμάνων γένος, 
ότι μόνη της ελευθερίας η επιθυμία, 
και όχι η δίψα του φόνου και της αρπαγής, 
μας εξώπλισε τας χείρας».

Αντιθέτως οι Τούρκοι με την κήρυξη της επανάστασης 
εξαπολύουν κατά διαταγή του Σουλτάνου άγριο διωγμό με εκατόμβες θυμάτων στην περιοχή της Πόλης και πρώτο θύμα τον Πατριάρχη άγιο, Γρηγόριο Ε , 
«ως συνένοχον και κύριον υποκινητήν της συνωμοσίας», 
όπως αναφέρει η καταδίκη του, 
αλλά και τον προκάτοχό του, Κύριλλο, 
που βρισκόταν στην Ανδριανούπολη.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε και στην γενναία άρνηση 
του Σεϊχουλισλάμη (δηλ. του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη των μωαμεθανών) 
να εγκρίνει τότε την έκδοση φετφά γενικής σφαγής, 
πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του.
Τέτοιες θηριωδίες της οθωμανικής αντίδρασης, 
με τις εκτελέσεις επισκόπων και Φαναριωτών, 
τις σφαγές της Χίου και των Ψαρών, 
μας προσγειώνουν στον μακρύ κατάλογο των κληρικών και μοναχών 
που συνέβαλαν μαρτυρικά στον φόρο του αίματος.

Κατά τη μελέτη του Πέτρου Γεωργαντζή, σε σύνολο 
περίπου διακοσίων αρχιερέων κατά τον καιρό της Επαναστάσεως
 σε ολόκληρη την Οθωμανική επικράτεια, αποδεδειγμένα οι 81 
είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. 
73 έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα, 
42 υπέστησαν σκληρές διώξεις, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, 
και 45 «θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, 
είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων, 
είτε σε πολεμικές συρράξεις».
Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή, 
δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι η παρουσία και προσφορά 
των αρχιερέων κρίνεται ισότιμη και ισοβαρής με εκείνη των 
μεγάλων συναγωνιστών τους οπλαρχηγών.

Η Εκκλησία ήταν επίσης αυτή που ηγήθηκε των προεπαναστατικών κινημάτων και η πρώτη που υφίστατο τις βαριές συνέπειες. 
Αλλά και ευρύτερα ακόμα, όλη αυτή τη δράση και πορεία του υπόδουλου Ελληνισμού κατακόσμησε το πλήθος των νεομαρτύρων, που ανακαίνισε την οδό του μαρτυρίου, ανθοφορώντας στην έρημο των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.
Παντού συναντάμε μια δημιουργική πνοή που συνδέει από πολλές απόψεις την προεπαναστατική περίοδο με τους πρώιμους χριστιανικούς και βυζαντινούς αιώνες. 
Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού κατανέμεται ομόρροπα σε πολλές εστίες.
Όχι τυχαία, η υλική και πνευματική ανάπτυξη των κοινοτήτων τον 18ο αιώνα θα συνοδευτεί, σε πανελλήνια σχεδόν κλίμακα, με την ανοικοδόμηση ευρύχωρων τρίκλιτων βασιλικών, δηλαδή την αναβίωση ενός παλαιοχριστιανικού τύπου.

Καταλυτική υπήρξε και η συμβολή του Κλήρου στην προαγωγή της παιδείας και του φωτισμού του γένους.
Κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια εκκινεί και τερματίζει με κέντρο και κατευθυντήρια γραμμή την Εκκλησία. Ιδρύονται σχολές όπου διδάσκονται και μεταφράζονται έλληνες και δυτικοί συγγραφείς, και κληρικοί λόγιοι αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Βενιαμίν Λέσβιος, Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Βάμβας, συμπληρώνουν την χορεία των επιφανών εκπροσώπων.

Ο μεγάλος δάσκαλος και εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός, θα γράψει στα 1779
 «έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα».
Ο Γαζής (Λόγιος Ερμής, 1814-15) στην είδηση ότι τα μοναστήρια στην Αθήνα «εσύστησαν έτι και φιλοσοφικόν σχολείον» αναφωνεί:
«Είθε να εμιμούντο το καλόν τούτο παράδειγμα και όλοι οι ημέτεροι Εκκλησιαστικοί! Και τη αληθεία τότε ευδοκιμήσει το γένος, όταν οι Ιερείς φιλοσοφήσωσιν η οι φιλόσοφοι ιερατεύσωσιν».
 Και πράγματι, όπως διαβάζουμε πάλι σε Λόγιο Ερμή του 1818, «ο έρως της παιδείας ανάπτει έτι επί μάλλον και διαδίδεται εις την Ελλάδα, και ο αριθμός των εις την διάδοσιν αυτήν συντελούντων μέσων αυξάνει καθημερινώς. Τα σχολεία πολλαπλασιάζονται, οι σοφοί διδάσκαλοι πληθύνονται, βιβλιοθήκαι συστήνονται και οι πλούσιοι έμποροι, πατριωτικώ κινούμενοι ζήλω, ανοίγουσι προθύμως τους θησαυρούς των […] το ιερατείον συντρέχει και συμβουλεύει και η κοινή Μήτηρ, η μεγάλη Εκκλησία, ευλογεί, εφορεύει και διοικεί σοφώς των τέκνων της τα έργα».

Το επόμενο έτος (1819) το περιοδικό χαιρετίζει με εγκωμιαστικά λόγια και «οφειλομένη ωδή» τον ενθρονισμό για τρίτη φορά του Γρηγορίου του Ε , ο οποίος γνωρίζοντας ότι «μόνη η παιδεία στερεώνει την θρησκείαν εις τα έθνη», φρόντισε στις δύο πρώτες πατριαρχείες του να ιδρύσει τυπογραφείο στην Πόλη, και να συμβάλει στην ανέγερση σχολείων ελληνικών «καθ’ όλον το γένος».
Την ίδια χρονιά εκδίδεται συνοδική εγκύκλιος, όπου εξαίρεται η καθομιλουμένη διάλεκτος ως «χαρακτηριστικόν του Ελληνικού και Χριστιανικού γένους».

Σε όλη τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού ο χώρος της Εκκλησίας αναδεικνύεται σε φυτώριο πρωτοποριακών ιδεών, στις ακρότητες των οποίων η, καλύτερα, σε μια πιο κριτική αφομοίωσή τους, αντέταξε φωτισμένους εκπροσώπους όπως τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, και τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά, που υπήρξαν και οι γνήσιοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων.
Όλες αυτές οι δημιουργικές ζυμώσεις και τα πνευματικά ρεύματα συγκλίνουν τελικά στην ενιαία κοίτη της εθνεγερσίας, η όπως θα γράψει ο Φωτάκος «κανείς και απ’ αυτούς έξω του εθνικού κύκλου δεν εβάδισεν», και η Εκκλησία της Ελλάδος ως θεσμός του νεοσύστατου κράτους δημιουργείται ως ζωντανός καρπός του διαφωτισμού.

Με αυτήν την συνεκτική, παιδευτική, κοινωνική, οικονομική, αγωνιστική και θυσιαστική συμβολή του, ο Ιερός Κλήρος και σύνολη η Εκκλησία μας, ως αιώνια κιβωτός του Ελληνισμού, πορεύτηκαν στην παλιγγενεσία.
«Αυτείνοι οι αγαθοί και δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίγοι ’περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτηναν την ανθρωπότη από αυτά· κι αν ήταν αυτείνοι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ’στορικά του κόσμου.»
Ακόμη βαθύτερα, η Ορθοδοξία εδώ εκφράζει έναν εσώτερο ψυχικό δεσμό, «το χαμένο κέντρο» για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, που διαποτίζει όλο το έργο του Μακρυγιάννη και καθώς μαρτυρεί και ο Σεφέρης «είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα –είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. 
Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος η να πεθάνει στα ’21».

Σημειώσεις
Καθώς γράφει στα 1863 ο Επαμεινώνδας Φραγκούδης, Κύπριος λογοτέχνης και καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου.
2 Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως (Εν Αθήναις, 1888).
3 Δ. Σ. Μπαλάνος, «Αι υπέρ του Έθνους θυσίαι του Κλήρου κατά την Επανάστασιν του 1821», Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, τ. 2, 2 (1923), σ. 193.
πηγή: Αγία Σοφία Νέου Ψυχικού
.................................
Διαβάστε σχετικές αναρτήσεις με την
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Eδώ:

Η σιωπή για το '21...

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ 

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.


24 ΜΑΡΤΙΟΥ , Δ´ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ,
 Δ ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ 
μητέρας όλων μας βοήθειά μας  !

Ο δημοφιλέστερος ύμνος της Ορθόδοξης Εκκλησίας
και ο δημοφιλέστερος εκκλησιαστικός ύμνος
σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Ακάθιστος ύμνος ,
οι χαιρετισμοί δηλ. προς την Θεοτόκον Μαρία
θα ψαλλεί και θα αναγνωστεί από ιερείς ,
ψάλτες , πιστούς και ευσεβείς χριστιανούς ,
σήμερα με τη δύση του ηλίου ,
τέταρτη Παρασκευή των νηστειών,
σε όλους τους ορθόδοξους ναούς.
Απόψε θα ψαλλεί η Δ΄ λεγόμενη στάση
των χαιρετισμών από το κοντάκιο
του Ακαθίστου ύμνου , ενώ ολόκληρο
το κοντάκιο θα ψαλλεί ,
την Ε΄και τελευταία Παρασκευή των χαιρετισμών.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, οἱ τόσο δημοφιλεῖς «Χαιρετισμοὶ» στὴν Παναγία, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ ὑμνογραφικὰ κείμενα τῆς βυζαντινῆς περιόδου, συνδεδεμένος ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ (λατρευτικὴ) ζωή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἐθνικὴ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τὴν «Ὑπέρμαχο στρατηγό», τὴ σκέπη καὶ τὴν προστασία του.
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ σήμερα, συμψάλλεται μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο τμηματικὰ τὴν Παρασκευὴ τὸ ἑσπέρας τῶν πρώτων τεσσάρων ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καὶ ὁλόκληρη τὴν Παρασκευὴ τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν
Δ´
Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ
ΤΗΣ Δ´ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Τεῖχος εἶσαι προστατευτικὸ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καθὼς καὶ ὅλων ὅσοι προστρέχουν στὴ χάρη σου. Γιατὶ ὁ Ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀνέδειξε στὸ θεομητορικό σου ἀξίωμα, ἄχραντε, σκηνώνοντας στὴ μήτρα σου καὶ διδάσκοντας ὅλους νὰ σὲ προσφωνοῦν·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε ἡ πύλη ποὺ ὁδηγεῖς στὴ σωτηρία.

Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, ἀρχὴ τῆς νοητῆς ἀνάπλασής μας, χαῖρε χορηγὲ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαγχνίας.

Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ ἀναγέννησες αὐτοὺς ποὺ συνελήφθησαν αἰσχρῶς (ποὺ ἔπεσαν στὰ δίχτυα τῆς ἁμαρτίας)· χαῖρε, γιατὶ ἐσὺ νουθέτησες αὐτοὺς τῶν ὁποίων ὁ νοῦς εἶχε πλανηθεῖ.

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καταργεῖς ἐκεῖνον (τὸν διάβολο) ποὺ ἔφθειρε τὸ μυαλό μας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸν σπορέα τῶν ἁγνῶν λογισμῶν.

Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, δωμάτιο νυφικὸ στὸ ὁποῖο τελέστηκε ἡ ἄσπορη νύμφευση· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἑνώνεις τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Κύριο.

Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀνατρέφεις καλῶς τὶς παρθένες (ψυχές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ στολίζεις σὰν νύφες τὶς ἅγιες ψυχές.
Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούϊα.
Κάθε ὕμνος (ἀνθρώπινος) ἀποδεικνύεται μηδαμινός, ὅταν συγκριθεῖ μὲ τὸ πλῆθος τῆς μεγάλης Σου εὐσπλαγχνίας· γιατὶ κι ἂν ἀκόμα Σοῦ ἀναπέμπαμε τόσους ὕμνους ὅσους καὶ οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου, Βασιλέα Ἅγιε, τίποτε δὲ θὰ κάναμε ἀντάξιο στὰ ὅσα πρόσφερες σὲ μᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατά· Ἀλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Σὰν λαμπάδα φωτεινή, ποὺ φάνηκες σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦσαν στὸ σκοτάδι, σὲ βλέπουμε ἁγία Παρθένε· γιατὶ ἀνάβεις τὸ ἄυλο φῶς καὶ ὁδηγεῖς σὲ γνώση θεϊκὴ ὅλους, φωτίζοντας μὲ καθαρὸ σὰν τὴν αὐγὴ φῶς τὸ νοῦ μας καὶ τιμᾶσαι μὲ δυνατὴ φωνὴ ὡς ἑξῆς·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε ἀκτίνα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου (τοῦ Χριστοῦ)· χαῖρε, οὐράνιο φῶς ποὺ ἡ λάμψη σου ποτὲ δὲ σβήνει.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε ἀστραπὴ ποὺ καταλάμπεις τὶς ψυχές· χαῖρε, βροντὴ ποὺ τοὺς ἐχθροὺς (τοὺς δαίμονες) φοβερίζεις.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, γιατὶ ἀνατέλλεις τὸ πλουσιότερο φῶς (τοῦ Χριστοῦ), χαῖρε γιατὶ ἀναβλύζεις τὸν ἀστείρευτο ποταμό.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἰκονίζεις τὸν τύπο τῆς κολυμβήθρας· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀπαλείφεις τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε λουτήρα (λουτρὸ) ποὺ ξεπλένεις τὴ συνείδηση· χαῖρε, κανάτι ποὺ κερνᾶς ἀγαλλίαση.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ· χαῖρε, ζωὴ τῆς μυστικῆς τράπεζας.
Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.
Ὁ πληρωτὴς τοῦ χρέους ὅλων τῶν ἀνθρώπων, θέλοντας νὰ πληρώσει τὶς παλιὲς ὀφειλές, ἦλθε αὐτοπροσώπως πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν μακριὰ ἀπ᾿ τὴ θεία Χάρη Του· καὶ ἀφοῦ ἔσχισε τὸ γραμμάτιο τῆς ὀφειλῆς, ἀκούει ἀπ᾿ ὅλους Ἀλληλούϊα.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·
Καθὼς ψέλνουμε ὕμνους στὸν τόκο σου (στὸ Χριστό), Θεοτόκε, ἐσένα ἀνυμνοῦμε ὡς ἔμψυχο ναὸ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μὲ τὸ νὰ κατοικήσει στὴ κοιλιά σου ὁ Κύριος, ποὺ κρατεῖ στὸ χέρι Του τὰ πάντα, σὲ ἁγίασε, σὲ δόξασε καὶ δίδαξε ὅλους νὰ σοῦ φωνάζουν·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἔγινες σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀναδείχτηκες Ἁγία πάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς Ἁγίους.
Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, κιβωτὲ ποὺ χρυσώθηκες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀνεξάντλητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, στέμμα πολύτιμο βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, σεβάσμιο καύχημα ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, ὁ ἀκλόνητος πύργος τῆς Ἐκκλησίας· χαῖρε, τὸ ἀπόρθητο τεῖχος τῆς βασιλείας.

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴ χάρη σου στήνονται τρόπαια (νίκες πνευματικές)· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴ δύναμή σου οἱ ἐχθροὶ συντρίβονται.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χαῖρε, τοῦ σώματός μου ἡ θεραπεία· χαῖρε, τῆς ψυχῆς μου ἡ σωτηρία.
Χαῖρε Νύμφη, ἀνύμφευτε.
Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ´)· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.
Ὦ πανύμνητη Μητέρα, ποὺ γέννησες τῶν Ἁγίων ὅλων τὸν Ἁγιώτατο Λόγο (3 φορές)· ἀφοῦ δέχτηκες αὐτὴ τὴν προσφορὰ τῆς δοξολογίας μας, φύλαξέ μας ὅλους ἀπὸ κάθε συμφορὰ καὶ λύτρωσε ἀπὸ τὴ μέλλουσα κόλαση ἐμᾶς ποὺ σοῦ φωνάζουμε δυνατὰ Ἀλληλούϊα.
Καὶ πάλιν τὸν πρῶτον Οἶκον· Ἄγγελος πρωτοστάτης (σελ. 54). Εἶτα, τό· Τῇ Ὑπερμάχῳ...΄

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

21 Μαρτίου 1821, Η πολιορκία και η παράδοση των Καλαβρύτων


Η πρώτη τουφεκιά της Ελληνικής Επανάστασης έπεσε στις 21 Μαρτίου 1821 στα Καλάβρυτα. 600 ένοπλοι αγωνιστές, με επικεφαλής τους Σωτήρη Χαραλάμπη (1760-1826), Ασημάκη Φωτήλα (1761-1835), Σωτήρη Θεοχαρόπουλο (?-1854), Ιωάννη Παπαδόπουλο, Νικόλαο Σολιώτη (?-1841), Βασίλειο (1785-1872) και Νικόλαο (1790-1865) Πετμεζά εισήλθαν στα Καλάβρυτα και πολιόρκησαν τους Τούρκους, που είχαν καταφύγει σε τρεις οχυρούς πύργους.
Τις προηγούμενες μέρες είχαν φτάσει στα αφτιά των Τούρκων της περιοχής πληροφορίες για επαναστατικές κινήσεις των ραγιάδων. Από τις αρχές Μαρτίου είχαν πραγματοποιηθεί πολλές μεμονωμένες επιθέσεις κατά υπαλλήλων της Οθωμανικής διοίκησης, ενώ στις 10 ή στις 13 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε μία σημαντική σύσκεψη στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας για την έναρξη της Επανάστασης, με τη συμμετοχή του Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Οι φόβοι των Τούρκων μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο, όταν άνθρωποι του βοεβόδα (διοικητή) των Καλαβρύτων, Ιμπραήμ Αρναούτογλου, χτυπήθηκαν από τους Πετμεζαίους καθ’ οδόν προς την Τριπολιτσά. Έτσι, ο Αρναούτογλου διέταξε τους Τούρκους της περιοχής να κλεισθούν στους οχυρούς πύργους των Καλαβρύτων και να αμυνθούν, ελπίζοντας σε βοήθεια από την Οθωμανική διοίκηση της Τριπολιτσάς. Μαζί του είχε και την κόρη του Αϊσέ, που σύμφωνα με την παράδοση ήταν ερωτευμένη με τον γιο του Ασημάκη Φωτήλα, Παναγιωτάκη (1800-1824).
Οι Έλληνες επαναστάτες εξόρμησαν από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Διονύσιο Κόκκινο, πήραν μαζί τους ένα παλιό κανόνι και με σημαία τη χρυσοκέντητη εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, επέδραμαν κατά των Καλαβρύτων. Πολιόρκησαν επί πενθήμερο τους Τούρκους και τους ανάγκασαν να παραδοθούν. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν 2 νεκροί και 3 τραυματίες, μεταξύ αυτών και ο Νικόλαος Σολιώτης. Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες για τους πολιορκουμένους Τούρκους, αφού πολλοί από αυτούς κατεσφάγησαν, αν και είχαν παραδοθεί. Οι επαναστάτες πήραν ως λάφυρα πάνω από 100 όπλα, με τα οποία εξοπλίσθηκαν και άλλοι αγωνιστές.
Η πολιορκία και η παράδοση των Καλαβρύτων θεωρείται ως η πρώτη πολεμική επιχείρηση της Ελληνικής Επανάστασης.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

«Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα»


«Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.
Αλλά δεν θάμαι πια εγώ. Θα’ ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατο τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δεν με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα στο ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γέλιο.
Κι ας μου φαινόταν γελοίο».
Από το «Αναζητώντας Κροκανθρώπους»
 Λάδια σε χαρτί και κολλάζ
του Γιώργου Μικάλεφ
Κείμενο του Μηνά Κωνσταντίνου


Η 17η Μαρτίου του 1988 ήταν η ημέρα που ο Νικόλας Άσιμος αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η κατηγορία του βιασμού που τον στιγμάτισε, ήρθε λίγο μετά από μία βίαιη περιπέτεια, που με την παρέμβαση των φίλων του, από θαύμα δεν βρέθηκε έγκλειστος σε ψυχοθεραπευτική κλινική. Το ίδιο κοντά βρέθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, καταφέρνοντας να μείνει εκτός καταβάλλοντας χρηματική εγγύηση.

Το βάρος της κατηγορίας του βιασμού, ωστόσο, αποδείχτηκε αβάστακτο για τον Άσιμο, που μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες, κρεμάστηκε τελικά στον «Χώρο Προετοιμασίας», το σπίτι του στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημακόπουλος και γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949. Σχολείο πήγε στην Κοζάνη, επιδεικνύοντας σημαντική κλήση στον αθλητισμό με σημαντικές επιδόσεις στο άλμα εις ύψος στους μαθητικούς αγώνες, χωρίς τελικά να προχωρήσει περαιτέρω η ενασχόλησή του.

Σε ηλικία 18 ετών βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, με στόχο του να περάσει στο τμήμα της Δημοσιογραφίας. Με την οποία τελικά θα ασχοληθεί ερασιτεχνικά, αφήνοντάς του το ψευδώνυμο Άσιμος το οποίο θα τον ακολουθούσε μέχρι το θάνατό του.

Τα χρόνια κύλησαν με τον Άσιμο να κάνει εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ, τα τραγούδια του να ανθίζουν και να τον βάζουν στο μάτι των Αρχών, με τον ίδιο να αγνοεί όλες τις προειδοποιήσεις για λογοκρισία. Φυσικό αποτέλεσμα, να οδηγηθεί στην Ασφάλεια, «επίσκεψη» που του «κόστισε» μία χαμένη ταυτότητα. Ταυτότητα που αναπλήρωσε μετά από 18 χρόνια, καταφέρνοντας να του την εκδώσουν με τη «διευκρίνηση» στο σημείου του θρησκεύματος, «άνευ θρησκεύματος».

Το 1973 κατεβαίνει στην Αθήνα και δοκιμάζει την τύχη του σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα. Συνεργάζεται με αρκετούς τραγουδιστές, καλλιτέχνες και συνθέτες, και ο Άσιμος αρχίζει να παίρνει τη μορφή που αγάπησε όλη η Ελλάδα, μετά τον θάνατό του. Τότε, με πρόσωπα όπως ο Γκαϊφύλιας, Τραντάλης, Μουζακίτης και άλλοι στο πλευρό του, παρουσιάζει ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα ενάντια στο κατεστημένο. «5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο» μερικές από τις παραστάσεις του.

Το 1975 έρχεται το δισκάκι των 45 στροφών «Ρωμιός-Μηχανισμός». Ακολουθούν οι περιβόητες κασέτες του, που ο ίδιος ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος στα Προπύλαια, το Πολυτεχνείο, το Μοναστηράκι, τα Εξάρχεια. Δημιουργεί την «Exarchia Square Band» και συμμετέχει σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου, διάφορα δρώμενα.

Το 1976 είναι η χρονιά που θα του φέρει την κόρη του Λίλιαν, τη μικρή Νιουνιού, που απέκτησε με τη σύντροφό του Λίλιαν. Το παιδί, όμως, δεν έφερε την ευτυχία στο ζευγάρι, με τη Λίλιαν να τον αφήνει και τον Άσιμο να μένει μόνος να φροντίζει την κόρη του.

Έναν χρόνο μετά, θα έχει ακόμα μία περιπέτεια με τον νόμο, όταν μαζί με άλλους πέντε εκδότες-συγγραφείς κατηγορούνται ως «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Ο Άσιμος ριζοσπαστικοποίείται συνεχώς όλο και περισσότερο, και ως απαύγασμα όλων των παραπάνω, «γεννάει» τους Κροκανθρώπους του.

Στο βιβλίο του, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», ο Άσιμος αφήνει στις γενιές που θα ακολουθήσουν την ανεκτίμητη παρακαταθήκη του. Έναν χρόνο αργότερα, το 1982, κυκλοφορεί τον δίσκο του με τίτλο «Ξαναπές το» με τη συμμετοχή της Χαρούλας Αλεξίου και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Το τέλος του, πολύ πριν αυτό έρθει, ο ίδιος είχε καταφέρει να το «δει» κατάματα, παρουσιάζοντας μία χαρακτηριστική διαύγεια μέσα στη θολούρα που πολλοί του απέδιδαν. Τα τραγούδια του, θα μείνουν για πάντα να μας συντροφεύουν και να θυμίζουν, πέρα από όλα τα υπόλοιπα, πως η εικόνα δεν είναι σχεδόν ποτέ ειλικρινής σε σχέση με το περιεχόμενο. Οι στίχοι του, θα μείνουν να εξηγούν ακόμα και σήμερα «τον Μηχανισμό» του κόσμου.

Ο Άσιμος έφυγε, στο σπίτι του στην Καλλινδρομίου, μόνος και παρεξηγημένος. Ο Νικόλας έμεινε για πάντα εδώ. Bραχνός Διογένης, πότε μέσα και πότε έξω από το πιθάρι του, να χτυπά και να χαλά με την απέθαντη ματιά και τα λόγια του τις βεβαιότητες και τους μικρόκοσμους που ο καθένας και η καθεμιά, ακόμα και σήμερα, πασχίζει να χτίσει...

 Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκανθρώπους»:


πηγή: