Μήπως ήρθε τώρα ο καιρός ο κατάλληλος και τ΄άστρα συμφωνούν για να βγάλουμε το τσιρότο από το στόμα; Μήπως " ήγγικεν η ώρα; " για να λυθεί η σιωπή των αμνών και ν' άκούσουμε επιτέλους τη φωνή τους; για τη φωνή των αμνών μιλάω κι όχι για τα γνωστά και συνήθη βελάσματα ε! Αυτός είναι ο σκοπός και ο στόχος αυτού του blog. 'Ολοι εμείς τα πρόβατα να αποκτήσουμε φωνή!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023
«ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΤΑ ΤΑΝΚΣ» Ο 17χρονος Διομήδης Κομνηνός ήταν ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου.
Το αγόρι που αψήφησε τα τανκς Στις 16 Νοεμβρίου 2001, ο βελγικής καταγωγής δημοσιογράφος Albert Coerant που βρέθηκε στο Πολυτεχνείο το 1973 και κατέγραψε με την κάμερά του τις συγκλονιστικές στιγμές με την εισβολή του τανκ, έγραψε ένα άρθρο για τον πρώτο νεκρό του Πολυτεχνείου τον Διομήδη Κομνηνό. Ο τίτλος ήταν
“The boy who braved the tanks”....
Η συγκλονιστική μαρτυρία του Βέλγου δημοσιογράφου
Αναδημοσιεύουμε από:
ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973, το Πολυτεχνείο ήταν γεμάτο από φοιτητές και άλλους νέους που αντιστέκονταν στη Χούντα των Αθηνών. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ανακοινώνει στους δημοσιογράφους το επαναστατικό μανιφέστο της εξέγερσης: «Αρχίζοντας πολιτικό αγώνα οι φοιτητές και οι Έλληνες εργαζόμενοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο, ξεκαθαρίζουν τις θέσεις τους και καλούν τον Ελληνικό Λαό να συσπειρωθεί γύρω τους, να αγωνιστεί μαζί τους ως την τελική νίκη. Όλοι ενωμένοι στον αγώνα για τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία…».
Η ηγεσία της Χούντας εξοργίζεται και η αστυνομία γίνεται πιο βίαιη.
Οι συγκρούσεις μεταξύ φοιτητών – αρχών γίνονται σφοδρότερες ενώ οι συμπλοκές, εξαπλώνονται σε όλο το κέντρο της Αθήνας. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε Νοσοκομείο και οι φοιτητές σε εθελοντές τραυματιοφορείς και νοσηλευτές. Μεταξύ τους ο Διομήδης Κομνηνός. Μόλις 17 ετών, τελειόφοιτος Γυμνασίου, ετοιμαζόταν να ξεκινήσει σπουδές στο Πολυτεχνείο. Ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου. Ο Διομήδης ήταν πολιτικοποιημένος και είχε βρεθεί στη Νομική Σχολή κάποιους μήνες πριν όταν οι φοιτητές ήρθαν σε σύγκρουση με την αστυνομία. Εκείνη τη φορά τον ξυλοκόπησαν, όμως γλίτωσε. Στο Πολυτεχνείο έφτασε το βράδυ της 14ης Νοεμβρίου. Στο σπίτι του πήγαινε μόνο για να πλυθεί και να αλλάξει ρούχα. Οι γονείς του δεν τον εμπόδισαν να ξαναπάει, αλλά ο πατέρας του ανησυχούσε και του έλεγε «Κοίταξε να γυρίσεις γερός»….
Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου ενώθηκε μαζί με άλλους μαθητές, φοιτητές και πολίτες στη γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη και Αβέρωφ, μεταφέροντας τραυματίες. Γύρω στις 21:30, ο Διομήδης έπεσε νεκρός λίγα μέτρα έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου.
Ο δολοφόνος του βρισκόταν λίγα μακριά του και τον σκότωσε με μια σφαίρα στην καρδιά. Ήταν φρουρός στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. «Μεταξύ φονευθέντων», έλεγε η επίσημη ανακοίνωση της χούντας, «είναι και ο Διομήδης Κομνηνός, ετών 17 με βεβαρημένο παρελθόν». Όταν ο πατέρας του άκουσε πως στο Πολυτεχνείο έπεφταν πυροβολισμοί προσπάθησε να πλησιάσει όμως αυτό ήταν αδύνατο. Τότε πήρε σβάρνα τα νοσοκομεία προσπαθώντας να εντοπίσει τον γιο του και πιστεύοντας πως απλά θα είχε τραυματιστεί στις συγκρούσεις. Η μαρτυρία του πατέρα του Διομήδη είναι συγκλονιστική: «Η αστυνομία απαγόρευε παντού την είσοδο. Αργότερα μου τηλεφώνησαν φίλοι πως άκουσαν το όνομά του Διομήδη ανάμεσα στους νεκρούς που ανακοινώθηκαν στα δελτία ειδήσεων. Πήγα στο νεκροτομείο για αναγνώριση πτώματος. Μου έδειξαν το παιδί μου παγωμένο και νεκρό. Τον φίλησα στα ανοικτά του μάτια και στην πληγή στην καρδιά κι έκοψα μια τούφα από τα μαλλιά του. Ο αστυνομικός μου είπε “αχ αυτά τα παιδιά… δεν ακούνε”. Ήταν η δική του εκδοχή…»
Το αγόρι που αψήφησε τα τανκς
Στις 16 Νοεμβρίου 2001, ο βελγικής καταγωγής δημοσιογράφος Albert Coerant
που βρέθηκε στο Πολυτεχνείο το 1973 και κατέγραψε με την κάμερά του τις συγκλονιστικές στιγμές με την εισβολή του τανκ, έγραψε ένα άρθρο για τον πρώτο νεκρό του Πολυτεχνείου τον Διομήδη Κομνηνό. Ο τίτλος ήταν “The boy who braved the tanks”. […] Κατά τη διάρκεια των θλιβερών εβδομάδων μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ένας επισκέπτης εμφανίστηκε στο γραφείο μου «Απλά λέγε με Γιάννη» είπε. «Άκουσα ότι έχετε αποσιωπήσει την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σε παρακαλώ πες μου ό,τι έχεις δει». Καθώς ήταν ένας φιλικός έξυπνος άνθρωπος δέχτηκα να μιλήσω. Του διηγήθηκα κάποιες σκηνές απίστευτου θάρρους στις οποίες είχα γίνει μάρτυρας -σήμερα πασίγνωστες χάρη σε αναρίθμητα άρθρα εφημερίδων και ντοκιμαντέρ που προβάλλονται ανελλιπώς από την τηλεόραση. Ήμουν επίσης σε θέση να περιγράψω περιστατικά άγνωστα στην κοινή γνώμη. […] Ο επισκέπτης μου είπε ότι ο γιος του ήταν ένας από τους νεαρούς του Πολυτεχνείου εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν πολύ μετριόφρων για να μιλήσει γι’ αυτό. Ο άντρας μου ζήτησε την άδεια για να ξανάρθει. Κατά τη διάρκεια της επόμενης επίσκεψης είπε ότι αισθανόταν βαθιά συγκινημένος από τον ηρωισμό που επέδειξε η ελληνική νεολαία εκείνη την εποχή.
The boy who braved the tanks. Το άρθρο του Albert Coerant. μετάφραση: Έφη Γιαννακοπούλου […] Μια μέρα ο επισκέπτης μου άρχισε να μιλά για το δεκαεξάχρονο γιο του. Τον περιέγραφε σαν ένα σοβαρό παιδί ανυπομονούσε να ‘ρθει η μέρα που θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, το περίφημο Πολυτεχνείο για να γίνει μηχανικός ή αρχιτέκτονας.
«Ο Θεός με ευλόγησε δίνοντάς μου αυτό το παιδί», πρόσθεσε «είναι τόσο έξυπνο και επιμελές. Αλλά μη νομίζεις ότι είναι και καλόγερος» πρόσθεσε χαμογελώντας. «Αγαπάει τα κορίτσια και αυτές τον αγαπούν». Μου έδειξε τη φωτογραφία ενός όμορφου αγοριού. Από μέσα μου χαμογέλασα ακούγοντας τους επαίνους και σκέφτηκα ότι είναι ειρωνικό να ακούω άλλον έναν περήφανο Έλληνα γονιό. Ο επισκέπτης μου συνέχιζε να έρχεται. Πάντα κουβαλούσε πακέτα, μια φορά παιχνίδια για τα φτωχά παιδάκια του φτωχοκομείου και μια άλλη φορά βιβλία με δερμάτινο εξώφυλλο για το γιο του. Συνήθιζε να μιλά για διάφορα θέματα, φαινόταν μορφωμένος, αλλά η συζήτηση κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο -με επαίνους για τον πολυαγαπημένο του γιο. Μια μέρα η διάθεσή του φαινόταν διαφορετική και κοίταζε επίμονα έξω από το παράθυρο. Τότε έμενα δίπλα σε ένα νεκροταφείο. Ξαφνικά βγήκε από τη μελαγχολία του και αναφώνησε: Είμαι ευτυχισμένος που ο γιος μου έχει ολόκληρη τη ζωή μπροστά του, είναι τόσο νέος». Αρκετές φορές τον ρώτησα γιατί δεν έφερνε το παιδί – θαύμα να το γνωρίσω. «Είναι πολύ απασχολημένος με το διάβασμα και το φλερτ με τα κορίτσια» ήταν η συνηθισμένη του απάντηση. Μετά από αρκετά συχνές επισκέψεις ο επισκέπτης μου χάθηκε για ένα δύο χρόνια. Άρχισε να μου λείπει. Αλλά ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι. Αυτή τη φορά έλαμπε! Ο γιος του είχε περάσει τις εξετάσεις για το Πολυτεχνείο- με πολύ υψηλή βαθμολογία. Πάλι κουβάλαγε πακέτα και πακέτα και ένα αεροπορικό εισιτήριο στο όνομα του γιου του. Ο νεαρός θα έμενε με συγγενείς στην Αμερική το καλοκαίρι. Έγινε κι ένα μεγάλο πάρτι με τουλάχιστον πενήντα αγόρια και κορίτσια-ο νεαρός ήταν πολύ δημοφιλής. Όταν έφυγε ο επισκέπτης μου πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο για να βρω τον αριθμό του τηλεφώνου του. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να αγοράσω ένα δώρο για το γιο του που τον ένιωθα σαν ένα φίλο που δε γνώρισα ποτέ. Όταν χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού του Γιάννη μου άνοιξε μια κυρία και τη ρώτησα αν ήταν η μητέρα του αγοριού. «Θέλω να σας συγχαρώ για τον εξαιρετικό γιο σας. Άκουσα ότι πέρασε από τους πρώτους στις εξετάσεις. Ο σύζυγός σας μου είπε ότι θα γίνει μηχανικός. Μπορώ να περάσω για να του δώσω ένα μικρό δώρο;». «Ο γιος μου, απάντησε με θλίψη στη φωνή, δε θα γίνει ποτέ μηχανικός και δε θα μπει ποτέ στο Πανεπιστήμιο, πέθανε πριν από τρία χρόνια». Μετά η φωνή της πνίγηκε σε ένα λυγμό, «Σκοτώθηκε από σφαίρα αστυνομικού στην πύλη του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973».
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-17chronos-diomidis-komninos-itan-o-protos-nekros-toy-polytechneioy/
...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΗΝ "ΜΤΧ"
mixanitouxronou.gr
50 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
5 συγκλονιστικές μαρτυρίες για το Πολυτεχνείο.
Το φιλμ της εισβολής του τανκ, η σύλληψη του Πρύτανη και η σφαίρα στην καρωτίδα ΧΟΥΝΤΑ Πώς “άνοιξε” η εξορία της Γυάρου το 1967.
................................
#Γιάννης_Ρίτσος - Το αγόρι και η πόρτα
"Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! - φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, - η ιστορία
Να προφτάσουμε".
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022
Γιατί και μετά την εξέγερση είχαμε νεκρούς για το Πολυτεχνείο...
Σαν_σήμερα #17_Νοέμβρη_1973
#Χούντα_Συνταγματαρχών
#Νεκροί_του_Πολυτεχνείου
#16_Νοέμβρη_1980... 🕯️🕯️🕯️#16_Νοέμβρη_1985
#ΝΤΡΟΠΗ _και_ΑΙΣΧΟΣ
Γιατί και μετά την εξέγερση είχαμε νεκρούς
για το Πολυτεχνείο.
#16_Νοέμβρη_1980: Η αστυνομία δολοφονεί #Κουμή και #Κανελλοπούλου
#17_Νοέμβρη_1985: Δολοφονία 15χρονου
#Μιχάλη_Καλτεζά
Έτσι για να μην παραπονούνται ...και τρώγονται
μεταξύ τους τα 2 μεγάλα μας κόμματα με τις κυβερνήσεις τους ...
Πιο συγκεκριμένα:Κατά τη διάρκεια της πορείας για τον εορτασμό
της 7ης επετείου του Πολυτεχνείου, δολοφονούνται από τα ΜΑΤ,
μετά από άγριο ξυλοδαρμό, η εργάτρια #Σταματίνα_Κανελλοπούλου (21 χρόνων) εργάτρια και ο #Κύπριος φοιτητής της Νομικής #Ιάκωβος_Κουμής (26 χρόνων),
και 5χρόνια μετά έχουμε ακόμα πιο φρικτή δολοφονία εκείνη του 15χρονου #Μιχάλη_Καλτεζά που πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του από τον αστυνομικό κατά την 12η επέτειο της 17ης Νοεμβρίου 1985.
Ο αστυνομικός καταδικάστηκε σε 2χρόνια φυλάκιση, αλλά άσκησε έφεση &κρίθηκε αθώος.
#Σταματίνα_Κανελλοπούλου
Σκοτώθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1980 στην 7η επέτειο μνήμης του Πολυτεχνείου
Η Σταματίνα Κανελλοπούλου ήταν εργάτρια που δολοφονήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1980 κατά τη διάρκεια της πορείας στην επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου σε ηλικία 21 ετών. Ξυλοκοπήθηκε βάναυσα έξω απ' το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στην Πανεπιστημίου, όταν η πορεία επιχείρησε να σπάσει την απαγόρευση της αστυνομίας και να κινηθεί προς την Αμερικανική Πρεσβεία, κάτι που προκάλεσε τη δολοφονική επέμβαση των ΜΑΤ. Χτυπήθηκε στο κεφάλι και στο σώμα και σύμφωνα με το πόρισμα της ιατροδικαστικής εξέτασης έφερε 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Διακομίσθηκε αναίσθητη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου εξέπνευσε.
Στην περίπτωση της Κανελλοπούλου δε μάθαμε ποτέ ποιοι ήταν οι 2 ΜΑΤατζήδες που ξέκοψαν από συγκεκριμένη διμοιρία που ήταν εκείνη την ώρα στη Πανεπιστημίου και καταδίωξαν με μανία τη Ματίνα στη στοά του Ζόναρς όπου την εγκλώβισαν και της κατάφεραν 18 χτυπήματα στο κεφάλι.
Επτά χρόνια αργότερα, το 1987 σε δίκη-παρωδία στην Άμφισσα, στο εδώλιο έκατσαν μόλις 3 άνδρες των ΜΑΤ παρότι αρχικά είχαν απαγγελθεί κατηγορίες και σε άλλους.
136 μάρτυρες βρέθηκαν στην εν λόγω δίκη.
Οι ΜΑΤατζήδες στις καταθέσεις τους είχαν..κενά μνήμης και τελικά αθωώθηκαν..!
Αξίζει να σημειωθεί πως ο
τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης πρώην στρατιωτικός #Δημήτρης_Δαβάκης δύο μέρες πριν τη πορεία κάλεσε μεταμεσονύχτια στο σπίτι του την ΕΦΕΕ και ωμά δήλωσε στον γραμματέα της
"Σας εξορκίζω μη πάτε πέρα από το Σύνταγμα γιατί δεν ελέγχω την αστυνομία, είναι ανεξέλεγκτοι"...!
Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως
Το ΠΑΣΟΚ της "Αλλαγής" που ανέλαβε την εξουσία λίγους μήνες μετά τα γεγονότα χωρίς να 'καθαρίσει' τα ΜΑΤ και χωρίς να αποδώσει δικαιοσύνη για τους νεκρούς, πήρε τη σκυτάλη από το "κράτος της Δεξιάς" (όπως το έλεγε ο Ανδρέας) εκτελώντας τον 15χρονο
#Μιχάλη_Καλτεζά λίγα χρόνια μετά
Μιχάλης Καλτεζάς ήταν ένας 15χρονος που πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του από αστυνομικό κατά την 12ηεπέτειο &τις διαδηλώσεις της 17ης Νοεμβρίου.
Ο αστυνομικός καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση, αλλά άσκησε έφεση και κρίθηκε αθώος.
Αφιερώνουμε σε όλους τους νεκρούς το τραγούδι προσκύνημα με τη φωνή του Νίκου Δημητράτου
Διαβάστε επίσης:
Ας θυμηθούμε: Τι αναπαριστά το γλυπτό στο Πολυτεχνείο που καταθέτουν λουλούδια
https://www.politispress.gr/ellada/s-thymithoyme-ti-anaparista-to-glypto-sto-polytechneio-poy-katathetoyloloydia/
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ- Ο πρώτος νεκρός , Πολυτεχνείο 1973
Αυτό το παιδί που μας κοιτά μαρμαρωμένο στο χρόνο, ήταν κάποτε, ο 17χρονος Διομήδης Κομνηνός.
Μοιάζει να μας ρωτά ένα τεράστιο ΓΙΑΤΙ;
Σκοτώθηκε στα δραματικά γεγονότα της ηρωικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου, από έναν άνανδρο δολοφόνο που όμως, το όνομά του, δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.
Ο Διομήδης πυροβολήθηκε τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου 1973, με όπλο 38 χιλιοστών (τι σύμπτωση!) από κάποιον αστυνομικό της φρουράς του υπουργείου Δημόσιας Τάξης.
Ο πατέρας του ζήτησε να γίνει βαλλιστική εξέταση, και να ερευνηθούν και τα 53 όπλα των αστυνομικών του τότε υπουργείου, πράγμα που δεν έγινε ποτέ.
Έτσι, ο δολοφόνος του Διομήδη, παρέμεινε άγνωστος.
Για τον Διομήδη, λέγεται πως ήταν ο πρώτος νεκρός. Γι αυτόν, όταν κάποιοι χουντικοί είπαν πως «είχε βεβαρημένο παρελθόν», γράφτηκε ένα πολύ συγκινητικό (και διδακτικό) ποίημα από τον Δημήτρη Ραβανή -Ρέντη ...
Βεβαίως
είχε βεβαρημένο παρελθόν ο Διομήδης
Πέντε χρονών στους ώμους του πατέρα του
φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο
δέκα χρονών ξυπόλυτος
με μια φέτα ψωμί στην τσέπη
βάδιζε στην πορεία της ειρήνης
στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία
Στα δέκα επτά
μ'ένα πλακάτ στο χέρι
ψωμί- παιδεία-ελευθερία.
Αμέσως μετά το Πολυτεχνείο, στην διάρκεια της πρώτης εβδομάδας που ακολουθεί, η Κωστούλα Μητροπούλου, έγραψε μια σειρά στίχων για τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Ένας από αυτούς τους στίχους, ήταν για τον πιο μικρό, που έφυγε από σφαίρα. Τον νεκρό τον ονομάζει Κωσταντή, αλλά είναι φανερό πως πρόκειται για τον νεαρό Διομήδη.
Ο λόγος που δεν αναφερόταν το πραγματικό του όνομα, είναι ότι η Κωστούλα, ακόμη δεν το ήξερε, έμαθε μόνο ότι σκοτώθηκε και ένα παιδί, μόλις 17 χρόνων. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος, εξαιρετικά συμβολικός και καλλιτεχνικός. Το όνομα Κωσταντής, είναι και μία αναφορά στον αιώνιο (πιστό στην τιμή, ελευθερία και στο καθήκον) Κωσταντή της φυλής μας, που μοιρολογά διαχρονικά η ελληνίδα μάνα (Τραγούδι του Νεκρού αδελφού).
Τους στίχους μελοποιεί ο Ανακρέων Παπαγεωργίου και το τραγούδι (όπως και όλα τα υπόλοιπα που έγραψε η Κωστούλα για το Πολυτεχνείο) ηχογραφείται μυστικά, στη διάρκεια της χούντας, με τη φωνή της Έλενας Ναθαναήλ.
Είναι η πρώτη και η μοναδική φορά που η Έλενα Ναθαναήλ, τραγούδησε, και αυτό μόνο για να τιμήσει τον Διομήδη Κομνηνό και τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Τα τραγούδια αυτά (Το Χρονικό των Τριών Ημερών) δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στη δισκογραφική αγορά.
ΥΓ- Η Κωστούλα Μητροπούλου, είναι πολύ γνωστή από τους στίχους που έγραψε στο τραγούδι "Ο Δρόμος" που μελοποίησε και τραγούδησε ο Μάνος Λοΐζος.
2-Η Έλενα Ναθαναήλ, συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά ποτέ δεν θέλησε να μιλήσει γι αυτό, όπως έκαναν όλοι όσοι εξαργύρωσαν αργότερα τον αγώνα τους, με κρατικοδίαιτες θέσεις.
Μοιάζει να μας ρωτά ένα τεράστιο ΓΙΑΤΙ;
Σκοτώθηκε στα δραματικά γεγονότα της ηρωικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου, από έναν άνανδρο δολοφόνο που όμως, το όνομά του, δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.
Ο Διομήδης πυροβολήθηκε τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου 1973, με όπλο 38 χιλιοστών (τι σύμπτωση!) από κάποιον αστυνομικό της φρουράς του υπουργείου Δημόσιας Τάξης.
Ο πατέρας του ζήτησε να γίνει βαλλιστική εξέταση, και να ερευνηθούν και τα 53 όπλα των αστυνομικών του τότε υπουργείου, πράγμα που δεν έγινε ποτέ.
Έτσι, ο δολοφόνος του Διομήδη, παρέμεινε άγνωστος.
Για τον Διομήδη, λέγεται πως ήταν ο πρώτος νεκρός. Γι αυτόν, όταν κάποιοι χουντικοί είπαν πως «είχε βεβαρημένο παρελθόν», γράφτηκε ένα πολύ συγκινητικό (και διδακτικό) ποίημα από τον Δημήτρη Ραβανή -Ρέντη ...
Βεβαίως
είχε βεβαρημένο παρελθόν ο Διομήδης
Πέντε χρονών στους ώμους του πατέρα του
φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο
δέκα χρονών ξυπόλυτος
με μια φέτα ψωμί στην τσέπη
βάδιζε στην πορεία της ειρήνης
στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία
Στα δέκα επτά
μ'ένα πλακάτ στο χέρι
ψωμί- παιδεία-ελευθερία.
Αμέσως μετά το Πολυτεχνείο, στην διάρκεια της πρώτης εβδομάδας που ακολουθεί, η Κωστούλα Μητροπούλου, έγραψε μια σειρά στίχων για τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Ένας από αυτούς τους στίχους, ήταν για τον πιο μικρό, που έφυγε από σφαίρα. Τον νεκρό τον ονομάζει Κωσταντή, αλλά είναι φανερό πως πρόκειται για τον νεαρό Διομήδη.
Ο λόγος που δεν αναφερόταν το πραγματικό του όνομα, είναι ότι η Κωστούλα, ακόμη δεν το ήξερε, έμαθε μόνο ότι σκοτώθηκε και ένα παιδί, μόλις 17 χρόνων. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος, εξαιρετικά συμβολικός και καλλιτεχνικός. Το όνομα Κωσταντής, είναι και μία αναφορά στον αιώνιο (πιστό στην τιμή, ελευθερία και στο καθήκον) Κωσταντή της φυλής μας, που μοιρολογά διαχρονικά η ελληνίδα μάνα (Τραγούδι του Νεκρού αδελφού).
Τους στίχους μελοποιεί ο Ανακρέων Παπαγεωργίου και το τραγούδι (όπως και όλα τα υπόλοιπα που έγραψε η Κωστούλα για το Πολυτεχνείο) ηχογραφείται μυστικά, στη διάρκεια της χούντας, με τη φωνή της Έλενας Ναθαναήλ.
Είναι η πρώτη και η μοναδική φορά που η Έλενα Ναθαναήλ, τραγούδησε, και αυτό μόνο για να τιμήσει τον Διομήδη Κομνηνό και τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Τα τραγούδια αυτά (Το Χρονικό των Τριών Ημερών) δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στη δισκογραφική αγορά.
ΥΓ- Η Κωστούλα Μητροπούλου, είναι πολύ γνωστή από τους στίχους που έγραψε στο τραγούδι "Ο Δρόμος" που μελοποίησε και τραγούδησε ο Μάνος Λοΐζος.
2-Η Έλενα Ναθαναήλ, συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά ποτέ δεν θέλησε να μιλήσει γι αυτό, όπως έκαναν όλοι όσοι εξαργύρωσαν αργότερα τον αγώνα τους, με κρατικοδίαιτες θέσεις.
'Εκείνη την νύχτα...Σαν σήμερα ...πριν 49 χρόνια...
#Εκείνη_τη_νύχτα
Μιλήστε για τους άλλους σταυρωμένους
για τους χαροκαμένους
το γιο μου και το γιο της
βλαστάρια που θερίσανε κατάστηθα φωτιά
εκείνη τη νυχτιά
στο κούρσεμα της νιότης
Ξύλο στο ξύλο κάρφωναν
τρεις μέρες το σταυρό τους
με την ψυχή στο στόμα
προσμένοντας ακόμα
εκείνους που δε στάθηκαν
μια νύχτα στο πλευρό τους
Μιλήστε για τους άλλους σταυρωμένους
τους αδικοχαμένους
και πού να σε πετύχω
αγόρι που δε χώραγε του κόσμου η ξεγνοιασιά
στην κοσμοχαλασιά
σε ψάχνω τοίχο τοίχο
📀 #Εκείνη_τη_νύχτα 📀
📝 #Γιώργος_Καλαμαριώτης
🎼🎵🎹🎶#Μίμης_Πλέσσας
🎤🎧📀 #Μαρία_Δουράκη
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021
Επέτειος Πολυτεχνείου 48 χρόνια μετά. Δύο υπέροχα animation για να εξηγήσετε στα παιδιά γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο.
Αναδημοσιεύουμε από
www.infokids.gr
Δύο υπέροχα animation για να εξηγήσετε στα παιδιά γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου 48 χρόνια πριν– 17η Νοεμβρίου 1973 – Τι γιορτάζουμε ;
Η σελίδα “Μαθαίνουμε κι αλλιώς” δημιούργησε ένα πρωτότυπο εκπαιδευτικό animation για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973, με σκοπό να γνωρίσουν οι μαθητές Νηπιαγωγείου και Δημοτικού τα γεγονότα που σημάδεψαν το Πολυτεχνείο.
Το βίντεο περιλαμβάνει υπότιτλους
“12410 και 1 τριαντάφυλλα”
Μια πρωτότυπη προσέγγιση στα γεγονότα του ’73 αποτελεί το βίντεο κινουμένων σχεδίων “12410 και 1 τριαντάφυλλα” στο οποίο πρωταγωνιστεί μια γάτα και μας μεταφέρει στη βραδιά του Πολυτεχνείου.
Ο δημιουργός του φιλμ αξιοποίησε πραγματικές λήψεις από τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1973 και τα «δείχνει» μέσα από τα μάτια μιας γάτας που ήταν στο Πολυτεχνείο τη μοιραία νύχτα.
Οι φόνοι, η βία και η αυθαιρεσία της χούντας των συνταγματαρχών περνάνε σαν φλας-μπακ από τα μάτια και τη μνήμη του αιλουροειδούς, με τον γάτο να παραδέχεται στο τέλος πως «γέρασα, όπως γερνούν και τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται».
Το κινούμενο σχέδιο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην ET1 στην επέτειο της εξέγερσης του 2010, εξ’ ου και ο τίτλος της, καθώς από το 1973 μέχρι το 2010 είχαν μεσολαβήσει 12.410 ημέρες.
Στην επέτειο του Πολυτεχνείου, γιορτάζουμε την ελευθερία, τη δημοκρατία και το δικαίωμα όλων να σκέφτονται και να εκφράζονται ελεύθερα.
Ένα δικαίωμα που διεκδίκησαν το 1973 φοιτητές θυσιάζοντας ακόμα και την ίδια τους τη ζωή.
Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική και δυναμική εκδήλωση της λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών.
Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, με κατάληψη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών από φοιτητές και σπουδαστές που κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική εξέγερση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17 Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο άρματος μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου και την επαναφορά σε ισχύ του σχετικού στρατιωτικού νόμου που απαγόρευε συγκεντρώσεις και την κυκλοφορία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Το πρωί της Τετάρτης (14/11/1973) πραγματοποιήθηκαν Γενικές Συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων, για να συζητηθεί το ζήτημα των φοιτητικών εκλογών.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, αποφασίστηκε η κατάληψη του κτιρίου του Πολυτεχνείου, κάτω από τον έλεγχο Συντονιστικής Επιτροπής.
Οι Γενικές Συνελεύσεις ολοκληρώθηκαν και οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν να ενωθούν με τους υπόλοιπους φοιτητές .
Η κατάληψη συνεχίστηκε και εν τω μεταξύ οι κλεισμένοι στο κτίριο φοιτητές ενώθηκαν με τους συγκεντρωμένους απ’ έξω πολίτες και κατέλαβαν όλο το χώρο μπροστά από το Πολυτεχνείο, φωνάζοντας συνθήματα, όπως : “ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ”, “ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΤΥΡΡΑΝΙΑ”, “ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΛΑΕ”, “ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”
Σάββατο 17 Νοέμβρη.
Λίγο πριν τη 1, τα τανκς μπήκαν στην οδό Πατησίων.
Τεθωρακισμένα, στρατιώτες και αστυνομικοί έκαναν κινήσεις γύρω από το Πολυτεχνείο. Στους γύρω δρόμους οι συγκρούσεις συνεχίζονταν με ένταση.
Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός του Πολυτεχνείου εξακολουθούσε να μεταδίδει προς τους στρατιώτες: “Είμαστε άοπλοι, θα σας υποδεχτούμε με χειροκροτήματα”.
Τα άρματα είχαν σταματήσει στις δύο γωνίες Πατησίων – Αβέρωφ και Πατησίων – Στουρνάρα, ενώ στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρα αστυνομικοί περίμεναν.
Στις 2:59 τρία τανκς εφόρμησαν προς το Πολυτεχνείο.
Ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, ένα ΑΜΧ 30 που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη, οπισθοχώρησε λίγο και μετά έπεσε με ορμή πάνω της.
Η πύλη γκρεμίστηκε και πολλά κορμιά πλακώθηκαν.
Η Αθήνα έμοιαζε με βομβαρδισμένη πόλη.
Ο αγώνας των φοιτητών του Πολυτεχνείου δεν προκάλεσε τη πτώση της δικτατορίας.
Θα περνούσαν 8 ακόμη μήνες και η τραγωδία της Κύπρου για να φύγουν από την εξουσία οι δικτάτορες.
Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017
"ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" , 44 χρόνια μετά , μετράει μόνο η σιωπή...
Γιώργης Σαράντης
Εδώ Πολυτεχνείο
Τρείς νύχτες καίγανε οι φωτιές
την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες
Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
και τότε τον είδα
λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκρυαγές
να τρέχει προς το θάνατο
Αλέξανδρε του φώναξα
Αλέξανδρε
κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
πάλι και πάλι
Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
δε βρήκα παρά στάχτη
Σ’ όλους τους δρόμους
οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Εδώ Πολυτεχνείο
Τρείς νύχτες καίγανε οι φωτιές
την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες
Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
και τότε τον είδα
λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκρυαγές
να τρέχει προς το θάνατο
Αλέξανδρε του φώναξα
Αλέξανδρε
κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
πάλι και πάλι
Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
δε βρήκα παρά στάχτη
Σ’ όλους τους δρόμους
οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.
Το αγόρι και η πόρτα
Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! - φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, - η ιστορία
Να προφτάσουμε.
![]() |
| ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ- Ο πρώτος νεκρός , Πολυτεχνείο 1973 |
ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ:
Νικηφόρος Βρεττάκος
Μικρός τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί.
Το Νοέμβρη, λοιπόν
Μικρός τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί.
Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα
μετράει μόνο η σιωπή.
Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει την ''Ρωμιοσύνη''
στο Πολυτεχνειο στην επέτειο ενος
χρόνου απο τα γεγονότα της εξέγερσης (1974)
Απο το ντοκιμαντερ - χρονικό της μεταπολίτευσης,
από τη φοιτητική εξέγερση του 1973
μέχρι τον Αύγουστο του 1975 του
Νίκου Καβουκίδη με τίτλο «Μαρτυρίες»
Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει την ''Ρωμιοσύνη''
στο Πολυτεχνειο στην επέτειο ενος
χρόνου απο τα γεγονότα της εξέγερσης (1974)
Απο το ντοκιμαντερ - χρονικό της μεταπολίτευσης,
από τη φοιτητική εξέγερση του 1973
μέχρι τον Αύγουστο του 1975 του
Νίκου Καβουκίδη με τίτλο «Μαρτυρίες»
...Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα,
μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
- περμένουνε την ώρα,
δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα,
μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
- περμένουνε την ώρα,
δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση.
Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας
Ο Αξιωματικός του Άρματος μιλάει για το Πολυτεχνείοείναι δικό τους και δικό μας
![]() |
| πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 17 Νοεμβρίου 1973 |
Το Νοέμβρη, λοιπόν
Του Νίκου Σαραντάκου
Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη
γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου,
της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται·
εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα,
βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες,
ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη,
φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα
και μοναχά στους γιορτασμούς
εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα.
Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει,
κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις,
κατά τις επετείους δηλαδή.
Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά,
αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν,
θαρρώ·
έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς,
από τις πύλες των οδών Στουρνάρα
και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει,
αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα
απογέματα κλείνει νωρίς,
οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται.
Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος
μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα,
γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος
για να δίνουν ραντεβού·
κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου,
οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα,
πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει,
είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα,
είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται
το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους,
και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες
που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν,
κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά
ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού.
Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος,
οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα,
«Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί»,
γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος»,
ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετραγώνου,
από την Πατησίων και τη Στουρνάρα,
που και πιο πολυσύχναστες είναι,
και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις,
απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο
έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο
να κολληθεί επιτυχώς χαρτί,
ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορφος,
στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα
που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν
τη φωνή των τοίχων·
έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της.
Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες,
βρίσκεις και συνθήματα·
άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα,
οπότε λέγονται χαρτοπανώ,
και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτεχνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά
— απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο,
συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό.
Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριότητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλητήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύμνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν,
σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα·
παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία,
ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου
να μη μπορεί να τα ζυγώσει,
κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές,
που μας προέτρεπαν να σεβαστούμε το μνημείο·
του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους.
Και για να πούμε του στραβού το δίκιο,
ακόμα και από αισθητικής πλευράς,
συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο
ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες
να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ
όπως τυχαία βρίσκονταν
η μια δίπλα και πάνω από την άλλη
–και οπωσδήποτε,
πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε,
παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής»
του αφισοκτόνου αποσπάσματος,
άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι,
γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού,
με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα
και από κάτω να αχνοφαίνονται
τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων
αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας,
Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε,
Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει
και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι
που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική
και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.
Σε εποχές αναβρασμού, περιόδους προεκλογικές λογουχάρη ή παραμονές επετείων, του Νοέμβρη ή της Πρωτομαγιάς,
η μάχη τής αφίσας είναι έντονη και ο καθείς μη βρίσκοντας χώρο ελεύθερο σκεπάζει αυτά που ο προηγούμενος είχε κολλήσει καλύπτοντας με τη σειρά του κάποιον τρίτο.
Αν και υπάρχει κάποιος εξαιρετικά λεπτομερής και πλατιά γνωστός κώδικας καλής συμπεριφοράς που διέπει τα της αφισοκόλλησης, πότε και πώς επιτρέπεται δηλαδή τον άλλο να σκεπάσεις και πότε όχι, αυτός τηρείται μόνο τον καλό τον καιρό,
γιατί όταν έρχεται η φούρια, ας πούμε την παραμονή τής σημαδιακής μέρας, κανείς δεν υπολογίζει ιδιαίτερα τα σαβουάρ βιβρ και φυσικά αντεγκλήσεις κι επεισόδια δεν λείπουν·
καθώς μάλιστα οι αφισοκολλητές κουβαλούν εργαλεία
αν όχι φονικά πάντως επίφοβα, τη βούρτσα
και το μπουγέλο με την κόλλα σα να λέμε,
η κάθε τέτια μικροαψιμαχία μπορεί
ν' αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της —
για να εισπράττουν οι στεγνοκαθαριστές
και να σιχτιρίζουν οι μανάδες.
Πάντως, το Νοέμβρη τουλάχιστο,
τις τελευταίες-τελευταίες μέρες η ΕΦΕΕ συστήνει
— κι όλοι υπακούουν
— να μην κολλιούνται αφίσες οργανώσεων και κομμάτων,
παρά μονάχα ενωτικές·
έτσι, πέφτει λιγάκι ο πυρετός,
και ύστερα, όταν τελειώσει η ιστορία, ο κλητήρας με μια του κίνηση έρχεται και ξεκολλά μια παχύτατη φλούδα χαρτί που περικλείνει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων,
από τη δεξιά ως την άκρα αριστερά σε στρώματα επάλληλα, σαν σε κρεμμύδι, η επανάσταση κι η αντεπανάσταση μαζί.
Ωστόσο, τις υπόλοιπες τις μέρες,
όταν οι επέτειες είναι μακριά,
η προσφορά είναι πιο πολλή
από τη ζήτηση και δεν υπάρχει κώλυμα στο κόλλημα·
τότε εμφανίζονται και ωραία μεγάλα χαρτοπανώ φτιαγμένα με μεράκι, που αφορούν τα εκάστοτε προβλήματα του χώρου, χειρόγραφες εφημερίδες τοίχου των σπουδαστών των γύρω τεχνικών σχολών, καμιά αναρχική στη χάση και στη φέξη,
αλλά και καλλιτεχνικές που διαφημίζουν κάποια παράσταση ή συναυλία· εμπορικές αφίσες όμως δεν ευδοκίμησαν ποτέ εδώ και καλά να πάθουν γιατί παλιότερα,
που αφισοκόλληση εκτός πανεπιστημιακού ασύλου σήκωνε αυτόφωρο χωρίς εξαγορά, κίνδυνος μεγαλύτερος κι απ’ την αστυνομία ήσαν τα διάφορα γραφεία ταξιδιών,
τα οποία εν ριπή οφθαλμού γέμιζαν την Ακαδημίας
με διαφημίσεις για εκδρομές στην Πόλη ή στο Λονδίνο
και σκέπαζαν κάθε πολιτική αφίσα χωρίς
να λογαριάζουν τον κόπο μας τον αφιλοκερδή.
Από την πόρτα τής οδού Στουρνάρα
μπαίνεις στο προαύλιο·
δεξιά τω εισερχομένων βρίσκεται
το πιο διάσημο κτίριο του συγκροτήματος,
το κτίριο Γκίνη, που λέγεται έτσι σε ανάμνηση
κάποιου πρύτανη, κι έτσι ο χώρος
ο μετά την είσοδο έχει επικρατήσει
να λέγεται «στου Γκίνη», το ίδιο κι η πόρτα·
πάντα υπάρχει κόσμος στο προαύλιο πλήθος,
το μέρος όμως βρίσκεται στις δόξες του
το τριήμερο του γιορτασμού, το Νοέμβρη.
Πρώτα-πρώτα, με κάποιο τρόπο κλείνεται
συμφωνία μυστική με τα στοιχεία τής φύσης
και τόσα χρόνια, κάθε που γιορτάζει το Πολυτεχνείο
ο καιρός τρεις μέρες μένει χαρωπός,
σχεδόν αίθριος έως νεφελώδης,
κι αν συννεφιάσει δε θα βρέξει,
κι αν βρέξει θα ’ναι σύντομο ψιχαλητό.
Κείνες τις μέρες λοιπόν, ανοίγουν λες
πιο διάπλατα οι πύλες του ιδρύματος
για να δεχτούνε τους προσκυνητές,
κι είναι τόσοι πολλοί αυτοί
που χάνεις το λογαριασμό·
γεμίζει φίσκα η αυλή, μία πολύχρωμη
πολύβουη βαβέλ ο κόσμος,
αλλά οι πιο ζωντανές παρουσίες είναι
τα γυμνάσια και τα λύκεια,
συντεταγμένα τμήματα καθώς βαδίζουν
με το στεφανηφόρο επικεφαλής
φωνάζοντας συνθήματα με τις φωνές τους
τις εφηβικές τις λίγο τσιριχτές,
κάπως παράταιρα να βγαίνουν,
να χτυπούν παλαμάκια και να τραγουδούν,
χαμογελαστά να προχωρούν προς τα μέσα,
να τους χειροκροτούν οι γύρω,
έρχονται λοιπόν, καταθέτουν το στεφάνι τους
εκεί μπροστά, πλάι στα άλλα,
ύστερα σκορπούν και την αράζουν
μπουλούκια-μπουλούκια στα παρτέρια τής αυλής,
τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονών
με το χαρακτηριστικό χαχανητό τής ηλικίας,
χωρίς όμως πια την ομοιομορφία τής ποδιάς,
με τα επετειακά αυτοκόλλητα των οργανώσεων
πλάκα στο στήθος σαν παράσημα θαυμαστών
κατορθωμάτων και με τα μάτια λαμπερά,
ζουζουνίζουν για κάμποσο στο προαύλιο,
μία ώρα, δυο, έπειτα φεύγουν,
αλλά διαρκώς άλλα γυμνάσια έρχονται
κι ολημερίς θα χρωματίζουν τα παιδιά τη γιορτή·
όλη αυτή την ώρα τα μεγάφωνα
που για το γιορτασμό έχουν τοποθετηθεί
παίζουν τραγούδια αγωνιστικά,
την ηχογραφημένη εκπομπή απ το σταθμό
των φοιτητών κείνης της νύχτας,
ή μνημονεύουν τα σωματεία και τους φορείς
που παρευρίσκονται και συμμετέχουν
και τότε πια μπορείς να διαπιστώσεις πόσοι,
μα πόσοι αναρίθμητοι είν’ αυτοί,
σύλλογοι με απίθανα ονόματα κι απροσδιόριστη
για τους απέξω αποστολή,
σωματεία εργαζομένων στους πιο απίθανους τομείς,
ωστόσο όλοι αυτοί και όλ’ αυτά υπάρχουν
και δρουν και ζουν κι ήρθαν εδώ·
η εκπομπή είναι στερεότυπη,
μες το τριήμερο επαναλαμβάνεται διαρκώς,
τα τραγούδια είναι γνωστά και τα ’χει
ψιθυρίσει ο καθένας αμέτρητες φορές, και όμως είναι παρατηρημένο
πως το κοινό δεν την έχει βαρεθεί,
σαν φτάσει μάλιστα η κασέτα
στο «εδώ πολυτεχνείο» ή στο «είμαστε άοπλοι»
βλέπεις ανθρώπους ν’ αφαιρούνται,
να πέφτουνε σε συλλογή, ν’ απογειώνονται,
βλέπεις γριές μαυροντυμένες να κλαιν βουβά,
αλλά κι ώριμους άντρες με μουστάκια,
φάτσες οδηγών λεωφορείου θα ’λεγες,
να ’ναι συνοφρυωμένοι, σα να προσεύχονται,
η αναγγελία τού ερχομού κάποιου πολιτικού ηγέτη
γίνεται φυσικά δεκτή με χειροκροτήματα,
αλλά και κείνη που μιλά για το στεφάνι
κάποιου λυκείου ή ενός ολιγάριθμου σωματείου
δεν περνά απαρατήρητη, κι αν βγεις και ξεμακρύνεις
από το Πολυτεχνείο και πας ως την πλατεία Κάνιγγος
ή την πλατεία Βάθης,
στη Μπενάκη αλλά και στο πεδίο τού Άρεως,
πάντα σε συνοδεύει ο αχός απ τα μεγάφωνα,
βέβαια δεν ξεχωρίζεις τι ακριβώς λέγεται,
αλλά γνωρίζεις τι είναι και από πού προέρχεται,
αδύνατο να τον αγνοήσεις,
τακ-τακ χτυπά καρδιά μεγάλη,
τα βράδια θα πρέπει ν’ ακούγεται σ’ όλη την πόλη,
εδώ είναι το Πολυτεχνείο, τότε και τώρα.
Οι φοιτητές βεβαίως και δη οι πολυτεχνίτες,
αυτοί που καθημερνώς εδωμέσα τυραννιούνται,
είναι παρόντες μόνιμα σχεδόν όσοι δεν έχουν αναλάβει κάποια αρμοδιότητα, κάποια ευθύνη,
κάποιο περιβραχιόνιο, μένουν να περιφέρονται
στο χώρο τον οικείο τους που αλλιώτεψε,
λίγο υπερόπτες, λίγο σαν οικοδεσπότες,
κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα εκθέματα,
τους επισκέπτες και τα αναθήματα,
μπαίνουν στα κτίρια, περιδιαβάζουν
τους άδειους τώρα διαδρόμους
που οδηγούν στις αίθουσες διδασκαλίας
με την αυτοπεποίθηση του γνώστη,
δίνοντας κιόλας συμβουλές στον περαστικό
που κάτι ψάχνοντας
έχει μπλέξει στο λαβύρινθο,
σπίτι τους βρίσκονται κι ωστόσο
και γι’ αυτούς κάτι πρωτόγνωρο υπάρχει,
αλλόκοτο σάμπως να γίνεται το μέρος μέρες σαν κι αυτές.
Έτσι είναι· και με το που σουρουπώνει,
αναδίδει μια ζέστα,
μια θερμότητα ιδιαίτερη ο χώρος·
είναι μια θαλπωρή που στο προαύλιο
ενδημεί γι’ αυτές τις τρεις ημέρες ακριβώς,
κι αυτή η ζέστη δε μετριέται με θερμόμετρα,
δεν τηνε νιώθουν όλοι κι ούτε είναι γνωστό
πούθε έρχεται· διότι, μάλλον δεν οφείλεται στην παρουσία και την κίνηση τόσων σωμάτων που η θερμότητά τους,
λέει, πότισε τις πέτρες κι αυτές με τη σειρά τους
μόλις βραδιάσει την αποδίδουν τάχα προς το περιβάλλον·
αυτά είναι εξηγήσεις τεχνοκρατικές·
τη θαλπωρή αυτή ή την αισθάνεσαι ή όχι,
δεν ωφελεί να προσπαθείς με λόγια
να πείσεις τον άλλο πως υπάρχει·
οφείλει μόνος του να την αντιληφθεί·
κι αν τηνε νιώσεις τη ζεστασιά που λέγαμε,
τότε όλα είν’ ωραία γύρω σου,
σχεδόν γοητευτικά, ως πήρε να βραδιάζει,
αλλιώς θα σ’ ενοχλεί η πολυκοσμία,
η φασαρία απ’ τα μεγάφωνα
θα σου φαίνεται ανυπόφορη κι η εκπομπή τους
μονότονη και χιλιοακουσμένη·
θα σου τη σπάνε τα ζευγαράκια που φιλιούνται
στο μισόφωτο πίσω απ’ τις κολώνες,
τάχα θα μιαίνουν την ιερότητα του χώρου τής θυσίας,
θα σ’ εκνευρίζουν οι δεκάδες μικροπωλητές
κι η τσίκνα απ τις πρόχειρες φουφούδες
που ψήνουν σουβλάκια και λουκάνικα
μπροστά στην πόρτα τής οδού Τοσίτσα,
θα μεμψιμοιρείς, δεν υποφέρονται,
τι τους αφήνουν, πώς καταντήσαμε έτσι θα λες,
το έχουν κάνει εμποροπανήγυρη,
ή γήπεδο, ή γιορτούλα,
κάτι το έχουν κάνει τέλος πάντων άλλο
απ’ αυτό που πρέπει να ’ναι, έτσι θα λες.
Κι οι άλλοι, που τη ζεστασιά θα αισθάνονται,
δεν θα σ’ εννοούν, σε τέτοιες λεπτομέρειες
δε θα στέκουν και θα γελούν μαζί σου·
δίκιο θα ’χουν και θα ’χουν,
όπως έχει πια νυχτώσει, ένα μυστήριο κέφι λίγο πριν αναχωρήσουν, αποχαιρετώντας τον τελευταίο
γνωστό κοντά στην έξοδο, σα μεθυσμένοι·
κι όμως οινοπνευματώδες
μέσα απ’ τα κάγκελα και γύρω απ αυτά,
δε βρίσκεται σταγόνα, σίγουρο αυτό.
Ο κόσμος αργά το βράδι αραιώνει πια,
άλλωστε κατά τις δώδεκα οι πόρτες κλείνουν,
παρ’ όλ’ αυτά ακόμα και μεσάνυχτα περασμένα
υπάρχει πάρα πολύ σούσουρο ένα γύρο·
είναι οι φύλακες του κτιρίου που παραμένουν,
που σήμερα δεν είναι υπάλληλοι,
κλητήρες, αλλά φοιτητές επιφορτισμένοι
για την περιφρούρηση απ τους φοιτητικούς συλλόγους·
παρέες παρέες κάθονται στ’ απάγγια,
όλοι εξ όψεως γνωστοί συνήθως,
κερνούν τσιγάρο κι αρχινάν υπέροχες χωρίς αρχή
και τέλος συζητήσεις γι’ αυτά που πέρασαν
και για τις μέρες που θα ’ρθούν, όλη τη νύχτα·
πού και πού από το βάθος ένα μπουζουκάκι μιλάει την παραπονιάρικη φωνή του·
όμως δεν είναι μόνο αυτοί που παραμένουν έξω απ το κτίριο,
σ’ όλο το μήκος τής οδού Στουρνάρα απ τα Εξάρχεια
ως την Τρίτης Σεπτεμβρίου,
στην Πατησίων αλλά και σε πιο μακρινά μέρη,
ακόμα και στα Προπύλαια, διακρίνεις τόπους-τόπους
συναθροίσεις κόσμου, πηγαδάκια πολυπρόσωπα
και πολυθόρυβα,
που διατηρούνται ως αργά τη νύχτα.
Βέβαια, αυτά δεν είναι όπως τα γνωστά τής Ομονοίας
που κουβεντιάζουν για ποδόσφαιρο,
εδώ μονάχα για πολιτική γίνεται λόγος.
Συνήθως δυο είν’ αυτοί που μιλούν
ενώ από γύρω συνωστίζονται οι άλλοι,
τεντώνονται καλύτερα ν’ ακούσουν
και κάπου κάπου πετούν κουβέντες τις οποίες
οι δύο μονομάχοι αγνοούν επιδεικτικά,
όπως οφείλουν.
Κι αν οι συζητητές είναι εξίσου καταρτισμένοι
ή επίμονοι ή χαλκέντεροι, τότε η κόντρα τους
βαστά ώρα πολλή, και αφού εξαντλήσουν
κάποιο θέμα, όταν γίνει δηλαδή φανερό
πως κανείς δεν ομολογεί την ήττα του,
τότε περνούν σε άλλο κι ύστερα σ’ άλλο πάλι.
Αν όμως ο ένας απ’ τους δυο μειονεκτεί σαφώς
ή απλώς έχει βαρεθεί, τότε, δηλώνοντας
πως «φάνηκε ποιος έχει δίκιο»,
αποχωρεί και κάποιος άλλος ομοϊδεάτης του
από τους γύρω παίρνει τη σκυτάλη κι ούτω καθεξής.
Συχνά, όταν το θέμα είναι φλέγον,
ακροατές που λαχταρούν να πουν
κι αυτοί τη γνώμη τους και τόση ώρα
το προσπαθούν επί ματαίω,
πάνε παραπέρα, στήνουν δικές τους ξέχωρες συζητήσεις,
που γρήγορα μετατρέπονται κι αυτές
σε πόλο έλξης των περαστικών·
έτσι πολλαπλασιάζονται τα πηγαδάκια,
με εκβλαστήσεις δηλαδή.
Στα πηγαδάκια αυτά δε γίνεται συζήτηση
αξιώσεων οι τύποι επικρατούν, όχι η ουσία·
η ρητορική είναι που μετράει,
οι χειρονομίες, ο στόμφος·
η ειρωνεία είναι όπλο ακατανίκητο·
πολύ βοηθάει η ικανότητα ν’ αλλάζεις τεχνηέντως
θέμα όταν σ’ έχουνε στριμώξει ή να εντυπωσιάζεις
παραθέτοντας νούμερα κι άλλα ανεξέλεγκτα στοιχεία·
συχνά τη νίκη δίνουν,
τέλος, οι σοφιστείες και τα λογοπαίγνια·
αυτοί είναι του παιχνιδιού οι κανόνες,
και βέβαια δε μειώνουν τη γλύκα που έχει·
άλλωστε κι ο κόσμος γύρω είναι ενήμερος
και το γλεντάει με την ψυχή του το θέμα,
δεν ήρθε εδώ για ν’ ακούσει διάλεξη.
Στα τωρινά τα πηγαδάκια, κανόνας σχεδόν
απαραβίαστος υπάρχει πως ένας απ’ τους
δυο «πηγαδιαστές» είναι οπαδός
τού κομμουνιστικού κόμματος,
όπως και τμήμα του κοινού εξάλλου.
Παλιότερα όμως, ήσαν πολύ συχνοί οι αριστεριστές,
απ’ τα διάφορα μ-λ γκρουπούσκουλα
που τότε ευδοκιμούσαν·
αυτοί επίμονα επιζητούσαν
να χώνονται σε συναθροίσεις τέτοιες,
ήταν γι’ αυτούς πολιτική δουλειά μείζονος σημασίας και προγραμματισμένη,
ενώ για τους κομμουνιστές είναι κάτι αυθόρμητο.
Οι μαοϊκοί ήσαν επαγγελματίες πηγαδάδες,
κουβάλαγαν απαραιτήτως αποκόμματα εφημερίδων
κι άλλα ντοκουμέντα που υποτίθενται
στρίμωχναν τον αντίπαλο,
και μοναχά επ’ αυτών συζητούσαν·
τέρατα αντοχής και μνήμης,
ήσαν ικανοί να σού απαγγείλουν απνευστί
αναρίθμητα τσιτάτα από τους κλασσικούς τού μαρξισμού
γνωρίζοντας απέξω μέχρι και τον αριθμό της σελίδας
τού βιβλίου που επικαλούνταν·
βέβαια ύστερα ήρθαν δύσκολοι καιροί,
τα περισσότερα μ-λ διαλύθηκαν
εις τα συστατικά τους μέρη,
κι οι όμορφοι ξανθοί συνήθως
νέοι με τα στρογγυλά γυαλιά
και το επιμελημένο ύφος βαρέθηκαν
τη φοβερή ερημιά τού πλήθους των μη ακουόντων
και γύρισαν σπίτι,
ή τριγυρνούν σε διαδρόμους υφυπουργείων,
από τα πηγαδάκια πάντως χάθηκαν
και από τότε ακούγεται μονάχα το τυχόν ρητό,
χωρίς να μνημονεύεται παράλληλα
ο εκδότης και η χρονολογία έκδοσης του σχετικού βιβλίου.
Τις μέρες τού γιορτασμού συνηθάνε
οι οργανώσεις οι πολιτικές να βγάζουν
τραπεζάκια έξω απ το κτίριο,
όπου εκθέτουν τα όσα έχουν να πουν,
πουλάν τα έντυπα τους,
μοιράζουν προκηρύξεις και εκφωνούν συνθήματα·
πιάνουν το πεζοδρόμιο της οδού Στουρνάρα,
από την πόρτα ίσαμε τη γωνία τής Πατησίων
και λίγο επί της Πατησίων,
μέχρι το σημείο που ορίζει ο αιώνιος εκεί καστανάς.
Συχνά, πάντα σχεδόν, πίσω απ’ τα τραπεζάκια
έχουνε πίνακες όπου αναρτούν αφίσες
ή χειρόγραφες εφημερίδες
και αναμίξ με τις πολιτικές οργανώσεις
βρίσκονται φρικιά και κάπηλοι
που απλώς πουλάν βιβλία·
το ίδιο γίνεται και απ την άλλη την πλευρά
τού τετραγώνου, από την Τοσίτσα,
μόνο που εκεί κυρίως σουβλάκια
και κακόγουστα δήθεν ενθύμια βρίσκεις.
Τα τραπεζάκια λοιπόν, είναι μια σπάνια ευκαιρία να προλάβει κανείς να καταγράψει τις ακόμα επιζώσες μεταξύ φθοράς
και αφθαρσίας ομαδούλες,
γιατί με τα χρόνια που περνούν
όλο και γίνονται λιγότερες και την κενή θέση
που αφήνουν την καλύπτουν οι πλανόδιοι βιβλιοπώλες
— συχνά μάλιστα πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα,
αυτόν που πέρσι μίλαγε για δυο υπερδυνάμεις
φέτος τον βρίσκεις στο ίδιο πόστο να πουλά βιβλία.
Ο κόσμος συνωστίζεται μπροστά στα τραπεζάκια,
πολλοί χαζεύουν, λίγοι αγοράζουν, συζητούν,
ή απλώς είναι διαβάτες που επιχειρούν
να φτάσουν ως την πόρτα·
στα τραπεζάκια οι καυγάδες είναι σπάνιοι, συν τοις άλλοις
διότι δε βοηθάει το στριμωξίδΐ· πάντως,
τα τραπεζάκια δεν δίνουνε το στίγμα το Νοέμβρη·
νυχτώνει άλλωστε νωρίς,
κι αν οι προβλεπτικοί έμποροι,
είτε βιβλία πουλούν, είτε λουκάνικα,
είν’ εφοδιασμένοι με λάμπες της ασετυλίνης,
οι νέοι των οργανώσεων περί λύχνων
αφάς τα διπλώνουν και φεύγουν·
συνήθως μάλιστα, τα τραπεζάκια αυτά
είναι θρανία διδασκαλίας παρμένα
απ τις αίθουσες του Πολυτεχνείου,
κι εκεί τα επιστρέφουν·
και τον υπόλοιπο καιρό, εκτός του τριημέρου,
ο θυρωρός, που τότε διατηρεί στο ακέραιο
ή σχεδόν την εξουσία του,
σου κάνει χίλιες μύριες ιστορίες
και προσπαθεί να φέρει ένα σωρό προσκόμματα
για να σε εμποδίσει
να πάρεις θρανίο και καρέκλες έξω απ το κτίριο·
στο τέλος βέβαια υποχωρεί,
παίρνεις κι εσύ το τραπεζάκι και τότε,
τον υπόλοιπο καιρό, το στήνεις έξω
απ την πόρτα της Πατησίων —
αυτήν που τηνε γκρέμισε το τανκς
και δεν ανοίγει πλέον
— γιατί από κει είναι πέρασμα,
ώρα έντεκα με μία, άντε δύο,
είναι κι οι στάσεις των λεωφορείων
και των τρόλεϊ ολόγυρα·
το διακοσμείς λοιπόν με τα έντυπα που έχεις,
τις προκηρύξεις που τυχόν μοιράζονται,
απλώνεις δυο αφίσες να καταλαβαίνει
ο κόσμος περί τίνος πρόκειται,
ίσως έχεις και τηλεβόα για συνθήματα·
δυο άτομα χρειάζονται για τη δουλειά,
και το καλοκαίρι,
από Μάρτη μέχρι Οχτώβρη δηλαδή,
είναι ιδιαιτέρως τερπνή απασχόληση,
όπως περνά ο κόσμος βιαστικός
κι όμως κάθε τόσο κάποιοι κοντοστέκονται,
στήνουν κουβέντα ή και αγοράζουν,
βλέπεις και γνωστούς, και όπως όλοι οι επαΐοντες γνωρίζουν,
το πιο συχνό στα τραπεζάκια προσφεύγουν τουρίστες,
τύποι γεμάτοι εξαρτήματα φωτογραφικά,
κρατώντας χάρτη ανοιγμένο, συχνά αιθέριες υπάρξεις, για να ρωτήσουν αν το κτίριο όπισθεν,
το Πολυτεχνείο δηλαδή, είναι το Εθνικό Μουσείο·
τους παραπλανά βλέπεις επ’ αυτού η πρόσοψη της Αρχιτεκτονικής σχολής με τους κίονες και η Καλών Τεχνών με τα αγάλματα που έχει, γι’ αυτό και όσοι κάθονται στα τραπεζάκια έχουν μάθει να εξυπηρετούν τους ξένους στερεότυπα με τη φράση-κλειδί «Μουζέουμ νεξτ σκουέαρ», δηλαδή «το Μουσείο στο επόμενο τετράγωνο»·
αν και, ακόμα και μετά την επεξήγηση,
πολλοί τουρίστες εξακολουθούν να πιστεύουν
πως αυτό το όμορφο και αρχαιοπρεπές κτίριο
Μουσείο στεγάζει,
αν όχι το Εθνικό τότε κάποιο άλλο,
και σε πρώτη ευκαιρία το επισκέπτονται
προς μεγάλη τέρψη των παρευρισκομένων φοιτητών
που πολύ κέφι κάνουν τους ξανθούς
με τα σακίδια στον ώμο και τον αιώνιο χάρτη
ανά χείρας έτσι χαμένους να περιπλανώνται
στους διαδρόμους του κτιρίου.
Γιατί, παρεμπιπτόντως, το Πολυτεχνείο
έχει κτίρια πολλά και το καθένα κτίριο
άφθονους διαδρόμους και κόλπα διάφορα
–ακόμα κι αν καθημερνώς πηγαίνεις στα μαθήματα,
σου παίρνει χρόνια για να μάθεις,
αν ποτέ μάθεις, όλα τα κατατόπια,
τις εξόδους τις περίεργες, τα καμαράκια τα απόμερα,
τους ειδικούς διαδρόμους που συνδέουνε δυο κτίρια,
άσε πια τα υπόγεια τα όντως δαιδαλώδη
–υπάρχουν πτέρυγες, λίγες είναι μα υπάρχουν,
που δεν χρησιμοποιούνται πια,
εργαστήρια παρατημένα που ’χουν γίνει αποθήκες·
από κει, μόνο κανένας επιστάτης να περνά·
σε κάποια απ αυτές τις πτέρυγες βρίσκεις ακόμα,
μάλλον από σκοπού θα έγινε κι όχι στην τύχη,
θύμησες από κείνο το Νοέμβρη·
λίγα πράματα· μέσα σε μία γυάλινη προθήκη,
ανακοινώσεις των φοιτητικών συλλόγων
για τη σύγκληση εκείνων των περίφημων
Γενικών Συνελεύσεων που, τότε,
στις αρχές εκείνου του Νοέμβρη
ανάψαν τη μεγάλη τη φωτιά·
στη διπλανή προθήκη βρίσκονται
χαρτιά μ’ ασκήσεις Φυσικής,
με ημερομηνία παραδόσεως 15 του Νοέμβρη·
ασκήσεις που ποτέ δεν παραδόθηκαν
και ίσως δεν λύθηκαν ποτέ·
τότε που τις ανακαλύψαμε,
κάποιος έξυπνος συνάδελφος είπε πως θα
κάτσει να τις λύσει·
απλές έμοιαζαν άλλωστε, για πρωτοετείς,
αλλά δεν άκουσα αν το κατάφερε.
Τότε ήμασταν και μεις πρωτοετείς,
με θαυμασμό βλέπαμε στις συνελεύσεις κείνους
που ’χαν γνωρίσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα
–σιγά σιγά αυτοί αποφοίτησαν,
ένας έμεινε που το καθυστέρησε και τόνε
δείχναμε κάπως με δέος στους μικρότερους από μάς·
ύστερα, πάει κι αυτός, πήρε πτυχίο·
και μεις το ίδιο άλλωστε, κάτι χρόνια αργότερα·
άλλο θέλω να πω· λίγο λίγο, το Πολυτεχνείο,
το κτίριο τής Πατησίων δηλαδή, αδειάζει από φοιτητές·
όλο και περισσότερα μαθήματα γίνονται στα ωραία μοντέρνα κτίρια, πάνω, στου Ζωγράφου·
μοιραία, κάποτε θ’ αδειάσει εντελώς,
κάτω θα μείνουν μόνο οι διοικητικές υπηρεσίες,
ίσως ούτε κι αυτές, θα ’ναι μπελάς ν’ ανεβοκατεβαίνεις·
μάλλον ολότελα άδειο από ζωή θα μείνει,
ίσως γίνει και πραγματικά μουσείο,
είναι όμορφο το κτίριο... άδειο από ζωή;
μάλλον όχι· είναι πολλά αυτά που γίνανε
εδώ για να περάσουνε έτσι στο ντούκου·
πολλά αυτά που γίνανε, πολλά κι αυτά
που ακόμα δεν έχουν γίνει·
πολλά είναι που ’χουν μείνει αδικαίωτα·
και ίσως σ’ αυτό οφείλεται αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση
που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου,
αυτή η θαλπωρή που δοκιμάζει ο επισκέπτης
τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που νιώθεις·
αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό,
που ακούγεται σα να θυμίζει
«δεν τελειώσαμε ακόμα»·
είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες...
ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ
«Εδώ Πολυτεχνείο»
Στον άγιο ήχο της φωνής:
Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη
γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου,
της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται·
εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα,
βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες,
ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη,
φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα
και μοναχά στους γιορτασμούς
εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα.
Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει,
κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις,
κατά τις επετείους δηλαδή.
Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά,
αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν,
θαρρώ·
έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς,
από τις πύλες των οδών Στουρνάρα
και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει,
αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα
απογέματα κλείνει νωρίς,
οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται.
Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος
μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα,
γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος
για να δίνουν ραντεβού·
κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου,
οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα,
πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει,
είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα,
είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται
το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους,
και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες
που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν,
κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά
ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού.
Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος,
οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα,
«Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί»,
γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος»,
ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετραγώνου,
από την Πατησίων και τη Στουρνάρα,
που και πιο πολυσύχναστες είναι,
και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις,
απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο
έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο
να κολληθεί επιτυχώς χαρτί,
ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορφος,
στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα
που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν
τη φωνή των τοίχων·
έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της.
Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες,
βρίσκεις και συνθήματα·
άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα,
οπότε λέγονται χαρτοπανώ,
και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτεχνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά
— απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο,
συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό.
Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριότητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλητήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύμνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν,
σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα·
παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία,
ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου
να μη μπορεί να τα ζυγώσει,
κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές,
που μας προέτρεπαν να σεβαστούμε το μνημείο·
του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους.
Και για να πούμε του στραβού το δίκιο,
ακόμα και από αισθητικής πλευράς,
συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο
ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες
να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ
όπως τυχαία βρίσκονταν
η μια δίπλα και πάνω από την άλλη
–και οπωσδήποτε,
πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε,
παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής»
του αφισοκτόνου αποσπάσματος,
άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι,
γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού,
με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα
και από κάτω να αχνοφαίνονται
τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων
αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας,
Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε,
Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει
και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι
που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική
και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.
Σε εποχές αναβρασμού, περιόδους προεκλογικές λογουχάρη ή παραμονές επετείων, του Νοέμβρη ή της Πρωτομαγιάς,
η μάχη τής αφίσας είναι έντονη και ο καθείς μη βρίσκοντας χώρο ελεύθερο σκεπάζει αυτά που ο προηγούμενος είχε κολλήσει καλύπτοντας με τη σειρά του κάποιον τρίτο.
Αν και υπάρχει κάποιος εξαιρετικά λεπτομερής και πλατιά γνωστός κώδικας καλής συμπεριφοράς που διέπει τα της αφισοκόλλησης, πότε και πώς επιτρέπεται δηλαδή τον άλλο να σκεπάσεις και πότε όχι, αυτός τηρείται μόνο τον καλό τον καιρό,
γιατί όταν έρχεται η φούρια, ας πούμε την παραμονή τής σημαδιακής μέρας, κανείς δεν υπολογίζει ιδιαίτερα τα σαβουάρ βιβρ και φυσικά αντεγκλήσεις κι επεισόδια δεν λείπουν·
καθώς μάλιστα οι αφισοκολλητές κουβαλούν εργαλεία
αν όχι φονικά πάντως επίφοβα, τη βούρτσα
και το μπουγέλο με την κόλλα σα να λέμε,
η κάθε τέτια μικροαψιμαχία μπορεί
ν' αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της —
για να εισπράττουν οι στεγνοκαθαριστές
και να σιχτιρίζουν οι μανάδες.
Πάντως, το Νοέμβρη τουλάχιστο,
τις τελευταίες-τελευταίες μέρες η ΕΦΕΕ συστήνει
— κι όλοι υπακούουν
— να μην κολλιούνται αφίσες οργανώσεων και κομμάτων,
παρά μονάχα ενωτικές·
έτσι, πέφτει λιγάκι ο πυρετός,
και ύστερα, όταν τελειώσει η ιστορία, ο κλητήρας με μια του κίνηση έρχεται και ξεκολλά μια παχύτατη φλούδα χαρτί που περικλείνει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων,
από τη δεξιά ως την άκρα αριστερά σε στρώματα επάλληλα, σαν σε κρεμμύδι, η επανάσταση κι η αντεπανάσταση μαζί.
Ωστόσο, τις υπόλοιπες τις μέρες,
όταν οι επέτειες είναι μακριά,
η προσφορά είναι πιο πολλή
από τη ζήτηση και δεν υπάρχει κώλυμα στο κόλλημα·
τότε εμφανίζονται και ωραία μεγάλα χαρτοπανώ φτιαγμένα με μεράκι, που αφορούν τα εκάστοτε προβλήματα του χώρου, χειρόγραφες εφημερίδες τοίχου των σπουδαστών των γύρω τεχνικών σχολών, καμιά αναρχική στη χάση και στη φέξη,
αλλά και καλλιτεχνικές που διαφημίζουν κάποια παράσταση ή συναυλία· εμπορικές αφίσες όμως δεν ευδοκίμησαν ποτέ εδώ και καλά να πάθουν γιατί παλιότερα,
που αφισοκόλληση εκτός πανεπιστημιακού ασύλου σήκωνε αυτόφωρο χωρίς εξαγορά, κίνδυνος μεγαλύτερος κι απ’ την αστυνομία ήσαν τα διάφορα γραφεία ταξιδιών,
τα οποία εν ριπή οφθαλμού γέμιζαν την Ακαδημίας
με διαφημίσεις για εκδρομές στην Πόλη ή στο Λονδίνο
και σκέπαζαν κάθε πολιτική αφίσα χωρίς
να λογαριάζουν τον κόπο μας τον αφιλοκερδή.
Από την πόρτα τής οδού Στουρνάρα
μπαίνεις στο προαύλιο·
δεξιά τω εισερχομένων βρίσκεται
το πιο διάσημο κτίριο του συγκροτήματος,
το κτίριο Γκίνη, που λέγεται έτσι σε ανάμνηση
κάποιου πρύτανη, κι έτσι ο χώρος
ο μετά την είσοδο έχει επικρατήσει
να λέγεται «στου Γκίνη», το ίδιο κι η πόρτα·
πάντα υπάρχει κόσμος στο προαύλιο πλήθος,
το μέρος όμως βρίσκεται στις δόξες του
το τριήμερο του γιορτασμού, το Νοέμβρη.
Πρώτα-πρώτα, με κάποιο τρόπο κλείνεται
συμφωνία μυστική με τα στοιχεία τής φύσης
και τόσα χρόνια, κάθε που γιορτάζει το Πολυτεχνείο
ο καιρός τρεις μέρες μένει χαρωπός,
σχεδόν αίθριος έως νεφελώδης,
κι αν συννεφιάσει δε θα βρέξει,
κι αν βρέξει θα ’ναι σύντομο ψιχαλητό.
Κείνες τις μέρες λοιπόν, ανοίγουν λες
πιο διάπλατα οι πύλες του ιδρύματος
για να δεχτούνε τους προσκυνητές,
κι είναι τόσοι πολλοί αυτοί
που χάνεις το λογαριασμό·
γεμίζει φίσκα η αυλή, μία πολύχρωμη
πολύβουη βαβέλ ο κόσμος,
αλλά οι πιο ζωντανές παρουσίες είναι
τα γυμνάσια και τα λύκεια,
συντεταγμένα τμήματα καθώς βαδίζουν
με το στεφανηφόρο επικεφαλής
φωνάζοντας συνθήματα με τις φωνές τους
τις εφηβικές τις λίγο τσιριχτές,
κάπως παράταιρα να βγαίνουν,
να χτυπούν παλαμάκια και να τραγουδούν,
χαμογελαστά να προχωρούν προς τα μέσα,
να τους χειροκροτούν οι γύρω,
έρχονται λοιπόν, καταθέτουν το στεφάνι τους
εκεί μπροστά, πλάι στα άλλα,
ύστερα σκορπούν και την αράζουν
μπουλούκια-μπουλούκια στα παρτέρια τής αυλής,
τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονών
με το χαρακτηριστικό χαχανητό τής ηλικίας,
χωρίς όμως πια την ομοιομορφία τής ποδιάς,
με τα επετειακά αυτοκόλλητα των οργανώσεων
πλάκα στο στήθος σαν παράσημα θαυμαστών
κατορθωμάτων και με τα μάτια λαμπερά,
ζουζουνίζουν για κάμποσο στο προαύλιο,
μία ώρα, δυο, έπειτα φεύγουν,
αλλά διαρκώς άλλα γυμνάσια έρχονται
κι ολημερίς θα χρωματίζουν τα παιδιά τη γιορτή·
όλη αυτή την ώρα τα μεγάφωνα
που για το γιορτασμό έχουν τοποθετηθεί
παίζουν τραγούδια αγωνιστικά,
την ηχογραφημένη εκπομπή απ το σταθμό
των φοιτητών κείνης της νύχτας,
ή μνημονεύουν τα σωματεία και τους φορείς
που παρευρίσκονται και συμμετέχουν
και τότε πια μπορείς να διαπιστώσεις πόσοι,
μα πόσοι αναρίθμητοι είν’ αυτοί,
σύλλογοι με απίθανα ονόματα κι απροσδιόριστη
για τους απέξω αποστολή,
σωματεία εργαζομένων στους πιο απίθανους τομείς,
ωστόσο όλοι αυτοί και όλ’ αυτά υπάρχουν
και δρουν και ζουν κι ήρθαν εδώ·
η εκπομπή είναι στερεότυπη,
μες το τριήμερο επαναλαμβάνεται διαρκώς,
τα τραγούδια είναι γνωστά και τα ’χει
ψιθυρίσει ο καθένας αμέτρητες φορές, και όμως είναι παρατηρημένο
πως το κοινό δεν την έχει βαρεθεί,
σαν φτάσει μάλιστα η κασέτα
στο «εδώ πολυτεχνείο» ή στο «είμαστε άοπλοι»
βλέπεις ανθρώπους ν’ αφαιρούνται,
να πέφτουνε σε συλλογή, ν’ απογειώνονται,
βλέπεις γριές μαυροντυμένες να κλαιν βουβά,
αλλά κι ώριμους άντρες με μουστάκια,
φάτσες οδηγών λεωφορείου θα ’λεγες,
να ’ναι συνοφρυωμένοι, σα να προσεύχονται,
η αναγγελία τού ερχομού κάποιου πολιτικού ηγέτη
γίνεται φυσικά δεκτή με χειροκροτήματα,
αλλά και κείνη που μιλά για το στεφάνι
κάποιου λυκείου ή ενός ολιγάριθμου σωματείου
δεν περνά απαρατήρητη, κι αν βγεις και ξεμακρύνεις
από το Πολυτεχνείο και πας ως την πλατεία Κάνιγγος
ή την πλατεία Βάθης,
στη Μπενάκη αλλά και στο πεδίο τού Άρεως,
πάντα σε συνοδεύει ο αχός απ τα μεγάφωνα,
βέβαια δεν ξεχωρίζεις τι ακριβώς λέγεται,
αλλά γνωρίζεις τι είναι και από πού προέρχεται,
αδύνατο να τον αγνοήσεις,
τακ-τακ χτυπά καρδιά μεγάλη,
τα βράδια θα πρέπει ν’ ακούγεται σ’ όλη την πόλη,
εδώ είναι το Πολυτεχνείο, τότε και τώρα.
Οι φοιτητές βεβαίως και δη οι πολυτεχνίτες,
αυτοί που καθημερνώς εδωμέσα τυραννιούνται,
είναι παρόντες μόνιμα σχεδόν όσοι δεν έχουν αναλάβει κάποια αρμοδιότητα, κάποια ευθύνη,
κάποιο περιβραχιόνιο, μένουν να περιφέρονται
στο χώρο τον οικείο τους που αλλιώτεψε,
λίγο υπερόπτες, λίγο σαν οικοδεσπότες,
κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα εκθέματα,
τους επισκέπτες και τα αναθήματα,
μπαίνουν στα κτίρια, περιδιαβάζουν
τους άδειους τώρα διαδρόμους
που οδηγούν στις αίθουσες διδασκαλίας
με την αυτοπεποίθηση του γνώστη,
δίνοντας κιόλας συμβουλές στον περαστικό
που κάτι ψάχνοντας
έχει μπλέξει στο λαβύρινθο,
σπίτι τους βρίσκονται κι ωστόσο
και γι’ αυτούς κάτι πρωτόγνωρο υπάρχει,
αλλόκοτο σάμπως να γίνεται το μέρος μέρες σαν κι αυτές.
Έτσι είναι· και με το που σουρουπώνει,
αναδίδει μια ζέστα,
μια θερμότητα ιδιαίτερη ο χώρος·
είναι μια θαλπωρή που στο προαύλιο
ενδημεί γι’ αυτές τις τρεις ημέρες ακριβώς,
κι αυτή η ζέστη δε μετριέται με θερμόμετρα,
δεν τηνε νιώθουν όλοι κι ούτε είναι γνωστό
πούθε έρχεται· διότι, μάλλον δεν οφείλεται στην παρουσία και την κίνηση τόσων σωμάτων που η θερμότητά τους,
λέει, πότισε τις πέτρες κι αυτές με τη σειρά τους
μόλις βραδιάσει την αποδίδουν τάχα προς το περιβάλλον·
αυτά είναι εξηγήσεις τεχνοκρατικές·
τη θαλπωρή αυτή ή την αισθάνεσαι ή όχι,
δεν ωφελεί να προσπαθείς με λόγια
να πείσεις τον άλλο πως υπάρχει·
οφείλει μόνος του να την αντιληφθεί·
κι αν τηνε νιώσεις τη ζεστασιά που λέγαμε,
τότε όλα είν’ ωραία γύρω σου,
σχεδόν γοητευτικά, ως πήρε να βραδιάζει,
αλλιώς θα σ’ ενοχλεί η πολυκοσμία,
η φασαρία απ’ τα μεγάφωνα
θα σου φαίνεται ανυπόφορη κι η εκπομπή τους
μονότονη και χιλιοακουσμένη·
θα σου τη σπάνε τα ζευγαράκια που φιλιούνται
στο μισόφωτο πίσω απ’ τις κολώνες,
τάχα θα μιαίνουν την ιερότητα του χώρου τής θυσίας,
θα σ’ εκνευρίζουν οι δεκάδες μικροπωλητές
κι η τσίκνα απ τις πρόχειρες φουφούδες
που ψήνουν σουβλάκια και λουκάνικα
μπροστά στην πόρτα τής οδού Τοσίτσα,
θα μεμψιμοιρείς, δεν υποφέρονται,
τι τους αφήνουν, πώς καταντήσαμε έτσι θα λες,
το έχουν κάνει εμποροπανήγυρη,
ή γήπεδο, ή γιορτούλα,
κάτι το έχουν κάνει τέλος πάντων άλλο
απ’ αυτό που πρέπει να ’ναι, έτσι θα λες.
Κι οι άλλοι, που τη ζεστασιά θα αισθάνονται,
δεν θα σ’ εννοούν, σε τέτοιες λεπτομέρειες
δε θα στέκουν και θα γελούν μαζί σου·
δίκιο θα ’χουν και θα ’χουν,
όπως έχει πια νυχτώσει, ένα μυστήριο κέφι λίγο πριν αναχωρήσουν, αποχαιρετώντας τον τελευταίο
γνωστό κοντά στην έξοδο, σα μεθυσμένοι·
κι όμως οινοπνευματώδες
μέσα απ’ τα κάγκελα και γύρω απ αυτά,
δε βρίσκεται σταγόνα, σίγουρο αυτό.
Ο κόσμος αργά το βράδι αραιώνει πια,
άλλωστε κατά τις δώδεκα οι πόρτες κλείνουν,
παρ’ όλ’ αυτά ακόμα και μεσάνυχτα περασμένα
υπάρχει πάρα πολύ σούσουρο ένα γύρο·
είναι οι φύλακες του κτιρίου που παραμένουν,
που σήμερα δεν είναι υπάλληλοι,
κλητήρες, αλλά φοιτητές επιφορτισμένοι
για την περιφρούρηση απ τους φοιτητικούς συλλόγους·
παρέες παρέες κάθονται στ’ απάγγια,
όλοι εξ όψεως γνωστοί συνήθως,
κερνούν τσιγάρο κι αρχινάν υπέροχες χωρίς αρχή
και τέλος συζητήσεις γι’ αυτά που πέρασαν
και για τις μέρες που θα ’ρθούν, όλη τη νύχτα·
πού και πού από το βάθος ένα μπουζουκάκι μιλάει την παραπονιάρικη φωνή του·
όμως δεν είναι μόνο αυτοί που παραμένουν έξω απ το κτίριο,
σ’ όλο το μήκος τής οδού Στουρνάρα απ τα Εξάρχεια
ως την Τρίτης Σεπτεμβρίου,
στην Πατησίων αλλά και σε πιο μακρινά μέρη,
ακόμα και στα Προπύλαια, διακρίνεις τόπους-τόπους
συναθροίσεις κόσμου, πηγαδάκια πολυπρόσωπα
και πολυθόρυβα,
που διατηρούνται ως αργά τη νύχτα.
Βέβαια, αυτά δεν είναι όπως τα γνωστά τής Ομονοίας
που κουβεντιάζουν για ποδόσφαιρο,
εδώ μονάχα για πολιτική γίνεται λόγος.
Συνήθως δυο είν’ αυτοί που μιλούν
ενώ από γύρω συνωστίζονται οι άλλοι,
τεντώνονται καλύτερα ν’ ακούσουν
και κάπου κάπου πετούν κουβέντες τις οποίες
οι δύο μονομάχοι αγνοούν επιδεικτικά,
όπως οφείλουν.
Κι αν οι συζητητές είναι εξίσου καταρτισμένοι
ή επίμονοι ή χαλκέντεροι, τότε η κόντρα τους
βαστά ώρα πολλή, και αφού εξαντλήσουν
κάποιο θέμα, όταν γίνει δηλαδή φανερό
πως κανείς δεν ομολογεί την ήττα του,
τότε περνούν σε άλλο κι ύστερα σ’ άλλο πάλι.
Αν όμως ο ένας απ’ τους δυο μειονεκτεί σαφώς
ή απλώς έχει βαρεθεί, τότε, δηλώνοντας
πως «φάνηκε ποιος έχει δίκιο»,
αποχωρεί και κάποιος άλλος ομοϊδεάτης του
από τους γύρω παίρνει τη σκυτάλη κι ούτω καθεξής.
Συχνά, όταν το θέμα είναι φλέγον,
ακροατές που λαχταρούν να πουν
κι αυτοί τη γνώμη τους και τόση ώρα
το προσπαθούν επί ματαίω,
πάνε παραπέρα, στήνουν δικές τους ξέχωρες συζητήσεις,
που γρήγορα μετατρέπονται κι αυτές
σε πόλο έλξης των περαστικών·
έτσι πολλαπλασιάζονται τα πηγαδάκια,
με εκβλαστήσεις δηλαδή.
Στα πηγαδάκια αυτά δε γίνεται συζήτηση
αξιώσεων οι τύποι επικρατούν, όχι η ουσία·
η ρητορική είναι που μετράει,
οι χειρονομίες, ο στόμφος·
η ειρωνεία είναι όπλο ακατανίκητο·
πολύ βοηθάει η ικανότητα ν’ αλλάζεις τεχνηέντως
θέμα όταν σ’ έχουνε στριμώξει ή να εντυπωσιάζεις
παραθέτοντας νούμερα κι άλλα ανεξέλεγκτα στοιχεία·
συχνά τη νίκη δίνουν,
τέλος, οι σοφιστείες και τα λογοπαίγνια·
αυτοί είναι του παιχνιδιού οι κανόνες,
και βέβαια δε μειώνουν τη γλύκα που έχει·
άλλωστε κι ο κόσμος γύρω είναι ενήμερος
και το γλεντάει με την ψυχή του το θέμα,
δεν ήρθε εδώ για ν’ ακούσει διάλεξη.
Στα τωρινά τα πηγαδάκια, κανόνας σχεδόν
απαραβίαστος υπάρχει πως ένας απ’ τους
δυο «πηγαδιαστές» είναι οπαδός
τού κομμουνιστικού κόμματος,
όπως και τμήμα του κοινού εξάλλου.
Παλιότερα όμως, ήσαν πολύ συχνοί οι αριστεριστές,
απ’ τα διάφορα μ-λ γκρουπούσκουλα
που τότε ευδοκιμούσαν·
αυτοί επίμονα επιζητούσαν
να χώνονται σε συναθροίσεις τέτοιες,
ήταν γι’ αυτούς πολιτική δουλειά μείζονος σημασίας και προγραμματισμένη,
ενώ για τους κομμουνιστές είναι κάτι αυθόρμητο.
Οι μαοϊκοί ήσαν επαγγελματίες πηγαδάδες,
κουβάλαγαν απαραιτήτως αποκόμματα εφημερίδων
κι άλλα ντοκουμέντα που υποτίθενται
στρίμωχναν τον αντίπαλο,
και μοναχά επ’ αυτών συζητούσαν·
τέρατα αντοχής και μνήμης,
ήσαν ικανοί να σού απαγγείλουν απνευστί
αναρίθμητα τσιτάτα από τους κλασσικούς τού μαρξισμού
γνωρίζοντας απέξω μέχρι και τον αριθμό της σελίδας
τού βιβλίου που επικαλούνταν·
βέβαια ύστερα ήρθαν δύσκολοι καιροί,
τα περισσότερα μ-λ διαλύθηκαν
εις τα συστατικά τους μέρη,
κι οι όμορφοι ξανθοί συνήθως
νέοι με τα στρογγυλά γυαλιά
και το επιμελημένο ύφος βαρέθηκαν
τη φοβερή ερημιά τού πλήθους των μη ακουόντων
και γύρισαν σπίτι,
ή τριγυρνούν σε διαδρόμους υφυπουργείων,
από τα πηγαδάκια πάντως χάθηκαν
και από τότε ακούγεται μονάχα το τυχόν ρητό,
χωρίς να μνημονεύεται παράλληλα
ο εκδότης και η χρονολογία έκδοσης του σχετικού βιβλίου.
Τις μέρες τού γιορτασμού συνηθάνε
οι οργανώσεις οι πολιτικές να βγάζουν
τραπεζάκια έξω απ το κτίριο,
όπου εκθέτουν τα όσα έχουν να πουν,
πουλάν τα έντυπα τους,
μοιράζουν προκηρύξεις και εκφωνούν συνθήματα·
πιάνουν το πεζοδρόμιο της οδού Στουρνάρα,
από την πόρτα ίσαμε τη γωνία τής Πατησίων
και λίγο επί της Πατησίων,
μέχρι το σημείο που ορίζει ο αιώνιος εκεί καστανάς.
Συχνά, πάντα σχεδόν, πίσω απ’ τα τραπεζάκια
έχουνε πίνακες όπου αναρτούν αφίσες
ή χειρόγραφες εφημερίδες
και αναμίξ με τις πολιτικές οργανώσεις
βρίσκονται φρικιά και κάπηλοι
που απλώς πουλάν βιβλία·
το ίδιο γίνεται και απ την άλλη την πλευρά
τού τετραγώνου, από την Τοσίτσα,
μόνο που εκεί κυρίως σουβλάκια
και κακόγουστα δήθεν ενθύμια βρίσκεις.
Τα τραπεζάκια λοιπόν, είναι μια σπάνια ευκαιρία να προλάβει κανείς να καταγράψει τις ακόμα επιζώσες μεταξύ φθοράς
και αφθαρσίας ομαδούλες,
γιατί με τα χρόνια που περνούν
όλο και γίνονται λιγότερες και την κενή θέση
που αφήνουν την καλύπτουν οι πλανόδιοι βιβλιοπώλες
— συχνά μάλιστα πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα,
αυτόν που πέρσι μίλαγε για δυο υπερδυνάμεις
φέτος τον βρίσκεις στο ίδιο πόστο να πουλά βιβλία.
Ο κόσμος συνωστίζεται μπροστά στα τραπεζάκια,
πολλοί χαζεύουν, λίγοι αγοράζουν, συζητούν,
ή απλώς είναι διαβάτες που επιχειρούν
να φτάσουν ως την πόρτα·
στα τραπεζάκια οι καυγάδες είναι σπάνιοι, συν τοις άλλοις
διότι δε βοηθάει το στριμωξίδΐ· πάντως,
τα τραπεζάκια δεν δίνουνε το στίγμα το Νοέμβρη·
νυχτώνει άλλωστε νωρίς,
κι αν οι προβλεπτικοί έμποροι,
είτε βιβλία πουλούν, είτε λουκάνικα,
είν’ εφοδιασμένοι με λάμπες της ασετυλίνης,
οι νέοι των οργανώσεων περί λύχνων
αφάς τα διπλώνουν και φεύγουν·
συνήθως μάλιστα, τα τραπεζάκια αυτά
είναι θρανία διδασκαλίας παρμένα
απ τις αίθουσες του Πολυτεχνείου,
κι εκεί τα επιστρέφουν·
και τον υπόλοιπο καιρό, εκτός του τριημέρου,
ο θυρωρός, που τότε διατηρεί στο ακέραιο
ή σχεδόν την εξουσία του,
σου κάνει χίλιες μύριες ιστορίες
και προσπαθεί να φέρει ένα σωρό προσκόμματα
για να σε εμποδίσει
να πάρεις θρανίο και καρέκλες έξω απ το κτίριο·
στο τέλος βέβαια υποχωρεί,
παίρνεις κι εσύ το τραπεζάκι και τότε,
τον υπόλοιπο καιρό, το στήνεις έξω
απ την πόρτα της Πατησίων —
αυτήν που τηνε γκρέμισε το τανκς
και δεν ανοίγει πλέον
— γιατί από κει είναι πέρασμα,
ώρα έντεκα με μία, άντε δύο,
είναι κι οι στάσεις των λεωφορείων
και των τρόλεϊ ολόγυρα·
το διακοσμείς λοιπόν με τα έντυπα που έχεις,
τις προκηρύξεις που τυχόν μοιράζονται,
απλώνεις δυο αφίσες να καταλαβαίνει
ο κόσμος περί τίνος πρόκειται,
ίσως έχεις και τηλεβόα για συνθήματα·
δυο άτομα χρειάζονται για τη δουλειά,
και το καλοκαίρι,
από Μάρτη μέχρι Οχτώβρη δηλαδή,
είναι ιδιαιτέρως τερπνή απασχόληση,
όπως περνά ο κόσμος βιαστικός
κι όμως κάθε τόσο κάποιοι κοντοστέκονται,
στήνουν κουβέντα ή και αγοράζουν,
βλέπεις και γνωστούς, και όπως όλοι οι επαΐοντες γνωρίζουν,
το πιο συχνό στα τραπεζάκια προσφεύγουν τουρίστες,
τύποι γεμάτοι εξαρτήματα φωτογραφικά,
κρατώντας χάρτη ανοιγμένο, συχνά αιθέριες υπάρξεις, για να ρωτήσουν αν το κτίριο όπισθεν,
το Πολυτεχνείο δηλαδή, είναι το Εθνικό Μουσείο·
τους παραπλανά βλέπεις επ’ αυτού η πρόσοψη της Αρχιτεκτονικής σχολής με τους κίονες και η Καλών Τεχνών με τα αγάλματα που έχει, γι’ αυτό και όσοι κάθονται στα τραπεζάκια έχουν μάθει να εξυπηρετούν τους ξένους στερεότυπα με τη φράση-κλειδί «Μουζέουμ νεξτ σκουέαρ», δηλαδή «το Μουσείο στο επόμενο τετράγωνο»·
αν και, ακόμα και μετά την επεξήγηση,
πολλοί τουρίστες εξακολουθούν να πιστεύουν
πως αυτό το όμορφο και αρχαιοπρεπές κτίριο
Μουσείο στεγάζει,
αν όχι το Εθνικό τότε κάποιο άλλο,
και σε πρώτη ευκαιρία το επισκέπτονται
προς μεγάλη τέρψη των παρευρισκομένων φοιτητών
που πολύ κέφι κάνουν τους ξανθούς
με τα σακίδια στον ώμο και τον αιώνιο χάρτη
ανά χείρας έτσι χαμένους να περιπλανώνται
στους διαδρόμους του κτιρίου.
Γιατί, παρεμπιπτόντως, το Πολυτεχνείο
έχει κτίρια πολλά και το καθένα κτίριο
άφθονους διαδρόμους και κόλπα διάφορα
–ακόμα κι αν καθημερνώς πηγαίνεις στα μαθήματα,
σου παίρνει χρόνια για να μάθεις,
αν ποτέ μάθεις, όλα τα κατατόπια,
τις εξόδους τις περίεργες, τα καμαράκια τα απόμερα,
τους ειδικούς διαδρόμους που συνδέουνε δυο κτίρια,
άσε πια τα υπόγεια τα όντως δαιδαλώδη
–υπάρχουν πτέρυγες, λίγες είναι μα υπάρχουν,
που δεν χρησιμοποιούνται πια,
εργαστήρια παρατημένα που ’χουν γίνει αποθήκες·
από κει, μόνο κανένας επιστάτης να περνά·
σε κάποια απ αυτές τις πτέρυγες βρίσκεις ακόμα,
μάλλον από σκοπού θα έγινε κι όχι στην τύχη,
θύμησες από κείνο το Νοέμβρη·
λίγα πράματα· μέσα σε μία γυάλινη προθήκη,
ανακοινώσεις των φοιτητικών συλλόγων
για τη σύγκληση εκείνων των περίφημων
Γενικών Συνελεύσεων που, τότε,
στις αρχές εκείνου του Νοέμβρη
ανάψαν τη μεγάλη τη φωτιά·
στη διπλανή προθήκη βρίσκονται
χαρτιά μ’ ασκήσεις Φυσικής,
με ημερομηνία παραδόσεως 15 του Νοέμβρη·
ασκήσεις που ποτέ δεν παραδόθηκαν
και ίσως δεν λύθηκαν ποτέ·
τότε που τις ανακαλύψαμε,
κάποιος έξυπνος συνάδελφος είπε πως θα
κάτσει να τις λύσει·
απλές έμοιαζαν άλλωστε, για πρωτοετείς,
αλλά δεν άκουσα αν το κατάφερε.
Τότε ήμασταν και μεις πρωτοετείς,
με θαυμασμό βλέπαμε στις συνελεύσεις κείνους
που ’χαν γνωρίσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα
–σιγά σιγά αυτοί αποφοίτησαν,
ένας έμεινε που το καθυστέρησε και τόνε
δείχναμε κάπως με δέος στους μικρότερους από μάς·
ύστερα, πάει κι αυτός, πήρε πτυχίο·
και μεις το ίδιο άλλωστε, κάτι χρόνια αργότερα·
άλλο θέλω να πω· λίγο λίγο, το Πολυτεχνείο,
το κτίριο τής Πατησίων δηλαδή, αδειάζει από φοιτητές·
όλο και περισσότερα μαθήματα γίνονται στα ωραία μοντέρνα κτίρια, πάνω, στου Ζωγράφου·
μοιραία, κάποτε θ’ αδειάσει εντελώς,
κάτω θα μείνουν μόνο οι διοικητικές υπηρεσίες,
ίσως ούτε κι αυτές, θα ’ναι μπελάς ν’ ανεβοκατεβαίνεις·
μάλλον ολότελα άδειο από ζωή θα μείνει,
ίσως γίνει και πραγματικά μουσείο,
είναι όμορφο το κτίριο... άδειο από ζωή;
μάλλον όχι· είναι πολλά αυτά που γίνανε
εδώ για να περάσουνε έτσι στο ντούκου·
πολλά αυτά που γίνανε, πολλά κι αυτά
που ακόμα δεν έχουν γίνει·
πολλά είναι που ’χουν μείνει αδικαίωτα·
και ίσως σ’ αυτό οφείλεται αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση
που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου,
αυτή η θαλπωρή που δοκιμάζει ο επισκέπτης
τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που νιώθεις·
αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό,
που ακούγεται σα να θυμίζει
«δεν τελειώσαμε ακόμα»·
είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες...
Τι συμβολίζει πραγματικά η κεφαλή έξω απ' το Πολυτεχνείο που καταθέτουν λουλούδια προς τιμήν των νεκρών του Πολυτεχνείου;
![]() |
![]() |
| πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 17 Νοεμβρίου 1973 |
![]() |
| πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 17 Νοεμβρίου 1973 |
ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ
«Εδώ Πολυτεχνείο»
Στον άγιο ήχο της φωνής:
«Εδώ Πολυτεχνείο!...»
στο κάλεσμα της νιότης μας,
στο κάλεσμα της νιότης μας,
που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!
Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.
Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...
Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973
Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια
σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας,
με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια,
στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι,
- πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα
και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα,
ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει :
περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί
στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα
πίσω απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία
κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς,
μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Γιάννης Ρίτσος
Το σώμα και το αίμα
(Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)
ΙΙ
Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!
Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.
Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!...
Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973
Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια
σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας,
με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια,
στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι,
- πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα
και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα,
ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει :
περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί
στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα
πίσω απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία
κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς,
μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Γιάννης Ρίτσος
Το σώμα και το αίμα
(Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)
ΙΙ
Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα
σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα
τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος
απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















