Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1940Η 5η Μεραρχία Κρητών είχε τις μεγαλύτερες απώλειες απ' ό,τι άλλες στρατιωτικές μονάδες που συμμετείχαν στο Αλβανικό Μέτωπο.



#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1940 #ΟΧΙ

Ήταν πρωί της Δευτέρας και την προηγουμένη, το βράδυ Κυριακής, βρίσκονταν σε γάμους και συνάξεις και κανείς τους δεν ανέμενε τα νέα του πολέμου...
«Αι Ιταλικαί Στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5.30 πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. 

Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται επί του πατρίου εδάφους». 
Το τηλεγράφημα αυτό διαβάστηκε από τα ραδιόφωνα της εποχής σε χωριά και κωμοπόλεις της Κρήτης, στις 28.10.1940. Αιφνιδιασμός, έκπληξη αλλά και περηφάνια κατέκλυσε τους Κρήτες, οι οποίοι -σύμφωνα με πάμπολλες μαρτυρίες γερόντων από χωριό σε χωριό, αλλά και ημερολόγια της εποχής- από την πρώτη ώρα έθεσαν εαυτόν στις δυνάμεις επιστράτευσης για την Αλβανία. 
Από τις πρώτες στιγμές, σύμφωνα και με τα αρχεία του Συντάγματος στα Χανιά, ξεκίνησαν οι καμπανοκρουσίες, ενώ τα αστυνομικά τμήματα της τότε χωροφυλακής επιστράτευσαν το δυναμικό τους, με στόχο να ειδοποιηθούν όλοι οι άνδρες που ήταν εν δυνάμει πολεμιστές του μετώπου.

Μπορεί η αγωνία και η συγκίνηση σε συνάρτηση με τη λύπη από πλευράς γυναικών και παιδιών να ήταν έκδηλη, όμως δεν στάθηκε ικανή να ορίσει την απόφαση ενός εκάστου εκ των ανδρών ώστε να κρυφτεί και να μην εμφανιστεί στις αρχές. 
Μέχρι και αργά το απόγευμα ο ένας Κρητικός ειδοποιούσε τον άλλον για την επιστράτευση. 
Πολλοί δε βρισκόντουσαν στα χωράφια ή άλλες αγροτικές εργασίες, με αποτέλεσμα τα παιδιά να έχουν αναλάβει το ρόλο του «ταχυδρόμου» των σειρήνων της επιστράτευσης.
Άπειρες οι ιστορίες που γίνονται γνωστές από στόμα σε στόμα όλα αυτά τα χρόνια και αφηγήσεις που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα για τα αντρομαζώματα στις πλατείες των χωριών, τους παπάδες που με το πετραχήλι ευλογούσαν τους άντρες, 
«λες και πηγαίνανε σε γάμο», 
οι οποίοι ήταν καλοντυμένοι και ευθυτενείς. 
Οι γιαγιάδες φορούσαν στα μεγάλα εγγόνια τους το σταυρό και οι μανάδες και οι γυναίκες στα παιδιά τους και τους άνδρες τούς έβαζαν στις τσέπες από φωτογραφίες μέχρι και φυλακτά.





Στην Κρήτη άμεσα συγκροτήθηκαν στρατιωτικά τμήματα από το 14ο Σύνταγμα Χανίων


, το 43ο Σύνταγμα Ρεθύμνου, το 44ο Σύνταγμα πεζικού Ηρακλείου, καθώς και το 5ο Σύνταγμα Πυροβολικού Σούδας, τα οποία αποτέλεσαν την εκ νέου μαγιά της 5ης Μεραρχίας Κρητών του Αλβανικού Μετώπου. Η συνολική εικόνα και δύναμη της μεραρχίας αφορούσε σε 566 αξιωματικούς, 18.662 οπλίτες, 687 υποζύγια και 81 οχήματα. 
Μία μεραρχία η οποία πρώτα συστάθηκε το 1912, έδωσε το μαχητικό της «παρών» στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Τα τμήματα αναχώρησαν από το Ηράκλειο και κατόπιν από την Αθήνα με τρένα έφυγαν για τη Βόρεια Ελλάδα και από εκεί πεζοί με κατεύθυνση το Αλβανικό Μέτωπο, και συγκεκριμένα την Κορυτσά, στις 7 Νοεμβρίου 1940. Για όλο το διάστημα του χειμώνα οι κακουχίες και οι σφαίρες αφήνουν δεκάδες εκατοντάδες Κρήτες στα πεδία των μαχών. 
Οι Κρητικοί αποχωρούν μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες του Μετώπου, μετά και τις στρατιωτικές επεμβάσεις πλέον των Γερμανικών συμμαχικών δυνάμεων του Μουσολίνι, την Άνοιξη του Απρίλη του 1940.
Η υποχώρηση με τα πόδια και η προσπάθεια επιστροφής στην Κρήτη ήταν εξίσου επώδυνη όσο και ο πόλεμος και το αποτέλεσμα αυτού. 
Από τον Απρίλιο μέχρι και τα τέλη του καλοκαιριού του 1941 οι Κρητικοί προσπαθούν να φτάσουν στο νησί, ενώ αρκετοί παραμένουν σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. 
Σε αρκετές γειτονιές της Αθήνας, Κρήτες μαχητές προσπαθούν να ανακτήσουν δυνάμεις και να βρουν τρόπο να επιστρέψουν στη γενέτειρα. 
Την περίοδο εκείνη είναι που συλλαμβάνονται περί τους 1.400 Κρητικούς από τους Γερμανούς και οι οποίοι οδηγούνται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης που δημιούργησαν οι Γερμανοί στο στρατιωτικό αεροδρόμιο στη Λάρισα. 
Η Κρήτη θρήνησε για τους 1.141 νεκρούς, ενώ επιστρατεύτηκε για τους 2.025 τραυματίες και τους δεκάδες εκατοντάδες άνδρες με κρυοπαγήματα και ακρωτηριασμούς. 

Ιστορικά έχει διατυπωθεί μάλιστα πως η 5η Μεραρχία Κρητών είχε τις μεγαλύτερες απώλειες απ' ό,τι άλλες στρατιωτικές μονάδες που συμμετείχαν στο Αλβανικό Μέτωπο.

Η ιστορία έχει αποτυπώσει σε μεγάλο βαθμό τόσο την ιστορία της 5ης Μεραρχίας και τη δράση της όσο και τα όσα αρνητικά επισκίασαν την αντιμετώπιση της από διάφορους κύκλους, κυρίως λόγω των κρητικών κινημάτων του 1935 και 1938. 
Παρά ταύτα όμως τίποτε δεν μπόρεσε να επισκιάσει τη θέρμη των Κρητών για ελευθερία, με αποτέλεσμα να αναγνωρισθεί η μαχητικότητα τους, αλλά και συντροφικότητα που επέδειξαν σε άλλους αγωνιστές των πεδίων των μαχών στο Αλβανικό Μέτωπο. Ιστορίες και γεγονότα από εκείνη την περίοδο έχουν αποτυπωθεί με μελάνι στα γράμματα των στρατιωτών προς τους οικείους τους στην Κρήτη. 
Η επίθεση των Γερμανών στα σύνορα Μακεδονίας και Θράκης στις 6 Απριλίου 1941, τα όσα επακολούθησαν και η ισχυρή κρούση κατά των δυνάμεων της Ελλάδας έχει ως αποτέλεσμα στις 12 Απριλίου να εκδοθεί η διαταγή για τη σύμπτυξη και υποχώρηση των δυνάμεων.

Αυτό ήταν και το τέλος της ιστορικής 5ης Μεραρχίας που μετά και τη Μάχη της Κρήτης δεν συγκροτήθηκε εκ νέου σε ενιαία στρατιωτική δύναμη. 
Οι περισσότεροι από τους Κρητικούς που τελικά κατάφεραν να επαναπατριστούν στην Κρήτη, ενίσχυσαν τα συμμαχικά στρατεύματα για την αντίσταση κατά των κατακτητών, με αποκορύφωμα τη Μάχη της Κρήτης, αλλά και τη δράση τους στην αντίσταση την περίοδο της γερμανικής κατοχής, δεδομένου ότι από τον Ιούνιο του 1941 ένας μεγάλος αριθμός αντιστασιακών οργανώσεων «αγκαλιάζει» την Κρήτη μέχρι και την 9η Μαΐου 1945, οπότε και υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης των γερμανο-ιταλικών δυνάμεων.
Read more: 

...Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης... O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο ... Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ΄Oδυσσέας Ελύτης

#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ #ΟΧΙ
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
΄Oδυσσέας ΄Ελύτης












...............
Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό

Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού
.





Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!


IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!
(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)
ΠΗΓΗ: Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού 





#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1940 #0ΧΙ
Συνέλληνες ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1940-41!

Ο μεγάλος Ελληνικός αγώνας που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένας αγώνας μοναδικός όπου η Ελλάδα είχε τις περισσότερες μέρες αντίστασης.



Ακόμα και αυτός ο Χίτλερ σε λόγο του στις 4 Μαίου του 1941 είπε:"Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να παραδεχθώ, πως απ΄όλους τους αντιπάλους, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία και συνθηκολόγησε μόνον όταν η περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη και συνεπώς μάταιη".
Οι Άγγλοι έγραφαν:
"Οι γενιές του μέλλοντος από τώρα και στο εξής θα διδάσκονται ότι και πάλι οι ολίγοι Έλληνες έσωσαν με τη θυσία τους τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. 
Στο εξής δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες πολέμησαν σαν ήρωες, αλλά οι ήρωες πολέμησαν σαν Έλληνες".
Οι Αμερικανοί σχολίαζαν " Η Ελλάδα έδωσε το παράδειγμα το οποίο όλοι πρέπει να ακολουθήσουν μέχρις ότου οι σφετεριστές της ελευθερίας οπουδήποτε της γης κι αν βρίσκονται να υποστούν τη δίκαιη καταδίκη τους".
Αυτός υπήρξε ο μεγάλος Ελληνικός αγώνας που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940.
 Ένας αγώνας που η Ελλάδα είχε τις περισσότερες μέρες αντίστασης.
ΜΕΡΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
Ελλάς: 219 ημέρες
Νορβηγία: 61 ημέρες
Γαλλία
: 43 ημέρες (Η υπερδύναμη της εποχής)
Πολωνία
: 30 ημέρες
Βέλγιο
 8 ημέρες
Ολλανδία
:  4 ημέρες
Γιουγκοσλαβία
:  3 ημέρες
Δανία
:  0 ημέρες 
(Οι Δανοί παραδόθηκαν σε έναν μοτοσικλετιστή του Χίτλερ ο οποίος μετέφερε στον Δανό βασιλιά αίτηση του Χίτλερ για διέλευση των ναζιστικών στρατευμάτων, ο Δανός βασιλιάς σε ένδειξη υποταγής παρέδωσε το στέμμα του στον μοτοσικλετιστή για να το πάει στο Βερολίνο και στον ….Χίτλερ)
Τσεχοσλοβακία
:  0 ημέρες
Λουξεμβούργο:  0 ημέρες
ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Οι νεκροί Έλληνες στρατιώτες ανήλθαν κατά την διάρκεια των 219 ημερών στους 13.676.
Αλβανοί:1165 (Πάργα , Μαργαρίτιο, Παραμυθία)
Ιταλοί:8000 Boύλγαροι:25000,
Γερμανοί:50000 Συνολικές απώλειες σε ποσοστό επί του πληθυσμού (εκτελέσεις, κακουχίες, μάχες)
Κατά την διάρκεια της τετραπλής κατοχής που ακολούθησε, οι ανθρώπινες απώλειες πάσης φύσεως, ήσαν:
Ελλάδα 10% (750.000)
 Σοβ. Ένωση 2,8%
Ολλανδία 2,2% Γαλλία 2%
Πολωνία 1,8%
Γιουγκοσλαβία 1,7%
Βέλγιο 1,5%
Την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν πρέπει να την προσπερνάμε επιπόλαια και χωρίς εθνική έξαρση.
Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά που απειλείται η εθνική μας ανεξαρτησία και η εδαφική μας ακεραιότητα πρέπει να την κάνουμε λάβαρο ιερό και αφετηρία των προσπαθειών μας για τη διαφύλαξη της εθνικής μας υπόστασης. 
Σήμερα, πάνω από όλα, πρέπει να δείξουμε το δρόμο των ιδανικών που δημιούργησε το "1940" και να μεταδώσουμε όλα αυτά στις νέες γενιές. 
Είναι το χρέος μας, ο φόρος τιμής, στις ηρωικές στρατιές των προγόνων μας.
Γιατί όποιος λαός ξεχνά την ιστορία του χάνεται.
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1940-41

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

#28ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ1940 #0ΧΙ
Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. 
Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. 

Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. 
Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. 
Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα ‘’ευχαριστώ’’ στην Παναγία, σ' εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. 
Τη Σκέπη των αγωνιστών. 
Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.
Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. 

Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. 
Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. 
Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. 
Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ
ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: 

Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. 
Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. 
Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.

Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα

Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.
Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. 

Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. 
Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. 
Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.
Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.
- Τὶς εἶ; Μιλιά...
Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: Τὶς εἰ;
Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: 

Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!
Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. 

Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. 
Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. 
Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.
Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. 

Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια... κοιμοῦνταν! 
Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. 
Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. 
Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

Θαῦμα στὸ Μπούμπεση

Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.
Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. 

Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. 
Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.
Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. 

Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.
Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! 

Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.
Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. 

Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. 
Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. 
Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.
- Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.
- Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.
Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

Τό ’40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας: δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!! [Β´] Τοῦ Δημ. Νατσιοῦ Δασκάλου


ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ:

 Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ-2
 (Δ. Νατσιός) 
«Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ».
Τό ’40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας:
δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!!
[Β´]
Τοῦ Δημ. Νατσιοῦ
Δασκάλου
ἀπὸ τὴν «ΑΦΥΠΝΙΣΗ»,
περιοδικὴ ἔκδοση Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου
(Πεντάλοφος Παιονίας)
ἀρ. τ. 21, Σεπτέμβριος 2014

Μέρος Α´: 
ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ (Δ. Νατσιός)
. Τό ἑπόμενο ὅμως ἀφιέρωμα τῆς Ε´ Δημοτικοῦ εἶναι ἐξοργιστικότατο!

 Στήν σελίδα 44 τοῦ α΄ τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας-δηλητηρίασης τῶν παιδιῶν καί μαγαρίσματος τῆς μνήμης περιέχεται κείμενο μέ τίτλο:
. «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τόν πόλεμο!» 
Καί ὑπότιτλο
 «Κι ἐμεῖς πήγαμε στό ὑπόγειο». 
Καί ἀφοῦ κρύφτηκαν στό ὑπόγειο, διαμείβονται οἱ ἑξῆς ἄθλιοι διάλογοι:
. «Μετά γύρισε (ὁ μπαμπάς) στή μαμά καί τῆς εἶπε πώς θά τρέξει στήν τράπεζα νά σηκώσει λεφτά. 
“Δέν ἔχουμε δραχμή”, εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας στή σκάλα…». 
Ὅταν ὁ προκομμένος ὁ μπαμπάς γύρισε ἀπό τήν τράπεζα ἀπογοητευμένος, γιατί ἡ τράπεζα ἦταν κλειστή καί δέν μπόρεσε «νά σηκώσει λεφτά», πῆγαν σ’ ἕνα ὑπόγειο, «στῆς κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τό σπίτι της ἔχει ὑπόγειο καί τό λιακωτό της εἶναι τσιμεντένιο καί δέν μποροῦν νά τό τρυπήσουν οἱ μπόμπες». 
Καί ὁ μπαμπάς –πρότυπο ἥρωα–πῆρε στήν ἀγκαλιά του τόν ἀφηγητή, παιδί μικρό καί τοῦ εἶπε:
. «-Ἄκη, ἀπό σήμερα θά γίνεις ἄντρας». 
Καί ὁ Ἄκης, ἐμπνεόμενος ἀπό τήν «γενναιότητα» τοῦ πατέρα του, ἀπάντησε:
. «Ἐγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δέν ἤθελα νά γίνω σήμερα ἄντρας…». 
Βεβαίως, γιατί οἱ ἄντρες στρατεύονται καί πολεμοῦν! 
Ἐνῶ ὅσοι δέν θέλουν νά γίνουν ἄντρες, 
παίρνουν τό Ι5 
(γιώτα πέντε) χαρτί ἀπόλυσης καί σπεύδουν στά ὑπόγεια καί ἄσε τά κορόιδα νά κατασκοτώνονται γιά τήν τιμή τῆς πατρίδας!
. Τί κείμενο εἶναι αὐτό; ποιό μήνυμα περνᾶ; 
Πρίν σχολιάσω νά τονίσω τό ἑξῆς: 
Ὅλοι οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μέ τήν γλῶσσα καί τήν διδακτική της, γνωρίζουν ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀθῶα παραμυθάκια καί ὅτι κάθε γλωσσικό κείμενο, ἀκόμα καί ἕνα πρόβλημα μαθηματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καί στάσεις ζωῆς, πρότυπα δηλαδή.. 
 Τί «προάγει» τό προαναφερόμενο σκουπίδι; 
Πρῶτον: Τήν δειλία, τήν ἡττοπάθεια, τήν ἀφιλοπατρία, τό ψεῦδος! 
Γνωρίζουμε ἀπό τά «ἐπίκαιρα» τῆς ἐποχῆς ὅτι τήν ἡμέρα πού κηρύχθηκε ὁ πόλεμος καί ἡ γενική ἐπιστράτευση ὁ λαός ξεχύθηκε στούς δρόμους πανηγυρίζοντας! 
Ἔξαρση, ἐνθουσιασμός, φιλοπατρία, πίστη γιά τό δίκαιο τοῦ ἀγώνα, θάρρος, ἕνα πραγματικό γλέντι τοῦ λαοῦ, πού εἶχε ἀπηυδήσει ἀπό τίς προκλήσεις τοῦ ἰταμοῦ καί ὀλιγόνοος Μουσολίνι! 
Καί οἱ μπαμπάδες δέν κρύβουνταν σάν λαγοί στά ὑπόγεια οὔτε ἔτρεχαν στίς τράπεζες! 
Αὐτά τά σκέφτονται οἱ Γραικύλοι τῆς σήμερον, πού γράφουν τά βιβλία! 
Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ! 
Ἐκεῖνοι οἱ μπαμπάδες, οἱ παπποῦδες μας, ντύνονταν στά χακί, καί πήγαιναν, «μέ τό χαμόγελο στά χείλη», μπροστά, στά μαρμαρένια ἁλώνια τοῦ Γένους! 
Καλά τό γράφει ὁ ποιητής:
«Μέ ζῆλο στά σκολειά τῆς προδοσίαςτοῦ σάπιου αἰῶνα σέπεται ἡ γενιά!»
(Κ. Βάρναλης, «Αἰδώς, Ἀργεῖοι!»). 
 Σημειωτέον ὅτι στό ἴδιο βιβλίο τό ἀφιέρωμα γιά τό «Πολυτεχνεῖο» καλύπτει ἑπτά (7) σελίδες! 
Τό ἀφιέρωμα στό ’40, πέντε (5)! 
Τό νά δίνεται στήν 17η Νοεμβρίου 1973 ὁ χαρακτήρας μιᾶς ἐθνικῆς ἐπετείου καί μάλιστα ἰσάξιας καί ἀνώτερης –κρίνοντας ἀπό τόν ἀριθμό τῶν σελίδων– εἶναι ἀπό τά «πρωτότυπα» εὑρήματα τῆς νέας, νεοταξικῆς ἰδεολογίας πού διαπερνᾶ τά βιβλία καί προβληματικό ἀπό κάθε ἄποψη, πού δέν ἔχει καμμία θέση σέ σχολικό βιβλίο! 
Κι ἄν δέν κάνω λάθος, τή λεγόμενη «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου», τύπου Δαμανάκη, Λαλιώτη καί χιλιάδων ἄλλων «ἀντιστασιακῶν», ἀκόμη τήν χρυσοπληρώνει ὁ ἑλληνικός λαός…
. Τά ἴδια χαμαίζηλα, πονηρόφρονα καί ἀπαράδεκτα κείμενα –πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων– συναντᾶς σ’ ὅλα τά βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ!
 Στά δέ δέκα (10) γλωσσικά ἐγχειρίδια τοῦ Γυμνασίου, δέν ὑπάρχει οὔτε γιά δεῖγμα ἕνα ἀφιέρωμα στό Ἔπος τοῦ ’40!! 
Οι ἐθνομηδενιστές ἀγνοοῦν πλήρως τήν Ἐπέτειο!! Συκοφάντηση τῆς Ἱστορίας, ἀπαξίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, διακωμώδηση τῶν ἀγώνων τοῦ λαοῦ μας γιά λευτεριά: 
αὐτό εἶναι τό Νέο Σχολεῖο τους… 
Ἕνα πραγματικό «παιδομάζωμα», πού θά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἱστορική εὐθανασία, στήν ἐξαφάνιση ὡς λαοῦ πού ἦταν κάποτε «ὁ δάσκαλος τῆς Οἰκουμένης» ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός!!
. 13.936 Ἀξιωματικοί καί ὁπλῖτες –ὁ ἀνθός τῆς πατρίδας– ἄφησαν τά κόκκαλά τους τά ἱερά στά βουνά καί τούς γκρεμούς τῆς Βορείου Ἠπείρου. 
Εἶναι ντροπή τέτοια θυσία νά ἀτιμάζεται στά βιβλία τῶν παιδιῶν μας!!
«Ποιός θά ἀντιδράσει; 
Τί πάθηκαν, τί γίνηκαν τοῦ κόσμου οἱ ἀντρειωμένοι;»…
. Νά κλείσω, γιά νά ἀναπνεύσουμε καί πάλι ὀσμή εὐωδίας ἡρωϊσμοῦ, μ’ αὐτό πού διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στό βιβλίο του «Τό περιβόλι τῶν θεῶν», σ.135. Περιγράφει τήν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ στό στρατιωτικό νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός» καί τήν στιχομυθία μέ πληγωμένο στρατιώτη:
«-Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου;
-Στό Ἰβάν!
-Ἔ, τό Ἰβάν τό τιμωρήσαμε!Ἔπεσε χθές τό βράδυ.
-Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. 
Θά μποροῦσε ὅμως νά εἶχε πέσει ἐδῶ καί πέντε μέρες.
 Ὅταν βρήκαμε τήν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νά μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. 
Θά τό παίρναμε ἀπό τότε».
. Τί νά πεῖ κανείς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου

Μοναχός Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης: Τό πνεῦμα τοῦ ᾽40. Ἄλλοτε καί τώρα.



Μέρος Α´ Ἱστορικόν
Μεγάλη ὑποχρέωση αἰσθανόμαστε ἀπέναντι στούς ἥρωες, πού πολέμησαν τό 1940 καί στή συνέχεια γιά νά εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι καί γιά νά μποροῦν καί κάποιοι αὐτούς τούς ἥρωες νά τούς ἀμφισβητοῦν ἤ καί νά τούς ὑβρίζουν ἀπό τήν ἀσφάλεια καί τή ζεστασιά τοῦ καναπέ τους.
Κάθε ἑλληνική ψυχή ὅμως αἰσθάνεται τό χρέος νά πεῖ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ καί νά ἀποδώσει τήν ἐποφειλομένη σ᾽ αὐτούς τιμή, τούς πατεράδες καί παπποῦδες τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, πού ἀνέβασαν τήν Ἑλλάδα στό ὑψηλότερο βάθρο τῆς παγκόσμιας Ἱστορίας.
Εἶναι γνωστοί οἱ διθυραμβικοί ἔπαινοι πρός τούς ἥρωες αὐτούς καί τήν Ἑλλάδα, πού τούς ἀνέδειξε.
Ἔπαινοι ἀπό ἐχθρούς καί φίλους. 
Ἀναφέρουμε μόνον τήν παραδοχή τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ, 
ὁ ὁποῖος μιλώντας στή Γερμανική Βουλή (Ράιχσταγκ) στίς 4 Μαΐου 1941 εἶπε καί τά ἑξῆς: 
«Ἡ ἱστορική δικαιοσύνη μέ ὑποχρεώνει νά διαπιστώσω ὅτι ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀντιπάλους μας ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἰδίως ἐπολέμησε μέ ὕψιστο ἡρωϊσμό καί αὐτοθυσία... 
Συνθηκολόγησε μόνον, ὅταν ἡ συνέχιση τῆς ἀντίστασης δέν ἦταν πλέον δυνατή καί δέν εἶχε κανένα λόγο».
Καί ἀπό τούς φίλους: 
Τό γνωστό τοῦ Ουΐνστον Τσῶρτσιλ: 
«Ὥς τώρα λέγαμε ὅτι οἱ Ἕλληνες πολεμοῦν σάν ἥρωες. 
Ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς θά λέμε ὅτι οἱ ἥρωες πολεμοῦν σάν Ἕλληνες!» 
Ἐξ ἄλλου ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Μόσχας μετέδιδε: 
«Πολεμήσατε ἄοπλοι ἐναντίον πανόπλων καί νικήσατε, μικροί ἐναντίον μεγάλων κι ἐπικρατήσατε. 
Δέν ἦταν δυνατόν νά γίνει διαφορετικά, διότι εἶσθε Ἕλληνες. 
Κερδίσαμε χρόνο, γιά νά ἀμυνθοῦμε. Ὡς Ρῶσοι καί ὡς ἄνθρωποι σᾶς εὐγνωμονοῦμε».
Ποιό ἦταν ὅμως τό πνεῦμα τοῦ 40, μιά καί αὐτός εἶναι ὁ τίτλος τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας;
Τό πνεῦμα τοῦ ᾽40, ἴδιο καί ἀπαράλλακτο μέ τό ἀθάνατο κρασί τοῦ ᾽21, 
μέ τό ὁποῖο ὁ μεγάλος μας Κωστῆς Παλαμᾶς 
προέτρεπε τήν ἑλληνική νεολαία νά μεθύσει 
(«Τοῦτο τόν λόγο θά σᾶς πῶ, δέν ἔχω ἄλλον κανένα. 
Μεθύστε μέ τό ἀθάνατο κρασί τοῦ ᾽21»)
εἶναι τό διαχρονικό πνεῦμα καί ἦθος τῆς μακραίωνης ἱστορικῆς μας συνέχειας:
 Ὁ ἔρωτας καί ὁ ἀγώνας γιά τήν ἐλευθερία καί τό δίκαιο καί αὐτά μέ βάση τήν ἀγάπη στόν Χριστό καί στήν πατρίδα καί στίς ἄλλες πολυτίμητες διαχρονικές μας ἀξίες: τό φιλότιμο, τήν λεβεντιά, τήν οἰκογένεια, τήν παράδοση, τό κοινοτικό πνεῦμα καί τόσα ἄλλα ἀκόμη.
Δίνουμε μερικά χαρακτηριστικά δείγματα αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, ὅπως ἐκφράσθηκε τό ᾽40-41, στόν τιτάνιο ἀγώνα ἑνός μικροῦ λαοῦ ἀπέναντι σέ δύο σιδηρόφρακτες αὐτοκρατορίες, τήν Ἰταλία πρῶτα καί τή Γερμανία στή συνέχεια.
Διαβάζουμε στόν τόμο Μαρτυρίες 1940-44: 
«Πρός τόν κ. Πρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως ἀπεστάλη τό κάτωθι τηλεγράφημα... “Στερούμενος χρημάτων ἵνα προσφέρω διά τάς πολεμικάς ἀνάγκας τῆς πατρίδος μας, προσφέρω τό χωράφι μου, κείμενον εἰς θέσιν Βάρικο, χωρίον Λιόπεσι Ἠπείρου, ἐκ στρεμ­μάτων 22. 
Παρακαλῶ εὐλαβῶς δεχθῆτε μόνην δυνατήν προσφοράν μου”, 
ἐφ. Ἡ Πρωΐα, 10.11.1940». ἐν: Μαρτυρίες 40-44, ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 1988, σ. 29).
Καί ἀπό τό ἀφυπνιστικό ἄρθρο τοῦ φίλου δασκάλου Δημήτρη Νατσιοῦ 
«Τό ᾽40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας: δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!!», 
τό ὁποῖο ἐμπεριέχεται στό βιβλίο του Τά ἄθεα γράμματα καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους, ἐκδ. Ἱ. Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου, Γουμένισσα Κιλκίς, δανείζομαι τό ἀκόλουθο συγκινητικό περιστατικό: 
«Στόν πανηγυρικό λόγο πού ἐκφώνησε στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στίς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960, ὁ μεγάλος μας λογοτέχνης Στρατῆς Μυριβήλης, μεταξύ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀνέφερε καί ἕνα συγκλονιστικό γεγονός, πού διαδραματίστηκε, ὄχι “στό διάσελο τῆς Ἱστορίας” (Βρεττάκος), στίς ἀετορ­ράχες τῆς Πίνδου, ἀλλά στά μετόπισθεν, ὅπου ὁ ἀπόλεμος πληθυσμός τῆς πατρίδας μας συναγωνιζόταν τήν ἀνδρεία τῶν μαχητῶν. 
Τό μεταφέρω:
Εἶχε ὀργανωθῆ, κατά τή διάρκεια τοῦ ἀγῶνα ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπ᾽ τόν Ἐρυθρό Σταυρό τῆς Ἑλλάδος. 
Εἶχα καί ἕναν φίλο γιατρό, σ᾽ αὐτή τήν ὑπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου νά τόν δῶ καί νά τά ποῦμε. 
Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρά κάθε μέρα γιά νά δώση τό αἷμα του γιά τούς τραυματίες μας. 
῏Ηταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιά πού περίμεναν τή σειρά τους. 
Μιά μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπί τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στήν σειρά τῶν αἱμοδοτῶν πού περίμεναν, νά στέκεται καί ἕνα γεροντάκι.
− Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
− Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρός τόν κοίταξε αὐστηρά μέ ἀπορία καί συγκίνηση.
 Ὁ γέρος παρεξήγησε τό δισταγμό του. 
Ἡ φωνή του ἔγινε πιό ζωηρή.
− Μή μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. 
Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό, καί ἀκόμα ποτές μου δέν ἀρρώστησα. 
Εἶχα τρεῖς γιούς. 
Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. 
Χαλάλι τῆς πατρίδας. 
Ὅμως μοῦ εἶπαν πώς οἱ δύο πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. 
Λοιπόν, εἶπα στή γυναῖκα μου, θά ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια τους, γιατί δέ θά ᾽χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. 
Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ τό δικό μου. 
Ἄιντε, πήγαινε, γέρο μου, μοῦ εἶπε, κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας. 
Καί ἐγώ σηκώθηκα κι ἦρθα 
(Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940, Πανηγυρικοί λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐπιμέλεια Πέτρος Χάρης, Ἀθήνα 1978, σ. 322)» (Δημήτρη Νατσιοῦ, ἐνθ᾽ ἀνωτ. σσ. 199-200).
Αὐτό ἤτανε τό πνεῦμα τοῦ ᾽40. 
Καί ὅπως διαβάζουμε ἀλλοῦ: 
«...Τό ἔπος τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου μπορεῖ νά γράφτηκε στίς γραμμές τοῦ μετώπου, ἀλλά ἴσως τίποτε νά μήν ἦταν ἴδιο χωρίς τή συγκινητική συνεισφορά τῶν "ἄοπλων μαχητῶν" τῆς ὀπισθοφυλακῆς» 
(ἐφημ. Ἐλεύθερος Τύπος, Ὀκτώβριος 2011, ἀφιέρωμα στό ἔπος τοῦ ᾽40).
Πόσα ἀλήθεια θά εἶχε νά πεῖ κανείς καί νά γράψει γι᾽ αὐτούς τούς «ἄοπλους μαχητές» μέ κορυφαῖες τίς ἡρωίδες γυναῖκες τῆς Πίνδου, πού μετέφεραν πυρομαχικά στήν πρώτη γραμμή ἀψηφώντας τόν χιονιά στά περήφανα βουνά τῆς Ἠπείρου.
Ἐκεῖ φάνηκε ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς ἑλληνικῆ ψυχῆς, στήν Πίνδο καί στή Βόρειο Ἤπειρό μας.
Καί γιά νά θυμηθοῦμε οἱ παλαιότεροι καί νά μαθαίνουν οἱ νεώτεροι, γιατί πλέον τά ἐμβατήρια τῶν ἐνόπλων μας δυνάμεων παιανίζονται χωρίς νά συνοδεύονται ἀπό λόγια, 
ἄς ἀκούσουμε τό θρυλικό ἐμβατήριο γιά «τοῦ Δαβάκη τ᾽ ἄξια παλληκάρια».
Η ΠΙΝΔΟΣ ΜΑΣ
Πάνω ᾽κεῖ στῆς Πίνδου μας τίς κορφές,
πού θαρρεῖς τ᾽ ἀστέρια φιλοῦνε,
τῆς Πατρίδος λίγες ἁγνές μορφές,
τά πυκνά σκοτάδια ἐρευνοῦν.
Τῆς Πατρίδος πάντα πιστοί φρουροί
τόν ἐχθρό νἀρθῆ καρτεροῦνε,
τόν ἐχθρό πού πίστευε πώς μπορεῖ
στήν Ἑλλάδα νικητής νά μπῆ.
Ἡ νύχτα φεύγει, σβήνουν τ᾽ ἀστέρια
τ᾽ ἀγρίμια πᾶνε νά κρυφτοῦν,
μά τοῦ Δαβάκη μας τά ξεφτέρια
δέν θέ νά πᾶν ν᾽ ἀναπαυθοῦν.
Ἐχθροί μιλιούνια, ντροπή αἰώνια,
τ᾽ ἅγια μας σύνορα πατοῦν
καί μέ τουφέκια καί μέ κανόνια
σίδερο καί φωτιά σκορποῦν.
Εἰς τήν Πίνδο τραγουδᾶνε
τοῦ Δαβάκη τ᾽ ἄξια παλληκάρια
κι ὅλο δόξες ἀντηχοῦνε τ᾽ ἄλλα τά βουνά.
Τήν Ἑλλάδα μας ὑμνοῦνε
καί τ᾽ ἀνδρειωμένα της βλαστάρια,
πού τόν κάθ᾽ ἐχθρό νικοῦνε,
σάν παντοτεινά.
Καί γιά νά θυμηθοῦμε καί τόν νομπελίστα μας Ὀδυσσέα Ἐλύτη, 
ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός στόν πόλεμο τοῦ ᾽40 καί ἀπό ἐκεῖ ἐμπνεύσθηκε τόσο τό ἀριστούργημά του 
«Ἄξιόν Ἐστι» (1959), 
ὅσο καί τό «Ἄσμα ἡρωικό καί πένθιμο στόν χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας». 
Εἶναι γνωστοί οἱ στίχοι τοῦ «Ἄξιόν Ἐστι»: 
«Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σέ λένε Πίνδο καί σέ λένε Ἄθω» 
καί λίγο παρακάτω:
«Τά θεμέλιά μου στά βουνά
καί τά βουνά σηκώνουν οἱ λαοί στόν ὦμο τους
καί πάνω τους ἡ μνήμη καίει
ἄκαυτη βάτος!».
Αὐτά εἶναι τά ὁρόσημα τῆς Ἱστορίας μας. 
Σέ λένε Πίνδο καί σέ λένε Ἄθω. 
Οἱ δύο φτεροῦγες τῆς Ρωμιοσύνης, μέ τίς ὁποῖες πετᾶ ψηλά: 
Ἡ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα καί τήν ἐλευθερία 
«Σέ λένε Πίνδο» 
καί ἡ ἀγάπη γιά τόν Χριστό 
καί τήν Κυρά τήν Παναγιά 
«Σέ λένε Ἄθω», 
τήν ὑπέρμαχο στρα­τηγό τοῦ Γένους, τήν ὁποία ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες μαχητές, ὑπερασπιστές τοῦ πατρίου ἐδάφους, ἀλλά καί οἱ θρασύτατοι Ἰταλοί εἰσβολεῖς ἔβλεπαν πολλές φορές ὀφθαλμοφανῶς νά προηγεῖται τῶν τμημάτων καί τῆς σημαίας μας καί νά ὁδηγεῖ στή νίκη. Νά τί διαβάζουμε στό προαναφερθέν βιβλίο Μαρτυρίες 40-44ὑπό τόν τίτλο
 «Ἡ γυναίκα μέ τά μαῦρα»:
«Καθώς ἐνθυμοῦμαι ἕνα περιοδικό τότε ἔγραφε τά ἑξῆς. 
Ἰταλοί αἰχμάλωτοι συλληφθέντες ἀπό τούς Ἕλληνες ἠρώτησαν. 
“Ἔχετε καί γυναῖ­κες στό Στρατό;’’ 
- ὄχι ἀπήντησαν οἱ δικοί μας. 
Καί οἱ Ἰταλοί ἠρώτησαν πάλιν. 
῾῾Τότε ποιά ἦταν ἐκείνη ἡ γυναίκα 
μέ τά μαῦρα πού ἐπήγαινε 
μπροστά ἀπό τούς στρατιώτας;’’»
(ἔνθ᾽ ἀνωτ. σ. 66).
Καί μέ τήν εὐκαιρία νά ποῦμε ὅτι εἶναι λάθος νά μιλοῦμε γιά ἀλβα­νικό ἔπος. 
Δέν ἦταν ἀλβανικό ἔπος, ἔπος δηλαδή καί νίκη τῶν Ἀλβανῶν(!) 
ἀλλά ἔπος καί νίκη τῶν Ἑλλήνων στά βουνά τῆς ἑνιαίας μας Ἠπείρου, Νοτίου καί Βορείου, ἡ ὁποία γιά τρίτη φορά τότε ἐλευθερώθηκε ἀπό τόν ἔνδοξο ἑλληνικό στρατό καί δυστυχῶς ἀκόμη σκλάβα εἶναι. 
Ἄς ὄψονται τά συμφέροντα καί ἡ ὑποκρισία τῶν δῆθεν φίλων καί συμμάχων μας...
Ἐπίσης νά ποῦμε ὅτι εἶναι καλύτερα νά χρησιμοποιοῦμε τίς λέξεις στρατιώτης, ὁπλίτης ἤ μαχητής καί ὄχι τήν ἰταλική λέξη φαντάρος, πού πολλές φορές ἀκοῦμε νά χρησιμοποιεῖται καί σήμερα.
Καί γιά νά ἔλθουμε καί στό γνωστό θέμα, πού ἐδημιούργησε ἡ ἐν Ἑλλάδι ἀριστερά ὅλων τῶν ἀποχρώσεων: 
Ποιός εἶπε τό ΟΧΙ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940;
Ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τά ἱστορικά γεγονότα καί τίς πηγές, 
τό «ΟΧΙ» τό εἶπε ὁ τότε ἐθνικός κυβερνήτης Ἰωάννης Μεταξᾶς, 
ἐκφράζοντας ὅλους τούς Ἕλληνες.
Ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς μέ τήν στρατιωτική καί πολιτική του ἰδιοφυία εἶχε ἤδη ἀπό τίς 18 Μαρτίου 1939 πάρει τήν «φοβεράν ἀπόφασιν», 
ἐάν ἀπειληθεῖ ἡ Ἑλλάδα ἀπό τούς Ἰταλούς καί Γερμανούς, ὅπως καί ἔγινε, νά μπεῖ στόν πόλμο μέ τό μέρος τῆς Ἀγγλίας. 
«Φοβεράν ἀπόφασιν» τήν ὀνομάζει, στό προσωπικό του Ἡμερολόγιο, τό ὁποῖο ἔχει ἐκδοθεῖ (Ἰωάννου Μεταξᾶ, Ἀπομνημονεύματα, ἐκδ. Γκοβόστης, σ. ...),
 ἀλλ᾽ εἶναι δυστυχῶς ἐξαφανισμένο, ἐπειδή κάποιοι φοβοῦνται, προφανῶς, τήν ἱστορική ἀλήθεια. 
Συνεπῶς δέν ἦταν μία ἐξ ἀνάγκης ἀπόφαση τῆς στιγμῆς, τήν ὁποία ἔλαβε ὁ Μεταξᾶς στίς 3 τά μεσάνυχτα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, φοβούμενος μήπως τόν ἀνατρέψει ὁ λαός, ἐάν ἔλεγε τό «ΝΑΙ», ὅπως τόν κατηγοροῦν οἱ πλαστογράφοσι τῆς Ἱστορίας!
Ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τά πεπραγμένα του καί ἀπό τίς καταγρα­φές στό προσωπικό του ἡμερολόγιο, ἤδη ἀπό τό 1936, πού ἀνέλαβε τήν ἐξουσία, προετοίμασε στρατό καί λαό γιά τόν πόλεμο, πού ἔβλεπε νά ἔρχεται. 
Τό ἀποδεικνύει ἡ περίφημη «γραμμή Μεταξᾶ» καί οἱ δαπάνες γιά τούς ἐξοπλισμούς καί τήν ἀναδιοργάνωση τοῦ στρατοῦ. 
Ἐνῶ ἀπό τό 1923 μέχρι τό 1934 εἶχαν δαπανηθεῖ γιά τόν ἐξοπλισμό τοῦ Στρατοῦ μας μόνο 3.000.000.000 Δραχμές, κατά τά ἔτη 1935-1940 δαπανήθηκε γιά τόν Στρατό ξηρᾶς, μόνο ἀπό τόν προϋπολογισμό καί ἀπό τό Ταμεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τό ἰλιγγιῶδες γιά τήν ἐποχή ἐκείνη χρηματικό ποσό τῶν 15.707.305.490 Δραχμῶν! 
(Κωνσταντίνου Νούσκα, ὑποστρατήγου ἐ.ἀ., 
Ἡ πραγματική ἀλή­θεια γιά τό ἔπος τοῦ Σαράντα, ἐκδ. «Λυδία», Θεσσαλονίκη 1987, σ. 49).
Ὁ Μεταξᾶς λοιπόν εἶχε πάρει τήν ἀπόφασή του ἤδη ἀπό τότε καί ἦταν σαφές ὅτι τό ἐθνικό συμφέρον ἐπέτασσε ἡ Ἑλλάδα νά εἶναι μέ τό μέρος τῆς Ἀγγλίας καί τῶν χωριῶν πού ἀντιμάχονταν τό Ἄξονα Γερμανίας-Ἰταλίας. 
Σημειωτέον ὅτι καί ἡ τότε κομμουνιστική Σοβιετική Ἕνωση μέ τό σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ ἦταν σύμμαχη μέ τόν Χίτλερ καί τόν Μουσολίνι. 
Γι᾽ αὐτό καί τό ΚΚΕ τότε προέτρεπε —χωρίς φυσικά νά βρίσκει καμμία ἀνταπόκριση— προέτρεπε τούς Ἕλληνες νά μήν πολεμήσουν τούς Ἰταλούς, χαρακτηρίζοντας ὡς «πόλεμο φασιστικό καί κατακτητικό»(!) 
τόν τιτάνιο ἐκεῖνον ἀγῶνα μας, πού ἄφησε ἔκθαμβη ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. 
Ἀφοῦ ἡ Σοβιετική Ἕνωση δέχθηκε τήν ἐπίθεση τῆς ναζιστικῆς Γερμανίας, στίς 22 Ἰουνίου τοῦ 1941, ἄλλαξε καί ἡ γραμμή τοῦ Κ.Κ.Ε.!
Διαβάζουμε στό Ἡμερολόγιο τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ, καθώς ἱστορεῖ ὁ τότε ὑπουργός Ἀμβρόσιος Τζίφος στίς «Ἀναμνήσεις» του γιά τό ὑπουργικό συμβούλιο, πού συνεκάλεσε ὁ Μεταξᾶς τά ξημερώματα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου μετά τό ἱστορικό «ΟΧΙ»:
 «Εἰς τό Γραφεῖον τοῦ Προέδρου ἔφθασα πρῶτος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν. 
Τόν βρῆκα καθισμένο σέ μία πολυθρόνα μέ τό ὕφος ἀνθρώπου πού εἶχε βγάλει ἀπό τούς ὤμους του ἕνα τεράστιο βάρος, τοῦ ἀνθρώπου πού αἰσθάνεται ὅτι ἔχει ἐκτελέσει καί ἀπέναντι τῆς πατρίδος του καί ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του τό καθῆκον του.
» Τό πρόσωπό του ἔλαμπε καί ἐφαίνετο δέκα χρόνια νεώτερος.
» Ἐν τούτοις, ἄν καί δέν μποροῦσε νά κρύψη τά συναισθήματά του, δέν θέλησε νά προβῆ σέ ἀνακοινώσεις προτοῦ συγκεντρωθοῦμε ὅλοι.
» Ἐν τῷ μεταξύ ἔφθασαν καί οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί καί κατά τάς 4.15´ συγκεντρωθήκαμε ὅλοι στήν αἴθουσα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». 
(Ἀπο-μνημονεύματα, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. Δ´, μέρος Β´, σ. 747.
Σημειωτέον ὅτι ἡ ὀξυδέρκεια τοῦ Μεταξᾶ προεῖδε τήν ἐξέλιξη τῶν γε­γονότων, γι᾽ αὐτό καί εἶπε στό ὑπουργικό ἐκεῖνο Συμβούλιο τά ἑξῆς «προ­φητικά»: 
«Σήμερα ἀναλαμβάνομεν σκληρότατον ἀγῶνα, μέ μέσα τε-λείως ἄνισα καί δέν πρέπει νά αὐταπατώμεθα ὅτι θά πολεμήσωμεν μόνον τούς Ἰταλούς.
» Τά συμφέροντα τοῦ Ἄξονος εἶναι ἀναπόσταστα καί ἀργά ἤ γρήγο-ρα θά πολεμήσουμε καί τούς Γερμανούς.
» Τό πιθανώτατο λοιπόν εἶναι νά χάσωμε προσωρινῶς τήν Μακε-δονίαν καί τήν Ἤπειρον καί δέν ἀποκλείεται καί αὐτάς τάς Ἀθήνας καί τάς ἑστίας μας καί ὅ,τι ἄλλο ἔχουμε νά ἐγκαταλείψωμεν προσωρινῶς, μεταβαίνοντες εἰς Πελοπόννησον ἤ εἰς Κρήτην.
» Ὁ πόλεμος λοιπόν πού σήμερα ἀναλαμβάνει τό ῎Εθνος εἶναι μόνον καί μόνον πόλεμος τιμῆς καί ἐπειδή πιστεύω βαθύτατα ὅτι αἱ ἠθικαί ἀξίαι τελικῶς θά θριαμβεύσουν ἐπί τῶν ὑλικῶν, ἔχω ἀπόλυτον τήν πεποίθησιν ὅτι ἡ νίκη θά εἶναι τελικῶς μέ τό μέρος τῶν Συμμάχων». 
(Ἀπομνημονεύμα­τα, τ. Δ´, μέρος Β´, σ. 748).
Ὅπως ἐπίσης εἶχε «προβλέψει» ὁ Μεταξᾶς καί τήν ἐνσωμάτωση τῆς Δωδεκανήσου ἀλλά καί τόν ξενοκίνητο ἀδελφοκτόνο σπαραγμό ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ 1944, ὁ ὁποῖος ἔληξε μέ τή νίκη τοῦ Ἐθνικοῦ μας Στρατοῦ τόν Αὔγουστο τοῦ 1949. 
Σημειωτέον ὅτι ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἀπέθανε στίς 30 Ἰανουαρίου τοῦ 1941, πάνω στό κορύφωμα τῆς νίκης, καθώς ὁ στρατός μας εἶχε φθάσει μέχρι τό Τεπελένι καί πιό πάνω ἐλευθερώνοντας ὅλη τή Βόρειο Ἤπειρο καί ἦταν ἕτοιμος νά πετάξει τούς Ἰταλούς στή θάλασσα.
Ὁ Μεταξᾶς κατάφερε νά ἑνώσει ὅλους τούς Ἕλληνες.
Ὁ ἐνθουσια­σμός γιά τή νίκη, πού ἐπικρατοῦσε ἀπό τό ἱστορικό ἐκεῖνο πρωϊνό τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 μέχρι καί τό τέλος τοῦ πολέμου στίς 20 Ἀπριλίου 1941 ἦταν ἀπερίγραπτος. 
Τό ἀποδεικνύουν οἱ ἐφημερίδες, οἱ θεατρικές ἐπιθεωρήσεις καί τά κινηματογραφικά «Ἐπίκαιρα» τῆς Ἐποχῆς.
 Ὁ Μεταξᾶς λοιπόν μέ τό «ΟΧΙ» ἕνωσε ὅλους τούς Ἕλληνες.
Νά τί γράφουν δύο πολιτικοί του ἀντίπαλοι καί πρῶτος ὁ ἀρθρογράφος τῆς ἐφημερίδος Ἡ Καθημερινή Γεώργιος Α. Βλάχος: «Τώρα ἡ Α. Ε. [Αὐτοῦ Ἐξοχότης] ὁ κ. Ἰωάννης Μεταξᾶς, Πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος, ἔφθασεν εἰς τό ἀκρότατον σημεῖον τῆς Δόξης του. Ἔγινε Γιάννης. 
Δέν εἶναι οὔτε ἡ αὐτοῦ Ἐξοχότης, οὔτε ὁ Πρωθυπουργός, οὔτε ὁ Πρόεδρος. 
Εἰς τό στρατιωτικόν νοσοκομεῖον, ὅταν ὁ τραυματίας εἶχε γείρει εἰς τό προσκέφαλόν του βαρύς, τόν ἠρώτησε ἡ ἀδελφή νοσοκόμος, τί θέλει, ἐκεῖνος ἀπήντησε:
— Θέλω τόν Γιάννη...
Ὅπως αἱ μελωδίαι διά νά ζήσουν πρέπει νά κατεβοῦν εἰς τούς δρόμους, οὕτω καί τῶν δημοσίων ἀνδρῶν τά ὀνόματα θά ζητήσουν εἰς τούς δρόμους, μεταξύ τοῦ λαοῦ, τήν ἀθανασίαν. 
Ὁ κ. Μεταξᾶς ἔχει ἀπέναντι τῆς ἀθανασίας κερδήσει τήν μάχην του:
 εἶπε τό ὄχι, ἔγινε Γιάννης... —τί τοῦ μένει;
Νά γίνη καί ἄγαλμα. 
Θά γίνη λοιπόν.
Ἀλλ᾽ ὄχι ὅπως ηὐχήθημεν ἄλλοτε, ἀπό μάρμαρον τοῦ Πεντελικοῦ. 
Θά γίνη ἀπό τόν ὀρείχαλκον πού θ᾽ ἀποδώσουν ταπεινωμένα, αἰχμάλωτα, τά ἐχθρικά πυροβόλα, αὐτά πού τόν ἐξύπνησαν εἰς τάς τρεῖς τό πρωΐ...
» Ἡ στήλη αὐτή —συνεχίζει ὁ Γεώργιος Βλάχος— ἠσθάνθη τώρα, τάς ἡμέρας αὐτάς τῆς χαρᾶς, τήν ἀνάγκην νά φυλλομετρήση τήν ἱστορίαν της —τούς παλαιούς της λογαριασμούς— νά ἀνατρέξη εἰς περασμένους καιρούς, νά ἐνθυμηθῆ. 
Ἀλλά ἠσθάνθη πρό παντός τήν ἀνάγκην νά γράψη ὅ,τι φρονεῖ, ὅ,τι σκέπτεται διά τόν ἄνθρωπον αὐτόν ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπί δεκαέξ ἔτη ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων εἰς μάτην διά νά χρησιμεύση εἰς τήν Ἑλλάδα, εἰς μέν τέσσαρα ἔτη κατώρθωσε νά τήν ἀναπλάση, εἰς δέ μίαν ὥραν τήν ἔσωσε». 
Ὑπογραφή: Γ.Α.Β (=Γεώργιος Α. Βλάχος) 
(Ἀπομνημονεύ­ματα, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τόμ. Δ´, μέρος Β´, σ. 756). 
Ἔτσι μιλοῦν καί πολιτεύονται οἱ ἄνδρες, 
πού βάζουν τό ἐθνικό συμφέρον πάνω ἀπό τό προσωπικό καί ἀπό τό κομματικό.
Καί ἕνας Κρητικός, ὁ Παντελῆς Μαρκογιαννάκης, 
γράφει στό ἡμερολόγιό του στίς 29.1.1941 
ὑπό τόν τίτλο: Θάνατος Ἰωάννου Μεταξᾶ 
«Ὅταν ἦρθε τό χαμπάρι, νά τό ποῦμε, ὅτι πέθανε ὁ Μεταξᾶς, ἐσμπαραλιά­σαμε ὅλοι. 
Κοπῆκαν τά χέρια μας, κοπῆκαν τά πάντα. 
Ναί, οἱ Κρητικοί εἴμασταν πάντα ἐναντίον τοῦ Μεταξᾶ. 
Ὅλοι, ὅλοι. Ἀλλά δέν ἔχει σημασία. 
Τότε εἴμασταν ὅλοι ἕνας κορμός, δηλαδή ὅλος ὁ στρατός εἴμαστε ἕνα. 
Δέν εἴχαμε τότε οὔτε κόμματα, οὔτε Μεταξάδες, γιατί σοῦ λέει, ἐδῶ ἔχουμε τόν ἐξωτερικό κίνδυνο.
Καί, σοῦ λέει, τώρα πεθαίνει στήν κρισιμότερη στιγμή ὁ ἀρχηγός μας, τώρα τί θά γίνει;» (Μαρτυρίες ᾽40-44, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σ. 77).
Αὐτά λοιπόν τά ὑψηλά καί ὑπέροχα τότε.

Μέρος Β´, Ἠθικόν
Ποῦ ὀφείλονταν ὅμως οἱ νίκες ἐκεῖνες;
Τό θαῦμα τοῦ ᾽40, ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἦταν ἕνα θαῦμα τῆς Μεγαλόχαρης, ἕνα θαῦμα τῆς Παναγίας μας, τή μνήμη τῆς ὁποίας προσέβαλαν βάναυσα οἱ Ἰταλοί, ὅταν ἐτορπίλισαν, ἄνανδρα καί ὕπουλα τό καταδρομικό μας Ἕλλη στό λιμάνι τῆς Τήνου ἀνήμερα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1940.
Τό θαῦμα τοῦ ᾽40 ὀφειλόταν κατά πρῶτον στή βοήθεια τῆς Παναγίας στόν δίκαιο ἀγῶνα μας γιά τήν διατήρηση τῆς πολυτίμητης ἐλευθερίας. 
Ἡγεσία καί λαός εἶχαν βαθειά πίστη, ὅπως ἀποδεικνύεται καί ἀπό τά διαγγέλματα τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Β´, τοῦ Πρωθυπουργοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ, τοῦ Ἀρχιστρατήγου τῆς νίκης Ἀλεξάνδρου Παπάγου, ἀπό τά πολεμικά ἀνακοινωθέντα καί ἀπό τόν τύπο τῆς ἐποχῆς. 
Ἡ νίκη ὀφειλόταν κατά δεύτερον στήν στρατιωτική καί ψυχολογική προετοι­μασία στρατοῦ καί λαοῦ, στήν πίστη ὅλων στό δίκαιο τοῦ ἀγῶνος καί στήν ἀνεπανάληπτη ὁμοψυχία, πού ἐπικρατοῦσε. 
Ὁμοψυχία ἡγεσίας πολιτειακῆς, πολιτικῆς, στρατιωτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς. 
Ὁμοψυχία ἡγεσίας καί λαοῦ.
 Ὁμοψυχία λαοῦ καί στρατοῦ. 
Ὅλοι σάν ἕνας ἄνθρωπος.
Νά τί γράφει ὁ Βασίλειος Λαούρδας στό περιοδικό Εὐθύνη, Ὀκτώβριος 1973: 
Τό βρίσκουμε καί αὐτό στόν τόμο Μαρτυρίες ᾽40-44, 
ὑπό τόν τίτλο «Δίδαγμα ὁμονοίας». 
«Τό πρῶτο μεγάλο δίδαγμα ἀπό τήν ἐπέτειο τοῦ 1940 εἶναι τό δίδαγμα ὁμονοίας τοῦ Ἔθνους. 
Μέσα σέ κάθε κοινωνία ὑπάρχουν ἰδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές καί προσωπικές ἀντιθέσεις.
 Ἀλλά τήν ὥρα πού κινδυνεύει τό ἔθνος, καμμία ἀπό τίς ἀντιθέσεις αὐτές δέν ἔχει καί δέν πρέπει νά ἔχη σημασία. 
Καμμία διαφορά, ὅσο καί ἄν εἶναι αὐτή καθ᾽ ἑαυτή σημαντική, δέν μπορεῖ νά ἀντιπαρατίθεται στήν ἀνάγκη νά διατηρηθῆ ἡ ἑνότης καί ἡ ἐλευθερία τοῦ Ἔθνους. 
Ὅσες φορές ὁ Ἑλλη­νισμός δέν ὑποτάχθηκε σ᾽ αὐτόν τόν κανόνα, ὅσες φορές ἀπό προσωπικές καί ἀπό πολιτικές ἀντιθέσεις δέν ἄκουσε αὐτή τήν ἐντολή, ἐπλήρωσε βαρύτατο φόρο.
» Πνεῦμα ὁμονοίας ἦταν ἡ πηγή τοῦ θριάμβου τοῦ 1940.
[…]
» Ἦταν ὄχι μόνο ζήτημα ἐπιβιώσεως, ἀλλά καί ζήτημα τιμῆς ἡ ἄμυνα στά βουνά τῆς Ἠπείρου. 
Μέ τήν ἀντίστασή του, ὁ Ἕλλην ἔδωσε ἕνα παρά-δειγμα, προσέφερε ἀνυπολόγιστη βοήθεια στίς μαχόμενες δυνάμεις τῆς ἐλευθερίας καί ἐπαλήθευσε τή μεγάλη παράδοσή του, τήν παράδοση τοῦ Ἕλληνος. […]
» Μέ τήν ἀπέραντη ποικιλία της καί τήν ἐσωτερική ἑνότητά της ἡ Ἑλληνική παράδοση εἶναι πηγή ὑπερηφανείας. 
Εἶναι ὅμως μαζί καί βαρύτατο χρέος γιά ὅλους μας, ἄντρες καί γυναῖκες, νέους καί ἡλικιωμένους, ἐργάτες, διανοούμενους, στρατιωτικούς καί κληρικούς. 
Κάθε πράξη μας τήν κρίνει ἀτελείωτη σειρά ἀπό προγόνους, πού μᾶς παρακολουθοῦν σιωπηλά ἀπό τήν ἄλλη ὄχθη τῆς ζωῆς». 
(Μαρτυρίες ᾽40-44, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σ. 22).
Καί καθώς συνοψίζει ὁ ἀκαδημαϊκός Ἄγγελος Τερζάκης στό βιβλίο του Ἑλληνική Ἐποποιΐα 1940-1941: «Αὐτό θά εἶναι τό τέλος τοῦ ἰταλικοῦ φασισμοῦ. 
Ἡ εἰσβολή στήν Ἑλλάδα εἶχε στοιχίσει στήν Ἰταλία 13.755 νεκρούς, 50.874 τραυματίες, 12.368 κρυοπαγημένους, 25.067 ἀγνοουμένους. Σύνολο: 102.064 ἄντρες. 
Στό μεταξύ, τήν ἴδια αὐτή ἄνοιξη τοῦ 1941, ἡ σύγκρουση γιά τήν κυριαρχία τοῦ μεσογειακοῦ χώρου θά συνεχιζόταν στήν Κρήτη. 
Εἴταν τό προγεφύρωμα πού χρειάζονταν οἱ Γερμανοί γιά νά κατέβουν στή Μέση Ἀνατολή, τόν ἀπώτερο αὐτό σκοπό τῆς καθόδου τους στό Νότο. 
Ἕνα μῆνα ἀκριβῶς μετά τή συνθηκολόγηση τῆς Ἠπείρου, στίς 20 Μαΐου, κύματα ἀπανωτά ἀπό ἀεροπλάνα σέ πυκνούς σχηματισμούς, μέ χιλιάδες ἀλεξιπτωτιστές, ρίχτηκαν σά γεράκια πάνω στήν ἑλληνική μεγαλόνησο, τή ράμφισαν ἀνήμερα στό κεφάλι. 
Ὑπεράσπιζαν τήν Κρήτη, μαζί μέ τούς ἐπί τόπου Ἕλληνες, Νεοζηλανδοί καί Ἄγγλοι. 
Ἡ ἀφήγηση ὅμως τῆς μάχης ἐκείνης χρειάζεται εἰδική ἐξιστόρηση, πού ξεφεύγει ἀπό τά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. 
Ἡ Βέρμαχτ πλήρωσε βαρειά σέ αἷμα τήν ἐπιχείρηση τῆς Κρήτης, ἔχασε ἐκεῖ τόν ἀνθό τῶν ἀλεξιπτωτιστῶν της. 
Ἔχασε κι᾽ ἄλλο ἕνα δεκαήμερο ἀπό τόν ἀκριβό κιόλας λογαριασμό τοῦ χρόνου πού τῆς εἴταν ἀπαραίτητος γιά τήν ἐξόρμηση κατά τῆς Ρωσίας.
» Μετά τήν κατάληψη τῆς Κρήτης, ὁ πόλεμος πέρασε νοτιώτερα, στήν Ἀφρική, συνεχίστηκε. Ἑλληνικές δυνάμεις, τότε, συγκεντρώθηκαν στή Μέση Ἀνατολή, ὀργανώθηκαν καί πολεμοῦσαν κατά τῆς Γερμανίας.
» Ἐδῶ τελειώνει ἡ ἱστορία τοῦ πολέμου τοῦ 1940-1941 —συνεχίζει ὁ Ἄγγελος Τερζάκης. Εἶναι ἡ τελευταία σύγκρουση στήν Εὐρώπη μέ δυνάμεις, μέσα καί ὅπλα τόσο δυσανάλογα. Ἀπό τή μιά ὁ βαρύς ὁπλισμός τῆς σύγχρονης τεχνοκρατίας, ἀπό τήν ἄλλη μέσα ἀναχρονιστικά στά χέρια ἑνός λαοῦ μικροῦ, πού ἀγωνίζεται γιά τήν ὕπαρξή του καί γιά τίς παραδόσεις του. 
Στόν ἀγῶνα αὐτόν, ὁ ἑλληνικός λαός ἔδωσε τό προσωπικό του ὕφος, ὅμοιο σέ γενικές γραμμές μέ τοῦ 1821.
 Ἡ ἀναμέτρηση τοῦ 1940-1941 γίνεται ἀνάμεσα στή λιτότητα καί τό στόμφο, τή φιλοπατρία καί τόν ἰμπεριαλισμό. 
Ἡ τεχνοκρατία, χάρη στό σιδερένιο της ὄγκο, θά πετύχει γιά μιά στιγμή νά γονατίσει τή μαχόμενη ψυχή. 
Ἡ ἀντιστροφή ὅμως θά ἔρθει γρήγορα, καί τό μάθημα θά μείνει.
» Περισσότερο κι᾽ ἀπό τήν ὑπόθεση ἑνός ἔθνους πού ἀγωνίζεται γιά τήν ἀνεξαρτησία του, ἡ 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 προβάλλει στή σκηνή τῆς Ἱστορίας ἕναν ἀγώνα γενικώτερο: 
μιᾶς φυλῆς ἀνθρώπων. 
Αὐτῆς πού προσδιορίζεται ἀπό τό πάθος τῆς ἐλευθερίας.
» Πέρα ἀπό τόν πάταγο τῶν αὐτοκρατοριῶν πού γκρεμίζονται, θ᾽ ἀπομείνει ν᾽ ἀκούγεται μέσα στόν ἀποκαμωμένο κόσμο, λιανό καί κρυστάλλινο, ἐρημικό κι᾽ ἄτρεμο, τό ἑωθινό πού σήμανε ἡ σάλπιγγα πάνω στόν ἑλληνικό βράχο μιά φθινοπωρινή αὐγή». 
(Ἀγγέλου Τερζάκη, Ἑλληνική Ἐποποιΐα 1940-1941, Ἀθῆναι, 1964, σ. 223).
Αὐτά λοιπόν τά σπουδαῖα καί ὑψηλά, τότε, ὅταν τό ἀθάνατο κρασί τοῦ ᾽21, κρασί τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνα, τοῦ Παύλου Μελᾶ, κρασί τῶν ἐθνικοαπελευθερωτικῶν πολέμων τοῦ 1912-13, κρασί τοῦ ᾽40, κρασί τοῦ ἀγῶνα τῆς ΕΟΚΑ γιά τήν ἐλευθερία τῆς Κύπρου μας καί ἕνωση μέ τήν μητέρα Ἑλλάδα νοηματοδοτοῦσε τή ζωή μας. 
«Θέλομεν τήν Ἑλλάδα κι ἄς τρώγωμεν πέτρες» 
ἔγραφαν τότε οἱ Κύπριοι ἀγωνιστές στούς τοίχους.
Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορική ἀλήθεια γιά τό ἔπος τοῦ ᾽40. 
Συνοψίζεται στό 
«Τίποτε γιά μᾶς.
 Ὅλα γιά τήν Ἑλλάδα»
Καί τό ἔθνος πρέπει νά μάθει νά θεωρεῖ ἐθνικόν 
ὅ,τι εἶναι ἀληθές, 
σύμφωνα μέ τόν ἐθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό.
Καί σήμερα;
Σήμερα δυστυχῶς τόν τόνο στήν ἐθνική καί κοινωνική μας ζωή τόν δίνουν οἱ ἐθνομηδενιστές καί ἀποδομητές ὅλων τῶν
 —κατά Κόντογλου— πολυτίμητων τζιβαϊρικῶν τῆς παραδόσεώς μας. 
Ἄνθρωποι μικροί, ἐμπαθεῖς, δειλοί, ρεβανσιστές, κομπλεξικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βαλθεῖ ὅλα νά τά γκρεμίσουν, νά τά ξεθεμελιώσουν. 
Ἐπιδίδονται σέ μιά προσπάθεια βίαιου πνευματικοῦ ἐξανδραποδισμοῦ καί γενοκτονίας τῆς μνήμης τοῦ λαοῦ καί ἰδιαίτερα τῆς νεολαίας μας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τῆς τακτικῆς τους εἶναι αὐτά πού διαβάζουμε στό ἀποκαλυπτικό ἄρθρο τοῦ ἀγαπητοῦ φίλου δασκάλου Δημήτρη Νατσιοῦ, τό ὁποῖο ἀναφέραμε καί νωρίτερα. Τίτλος του: 
«Τό ᾽40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας: δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!!!». 
Ἐμπεριέχεται στό βιβλίο τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ Τά ἄθεα γράμματα καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους. Διαβάζουμε ἐκεῖ:
 «Γιατί σήμερα ἡ βλακεία, ἡ προδοσία καί ἡ δειλία κυριαρχοῦν στά ῾῾περιοδικά ποικίλης ὕλης᾽᾽, πού τά ὀνομάζουν εὐφημιστικῶς βιβλία Γλώσσας! 
Εἶναι ἡ πρώτη φορά ἀπό ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, πού δέν σέβονται οἱ συγγραφικές ὁμάδες καί παρέες τοῦ ὑπουργείου πρώην ἐθνικῆς καί νῦν ὑποταξικῆς ἐκπαίδευσης τούς ἀγῶνες, τίς ἐπετείους τοῦ λαοῦ μας!!
» Συγκεκριμένα:
» Στήν Γ´ Δημοτικοῦ, στό α´ τεῦχος τοῦ βιβλίου Γλώσσας, σελ. 79, 
τό ἀφιέρωμα στό Ἔπος τοῦ ᾽40, περιορίζεται στήν ἑξῆς ἀναφορά: 
῾῾Ἀπό τό ἡμερολόγιο τῆς Ροζίνας, μιᾶς δεκάχρονης ἑβραιοπούλας ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Ὀκτώβριος 1940: 
Τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940 δέν πήγαμε σχολεῖο.
Εἶχε κηρυχθεῖ ὁ Ἑλληνοϊταλικός πόλεμος.
 Ἀναστατωμένα ἤμασταν ἐμεῖς τά παιδιά. 
Οἱ Ἰταλοί βομβάρδισαν τή Θεσσαλονίκη. 
Στό μαγαζί τοῦ πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές’’. 
Καί τέλος! Τίποτε ἄλλο! 
Αὐτό μαθαίνουν χιλιάδες Ἑλληνόπουλα γιά τό Σαράντα! 
Ἀναστάτωση (ὅπως λέμε ῾῾συνωστισμός᾽᾽) 
καί καταστροφή ἑνός ἑβραϊκοῦ μαγαζιοῦ! 
Σέ ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλλάδας, ὅπως στήν Πάτρα, 
σκοτώθηκαν πολλοί ἄνθρωποι καί παιδιά ἀπό ἰταλικά βομβαρδιστικά. 
Ἔγραψαν γι᾽ αὐτό οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. 
Γιατί [οἱ συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου] δέν συμπεριέλαβαν ἕνα τέτοιοι συμβάν;
» Τό ἑπόμενο ὅμως ἀφιέρωμα τῆς Ε´ Δημοτικοῦ εἶναι ἐξοργιστικότατο! 
Στήν σελίδα 44 τοῦ α´ τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας-δηλητηρίασης τῶν παιδιῶν καί μαγαρίσματος τῆς μνήμης περιέχεται κείμενο μέ τίτλο: 
῾῾Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τόν πόλεμο!᾽᾽ 
(καί ὑπότιτλο: ῾῾Κι ἐμεῖς πήγαμε στό ὑπόγειο᾽᾽). 
Καί ἀφοῦ κρύφτηκαν στό ὑπόγειο, διαμείβονται οἱ ἑξῆς ἄθλιοι διάλογοι:
» ῾῾Μετά γύρισε (ὁ μπαμπάς) στή μαμά καί τῆς εἶπε πώς θά τρέξει στήν τράπεζα νά σηκώσει λεφτά. ῾῾Δέν ἔχουμε δραχμή᾽᾽, 
εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας στή σκάλα...᾽᾽. 
Ὅταν ὁ προκομμένος ὁ μπαμπᾶς γύρισε ἀπό τήν τράπεζα ἀπογοητευμένος,
 γιατί ἡ τράπεζα ἦταν κλειστή καί δέν μπόρεσε ῾῾νά σηκώσει λεφτά᾽᾽, 
πῆγαν σ᾽ ἕνα ὑπόγειο, ῾῾στῆς κυρίας Γιαννοπούλου, 
γιατί τό σπίτι της ἔχει ὑπόγειο καί τό λιακωτό της εἶναι τσιμεντένιο 
καί δέν μποροῦν νά τό τρυπήσουν οἱ μπόμπες᾽᾽. 
Καί ὁ μπαμπᾶς —πρότυπο ἥρωα— 
πῆρε στήν ἀγκαλιά του τόν ἀφηγητή, 
παιδί μικρό καί τοῦ εἶπε:
— ῾῾Ἄκη, ἀπό σήμερα θά γίνεις ἄντρας᾽᾽. 
Καί ὁ Ἄκης, ἐμπνεόμενος ἀπό τήν ῾῾γενναιότητα᾽᾽ τοῦ πατέρα του, ἀπάντησε:
῾῾Ἐγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, 
γιατί δέν ἤθελα νά γίνω σήμερα ἄντρας...᾽᾽.
Καί σχολιάζει ὁ Δημήτρης Νατσιός: 
Βεβαίως, γιατί οἱ ἄντρες στρατεύονται καί πολεμοῦν! 
Ἐνῶ ὅσοι δέν θέλουν νά γίνουν ἄντρες, 
παίρνουν τό Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτί ἀπόλυσης 
καί σπεύδουν στά ὑπόγεια καί ἄσε τά κορόιδα 
νά κατασκοτώνονται γιά τήν τιμή τῆς πατρίδας!
Καί συνεχίζει ὁ Νατσιός:
» Τί κείμενο εἶναι αὐτό; 
Ποιό μήνυμα περνᾶ; 
Πρίν σχολιάσω, νά τονίσω τό ἑξῆς: 
Ὅλοι οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μέ τήν γλῶσσα καί τήν διδασκαλία της, γνωρίζουν ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀθῶα παρα­μυθάκια καί ὅτι κάθε γλωσσικό κείμενο, ἀκόμα καί ἕνα πρόβλημα μαθη­ματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καί στάσεις ζωῆς, πρότυπα δηλαδή.
» Τί ῾῾προάγει᾽᾽ τό προαναφερόμενο σκουπίδι; 
Πρῶτον: 
Τήν δειλία, τήν ἡττοπάθεια, τήν ἀφιλοπατρία, τό ψεῦδος! 
Γνωρίζουμε ἀπό τά ῾῾ἐπίκαιρα᾽᾽ τῆς ἐποχῆς ὅτι τήν ἡμέρα πού κηρύχθηκε ὁ πόλεμος καί ἡ γενική ἐπιστράτευση ὁ λαός ξεχύθηκε στούς δρόμους πανηγυρίζοντας! 
Ἔξαρση, ἐνθουσιασμός, φιλοπατρία, πίστη γιά τό δίκαιο τοῦ ἀγώνα, θάρρος, ἕνα πραγματικό γλέντι τοῦ λαοῦ, πού εἶχε ἀπαυδήσει ἀπό τίς προκλήσεις τοῦ ἰταμοῦ καί ὀλιγόνοος Μουσολίνι!
Καί οἱ μπαμπάδες δέν κρύβονταν σάν λαγοί στά ὑπόγεια οὔτε ἔτρεχαν στίς τράπεζες! 
Αὐτά τά σκέφτονται οἱ Γραικύλοι τῆς σήμερον πού γράφουν τά βιβλία! 
Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ! 
Ἐκεῖνοι οἱ μπαμπάδες, οἱ παποῦδες μας, ντύνονταν στά χακί, καί πήγαιναν,
 ῾῾μέ τό χαμόγελο στά χείλη᾽᾽, μπροστά στά μαρμαρένα ἁλώνια τοῦ Γένους! 
Καλά τό γράφει ὁ ποιητής:
Μέ ζῆλο στά σκολειά τῆς προδοσίας
τοῦ σάπιου αἰῶνα σέπεται ἡ γενιά!
(Κ. Βάρναλης, Αἰδώς, Ἀργεῖοι!)
» Σημειωτέον ὅτι στό ἴδιο βιβλίο —λέγει ὁ Νατσιός—τό ἀφιέρωμα γιά τό ῾῾Πολυτεχνεῖο᾽᾽ καλύπτει ἑπτά (7) σελίδες! 
Τό ἀφιέρωμα στό ᾽40, πέντε (5)! 
[καί τί πέντε, προσθέτουμε ἐμεῖς].
«Τά ἴδια χαμαίζηλα, πονηρόφρονα καί ἀπαράδεκτα κείμενα
 —πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων— 
συναντᾶς σ᾽ ὅλα τά βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ. 
Στά δέ δέκα (10) γλωσσικά ἐγχειρίδια τοῦ Γυμνασίου, δέν ὑπάρχει οὔτε γιά δεῖγμα ἕνα ἀφιέρωμα στό Ἔπος τοῦ ᾽40!! 
Οἱ ἐθνομηδενιστές ἀγνοοῦν πλήρως τήν Ἐπέτειο!! 
Συκοφάντηση τῆς Ἱστορίας, ἀπαξίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, διακωμώδηση τῶν ἀγώνων τοῦ λαοῦ μας γιά λευτεριά: 
αὐτό εἶναι τό ῾῾Νέο Σχολεῖο᾽᾽ τους... 
Ἕνα πραγματικό ῾῾παιδομάζωμα᾽᾽, πού θά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἱστορική εὐθανασία, στήν ἐξαφάνιση ὡς λαοῦ πού ἦταν κάποτε ῾῾ὁ δάσκαλος τῆς Οἰκουμένης᾽᾽, 
ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός!!
13.936 Ἀξιωματικοί καί ὁπλῖτες —ὁ ἀνθός τῆς πατρίδας— ἄφησαν τά κόκκαλά τους τά ἱερά στά βουνά καί τούς γκρεμούς τῆς Βορείου Ἠπείρου. 
Εἶναι ντροπή τέτοια θυσία νά ἀτιμάζεται στά βιβλία τῶν παιδιῶν μας!!
Ποιός θά ἀντιδράσει; 
Τί πάθηκαν, τί
γίνηκαν τοῦ κόσμου οἱ ἀντρειωμένοι;...
(Κωνσταντῖνος Κανάρης)». 
(Δημήτρης Νατσιός, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σσ. ).
Αὐτές εἶναι οἱ πικρές διαπιστώσεις, πού συνοψίζει γλαφυρά ὁ Δημήτρης Νατσιός. 
Καί συμπληρώνουμε ἐμεῖς:
Σήμερα χτυποῦν τήν πίστη, τήν πατρίδα, τίς ἀξίες μας, τό πνεῦμα τοῦ ᾽40, 
δηλαδή τό ἑλληνορθόδοξο ἦθος μας, γιά νά προωθήσουν τούς δικούς τους ἄνομους σκοπούς τῆς Νέας Τάξης καί τῆς ἰσοπεδωτικῆς παγκοσμιοποίησης.
Γι᾽ αὐτό προβάλλουν τό μοντέλο τῶν πολυφυλετικῶν, πολυθρη-σκευτικῶν καί πολυπολιτισμικῶν κοινωνιῶν, ὅπως τίς λένε, γιατί θέλουν ἀνθρώπους ἄριζους καί ἀνέστιους μέσα σέ μιά διαλυμένη κοινωνία, ὅπου θά κυριαρχεῖ ἡ μοναξιά, ἡ ἔλλειψη ἐπικοινωνίας, ἡ ἔλλειψη νοήματος, ἡ οἰκονομική καί πνευματική κρίση, ὁ φόβος καί ἡ ἀνασφάλεια.
Μιά πιό ἐκλεπτυσμένη προσπάθεια ἀποδόμησης καί ἀπομείωσης τῆς ἱστορικῆς μνήμης καί τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας εἶναι καί αὐτό πού παρατηροῦμε τόν τελευταῖο καιρό. 
Προσπαθοῦν νά προβάλουν τήν ἡμέρα λήξεως τοῦ Β´ Παγκοσμίου πολέμου καί τήν ἡμέρα ἀπαλλαγῆς τῆς Ἀθήνας ἀπό τά γερμανικά στρατεύματα στίς 12 Ὀκτωβρίου 1944 εἰς βάρος ὅμως τῆς ἐπετείου τοῦ ΟΧΙ (28η Ὀκτωβρίου 1940). 
Αὐτό βεβαίως εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. 
Ἤδη προσπαθοῦν καί μέσα ἀπό τά σχολεῖα νά ἐπιμορφώσουν (παραμορφώσουν) δασκάλους καί καθηγητές μέ σεμινάριο πού ἔχει τίτλο 
«Πόλεμος-Κατοχή-Ἀντίσταση-Ἀπελευθέρωση: 
Προτάσεις γιά ἐναλλακτικούς τρόπους διδασκαλίας τῆς περιόδου 1940-1944»
 Σ᾽ αὐτό οἱ δάσκαλοι ἐπιμορφώνονται στό ἐπίμαχο ζήτημα: 
«Νά γιορτάσουμε τήν ἀπελευθέρωση καί ὄχι τήν κήρυξη τοῦ πολέμου. Πῶς προσεγγίζουμε τραυματικά καί δύσκολα θέματα».
Οἱ ἐκπαιδευτικοί πού σέβονται τόν ἑαυτό τους καί τιμοῦν τούς ἀθάνατους νεκρούς τοῦ ᾽40, χάρη στή θυσία τῶν ὁποίων εἴμαστε ἐμεῖς ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα ἐλεύθερη (διότι ἡ καθυστέρηση τῶν Γερμανῶν στήν Ἑλλάδα ἔκρινε κατά μέγα μέρος τήν ἔκβαση τοῦ πολέμου ὑπέρ τῶν συμμάχων) καλοῦνται νά ἀντιδράσουν σ᾽ αὐτή τήν ὕπουλη προσπάθεια νά παραμερισθεῖ ἡ ἐπέτειος τοῦ ΟΧΙ καί νά ἀντικατασταθεῖ σιγά-σιγά ἀπό τήν ἐπέτειο τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Ἀθηνῶν. Καί ὅπως ἔχει σωστά παρατηρηθεῖ, οἱ Γάλλοι μέ τό πουρκουά (γιατί, δηλαδή, νά πολεμήσουμε;) 
καί οἱ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι πλήν Ἐγγλέζων, πού παρεδόθησαν σχεδόν ἀμαχητί στούς Γερμανούς, ἔχουν κάθε λόγο νά γιορτάζουν τήν ἀπελευθέρωσή τους —ἐλέῳ συμμάχων— ἀπό τούς Γερμανούς, ἀφοῦ δέν ἔχουν ἐπέτειο τοῦ «ΟΧΙ», γιά τήν ὁποία νά εἶναι ἐθνικά ὑπερήφανοι. Ἐμεῖς ὅμως;
Καί γιά νά ὁδηγήσουμε τόν λόγο στό τέλος.
Ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν γιά τό πνεῦμα τοῦ ᾽40 καί γιά τή σύγκριση τῆς τότε ἔνδοξης ἐποποΐας μέ τό σήμερα, ἴσως ὁδηγηθοῦν ὁρισμένοι σέ σκέψεις ἀπαισιόδοξες. 
Πόσο εἶναι τό πνεῦμα τοῦ ᾽40 ζωντανό σήμερα; 
Τόν τόνο σήμερα τόν δίνουν αὐτοί πού γκρεμίζουν καί ὄχι αὐτοί πού χτίζουν.
Ὅμως στά μύχια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἕλληνα ὑπάρχει ἡ σπίθα. 
Ἕνα σπίρτο θέλει γιά ν᾽ ἀνάψει. 
Ὅπως ἀπό τήν ταπεινωμένη Ἑλλάδα τοῦ ἀτυχοῦς ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἦρθε τό ἡρωικό 1904-1908 τοῦ Μακεδονικοῦ μας Ἀγῶνα καί ὅπως δεκαοκτώ μόλις χρόνια μετά τή Μικρασιατική καταστροφή τοῦ 1922 ἦρθε τό ἀνεπανάληπτο ΟΧΙ τοῦ ᾽40-᾽41 πού φώτισε τήν οἰκουμένη, ἔτσι καί σήμερα ὅσοι ζωντανοί, ὅσοι Ἕλληνες πατριῶτες Ὀρθόδοξοι πρέπει νά σφίξουμε τά δόντια καί νά ἀγωνισθοῦμε. 
Ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν οἱ ἅγιοί μας, τά πράγματα θ᾽ ἀλλάξουν.
«Θά σέ πιάνουν ἀπό τό μανίκι καί θά σοῦ ζητοῦν νά τούς μιλήσεις γιά τόν Χριστό»
ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος ἀπό τόν λαό μας καί ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. 
Ὁ Ἑλληνισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία θά λάμψει καί πάλι. 
Θά πάρουμε τήν Πόλη τῶν ὀνείρων μας, τή Βασιλεύουσα.
Ἄς εἴμαστε λοιπόν αἰσιόδοξοι καί ἀγωνιστικοί.
«Σέ τοῦτα ᾽δῶ τά μάρμαρα κακιά σκουριά δέν πιάνει
μηδέ ἁλυσίδα τοῦ Ρωμιοῦ καί στοῦ ἀγεριοῦ τό πόδι ...»
μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Γιάννης Ρίτσος, σέ ἕνα ἀπό τά 
«16 λιανοτράγουδα τῆς πικρῆς πατρίδας».
Ὅμως «γιά νά γυρίσει ὁ ἥλιος θέλει δουλειά πολλή, 
θέλει νεκρούς χιλιάδες νά ᾽ναι στούς τροχούς, 
θέλει κι οἱ ζωντανοί νά δίνουν τό αἷμα τους» 
(Ὀδυσσέας Ἐλύτης).
Καί μήν ξεχνοῦμε τίς ὁδηγίες τοῦ δεύτερου ἐθνικοῦ μας ποιητῆ, 
τοῦ μεγάλου μας Κωστῆ Παλαμᾶ, 
ἀπό τό ποίημά του «Πατέρες»:
[...] Παιδί, τό περιβόλι μου πού θά κληρονομήσης,
ὅπως τό βρῆς κι ὅπως τό δῆς νά μήν τό παρατήσης.
Σκάψε το ἀκόμα πιό βαθιά καί φράξε το πιό στέρεα
καί πλούτισε τή χλώρη του καί πλάτυνε τή γῆ του.
κι ἀκλάδευτο ὅπου πλέκεται νά τό βεργολογήσης
καί νά τοῦ φέρνης τό νερό τό ἁγνό τῆς βρυσομάνας,
κι ἄν ἀγαπᾶς τ᾽ ἀνθρωπινά κι ὅσα ἄρρωστα δέν εἶναι,
ρίξε ἁγιασμό καί ξόρκισε τά ξωτικά, νά φύγουν,
καί τή ζωντάνια σπεῖρε του μ᾽ ὅσα γερά, δροσάτα.
Γίνε ὀργότομος, φυτευτής, διαφεντευτής.
Κι ἄν εἶναι
κι ἔρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί ὀργισμένοι,
κι ὅσα πουλιά, μισέψουνε σκιασμένα, κι ὅσα δέντρα
γιά τίποτ᾽ ἄλλο δέ φελᾶν παρά γιά μετερίζια,
μή φοβηθῆς τό χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε τό περιβόλι, κόφ᾽ το,
καί χτίσε κάστρο ἀπάνου του καί ταμπουρώσου μέσα,
γιά πάλεμα, γιά μάτωμα, γιά τήν καινούργια γέννα,
π᾽ ὅλο τήν περιμένουμε κι ὅλο κινάει γιά νά ᾽ρθη,
κι ὅλο συντρίμμι χάνεται στό γύρισμα τῶν κύκλων.
Φτάνει μιά ἰδέα νά στό πῆ, μιά ἰδέα, νά στό προστάξη,
κορώνα ἰδέα, ἰδέα σπαθί, πού θά εἶν᾽ ἀπάνου ἀπ᾽ ὅλα. [...]
(ἐν: Σπύρου Κοκκίνη, Σχολική Ποιητική Ἀνθολογία, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ι.Δ. Κολλάρου καί Σίας Α.Ε., Ἀθῆναι 1973, σ. 59).
Χρόνια Πολλά.
Ζήτω τό ἀθάνατο «ΟΧΙ» τοῦ ᾽40!
Ζήτω τό Ἔθνος!
Πηγή: Ακτίνες
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ με την ομιλία του 
Μοναχού Ἀρσένιου Βλιαγκόφτη
για την ΕΘΝΙΚΗ μας ΕΠΕΤΕΙΟ του ΟΧΙ