Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Διδώ Σωτηρίου: Για εκείνη συγγραφέας ήταν «ο πρώτος σύμμαχος του λαού» ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ


ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ ΣΑΒΒΑΤΟ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2023

Γέννημα θρέμμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, η Διδώ Σωτηρίου, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1909, πέρασε στην αιωνιότητα, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη το πολύτιμο συγγραφικό έργο της, στο οποίο με αληθινή μαεστρία αποτυπώνει τον αγώνα του ανθρώπου και τις ελπίδες του για έναν καλύτερο κόσμο
Γέννημα θρέμμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, η Διδώ Σωτηρίου, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1909, πέρασε στην αιωνιότητα, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη το πολύτιμο συγγραφικό έργο της, στο οποίο με αληθινή μαεστρία αποτυπώνει τον αγώνα του ανθρώπου και τις ελπίδες του για έναν καλύτερο κόσμο.

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μ. Ασίας, η Διδώ Σωτηρίου, στα έντεκά της χρόνια, θα ζήσει τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά (αρχικά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και κατόπιν στην Αθήνα). Μεταξύ των καθηγητών της στη Μέση Εκπαίδευση, συγκαταλέγονταν ο μεγάλος πεζογράφος και σοσιαλιστής Κώστας Παρορίτης και η μεταφράστρια και ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, καθηγητές που επέδρασαν στο να μυηθεί στις προοδευτικές και κομμουνιστικές ιδέες. Στα 18 της, η εύπορη οικογένειά της, της δίνει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και μετά στη Σορβόνη.


Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε πολιτικο-κοινωνική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ (στο οποίο έμεινε μέχρι περίπου τα τέλη του Εμφυλίου) και γυναικείων οργανώσεων. Ως εκπρόσωπος γυναικείων οργανώσεων, συμμετείχε σε συνέδρια, όπως το Α` Παγκόσμιο Συνέδριο Γυναικείων Οργανώσεων για την Ειρήνη, καθώς και στο Παγκόσμιο Συνέδριο Λογοτεχνών, αφού, παράλληλα με τη δημοσιογραφική της δουλειά την οποία ξεκίνησε το 1933 (μεταξύ άλλων στα περιοδικά «Νέος κόσμος της γυναίκας», «Γυναικεία Δράση», «Κομμουνιστική δράση», αρχισυντάκτρια αργότερα στο περιοδικό «Γυναίκα»), ασχολούνταν και με τη λογοτεχνία. Ως δημοσιογράφος μαθήτευσε δίπλα στον Νίκο Καρβούνη, στον Κώστα Βάρναλη και άλλες μορφές των Γραμμάτων μας. Καθοριστικό για την πορεία της στάθηκε το συναπάντημά της με την ηρωική μορφή της Εθνικής Αντίστασης, την Ηλέκτρα Αποστόλου. Συμμετέχει στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής και στις κρίσιμες ώρες της φασιστικής σκοτεινιάς παίρνει μέρος στον αντιφασιστικό αγώνα και μετέχει στο Κεντρικό Συμβούλιο της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Η ώρα της απελευθέρωσης, το πρωί της 12ης Οκτωβρίου 1944, βρίσκει την Διδώ να κλείνει πάνω στο μάρμαρο την πρώτη σελίδα του παράνομου ακόμα «Ριζοσπάστη», στην ελεύθερη γειτονιά της Ν. Ελβετίας στο Βύρωνα. Μαθαίνοντας την αποχώρηση των κατακτητών, γράφει ως κεντρικό τίτλο του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας το σολωμικό στίχο «ΧΑΙΡΕ, Ω ΧΑΙΡΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».

Στη διάρκεια της Κατοχής, μαζί με άλλες σπουδαίες αγωνίστριες – όπως την Μέλπω Αξιώτη, την Λιούντα Μάντακα, την Μ. Μάστρακα – δημοσιογραφούσε στα παράνομα ΕΑΜικά έντυπα και μετά την απελευθέρωση, για ένα διάστημα, στα χρόνια 1946-1947, ανέλαβε την αρχισυνταξία του «Ριζοσπάστη», ενώ δημοσιογραφούσε και στο «Ρίζο της Δευτέρας». Αργότερα, όταν εκδόθηκε η εφημερίδα «Αυγή», συνεργάστηκε με άρθρα και χρονογραφήματα. Επίσης, δημοσίευσε ποικίλα θέματα στο περιοδικό «Επιθεώρηση της Τέχνης».

«Για μένα συγγραφέας είναι ο πρώτος σύμμαχος του λαού», έλεγε η Δ. Σωτηρίου στο «Ρ», σημειώνοντας πως «λογοτεχνία είναι να υπηρετείς την ιστορία και τη ζωή. Να βάλεις να κατοικήσει μέσα στο βιβλίο η ζωή». Η πρώτη επίσημη λογοτεχνική της εμφάνιση έγινε το 1959 με το μυθιστόρημα «Οι νεκροί περιμένουν», το οποίο είχε έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Η μεγάλη αναγνώριση της Δ. Σωτηρίου ήρθε με το δεύτερο έργο της «Ματωμένα χώματα» (1962), το «έπος της προσφυγιάς» όπως χαρακτηρίστηκε. Ακολούθησαν τα βιβλία της: «Ηλέκτρα» (για τη φίλη και συναγωνίστριά της Ηλέκτρα Αποστόλου), «Εντολή» (1976), που αναφέρεται στη δίκη και εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, συντρόφου της αδερφής της, Ελλης Παππά, «Κατεδαφιζόμεθα» (1982), τα παιδικά αφηγήματα «Μέσα στις φλόγες» (1972) και «Επισκέπτες» (1979), ενώ το 1995 εκδόθηκε το τελευταίο της βιβλίο «Θέατρο» με δυο θεατρικά έργα της κι έναν μονόλογο. Το 1975 γράφει τη μελέτη «Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο», όπου φέρνει στο φως κρυφές πτυχές της καταστροφής.

Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες: Τουρκικά, γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά, βουλγαρικά, ουγγρικά, ρουμανικά κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σπίτι της άφησε δεκάδες σελίδες χειρογράφων. Ανάμεσά τους και το ημιτελές μυθιστόρημα «Τα παιδιά του Σπάρτακου» και μια αυτοβιογραφία.

Η Δ. Σωτηρίου ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, η οποία αθλοθέτησε και το Βραβείο Πολιτισμού «Διδώ Σωτηρίου». Είχε τιμηθεί με το βραβείο Ιπεκτσί (1983), με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο και με το Μεγάλο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1989).
imerodoromos.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ:

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ (περ. 1930 - 2017) Αφιέρωμα στην κορυφαία θεατρική συγγραφέα της Ελλάδας που πέθανε σήμερα


Πέθανε το πρωί της Κυριακής η σπουδαία θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη.
H Λούλα Αναγνωστάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ζούσε στο Κολωνάκι και είναι μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.
Υπήρξε παντρεμένη με τον συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και γιος της είναι ο συγγραφέας Θανάσης Χειμωνάς.
Η Λούλα Αναγνωστάκη σπούδασε και πήρε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Πηγή: www.lifo.gr

Η Λούλα Αναγνωστάκη αυτοβιογραφείται στη LIFO:
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, παντρεύτηκα στην Αθήνα.
Σε μια από τις ελάχιστες, συνεντεύξεις της, η κορυφαία θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας που πέθανε σήμερα, μίλησε με πρωτοφανή ειλικρίνεια και απλότητα.
Φωτό: Σπύρος Στάβερης
Πηγή: www.lifo.gr
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗ
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη.
Στην Αγία Σοφία.

Τότε που άνθιζε ο πόλεμος.
Πολύ μικρή, αλλά τον θυμάμαι.
Tον Eμφύλιο τον έζησα, μεγάλωσα μέσα από αυτόν.

Σχολείο πήγα εκεί.
Ήμουν καλή, αλλά όχι πρώτη μαθήτρια.
Πέρασα Νομικά στη Θεσσαλονίκη.
Δεν ήθελα με τίποτα να γίνω δικηγόρος.
Πήρα το πτυχίο, πήρα και το χαρτί από τον Άρειο Πάγο, έτσι, για να μη λένε.
Μου φαινόταν σαχλό σκηνικό το δικαστήριο.
Όλη αυτή η σοβαροφάνεια, το να φορέσεις καλό σακάκι, αυτό, το άλλο.
Γελούσα με κάτι τέτοια, ενώ οι συμφοιτητές μου το έβρισκαν φυσικό.

Παντρεύτηκα στην Αθήνα κι έμεινα εκεί.
Αλλά τότε δεν λογάριαζα πόλεις ή πού θα μείνω.
Απλώς επέλεξα την Αθήνα.
Μετά την ανακάλυψα σιγά σιγά και μου άρεσε πάρα πολύ. 


Στην οικογένεια γράφαμε πάντα κρυφά ο ένας από τον άλλο.
Ο γιος μου ο Θανάσης μόνο δημοσιευμένα τα δείχνει.
Το ίδιο έκανε και ο αδερφός μου, ο Μανόλης.
Περίεργος άνθρωπος ο Μανόλης.
Είχε έναν κρυμμένο δυναμισμό.
Τον έπιανε ο ενθουσιασμός, αλλά τον τραβούσε η γυναίκα του πίσω.
Άλλα πράγματα ήθελε από τη ζωή του.
Δεν ήθελε να έχει παντρευτεί, ήθελε να πάει στον ένοπλο αγώνα.

Ο άντρας μου, ο Γιώργος ο Χειμωνάς, μου τα έδειχνε πριν δημοσιευτούν.
Αλλά σαν τελειωμένα.
Εγώ τα έδειχνα στον Γιώργο.
Ήθελα τη γνώμη του.
Μου έλεγε πάντα ότι ήταν ωραία, πράγμα που δεν ξέρω καθόλου αν ήταν αλήθεια.
Ήθελα να γίνω γνωστή.
Όχι μετά μανίας, αλλά ήθελα.
Να, βλέπετε, είμαι ειλικρινής.
Τον Χειμωνά δεν τον ζήλευα καθόλου.
Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε αυτός.
Τον θαύμαζα. Ήταν εξαιρετικός.
Η σωστή λέξη είναι αεικίνητος.
Τον γνώρισα σχεδόν ταυτόχρονα με το έργο του.
Είχα διαβάσει ένα νεανικό του, τον Πεισίστρατο, αλλά φαινόταν όλο το ταλέντο του.
Δεν το κατάλαβα και πολύ.
Όλα τα έργα του ήταν εξαιρετικά.
Και ο θαυμασμός μου εμένα ήταν αληθινός και όχι επειδή ήταν κι ένας κούκλος.
Δεν θυμάμαι να τον έχω βάλει σε κάποιο θεατρικό, επειδή απλά μπορεί να τον έχω βάλει και σε όλα.
Ο Θανάσης, από την άλλη, δεν διάβαζε καθόλου.
Όλη την ώρα στην τηλεόραση.
Και με τον Ολυμπιακό.
Ήμουν κι εγώ Ολυμπιακός, παρακολουθούσα πολύ την ομάδα και θύμωνα και με όσους δεν ήταν Ολυμπιακοί.
Είχα άγχος για τη δουλειά μου, αλλά είναι πιο εύκολο να είσαι απλός στη ζωή παρά στο γράψιμο.
Αφιερωνόμουν πολύ σε αυτό.
Αλλά έγραφα γρήγορα.
Πολύ το γούσταρα.
Οι λέξεις είναι ωραίες.
Δεν με δυσκόλεψε κανένα έργο.
Πήγαινε σερί το γράψιμο.
Την Παρέλαση την έγραψα αμέσως.
Είχε δύο μονόπρακτα ο Κουν που δεν του πήγαιναν και μου είπε «γράψε μου ένα έργο».

Γύρισα σπίτι και το έγραψα σ’ ένα βράδυ.
Τώρα μου έρχονται ιδέες, αλλά τις διώχνω.
Άλλοτε τις περίμενα να έρθουν, τώρα μου έρχονται χωρίς να τις αποζητώ.
Στις πρόβες πήγαινα ,αλλά όχι με πάθος.
Ντρεπόμουν.
Οι παρεμβάσεις μου ήταν μυστικές και μόνο στον σκηνοθέτη.
Αν είχα πολύ θάρρος, στον ηθοποιό.
Αλλά πολύ διακριτικά.
Ήθελα πάρα πολύ να γίνουν αυτές οι αλλαγές, αλλά δεν επέμενα.
Ήμουν φρόνιμη.
O Koυν με ρωτούσε πάντα και μόλις του έλεγα κάτι, ορμούσε στους ηθοποιούς.
«Κάνε το αλλιώς, ηλίθιε».
Ήταν πολύ αγχώδης, αλλά είχε ένα άγχος που πήγαινε μαζί με τη ζωή του.
Συνεχώς σκεφτόταν το έργο που έκανε εκείνη την ώρα.
Τίποτε άλλο.
Τουλάχιστον όταν ήταν μαζί μου.
Με τους δικούς του, δεν ξέρω.
Οι χαρακτήρες που με τραβούσαν ήταν αυτοί που στο τέλος σκοτώνονταν.
Εγώ τους κάνω υπερβολικούς τους Έλληνες.
Δεν είναι. Είναι αδικημένος λαός.
Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας.
Παρά τα όσα γίνονται, δεν νιώθω την ανάγκη να πω κάτι.
Η πολιτική, όπως και στα έργα μου, γίνεται ενώ εμείς ζούμε την καθημερινή μας ζωή.
Την παράγουμε κι εμείς, ακολουθώντας τη σειρά.
Δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες πια που συμβαίνουν τα πράγματα.
Παλιά έψαχνα.
Και τσακωνόμουν για την πολιτική.
Σήμερα, ας πούμε, δεν νομίζω ότι έγιναν λάθη όσον αφορά τον Εμφύλιο.
Αυτό που έγινε τώρα είναι λάθος.
Θα σας πω την άποψή μου λιγάκι χονδροειδώς.
Πιστεύω ότι όλες οι πληγές του παρελθόντος πέρασαν.
Αυτό που δεν θα περάσει είναι αυτό που γίνεται με το Μνημόνιο.
Ήθελα να παίξω στο Ο ουρανός κατακόκκινος.
Αλλά θα ήταν εκκεντρικό νομίζω.
Ήταν ιδέα της Μαλβίνας.
«Παίξ’ το», μου λέει, «είναι ευκαιρία.
Θα χαλάσει κόσμο».
Αλλά δεν το έπαιξα.
Τώρα μπορεί και να το έχω μετανιώσει που δεν το έκανα.
Θύμωνα με τις κακές κριτικές, για μια μέρα όμως μόνο.
Eίχα πάρει μια φορά τον Γεωργουσόπουλο τηλέφωνο και μου είχε πει
«α, εσείς είστε, αριστούργημα το έργο σας»
κ.λπ. και του απαντώ,
«μα, πώς γίνεται, αφού εσείς το βρίζετε». 


Είναι περίεργοι άνθρωποι οι κριτικοί.
Δεν πιστεύω σε αυτούς.
Περισσότερο, δηλαδή, απ’ ό,τι πιστεύω στους ανθρώπους.
Έχω να δω έργο μου δέκα χρόνια.
Δεν έχω καμιά περιέργεια.
Μου έχει φύγει πια.
Όχι, ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά.
Δεν θέλω να βγαίνω έξω.
Παλιά έβγαινα κάθε βράδυ.
Εδώ, στο Κολωνάκι.
Σινεμά στο Έμπασσυ, καθόμουν με τις ώρες στη Βιβλιοθήκη.
Είναι ένα καφέ όπου τρώει και πίνει κανείς.
Πάνε τσόκαρα, πάνε καθηγήτριες, πάνε όλοι.
Τελευταία φορά βγήκα πριν από τρία χρόνια, να πάω στον οδοντογιατρό.

Μου αρέσει εδώ που κάθομαι.
Έρχονται εδώ άνθρωποι που θέλω, που έχω κάτι να συζητήσω μαζί τους.
Βλέπω τηλεόραση, αλλά δεν διακρίνω τα γράμματα.
Πολλά ελληνικά έργα, συζητήσεις και ειδήσεις.
Ευτυχώς που δεν πάω θέατρο πια.
Μαρτύριο είναι το θέατρο.
Μαρτύριο, επειδή γράφω θέατρο.
Ό,τι ώρα θέλω ξυπνάω, ό,τι ώρα θέλω κοιμάμαι,
Ό,τι θέλω κάνω.
Κάνω έναν περίεργο ύπνο, που είναι ταυτόχρονα ελαφρύς και βαθύς.
Βλέπω φοβερά όνειρα.
Αυτό είναι το μόνο ανεξήγητο.
Βλέπω όνειρα τα οποία δεν έβλεπα παλιά.
Πρόσωπα περίεργα, δρόμους περίεργους.
Τρομερούς, μεγάλους δρόμους που ξαφνικά στενεύουν και στη στροφή βλέπω μία τρομερή μορφή.
Αλλά ξυπνάω πολύ ήσυχη.
Ξανακοιμάμαι και ξαναβλέπω το ίδιο όνειρο να συνεχίζεται.
Αλλά αυτό δεν γινόταν ποτέ.
Σηκώνομαι, ανάβω το φως, το σβήνω, ξανά το ίδιο όνειρο.
Ανεβαίνω σκάλες, σκάλες.
Δρόμους. Απαίσιους δρόμους.
Σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο κι εγώ να προχωρώ ανάμεσα.
Όλοι με κατηγορούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά.
Δεν μαγείρεψα ποτέ.
Είχα κόμπλεξ με αυτό και το έκρυβα.
Ζήλευα, όχι όμως παθολογικά.
Δεν νιώθω καθόλου εκκεντρική.
Αυτό που ζω τώρα, βέβαια, είναι εκκεντρικό, αλλά εγώ το βρίσκω φυσιολογικό.
Επίσης, τι θα πει πνευματικός άνθρωπος;
Σαχλαμάρα.
Είναι μόνο αυτοί που κάθονται και σκέφτονται ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας ή γενικότερα;
Λένε «πνευματικός» και εννοούν από καθηγητές πανεπιστημίου μέχρι τυχάρπαστους ηθοποιούς.
Ι.

Τα θεατρικά έργα της Λούλας Αναγνωστάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.

Η τελευταία συνέντευξη της Λούλας Αναγνωστάκη.
H σπουδαία θεατρική συγγραφέας που πέθανε σήμερα σε μια εξομολογητική συνέντευξη για τη ζωή τον έρωτα και το έργο της. Πηγή: www.lifo.gr
Ο Σταμάτης Κραουνάκης γράφει για την Λούλα Αναγνωστάκη 'Ενα ταχύδραμα γι' αυτήν τη συγγραφέα που η δριμύτητά της πάντα μαλάκωνε από ίσες δόσεις μελαγχολίας και παραδοξότητας. 23.3.2011 | 14:38 ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΜΑΤΗ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗ 
Πηγή: www.lifo.gr
21.6.2007 - ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΧΡΟΝΑ
Ο Γιώργος Χρονάς επισκέπτεται τη μεγαλύτερη ελληνίδα θεατρική συγγραφέα ένα κυριακάτικο απόγευμα και εισδύει σ'έναν κόσμο ψιθύρων και λεπτής αξιοπρέπειας. 

Πηγή: www.lifo
Η Λούλα Αναγνωστάκη εκ βαθέων
Η θεατρική συγγραφέας μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για τον καρμικό έρωτα με τον Γιώργο Χειμωνά, για τις συνεργασίες της με τον Κάρολο Κουν και για τα ταξίδια
Ζαχαράτου Σόνια
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 11/04/2016 06:00



Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Απρίλης..., ο μήνας της Μαρίας Πολυδούρη της ποιήτριας που έζησε μονάχα την ¨Ανοιξη της μελαγχολικής ζωής της ...



«Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται ολότελα λυτρωμένοι από το φόβο, κι αισθάνονται σαν χαϊδεμένα παιδιά. 
Γεννημένοι πριν την ώρα τους, είναι αδύνατο να εγκλιματιστούν σ’ έναν κόσμο που τον έχουν ξεπεράσει. 
Μάταια αναζητούν κάτι να τους τρομάξει, ανοίγοντας τη μια πόρτα ύστερα από την άλλη…»

Έγραψε η:
Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου

Η Μαρία Πολυδούρη ήταν ένας απ’ αυτούς. 

Τίποτα δεν την τρόμαζε· ούτε ο θάνατος, ούτε η ξενητιά, ούτε η θάλασσα…

Αστραποβολούσε από ομορφιά, γλιστρούσε σαν φως, τραγουδούσε μαγευτικά και σε καθήλωνε όσο μιλούσε, καθώς η φωνή της διατηρούσε τη μελωδικότητα μιας σβήνουσας νότας. 

Οι τέλειες γραμμές του προσώπου της καταλήγανε σ’ ένα μεγάλο και φωτεινό μέτωπο και στον πιο ωραίο, τον πιο εκφραστικό λαιμό. 
Τα χέρια της τελειώνανε σε ολόλευκα και ήρεμα μακριά δάχτυλα. 
Το βάδισμά της δεν τ’ άκουες. 
Δεν ήξερε το θόρυβο. 
Και τα χείλη της είχανε μια ανάγλυφη προέχταση, πάντα διψασμένη. 
Ένας παναισθησιακός τύπος, 
να τι ήταν η Μαρία Πολυδούρη…» 
γράφει η Λιλή Ζωγράφου.
Η Μαρία Πολυδούρη, «το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση» (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης), γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 στην Καλαμάτα, και πέθανε την 29η Απριλίου του 1930 στην Αθήνα.
Υπήρξε κόρη του φιλολόγου Ευγενίου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου.
Η Λιλή ζωγράφου (στο βιβλίο της «Καρυωτάκης – Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Εκδόσεις «Γνώση», 1981, σ. 74) γράφει: 

«Όταν σχολούσε τ’ απογέματα – στο Γύθειο που έβγαλε το Δημοτικό – άφηνε τ’ άλλα παιδιά και ξεμάκραιναν. Έπαιρνε τότε την παραλία ολομόναχη, 
με τα μεγάλα εκείνα μάτια της εκστατικά, 
καρφωμένα στη δύση.
Έτσι έφτανε πάντα στο σπίτι ανεξήγητα αργοπορημένη. Αν, περνώντας από κάποιο δρόμο, έφτανε στ’ αυτιά της κλάμα, πήγαινε με μαλακά βήματα κι ανατριχιασμένη όψη και χωνότανε σε μια γωνιά του χαροκαμένου σπιτιού. 
Σφιγμένη ολόκληρη μέσ’ στ’ αδύνατα μπράτσα της, άκουε με τις ώρες το μανιάτικο μοιρολόι. 
Με τις υπερευαίσθητες αισθήσεις της τεντωμένες, δεν έχανε καμιά έκφραση ή χειρονομία του αυτοσχέδιου αυτού χορού. 
Κι έφευγε, όταν τα δάχτυλά της δεν μπορούσαν πια, όσο κι αν έσφιγγαν τους ώμους της, να συγκρατήσουν το τρεμούλιασμά τους…».
Φοίτησε, επίσης, σε σχολείο των Φιλιατρών, ολοκλήρωσε δε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα.
Η Μαρία Πολυδούρη πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία. 

«Θα ’ταν δεκατριώ χρόνων, όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο της πεζοτράγουδο με τον τίτλο “Μάνα” σ’ ένα περιοδικό εργοχείρων. 
Τις ημέρες εκείνες, η θάλασσα είχε βγάλει το πτώμα ενός νέου. 
Η Μαρία δεν συγκλονίστηκε από τα νειάτα που χαθήκανε, μα από το σπαραγμό της μάνας του. 
Έτσι γράφτηκε το πρώτο εκείνο μελοδραματικό κομμάτι που έκαμε μεγάλη εντύπωση στο σχολειό της μικρής, αλλά και σ’ ολόκληρη την Καλαμάτα…
 Στα δεκαπέντε της χρόνια, μαζεύει τα ποιηματάκια της, 
τ’ αντιγράφει σ’ ένα δεμένο τετράδιο και φτιάχνει την πρώτη της συλλογή – “Οι Μαργαρίτες”.
 Ελάχιστα από τα ποιήματα αυτά διασωθήκανε από την ίδια. 
Αρκετά μεγαλύτερη, αντίγραψε ένα – δυο που θυμότανε σ’ ένα μικρό μπλοκ, που έχει κι όλα τ’ άλλα ανέκδοτα ποιήματα που ’γραψε μέχρι το 1929.
Κανένα από τα ποιήματα αυτά δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε, γιατί φαίνεται πως δεν την ικανοποιούσε η μορφή τους. 
Κάτι όμως την έδενε μαζί τους κι αισθανότανε την ανάγκη να τα διασώσει…» 
(Λ.Ζ., σσ. 75 – 76). 
Άφησε δύο ποιητικές συλλογές:
 1) «Οι Τρίλλιες που σβήνουν» (1928)
 και 2) «Ηχώ στο Χάος» (1929).

Σε ηλικία δεκαέξι ετών (το 1918), διορίστηκε στην Νομαρχία Μεσσηνίας. 

Αξιοσημείωτο είναι το ότι, κατά το διάστημα εκείνο, η Μαρία Πολυδούρη εκδήλωσε ένα ιδιαίτερα ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. 
«Αμύνομαι – έλεγε η ίδια – για όλες τις γυναίκες του κόσμου που ζούνε φυλακισμένες και με καταπιεσμένη προσωπικότητα. 
Η εποχή μου μού δημιουργεί μια τεράστια ευθύνη. 
Έχω να παλαίψω για τόσα πράγματα.
Και δε θα το πετύχω φυσικά, κάνοντας τη δασκαλίτσα σε κάποιο ορεινό χωριουδάκι…».

Το 1920, σε διάστημα σαράντα μόνον ημερών έχασε και τους δύο γονείς της.

 Όμως, ποτέ δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από τις τύψεις που την βασάνιζαν, επειδή είχε αφήσει άρρωστη την μητέρα της, η οποία τελικά πέθανε κατά το διάστημα της απουσίας της.
Οι βασανιστικές αυτές τύψεις έγιναν αιτία να γράψει κάποιο ποίημα για κείνη:

Δε σ’ ένοιωσα πριν να σε χωριστώ

μα η θύμησή σου ακέρηα που μου μένει,

μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ

για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη…
(απόσπασμα).

Το 1921, μετατέθηκε από τη Νομαρχία Καλαμάτας στη Νομαρχία Αθηνών, η οποία θα την απογοητεύσει οικτρά: «Επήγα σήμερα στο γραφείο να αναλάβω υπηρεσία (…) Μου παρουσίασαν καμπόσους από τους και τας συναδέλφους. 

Τι έκπληξις! 
Παρ’ ολίγο θα γελούσα μπρος τους. 
Κάτι νέοι σκυθρωποί και ανάπηροι, 
ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. 
Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι. 
Θεός φυλάξοι, μην είναι όλοι οι συνάδελφοι στον ίδιο τύπο! 
Ή θα αηδιάζω ή θα πεθαίνω στα γέλια βλέποντάς τους!» σημειώνει στο ημερολόγιό της. 
Παράλληλα, εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, που – αντίθετα – της προξένησε, από την πρώτη κιόλας στιγμή, έναν έντονο ενθουσιασμό: «Να’ μαι και στο Πανεπιστήμιο, στην αίθουσα της Νομικής. 
Με μια ζωηρή συγκίνηση ανέβαινα ένα – ένα τα ιερά σκαλιά του. 
Δεν είχα πλέον την καταραμένη δειλία, μια υπερηφάνεια όγκωνε την ψυχή μου και ανύψωνε το πνεύμα μου…».

Έναν χρόνο αργότερα, γνωρίστηκε με τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη.

«Ύστερ’ απ’ όλους τους ψηλόλιγνους ιππότες η Μαρία αναδύεται αληθινή, πεντακάθαρη, ατόφια και ερωτεύεται τον κοντούλη, μισοκακόμοιρο, νευρασθενικό, το γερασμένο παιδάκι, Καρυωτάκη. 
Και δεν τον ερωτεύεται, βέβαια, σα λύση απόγνωσης. 
Η Μαρία είχε τόσους θαυμαστές, που έλεγαν πως η νεολαία είχε πάθει Πολυδουρίτιδα» 
(Λ.Ζ., σ. 90). 
Μεταξύ των δύο νέων αναπτύχθηκε ένας παράφορος έρωτας, ο οποίος, αν και δεν διήρκεσε πολύ, έπαιξε όμως έναν ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο τόσο στη ζωή όσο και στο έργο της ποιήτριας.

Το 1922, η Πολυδούρη ήταν 20 ετών και ο Καρυωτάκης 26, όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά. 

Τότε, εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, ενώ εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές του, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1919), έχοντας ήδη κατακτήσει την εκτίμηση αρκετών κριτικών και ομοτέχνων του.

«Μια από τις λίγες φορές που η Μαρία θα παρουσιαστεί στην υπηρεσία της, για να σώσει τα προσχήματα – τον Απρίλη του 22 – θα βρει καθισμένον στο απέναντι γραφείο τον Κωστή Καρυωτάκη. 

Αυτός ο νέος, που τίποτα δεν του αρέσει, θα συνεννοηθεί τέλεια μ’ αυτήν την άπληστη που τίποτα δεν την χορταίνει. 
Είναι κι οι δυο παιδιά της ίδιας γενιάς, …χωρίς όμως και να περπατούν στον ίδιο δρόμο… 
Αλλ’ όσο κι αν είναι οι δρόμοι τους διαφορετικοί, θα συναντηθούν στο σύνορο της Μοναξιάς…» 
(Λ.Ζ., σ. 93).

«Δυο ώρες μετά το μεσονύχτι. 

Το αίμα μου όλο ανεβασμένο στο κεφάλι μου κάνει να χτυπούν φριχτά οι φλέβες μου και να νοιώθω μια βουή (…) Τι λοιπόν; Είναι αυτό ίσως το πάθος που δεν εγνώρισα…» 
γράφει στο ημερολόγιό της, με ημερομηνία 27 Απριλίου 1922· λίγες μέρες αργότερα (3 Μαΐου) συμπληρώνει:
«Τον αγαπώ, τον αγαπώ, καμμιά αμφιβολία πια! (…) Απελπισμένε μου ποιητή, θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν’ αγαπήσω, όσο μου πρέπει;»· 
την επόμενη (4 Μαΐου - Μεσάνυχτα) συνεχίζει: 
«Γύρισα απ’ τον περίπατο μόλις τώρα… 
τελειώσαν πια όλα και οι δειλίες και οι φοβεροί πόνοι. 
Μ’ αγαπάει, τον αγαπώ…»

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1922, ο Καρυωτάκης έμαθε ότι είχε προσβληθεί από σύφιλη, ένα νόσημα που την εποχή εκείνη ήταν ανίατο και, κυρίως, στιγματισμένο από την κοινωνία. 

Το ανακοίνωσε αμέσως στην αγαπημένη του Μαρία, ζητώντας της μάλιστα να χωρίσουν, εκείνη όμως όχι απλώς δεν αποδέχθηκε τον χωρισμό, αλλά – αντίθετα – πρότεινε στον Καρυωτάκη να παντρευτούν, χωρίς βέβαια να κάνουν παιδιά. 
Εκείνος, υπερήφανος να δεχθεί μια τέτοια θυσία, αρνήθηκε την πρόταση της Πολυδούρη, η οποία, αμφιβάλλοντας για την ειλικρίνεια του αγαπημένου της, σκέφθηκε ότι ήταν πολύ πιθανόν η ασθένειά του να αποτελούσε πρόσχημά του για να την εγκαταλείψει. 
Και, αναπόφευκτα, το νεαρό ζευγάρι οδηγήθηκε στον χωρισμό…
«Τότε όμως, το μοιραίο εκείνο βράδυ, θα τον αποχαιρετήσει ήρεμη, σαν όλη η αλλαγή που ήρθε στη ζωή τους να ’ταν κάτι πολύ απλό. 

Μόνο όταν θα πάει σπίτι της, θα εγκαταλειφτεί στην οδύνη της. 
Μια οδύνη χωρίς εκδηλώσεις, χωρίς ξεσπάσματα. 
Θα μείνει κλεισμένη σε μια σιωπηλή απελπισία, σαν κεραυνωμένη, με τα τεράστια μάτια της ακίνητα και στεγνά. 
Απόλυτη και άφοβη, όχι μόνο δε θα προσπαθήσει να ξεφύγει ή να λιγοστέψει τον πόνο της, αλλά θα του παραδοθεί να την φάει, να την σπαράξει, να την αφανίσει…» 
(Λ.Ζ., σσ. 99 – 100).

Την άνοιξη του 1923, η Μαρία προσβλήθηκε από αδενοπάθεια. 

Σε κάποιο μικρό σπίτι, στο Μαρούσι, όπου είχε εγκατασταθεί για έναν περίπου μήνα, ο Καρυωτάκης την επισκέφθηκε επανειλημμένα. 
Οι συζητήσεις τους ήταν πάντα αδιάκοπες, φλογερές και με πολλές συγκρούσεις. 
Το μοναδικό όμως θέμα, στο οποίο ποτέ δεν αναφέρθηκαν, ήταν ο έρωτάς τους. 
Ίσως επειδή ο καθένας τους αισθανόταν αξιολύπητος, περιφρονημένος και προδομένος από τον άλλον.

Από το 1923 μέχρι το 1926, η Πολυδούρη έχασε κυριολεκτικά τον έλεγχο και την ψυχραιμία της, στη δε σκέψη της κυριαρχούσε η ιδέα του θανάτου, αντιμαχόμενη μιαν ασίγαστη και ολόφωτη φλόγα για ζωή. 

Κατά την περίοδο αυτή, έχασε και τη θέση της στη Νομαρχία, περνούσε δε πραγματικά δύσκολες στιγμές, καθώς κάποια μαθήματα γαλλικών, που παρέδιδε, της απέδιδαν ελάχιστα μόνο χρήματα. 
Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, και μάλιστα εμφανίστηκε ως ηθοποιός σε μία παράσταση· καταλαβαίνοντας όμως ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να διακριθεί για το υποκριτικό της ταλέντο, εγκατέλειψε το θέατρο, και αρραβωνιάστηκε με τον νεαρό, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, ο οποίος – μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του – μόλις είχε επιστρέψει, εκείνη τη χρονιά (1924), από το Παρίσι. 
«Με τον καιρό, η Μαρία θα διαπιστώσει πως αγαπά, βέβαια, τον αρραβωνιαστικό της, αλλά δεν αισθάνεται κείνο το υπέροχο, το ανεπανάληπτο που την ένωσε με τον Καρυωτάκη. 
Και μήπως είχε ποτέ, σα σκοπό της ζωής της, 
το γάμο για το γάμο;» (Λ.Ζ., σ. 104). 
Ο Καρυωτάκης, όμως, κάθε άλλο παρά φιλικά αισθήματα ένιωθε πια για τη Μαρία· 
ο αρραβώνας της ήταν κάτι που ούτε περίμενε ούτε μπόρεσε ποτέ να της συγχωρήσει. 
Γι’ αυτό, οι τελευταίες φιλικές σχέσεις τους είχαν πια διακοπεί, και δεν αντάλλασσαν ούτ’ ένα χαιρετισμό…

Το καλοκαίρι του 1926, η Πολυδούρη έφυγε για το Παρίσι, έχοντας εγκαταλείψει τη σιγουριά μιας αληθινής αγάπης και μιας αποκατάστασης που θα της εξασφάλιζαν μιαν άνετη και ήσυχη ζωή. 

Μόλις έφθασε στο Παρίσι, όπου πήγε με το θαυμάσιο πρόσχημα (!) να σπουδάσει ραπτική, έγραψε στον αρραβωνιαστικό της, ντόμπρα και τίμια, πως δεν τον αγαπά τόσο, όσο χρειάζεται, για να στεριώσει κοντά του μια ζωή μ’ εμπιστοσύνη… 
Στο Παρίσι, που τόσο πολύ αγάπησε, η Πολυδούρη προσβλήθηκε από φυματίωση, που τα χρόνια εκείνα σήμαινε θάνατο…

Επέστρεψε στην Αθήνα, στις αρχές του 1928, και μπήκε στη «Σωτηρία», που της εξασφάλιζε στέγη και τροφή. 

Όμως, η ζωή στους θαλάμους της τρίτης θέσης ήταν κυριολεκτικά ανυπόφορη, γι’ αυτό και η Μαρία ζήτησε και τελικά το πέτυχε να τη μεταφέρουν σ’ ένα δωματιάκι, που προοριζόταν για τους μελλοθάνατους, κοντά στην είσοδο. 
Οι τοίχοι του μικρού αυτού δωματίου στολίστηκαν από την ίδια τη Μαρία με σκίτσα των αγαπημένων της ποιητών, και με μια μικρή, παλιά εικόνα της αποκαθήλωσης του Χριστού, 
ο οποίος αντιπροσώπευε για κείνη τον
«μεγάλο ποιητή και ρομαντικό των αιώνων»…

Κάποιο πρωί ήρθε ο Καρυωτάκης να την επισκεφθεί. 

Δεν τον δέχθηκε στο μικρό, ζεστό της δωματιάκι, αλλά στο σαλόνι.
«Στο θερμό σφίξιμο του χεριού, στο χαμόγελο, σ’ όλη την συγκρατημένη συγκίνησή του, ν’ αναγνώρισε η Μαρία τον αγαπημένο του παλιού καιρού; 
Πάντως ένα είναι σίγουρο. 
Πως στη μορφή του, που έφεγγε μια απέραντη επιείκεια για το άταχτο, το ατίθασο κι άπιστο αυτό κορίτσι, καθρεφτίστηκε και ο τρόμος για την αλλαγή της Μαρίας, για το ρουφηγμένο, σαν αποστεωμένο, πρόσωπό της. Και κείνης δεν της ξέφυγε φυσικά, αλλά δεν έδειξε πως το κατάλαβε. 
Αντίθετα τρομάζει, πως αυτή η επιείκεια και η χαρά, που ο ποιητής εκδηλώνει για το γυρισμό της, είναι συνέπεια κάποιου οίκτου. 
Και με την παγερή συμπεριφορά της, παίζει ακόμα για μια φορά την κωμωδία τής δυνατής κι αρνιέται τη συγγνώμη που ο Καρυωτάκης μ’ όλη του τη συμπεριφορά τής εκδηλώνει. 
Μια αιώνια παρεξήγηση, να τι θα μείνει πάντα ανάμεσά τους. 
Μια μοιραία αλυσίδα παρανοήσεων και παρεξηγήσεων που θα τους χωρίζει στις πιο δύσκολες στιγμές και ακριβώς όταν θα ’χουν περισσότερη ανάγκη ο ένας τον άλλον…» 
(Λ.Ζ., σ. 115 – 16).
Ο Καρυωτάκης, λίγο πριν φύγει από κοντά της, εκείνο το πρωινό, της πρόσφερε την τελευταία του συλλογή, 

«Ελεγεία και Σάτιρες», την οποία μάλιστα είχε σημαδέψει στη σελίδα 22, όπου υπήρχε το ποίημα 
«Ένα ξερό δαφνόφυλλο», που ο ποιητής είχε γράψει κατά την περίοδο του αρραβώνα της Μαρίας…
Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,

το πρόσχημα του βίου σου, και θ’ απογυμνωθείς.

Με δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
που το χειμώνα απάντησε στου δρόμου εκεί τη μέση…
(απόσπασμα).
Αμέσως μετά τη συνάντησή της αυτή με τον Καρυωτάκη,

 στη «Σωτηρία», η Πολυδούρη έγραψε ένα υπέροχο ποίημα, με τίτλο «Γυρισμός»:

Ήρθες! ήρθες! πλημμύρισε η χαρά μου
κ’ η λαχτάρα με σφίγγει να με πνίξη....
(απόσπασμα).

Η τελευταία μάλιστα στροφή του συγκεκριμένου ποιήματος θεωρείται από τις ωραιότερες που έχει γράψει η ποιήτρια:

Τώρα πια όπως άλλοτε, δε θέλω
εύοσμα άνθη απ’ τα νεανικά σου χέρια.

Είμαι σεμνή. Με κάθαρεν η αγάπη
απ’ τα στολίδια, δες, μ’ έγδυσε πλέρια.


Κι όμως, γι’ αυτό το παραλήρημα της χαράς της, ο Καρυωτάκης δεν έμαθε ποτέ το παραμικρό. 

Αντίθετα, στην ψυχή του ποιητή, ο οποίος μετά από λίγες μέρες πήγε, με μετάθεση, στην Πρέβεζα, 
θα παραμείνει μια βαθιά πίκρα από εκείνη την τελευταία συνάντησή του με την Μαρία…

Η Πολυδούρη «τρεμάμενη, με τα μάτια διεσταλμένα, κουλουριαζότανε τις νύχτες ριγώντας, με τις αισθήσεις της τεντωμένες και σφίγγοντας τα μπράτσα της γύρω από τους ώμους της, ακριβώς όπως έκανε μικρή, ακούγοντας το μανιάτικο μοιρολόι. 

Σαν το ζώο που ψυχανεμίζεται τη θύελλα, περίμενε αγριεμένη, με τ’ αυτιά τεντωμένα, ώσπου ακούστηκε η πιστολιά.
Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκανε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο…
Μόνο ένας τόσο λιτός κι απέριττος στίχος, 

γεμάτος σεβασμό, μπορούσε να σημαδέψει τη φοβερή στιγμή. Επί τέλους!

Τα συσπασμένα δάχτυλα χαλαρώσανε και γλιστρήσανε, μαζί μ’ ολόκληρο το κορμί της, στην εγκατάλειψη του θανάτου.

 Οι άνθρωποι, κι οι πιο στενοί φίλοι, θα της φανούν μονομιάς ανυπόφοροι. 
Κανείς δεν είναι άξιος ν’ αντικρίσει τον πόνο της, που, αν τον απλώσει, θα σκεπάσει με το πένθος του τη γη. 
Ζηλότυπα, θα κλειστεί σε κείνο το δωματιάκι – νεκροθάλαμο, και δε θα δεχτεί για καιρό κανέναν. 
Αδρανώντας, ακινητούσε αναγκαστικά όλη τη ζωή. 
Μοίρασε όλα τα βιβλία της, ξέσκισε όσα χειρόγραφα ή σημειώσεις είχε κοντά της, αρνούμενη και βέβαιη πως δεν θα ξαναγράψει. 
Δεν της χρειάζεται πια τίποτε και κανένας…» 
(Λ.Ζ., σσ. 117 – 18).
Ο Κώστας Παπαδάκης, ο Γιάννης Χονδρογιάννης και η Λιλή Ζωγράφου αποδέχονται την εκδοχή πως η Μαρία Πολυδούρη αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης.
Η Λιλή Ζωγράφου υποστηρίζει πως 

«… κάποιος μεσολάβησε, για να διευκολύνει την αυτοκτονία της Πολυδούρη. 
Τ’ όνομά του δε θα το μάθουμε ποτέ. 
Ούτε και χρειάζεται. 
Εξάλλου δεν ζει πια ούτ’ αυτός. 
Εκτός από την αδελφή της Βιργινία, που μου το ομολόγησε, και ο πολύ ερωτευμένος με τη Μαρία Κώστας Παπαδάκης έγραψε κάποτε στον Χονδρογιάννη πως ήταν βέβαιος πως η Μαρία πήρε κάποιο δηλητήριο. Δεν ήταν δηλητήριο, αλλά μορφίνη. 
Και η μορφίνη μπορεί να προκαλέσει το θάνατο σε προχωρημένη φυματίωση».

«… στις 28 του Απρίλη, η Μαρία, με φωνή που μόλις ακουότανε από τη βραχνάδα, αποχαιρέτησε την αδελφή της Βιργινία, όπως κάθε βράδυ. 

Κοντά της έμεινε ο πιστός κι αφοσιωμένος φίλος με το πρόσχημα πως θα της κρατούσε για λίγο ακόμη συντροφιά. 
Από καιρό είχαν συνεννοηθεί οι δυο τους. 
Πως όταν θα ’φτανε το τέλος, που θα ’ταν οδυνηρό και βασανιστικό, εκείνος δε θα την άφηνε να υποφέρει. 
“Με το να το παρατείνουμε” του ’χε πει, “το ξέρεις καλά πως δε θα εμποδίσουμε το θάνατο. 
Μόνον εσύ, που μ’ αγαπάς τόσο, θα καταλάβεις πόσο θα με ανακουφίσεις, όταν θα αισθανθώ πως η προθεσμία έληξε”. 
Και του ’δειξε τις ενέσεις μορφίνης που φύλαγε στο βάθος του συρταριού. 
Ο Α. της το υποσχέθηκε, χωρίς να πιστεύει ίσως πως θα ’ρχόταν πράγματι εκείνη η ώρα κάποτε. 
Και να που έφτασε, η νύχτα της 28 του Απρίλη. 
Ο Α. δεν ήταν διανοούμενος ούτε και είχε κανένα δεσμό μαζί της. 
Έτρεφε γι’ αυτήν ένα βουβό πάθος, που η Μαρία γνώριζε και ανεχόταν, γιατί δεν την ενοχλούσε ποτέ. “Κρίμα”, του είπε, μόλις έγιναν οι ενέσεις. 
“Θα ’θελα τόσο να σου ανταποδώσω τη μεγάλη αγάπη σου. 
Μα ήμουνα εγωίστρια, όσο ένιωθα γερή”.
Με το χέρι της μέσ’ στο δικό του αποκοιμήθηκε. 

Ο Α. ακίνητος δίπλα της ρουφούσε την κάθε της ανάσα, ώσπου ο ύπνος της γίνηκε θάνατος.
 Χάραζε μόλις, σαν χτύπησε την πόρτα της αδελφής της Βιργινίας. Τ
ης τα ξομολογήθηκε όλα. 
“Δεν μπορούσα”, της είπε “να της αρνηθώ τίποτα, ούτε και να τη σκοτώσω”» 
(Λ.Ζ., σσ. 143 – 44).

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ’ Απρίλη
είναι ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος της Πολυδούρη με τίτλο «Σαν πεθάνω», που ανήκει στη συλλογή «Οι τρίλλιες που σβήνουν» (1928).

Και πράγματι η μεγάλη ποιήτρια άφησε την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου του 1930, σε ηλικία μόλις 28 ετών.

Ο Άγγελος Τερζάκης («Ο ματωμένος λυρισμός» - Εφημερίδα «Το βήμα», 19 Απριλίου 1961) γράφει για την κηδεία της Πολυδούρη: 

«… Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα. Εμείς, την ώρα εκείνη που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας ν’ ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής».
Και η Λιλή Ζωγράφου («Καρυωτάκης – Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Εκδόσεις «Γνώση», 1981, σ. 71) γράφει αυτά τα συγκλονιστικά λόγια: 
«Η Μαρία δραπετεύει από παντού. 
Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. 
Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες.
 Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει. Μα έτσι ή αλλιώς ζει όμορφα. 
Γιατί η ζωή της Πολυδούρη έχει τον ίδιο λυρισμό και το ίδιο πάθος που έχει και η ποίησή της. 
Και η ποίησή της πάλι έχει τη σφραγίδα της ανυποταξίας ή, αν θέλετε, της αναρχικότητας που ’χει η ζωή της. 
Και δραπετεύει από τη ζωή με την ίδια γενναιότητα που ζει».

«… Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι, αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; 

Ένα παιδί είμαι ακόμη! 
Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. 
Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που ’ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε στιγμή τραγούδι…»
Με αγάπη
Μαρία Πολυδούρη


(Απόσπασμα από «Μια Επιστολή» - «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα…»
Πηγή:  palmografos.com-

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Μ᾿ ἀπάντησες στὸ δρόμο σου, Ποιητή. Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο τοῦ Ἀπρίλη. Ἡ δίψα τῆς ἀγάπης ποὺ ζητεῖ σοῦ φλόγιζε τὴ σκέψη καὶ τὰ χείλη.Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε σαν σήμερα 1 Απριλίου το 1902 και πέθανε 29 Απριλίου 1930 έζησε μονάχα την άνοιξη της σύντομης ζωής της ...

Μαρία Πολυδούρη (Καλαμάτα, 1 Απριλίου 1902 - Αθήνα, 29 Απριλίου 1930) 
η ποιήτρια που έζησε μονάχα την άνοιξη της σύντομης ζωής της ...
πέθανε από φυματίωση στα 28 της χρόνια ...
ίσως γι ΄αυτό "προφητικά " θα έλεγε κανείς ,
για την άνοιξη έπλασε , και σε αυτήν αναφέρονται τα περισσότερα από τα ποιήματά της Ελληνίδα ποιήτριας , της νεορομαντικής σχολής ...
Μαρία Πολυδούρη -“1η Απριλίου 1902 - 
Να η μέρα μου! 
Η ημέρα που ήρθα στον κόσμο μέσα σ’ ένα σπιτάκι όμορφο, γεμάτο φως ημέρα που άκουσα τα πρώτα κελαηδήματα των πουλιών, είδα τα πρώτα ρόδα του έαρος.
Επέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και θα μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τα δέκα έχω περάσει. 
Και όμως πόσες στιγμές, ημέρες, μήνες, χρόνια λύπης και απελπισίας, στεναγμών και δακρύων βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν την ζωή των 20 ετών. 
Κι’ ακόμα πόσες φορές είμαι πολύ-πολύ περισσότερο από 20 ετών με τις νευρικές χειρονομίες μου, τις ρυτίδες του μετώπου μου, την μελαγχολική σιωπή μου!
Ο μήνας που μου έδωκε την ζωή και ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! 
Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. 
Απρίλιε… Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου 
ψάλλεις τη δυστυχία μου, 
μου θυμίζεις ότι μου λείπει… 
με απελπίζεις”.
ΑΝΟΙΞΗ
Φούντωσε ἡ Ἄνοιξη καὶ δῶ σὲ κάθε δέντρου κλῶνο.
Τὰ πάρκα λουλουδίσανε καὶ κεῖνα.
Μὰ δὲ μοῦ λέει ἡ γιορτερὴ χαρά τους, παρὰ μόνο
πὼς λείπω μακριὰ ᾿πό σέν᾿ Ἀθήνα.

Ἔρχεται ἀκάλεστη, βουβή, μέσ᾿ στοῦ ἡλίου τὸ θάμπος

βροχούλα ποὺ κανεὶς δὲν ὑποπτέφτη
καὶ νοιώθω, ἡ νοσταλγία σου καθὼς μ᾿ ἀνάφτει, σάμπως
ξεχωριστὰ γιὰ μένανε νὰ πέφτη.
Παρίσι. Ἄνοιξη 1927
Μαρία Πολυδούρη- από τη συλλογή ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ

[ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΑΝΘΙΣΑΝ ΞΑΝΑ...]
Οἱ παπαροῦνες ἄνθισαν ξανά. Στὰ ἴδια μέρη
τὶς ἔκοψα γεμίζοντας, ὡς τότε, τὴν ἀγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερὸ κι᾿ ἂν ἔστηνα καρτέρι
δὲ σ᾿ εἶδα ξάφνου πλάι μου νὰ προσπερνᾶς καὶ πάλι.

Τὸ Δάσος σιγαλότατο στὸ λαῦρο μεσημέρι,
τὶς λεῦκες τὶς γλυκόλογες μὲ τὰ γιγάντια κάλλη,
μ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ σπιτάκι σου - καημὸ ποὺ μοὔχει φέρει,
τὰ βρῆκα δίχως σένανε καὶ δίχως ἐλπίδα ἄλλη

Νὰ σὲ ξαναβρῶ - θἄσωνα νὰ καρτεράω χρόνια.

Κ᾿ ἔκλαψα. Μὰ θυμήθηκα στερνὰ ποὺ ξεκινοῦσες
μὲ συνοδεία μουσικὴ τὰ δέντρα καὶ τ᾿ ἀηδόνια

Μὲ τὴ ματιὰ νοσταλγικιὰ στὰ γύρω ποὺ σκορποῦσες

καὶ στὴν καρδιά μου σ᾿ ἔκλεισα, μὲ σὲ νὰ χαιρετήσω
ὅλα ποὺ μ᾿ ἔκανες ἐσὺ νὰ ἰδῶ καὶ ν᾿ ἀγαπήσω.
[ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟΥΤΗ Η ΑΝΟΙΞΗ...]
Τί θέλει τούτη ἡ Ἄνοιξη...
Σαλεύουν
ἀόρατα, πανάλαφρα
τῶν δέντρων τὰ κλαδιά.
Τί θέλει ἡ μυρωδιὰ
ποὺ μᾶς χτυπᾶ ἁπαλότατα
μὲ ἀμυγδαλιᾶς ἀνθόκλωνο
τὴν καρδιά...

-Μία νέα περνᾶ ζυγίζοντας

στὰ δάχτυλα
ἕνα κορμί, φτερό.
Κι᾿ ὅπως σιεῖ ρυθμικὰ
μία κατάλευκη ὀμπρέλλα,
εἶναι πουλί.

Ἕνας νέος ἀράθυμος

συλλογιέται γλυκά,
σὰ νὰ πέρασε πλάι του
πεταλούδα μυρόβολη
τὸ φιλί.

-Τρέμει κάτι τὸ ἀδύναμο

κι᾿ ὅλο μένει
σὰν κουτσό... κοντοφτέρουγο...
Λυπημένη
τὴ ματιά μας ρουφᾶ
τὸ ἀνοιξιάτικο ἀπόγευμα
καὶ χλωμαίνει.
Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα
στὴ γαλήνη
καὶ σὰ λυγμὸς παράφορος.
Ἕνα πιάνο ξεσπᾶ
τὸ δικό μας ἐναντίωμα
μὲ κλειστὸ στόμα.

Τί θέλει πάλιν ἡ Ἄνοιξη...

Τί νὰ μᾶς φέρει ἀκόμα...
Μαρία Πολυδούρη
από τη συλλογή , ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ.
[ΚΑΛΕ ΜΟΥ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΦΤΑΣΕ...]
Καλέ μου, ἡ Ἄνοιξη ἔφτασε. Τὰ βράδια μὲ πλανᾶ
πῶς παίζει στὸ παράθυρο τὴ φωτεινή της σάρπα.
Μὰ τὰ μεσάνυχτα γροικῶ ποὺ φευγαλέα περνᾶ
τὸ θλιβερὸ τραγούδι σου στὴ νυμφική τους ἅρπα.

Καλέ μου, ὅλα γυρεύουνε γλυκὰ νὰ μὲ κοιμίσουν

καὶ νὰ μοῦ ποῦν πὼς ἔσβησες γιὰ πάντα ἀπὸ τὴ γῆ.
Μὰ ὅλα, χωρὶς νὰ θέλουνε, σένα θὰ μοῦ θυμίζουν
κι᾿ ἀνίδεα θὰ μοῦ κάνουνε τὴ νοσταλγία πληγή.

Καλέ μου, πῶς ἀπόσβησε παντοτινὰ ἡ ματιά σου

ἀπὸ τὸν Ἥλιο ποὺ ἄλλοτε μ᾿ ἀγάπη μοὖχες δείξει;
Πῶς ἔγινε ἔτσι, νὰ βρεθῶ τόσο πολὺ μακριά σου
κι᾿ ὁ ἥλιος σου ἐχθρὸς νὰ μοῦ γενῆ, σκοτάδι νὰ μὲ πνίξη;

Πρὶν ἀπὸ σένα πέθαναν ὅσα μοὖχες ταμένα

κ᾿ ὕστερα χάθηκες καὶ σὺ μαζί τους, τὸ πιὸ ὡραῖο.
Ἕνας κυκλώνας γύρω μου τὰ πάντα ἔχει θαμμένα
καὶ μ᾿ ἔχει ἀφήσει ζωντανὴ μόνον γιὰ νὰ σὲ κλαίω.
από τη συλλογή - ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας,
που μπορεί να κράτησε λίγο,
αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922.
Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26.

Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, 

ενώ εκείνος είχε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές, 
τον "Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων" (1919) 
και τα "Νηπενθή" (1921) και είχε ήδη κερδίσει
την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε
ότι έπασχε από σύφιλη, μία νόσο που τότε ήταν ανίατη
και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα.

Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία
και της ζήτησε να χωρίσουν.

Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν
χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος
ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. 

Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του
και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα
του εραστή της για να την εγκαταλείψει.

Ποτέ της όμως δεν κατάφερε να ξεπεράσει
τον έρωτά της για αυτόν ...

Τα περισσότερα ποιήματά της αναφέρονται
σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτά της με τον Καρυωτάκη.

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Μ᾿ ἀπάντησες στὸ δρόμο σου, Ποιητή.
Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο τοῦ Ἀπρίλη.
Ἡ δίψα τῆς ἀγάπης ποὺ ζητεῖ
σοῦ φλόγιζε τὴ σκέψη καὶ τὰ χείλη.

Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο.

Κλειστὴ τότε ἡ πηγὴ τῶν
στοχασμῶν μου, ἐμίλει
μόνο ἡ καρδιά μου ἀθώα καὶ λατρευτή,
ὅταν τὸ πρῶτο βλέμμα μου εἶχες στείλει.

Μὲ τὸν καιρό, τὸν πόθο σου σ᾿ ἐμὲ

νὰ φανερώσης σίμωσες. Ὠιμέ,
εἴμασταν μιᾶς γενιᾶς παιδιά. 
Ἡ καρδιά μας
Ἀγάπαε μὲ τὸ πάθος ποὺ ζητᾶ
νὰ πάρη, τὸ αἰσθανθήκαμε φρικτὰ
καὶ πήραμεν ἀλλοῦθε τὴ ματιά μας.
Μαρία Πολυδούρη
από τη συλλογή , ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ.
Μαρία Πολυδούρη
Μουσική: Μιλτιάδης Σελιτσανιώτης
Νατάσα Μποφίλιου & Ελεωνόρα Ζουγανέλη
Καμιάν από τις πίκρες μου δε γνώρισες
τις πίκρες μου τις άσωστες τις μαύρες
και στων ματιών μου μεσ’ στο φεγγοβόλημα
τα δάκρυα μου στεγνωμένα τα `βρες


Εσύ μονάχα το γλυκό χαμόγελο
καμάρωσες στα χείλη μου απλωμένο
και έχεις μεσ’στων ματιών μου το ξαστέρωμα
τον πόθο σου τρελά καθρεφτισμένο

Με γνώρισες να γέρνω στην αγάπη σου
σαν πεταλούδα στ’ άλυκο λουλούδι
και να σκορπίζω όσο η καρδιά μου δίνονταν
μεθυστικό το ερωτικό τραγούδι

Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα
στὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα
λαχτάρας κύμα ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου
τὰ νιάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.

Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες
τὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου
κι᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες
καὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.

Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου ποὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω
καὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο
χτύπημα, τὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω

ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα
τὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,
τὰ δάκρυα, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.)

Μαρία Πολυδούρη
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
Κωνσταντίνος Κληρονόμος
Ω, μη με βλέπετε που κλαίω!
Δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου.
Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο
χάθηκε κ’ είμαι μοναχή μου.

Είν’ η ζωή μου χωρίς χάρη, 
χωρίς χαρά και χωρίς λύπη.
Κι αν τη ματιά δε μου ’χουν πάρει, 
ο λογισμός μου πάντα λείπει.

Με τις σκιές μαζί γυρίζω.
Η μοναξιά πλατιά με ζωνει.
Τους τόπους πια δεν τους γνωρίζω.
Νιώθω πυκνό να πέφτει χιόνι.

Τίποτ’ εδώ δε με πλανεύει.
Τίποτ’ εκεί δε μ’ οδηγάει.
Η σκέψη μου όλο και στενεύει, 
ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει.

Ω, μη με βλέπετε που κλαίω!
Κάποια παλιά συνήθεια θα ’ναι.
Τα μυστικά μου όλα σας λέω, 
τώρα που πια δε με μεθάνε.

Μαρία Πολυδούρη
Μουσική-Ερμηνεία Κατερίνα Παπαδοπούλου
Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι άνεμοι
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως
Στου νου μας τη χρυσόβεργη ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός

Κοντά σου η σιγαλιά σαν γέλιο μοιάζει
Που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σαν λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σαν χνούδι,
σα χάδι, σαν δροσούλα σαν πνοή

ΣΕΜΝΟΤΗΣ
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ κλείνω μέσα μου
κανεὶς δὲν θέλω νὰ τὴ νοιώσῃ.

Δὲ θὰ μποροῦσε νὰ τὴ σίμωνε

χωρὶς γι᾿ αὐτὸ νὰ τὴ πληγώσῃ.

Ἔχω ἕνα κρίνο, κρίνο ὁλάνοιχτο

χωρὶς καμμιὰ σκιὰ στὴν ὄψη.

Καμμιὰ ἡδονὴ δὲν ἐπεθύμησε

νὰ τὸ φιλήση, νὰ τὸ κόψη.

Ἔχω ἕνα ρόδο ποὺ ζυγιάζεται

πάνω στὴν ἴδια του τὴ φλόγα
κ᾿ εἶναι σὰ νἄγινε ὁλοκαύτωμα
καὶ νὰ σιωποῦσε καὶ νὰ εὐλόγα.

Μία μαργαρίτα ποὖνε ἀμφίβολη
μ᾿ ὅλο τὸ ναὶ ποὺ λέει ἡ καρδιά της.
Μόνον ἀφήνει νὰ λικνίζεται
παθητικὰ τὴν ὀμορφιά της.

Κι᾿ ἄλλα λουλούδια ποὖνε σύμβολα

κι᾿ ἄλλα μονάχα ποὺ μεθοῦνε,
μὰ τόσο εἶνε ὅλα λεπτοκάμωτα,
φανταστικὰ μόνον ἀνθοῦνε.

Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ κλείνω μέσα μου

κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὴ νοιώση.
Κι᾿ ἂν τὴν πληγώση θἆναι ἀνίδεος
κι᾿ οὔτε γι᾿ αὐτὸ θὰ μετανοιώση.
από τη συλλογή , ΟΙ ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ
ΓΙΑΤΙ Μ᾿ ΑΓΑΠΗΣΕΣ
Δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες
στὰ περασμένα χρόνια.

Καὶ σὲ ἥλιο, σὲ καλοκαιριοῦ προμάντεμα

καὶ σὲ βροχή, σὲ χιόνια,
δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες.

Μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου

μία νύχτα καὶ μὲ φίλησες στὸ στόμα,
μόνο γι᾿ αὐτὸ εἶμαι ὡραῖα σὰν κρίνο ὁλάνοιχτο
κ᾿ ἔχω ἕνα ρίγος στὴν ψυχή μου ἀκόμα,
μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου.

Μόνο γιατὶ τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν

μὲ τὴν ψυχὴ στὸ βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα τὸ ὑπέρτατο
τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν.

Μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες

καὶ στὴ ματιά σου νὰ περνάη
εἶδα τὴ λυγερὴ σκιά μου, ὡς ὄνειρο
νὰ παίζει, νὰ πονάη,
μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες.

Γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες

καὶ μοῦ ἅπλωσες τὰ χέρια
κ᾿ εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὸ θάμπωμα
- μία ἀγάπη πλέρια,
γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες.

Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε

γι᾿ αὐτὸ ἔμεινεν ὡραῖο τὸ πέρασμά μου.
Σὰ νὰ μ᾿ ἀκολουθοῦσες ὅπου πήγαινα,
σὰ νὰ περνοῦσες κάπου ἐκεῖ σιμά μου.

Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε.

Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα,
γι᾿ αὐτὸ ἡ ζωή μου ἐδόθη.
Στὴν ἄχαρη ζωὴ τὴν ἀνεκπλήρωτη
μένα ἡ ζωὴ πληρώθη.

Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου
μοῦ χάρισε ἡ αὐγὴ ρόδα στὰ χέρια.

Γιὰ νὰ φωτίσω μία στιγμὴ τὸ δρόμο σου

μοῦ γέμισε τὰ μάτια ἡ νύχτα ἀστέρια,
μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου.

Μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες

ἔζησα, νὰ πληθαίνω
τὰ ὀνείρατά σου, ὡραῖε ποὺ βασίλεψες
κ᾿ ἔτσι γλυκὰ πεθαίνω
μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες.
από τη συλλογή , ΟΙ ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ.
ΕΛΑ ΓΛΥΚΕ...
Ἔλα γλυκέ, κι᾿ ἂν φτάνη ἡ νύχτα
καὶ τὸ σκοτάδι δὲ σ᾿ ἀρέση,
ἀστέρινο θαμπὸ στεφάνι
ἡ ἀγάπη μου θὰ σοῦ φορέση.

Στὸ ταραγμένο μέτωπό σου

ἀργὰ τὰ δάχτυλα θὰ σύρω
κι᾿ ὅ,τι εἶνε πάθος στὴν καρδιά σου
θ᾿ ἀνθίση δάκρια καὶ μύρο.

Θὰ σοῦ καρφώσω ἕνα λουλούδι
τ᾿ ὄνειρο πάνω στὴν καρδιά σου,
θὰ πλέξω τὰ ξερὰ τὰ φύλλα
μὲ τὰ κατάχλωρα μαλλιά σου.

Τὸ δέσμιο πόθο μου θ᾿ ἀφήσω,
μία πεταλούδα ναρκωμένη,
κ᾿ ἔτσι στὰ χείλη σου θὰ νοιώσης
κάτι σὰ γύρη νὰ σοῦ μένη.

Ἔλα γλυκὲ κι᾿ ἂς φτάση ἡ νύχτα.
Θὰ φέγγη ἡ νειότη σου μὲ θλίψη
τὸ σκοτεινὸ νὰ ὑφαίνω πέπλο
ποὺ ἡδονικὰ θὰ μὲ καλύψη.
mariarosa
Μια νέα, συγκεντρωτική έκδοση του έργου της επιδιώκει να επιβάλει τη λογοτεχνική αξία μιας ελάσσονος, αλλά διάσημης φωνής της ελληνικής ποίησης
«Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου και η μοναδική». 
Αυτή αναγνωρίζει ως απόλυτη χαρά της ζωής της η Μαρία Πολυδούρη σε επιστολή της προς τον αφοσιωμένο φίλο της Βασίλη Γεντέκο τον Οκτώβριο του 1927 από το Παρίσι. 
Είναι 25 ετών και γράφει από παιδί. 
Αγωνιά για την τύχη του μυθιστορήματος που έχει παραδώσει στον εκδότη Γανιάρη προς έκδοση, αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης και μαθαίνει ραπτική στη σχολή Pigier, αναζητώντας εφόδια για να εργαστεί στη γαλλική λογοτεχνική μητρόπολη. 
Ζώντας απερίσκεπτα, με πενιχρά μέσα, στον άγριο χειμώνα του Παρισιού, προσβάλλεται από φυματίωση. 
Θα πεθάνει τρία χρόνια αργότερα στην Αθήνα, σε ηλικία 28 ετών, έχοντας εκδώσει στο αναμεταξύ τις ποιητικές συλλογές Τρίλλιες που σβήνουν (1928) και Ηχώ στο χάος (1929). 
Ηταν ξημερώματα της 29ης Απριλίου του 1930, 
ακριβώς όπως προφήτευε στο ποίημά της, 
«Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη»,
στο περιοδικό Εσπερος της Σύρου, 
τον Νοέμβριο του 1922, μόλις λίγους μήνες 
μετά τη λήξη του σύντομου μα έντονου 
ερωτικού δεσμού της με τον συφιλιδικό Κώστα Καρυωτάκη.
Ο βιογραφικός μύθος της Μαρίας Πολυδούρη είναι πολύ ελκυστικός, πολύ ισχυρός και πολύ γνωστός για να τον προσπεράσουμε. 
Μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς, μποέμ και καλλιεργημένη, με σπάνια ευαισθησία και ποιητική ιδιοσυγκρασία, ζει στα νεορομαντικά χρόνια του Μεσοπολέμου όπως γράφει, παραδομένη στον έρωτα και στον θάνατο, εκστατικά, μοιραία, τραγικά. 
Αυτή η ζωή έχει περιβάλει ασφυκτικά με τη δραματική γοητεία της το ποιητικό έργο, το οποίο αξίζει να εκτιμήσουμε εκ νέου, προτείνει η Χριστίνα Ντουνιά, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αφορμή την πρόσφατη νέα έκδοση των Ποιημάτων της Πολυδούρη (Εστία, 2014), την οποία επιμελήθηκε.
Στην έκδοση συγκεντρώνονται για πρώτη φορά τα εκδομένα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη, ποιήματα ανέκδοτα, ημιτελή και ποιητικές μεταφράσεις της από το Αρχείο της, που απόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), και από το Αρχείο των ανιψιών της Νόρας και Ευγένιου Πολυδούρη, και αθησαύριστα ποιήματά της δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες. 
Υλικό από ανολοκλήρωτο αυτοβιογραφικό κείμενό της και δύο ανέκδοτες βιογραφίες της συνταγμένες από την αδελφή της Βιργινία αξιοποιείται στις Σημειώσεις που ακολουθούν σε Επίμετρο και συνοδεύονται από μελετήματα για την κριτική πρόσληψη του έργου της Πολυδούρη και τη σημασία της για τον σημερινό αναγνώστη. 
«Οπως ο Καρυωτάκης, έτσι και η Πολυδούρη διαθέτει ένα αναμφισβήτητα προσωπικό ύφος, μια εξεγερμένη συνείδηση, το ποιητικό χάρισμα της εξομολόγησης, μια ισχυρή αυτοσυνειδησία και μια αυθεντική θέαση του κόσμου»
σημειώνει η επιμελήτρια του τόμου, η οποία, έχοντας μελετήσει συστηματικά τον λογοτεχνικό Τύπο του Μεσοπολέμου, 
την ποίηση της εποχής και το έργο του Καρυωτάκη, 
καταλήγει ότι τα στοιχεία αυτά καθιστούν την Πολυδούρη
«την πιο συναρπαστική ποιήτρια του Μεσοπολέμου και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα».
Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας στάθηκαν πάντως τσιγκούνηδες μαζί της. 
Ελάχιστες γραμμές τής παραχωρούν στις γραμματολογίες τους, συγκαταβατικά και «μάλλον από ανάγκη στοιχειώδους εκπροσώπησης των γυναικών», παρατηρεί η Ντουνιά.
Ο αστός Κ. Θ. Δημαράς κάνει λόγο για ποίηση «ωχρή» και ο αριστερός Γιάννης Κορδάτος για ποίηση που συγκινεί 
«μονάχα τους λίγους που έχουν ξεμακρύνει από τη δράση και τα ενδιαφέροντα της κοινωνικής ζωής». 
Αλλοι επισημαίνουν τη συγκινητική περίπτωσή της και τη γυναικεία ευαισθησία της αξιολογώντας την ως μια ελάσσονα φωνή που εκφράζει το λογοτεχνικό πνεύμα της «παρακμιακής» ποίησης του Μεσοπολέμου. 
Είναι η «καταραμένη» ποιήτρια που διαθέτει τις προϋποθέσεις του βιώματος αλλά όχι την εκφραστική δεξιοτεχνία ανδρών ομοτέχνων της, του Τέλλου Αγρα ή του Κώστα Ουράνη.
Την αξία της Πολυδούρη θα πρέπει να αναζητήσουμε στην τομή αρκετών κύκλων. 
΄Εναν πρώτο κύκλο ορίζει η πάνδημη δημοφιλία της στην Αθήνα των τελών της δεκαετίας του 1920. 
Οι νεαροί ποιητές της εποχής την ερωτεύονται ο ένας μετά τον άλλον και της συμπαραστέκονται με αφοσίωση. 
Ακόμη κι όσοι δεν την αγαπούν μαγεύονται από την προσωπικότητά της, ο άσημος τότε Γιάννης Ρίτσος, που τη γνωρίζει στο φθισιατρείο «Σωτηρία» όπου νοσηλεύονται και οι δύο, και ο πολύς Αγγελος Σικελιανός, ο οποίος συγκινείται από την περήφανη μορφή της που αναπαύεται σε ένα δωματιάκι τρίτης κατηγορίας του θεραπευτηρίου. 
Ο Κώστας Ουράνης από τις σελίδες του Ελεύθερου Βήματοςαπευθύνει - με δική του πρωτοβουλία - έκκληση για έρανο προκειμένου η άπορη ποιήτρια να μεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική και σύντομα όλος ο πνευματικός κόσμος και η αριστοκρατία της Αθήνας, ειδικά μετά την κυκλοφορία των ποιητικών συλλογών της, ανηφορίζει στο «Σωτηρία» σε ένα ιδιότυπο προσκύνημα προς τη μελλοθάνατη ποιήτρια.
΄Εναν άλλον κύκλο συνιστά η σχέση της με τον Καρυωτάκη, τον οποίο γνώρισε όταν υπηρετούσαν και οι δύο ως υπάλληλοι στη Νομαρχία Αττικής το 1922, μια σχέση ερωτική και λογοτεχνική. Τον δεσμό τους διακόπτει πρόωρα ο Καρυωτάκης με το επιχείρημα της αρρώστιας του. 
Η Πολυδούρη δεν πείθεται, του ζητεί να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά εκείνος αρνείται μια τέτοια θυσία. 
Διατηρούν μια εύθραυστη φιλία ως το 1924, 
αλλά εκείνη δεν παύει να είναι ερωτευμένη μαζί του ούτε μετά τον θάνατό του το 1928. 
Η ιστορία τους αποτυπώνεται σε μια σειρά έξι σονέτων στις Τρίλλιες που σβήνουν
Το ερωτικό της πάθος για εκείνον διατρέχει όλο το έργο της και ο αυτόχειρ ποιητής γίνεται πηγή έμπνευσης και ερέθισμα ποιητικής δημιουργίας. 
Η σχέση τους αυτή ορίζει και τον ιδιαίτερο διάλογο της Πολυδούρη με το ποιητικό έργο του Καρυωτάκη, του οποίου ακολουθεί το πνεύμα και τους τρόπους χωρίς να το μιμείται, διεκδικώντας έτσι για τον εαυτό της μια ιδιαίτερη θέση στο σύμπαν των ποιητών του λεγόμενου καρυωτακισμού.
Οι κοινωνικές αναζητήσεις της ανήσυχης νεολαίας του Μεσοπολέμου και πιο ειδικά οι διεκδικήσεις των γυναικών συγκροτούν έναν τρίτο ερμηνευτικό κύκλο. 
Κόρη μιας καλλιεργημένης γυναίκας με προοδευτικές ιδέες, η Πολυδούρη ενδιαφέρεται για τα ζητήματα ισότητας των φύλων και σε ηλικία 17 ετών, όπως παραδίδει η αδελφή της Βιργινία στη βιογραφία της, στέλνει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον βενιζελικό βουλευτή Α. Τυπάλδο Μπασιά, 
ο οποίος προωθεί με πρόταση νόμου την ισοπολιτεία των γυναικών. 
Φίλη της Μυρτιώτισσας - στην οποία κληροδότησε το αρχείο της -, της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της διευθύντριας του περιοδικού Ελληνίς Αθηνάς Γαϊτάνου-Γιαννιού, 
συνεργάζεται με γυναικεία περιοδικά και γνωρίζεται με τις φεμινίστριες λογίες της εποχής που δίνουν έμφαση στο στοχαστικό πνεύμα της. 
Καθώς η νεότερη έρευνα επανεκτιμά τον γυναικείο λογοτεχνικό λόγο των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, η επίδραση της Πολυδούρη στις λογοτέχνιδες της εποχής πρέπει και αυτή να επαναπροσδιοριστεί.
«Εξω από γεωμετρίες» ή τραγούδι μύησης
΄Ενας τελευταίος κύκλος είναι εκείνος 

που ορίζει την ποιητική εξέλιξη της Πολυδούρη: 
από τα σωζόμενα ποιήματα της χαμένης εφηβικής συλλογής «Μαργαρίτες» ως τα ώριμα πολύστιχα 
ποιήματα από την Ηχώ στο χάος όπου ξαναπιάνει το νήμα της σύνδεσης με το πνεύμα της σολωμικής παράδοσης
σε ιδιότυπους δεκαπεντασύλλαβους.
Είναι η ποίησή της μια εξομολογητική ποίηση 

αυτοβιογραφικού χαρακτήρα και υψηλής 
λυρικής θερμοκρασίας που παρέμεινε 
όμως «έξω από γεωμετρίες» κατά τον Τέλλο Αγρα, είναι μια ποίηση «λίγων τέλειων ποιημάτων» 
και εκθαμβωτικών στίχων 
που δεν πρόλαβε να ανθήσει, 
κατά τον Ανδρέα Καραντώνη 
ή ένα τραγούδι μύησης που δίνει
νόημα στη ζωή και την οδηγεί στην
 «απόκοσμη κορφή» κατά τον Κοσμά Πολίτη;

Στα ερωτήματα, με αφορμή την παρούσα

έκδοση και εν αναμονή του τόμου 
στον οποίο θα συγκεντρωθούν 
και τα πεζά της Πολυδούρη - 
όπου και η τολμηρή και αφηγηματικά 
πρωτοποριακή, κατά την Ντουνιά, νουβέλα της -
καλείται να απαντήσει η κριτική. 
Το αναγνωστικό κοινό έχει ήδη τοποθετηθεί, 
όπως προκύπτει από το αδιάλειπτο 
ενδιαφέρον για την ποίηση της Πολυδούρη 
που κυκλοφορεί σε διάφορες εκδόσεις, 
από τις μελοποιήσεις ποιημάτων της 
και από τις λογοτεχνικές αξιοποιήσεις 
του βιογραφικού μύθου της. 
Μας λείπει όμως ακόμη μια βιβλιογραφία 
που θα αποτυπώσει με ενάργεια τις 
κατευθύνσεις της κριτικής και την 
εκδοτική απήχηση της Πολυδούρη.
Στο μεταξύ, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια επαναξιολόγηση του έργου της, ο παρών τόμος ισορροπεί ανάμεσα στη φιλολογική στόχευση και στο χρηστικό αποτέλεσμα, ανοίγοντας τη γνωστή και την άγνωστη ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη στο ευρύ κοινό, σε αντιδιαστολή με πολλές πρόσφατες και παλαιότερες εκδόσεις λογοτεχνικών ευρισκομένων όπου ο ερευνητικός μόχθος απαξιώνεται σε εσωστρεφείς και ομφαλοσκοπικές φιλολογικές εκδόσεις
ΠΗΓΗ: