" Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό... βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα.
'Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα... μα ο ήλιος βασίλεψε - Νίκος Καζαντζάκης, προλογίζοντας το βιβλίο του " Αναφορά στον Γκρέκο ".
" Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του.
Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά - θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους - να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους.
Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης ... άλλον δεν έχει "
#Νίκος_Καζαντζάκης, #Τελευταίος_πειρασμός
Περισσότερο απ΄ό ,τι πρέπει απαρνήθηκα τις ανθρώπινες χαρές . όσο περνάει ο καιρός , η καρδιά μου αγριεύει , ο νους μου καίγεται , μα σα να μετατοπίστηκα πέρα από τη γης ετούτη . ένα cristal de roche μέσα μου μένει καθαρό κι αντικαθρεφτίζει τον κόσμο σαν νά ΄ ταν φεγγάρι . Ν .ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ( Γράμμα 439 , Αντίπολις , 4 - 5 - 57 )
Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει, όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει. Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός.”Νίκος Καζαντζάκης



Η Ελένη Καζαντζάκη περιγράφει τις τελευταίες εκείνες δραματικές στιγμές της "αναχώρησης" του Ν.Καζαντζάκη.
—Διψώ!... Διψώ!... Διψώ!...
Μόνη στο προσκέφαλο του αγαπημένου φώναζα όλους τους άγιους βοήθειά μου.
—Νίκος μου, Νίκος μου, του έλεγα, τριήμερος είναι, θα περάσει. Κουράγιο, αγάπη μου. Σήμερα το βράδυ ο πυρετός θα πέσει. Αύριο θα φέξει πάλι ο ήλιος, θαυμάσιος!
Τα έλεγα και τα πίστευα.
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος με το κεφάλι και μου ζητούσε νερό να ξεδιψάσει.
—Θυμηθείτε τον Μπέργκσον, την επιστράτεψη! Επιστρατέψετε τις δυνάμεις σας, σας ικετεύω!
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος και ζητούσε πάλι να πιει να ξεδιψάσει.
—Νίκος μου, Νίκος μου, φώναξα, με ακούς, αγάπη μου;
Έμεινε ακίνητος. Η «παιδική καρδιά» του χτυπούσε ακόμα. Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο γρήγορη και πιο σύντομη.
Πήρα το αριστερό του χέρι, μεταξωτό, ποτέ ιδρωμένο, το απόθεσα στο κεφάλι μου:
—Δώσ' μου την ευχή σου, Καλέ μου. Κάνε ν' ακολουθήσω πάντα το δρόμο, που χάραξες.
Το χέρι έμεινε ώρα πολλή πάνω στο κεφάλι μου. Ζεστό, μεταξωτό, πάντα δροσερό, όπως το αγαπούσα. Έπειτα το απόθεσα απαλά πάνω στα σεντόνια.
Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπήρχε πια. Θα 'θελα ν' ανοίξω πόρτες και παράθυρα και να φωνάξω:
—Φεγγάρι, άστρα, δέντρα, νύχτα μαύρη, εσείς που τόσο αγάπησε, ο Καζαντζάκης σας δεν υπάρχει πια!
Γύρισα δίπλα του, τον κοίταζα πολλή ώρα. Του έκλεισα τα μάτια. Τα μάτια που ' χαν το χρώμα της ελιάς δε θα 'βλεπαν ποτέ πια τον ήλιο. Η πηχτή νύχτα του θανάτου, έκλεινε τον κύκλο της, τα τριάντα τρία χρόνια φως.
Όρθιος, όπως έζησε, παράδωσε την ψυχή του, σαν το βασιλιά, που αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, και, χωρίς να στραφεί πίσω, διάβηκε το κατώφλι.#Ελένη_Καζαντζάκη η αξιοθαύμαστη πιστή του σύντροφος, η 2ηγυναίκα του που τον Λάτρεψε σαν Θεό και του στάθηκε πιστή αχώριστη σύντροφος όχι μονάχα μέχρι τον θάνατό του αλλά, και μέχρι το τέλος το δικό της!
Διαβάστε προηγούμενες αναρτήσεις
εδώ:
https://voiceofthelambs.blogspot.com/search/label/%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3%20%CE%9A%CE%91%CE%96%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%96%CE%91%CE%9A%CE%97%CE%A3?updated-max=2013-02-18T16:12:00-08:00&max-results=20&start=4&by-date=false