Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

...Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο ...

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
Ελύτης Oδυσσέας








Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!



Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!


IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!
(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)
ΠΗΓΗ: Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού 

Παιδιά της Ελλάδος, Σοφία Βέμπο



Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά,
«Δεν κλαίω που έχασα τα μάτια μου, κλαίω που δεν έχω άλλα δύο να τα δώσω για την πατρίδα». 
Η συγκλονιστική εξομολόγηση του φαντάρου στη Σοφία Βέμπο. 
Τον χειμώνα του 1940, η κυκλοφορία ελεγχόταν, τα τραγούδια λογοκρίνονταν και τα θέατρα υπολειτουργούσαν.
Όσα κατάφεραν να μείνουν ανοιχτά, διέκοπταν το κανονικό πρόγραμμά τους και ανέβαζαν πολεμικές επιθεωρήσεις.
Η πρώτη παράσταση ξεκινούσε στις 3 το μεσημέρι και η δεύτερη στις 6 το απόγευμα για να προλάβει ο κόσμος να επιστρέψει ασφαλής στα σπίτια του. 
Η Σοφία Βέμπο συμμετείχε στην παράσταση «Πολεμική Αθήνα» που ανέβασε το θέατρο Μοντιάλ, του Μίμη Τραϊφόρου. 
Από τη σκηνή του θεάτρου αναγγέλλονταν όλες οι νίκες και τα κατορθώματα του ελληνικού στρατού.
Στην ίδια σκηνή ακούστηκαν για πρώτη φορά τα τραγούδια της Βέμπο, που έγραψαν ιστορία. Παιδιά, της Ελλάδος π... 

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

2 Οκτωβρίου, Διεθνής Ημέρα Μη Βίας .Η Γέννηση της «Σατυαγκράχα » - αναζήτηση της Αλήθειας και της «Αχίμσα » - άσκηση της μη βίας από τον Ινδό ηγέτη Μαχάτμα Γκάντι .

















2 Οκτωβρίου, Διεθνής Ημέρα Μη Βίας .
Η Διεθνής Ημέρα Μη Βίας καθιερώθηκε στις 15 Ιουνίου 2007 με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Οκτωβρίου, ημερομηνία γέννησης του Μαχάτμα Γκάντι (1869). Στόχος της γιορτής είναι να περάσει το μήνυμα της μη χρήσης βίας σε όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις μέσα από την εκπαίδευση και την ενημέρωση της κοινής γνώμης.
ΠΗΓΗ: 


Η Γέννηση της «Σατυαγκράχα» και της «Αχίμσα» 
από τον Ινδό ηγέτη Μαχάτμα Γκάντι
Η τιτάνια θέληση του, λύγισε μια αυτοκρατορία, τη Βρετανική.
Η δράση και η σκέψη του θα σφραγίσει τρεις από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα. 
Εναντίον της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων, 
και της μη βίας.
Με την ένθεη δύναμη της θέλησης και τη ζεστασιά της καρδιάς του,
πάλεψε τα ανθρώπινα πάθη του και βγήκε νικητής από την «αρένα» του
Είναι του! Ολόψυχα, χωρίς πισωγυρίσματα, τάχθηκε 
στον αγώνα του καιρού του. 
η φωτεινή πορεία που χάραξε η νιότη του, την είχε σταθερά μπροστά του και η ιδέα του σκοπού του ήταν το πολικό αστέρι που έλαμπε 
μεσ’ την οθόνη του νου του.
«Το καθήκον μου είναι διάφανο, σαν το φως του ήλιου» 
γράφει στην Αυτοβιογραφία του.



Στις 11 Σεπτεμβρίου 1906, θα μιλήσει για πρώτη φορά για την ιδέα της «Σατυαγκράχα*» - αναζήτηση της Αλήθειας και της «Αχίμσα*» - άσκηση της μη βίας. Τη θέτει σε εφαρμογή τον επόμενο χρόνο, όταν η Κυβέρνηση ζητά με νόμο, να εφοδιαστούν με δελτίο ταυτότητας όλοι οι κάτοικοι ασιατικής προελεύσεως. Ένα μέτρο που θεωρήθηκε, ότι παραβίαζε την ατομική αξιοπρέπεια.

Οι διαδηλωτές, σύμφωνα με τις αρχές της «Σατυαγκράχα» έπρεπε ν’ αρνηθούν την καταγραφή τους στα βιβλία της αστυνομίας, όμως να δεχθούν με ευπείθεια την φυλάκιση, αφού παραβίαζαν τον νόμο. Είχαν λάβει αυστηρές εντολές να μη κακοποιήσουν όσους ήθελαν να προσέλθουν για καταγραφή. Η κυβέρνηση μετά από μια σειρά προειδοποιήσεις, άρχισε τις συλλήψεις.

Οι κρατούμενοι, ανάμεσα τους και ο Γκάντι, γέμισαν τις φυλακές. Η κυβέρνηση βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Αναγκάστηκε να υποσχεθεί ότι, θα αρθεί ο νόμος, αν οι Ινδοί πήγαιναν αυθόρμητα να δηλώσουν τα ονόματα τους. Οι κρατούμενοι πίστεψαν την υπόσχεση της Κυβέρνησης και το έπραξαν, όμως ο νόμος δεν ανακαλέστηκε.

Η επιτυχία της διαδήλωσης έγινε γνωστή, ταυτόχρονα και το όνομα του Γκάντι, σε όλο τον κόσμο. Ο Γκοκχάλε, ο αρχηγός του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου, στην Ινδία, αρχίζει έκτοτε να παρακολουθεί προσεχτικά τις κινήσεις του. Διαδίδει τις ιδέες του Γκάντι και υποστηρίζει τις πρακτικές του.

Την εποχή αυτή ο Γκάντι εμπνέεται από το βιβλίο του Τολστόι, «ο Θεός είναι μέσα μας» και αρχίζει μια αλληλογραφία, με τον Ρώσο συγγραφέα. Ιδρύει μια νέα κοινότητα, την οποία ονομάζει προς τιμή του, «Φάρμα Τολστόι». Τα 50-60 άτομα που ζουν εκεί, έχουν κοινό συσσίτιο και μοιράζονται εξ ίσου, τα αγαθά της κοινότητα, σύμφωνα με τις ιδέες του ηγέτη τους.

Τον Οκτώβριο του 1912 επισκέπτεται την Ν. Αφρική και τη «Φάρμα Τολστόι» ο Ινδός πολιτικός Γκοκχάλες. Από την Κυβέρνηση θα δεχτεί τιμές και υποσχέσεις, για καλλίτερες συνθήκες των Ινδών. Οι υποσχέσεις όμως δεν είχαν κανένα αντίκρισμα. Απεναντίας, η κυβέρνηση ζητά από τους μετανάστες, των οποίων είχε λήξει η πενταετή τους σύμβαση εργασίας, να πληρώσουν ένα αρκετά μεγάλο ποσόν, αν ήθελαν να παραμείνουν, ως ελεύθεροι εργάτες. Μ’ αυτό τον τρόπο τους ανάγκαζε ουσιαστικά, να παραμείνουν σε ισόβια δουλεία ή παρά τη θέληση τους, να επαναπατρισθούν.

Η αδικίας της κυβέρνησης κορυφώνεται, με την εξαγγελία της ακύρωσης των γάμων, που δεν είχαν γίνει σύμφωνα με το τυπικό της χριστιανικής εκκλησίας. Μια ενέργεια που στρέφοντα κυρίως κατά των Ινδών, οι οποίοι παντρευόταν σύμφωνα με τη θρησκεία τους. Έτσι οι μέν γυναίκες, με την απόφαση αυτή, χαρακτηριζόταν παλλακίδες, τα δε παιδιά νόθα. Οι αδικίες είχαν συσσωρευτεί! Είχαν φέρει όμως στο πλευρό του Γκάντι και άλλες κοινωνικές ομάδες. Συμπορευόταν τώρα μαζί του οι μεταλλωρύχοι και οι γυναίκες.

Μια μαζική απεργία των μεταλλωρύχων και μια πορεία 6.000 αποφασισμένων Ινδών αρχίζει. Μια ομάδα, ανάμεσα τους και η γυναίκα του Γκάντι, Καστουρμπάϊ, προσπαθούν να περάσουν παράνομα, από το Ντάρμπαν στο Τράασβαλτ, με σκοπό να αναγκάσουν τις αρχές να τους συλλάβει. Όπως ήταν αναμενόμενο «οι πρωτοπόροι» έτσι έγιναν γνωστοί, συνελήφθησαν και κλείστηκαν στις φυλακές. Το παράδειγμα τους το ακολούθησαν και άλλοι, με μεγάλη συμμετοχή γυναικών.

Οι φυλακές γεμίζουν ξανά και η απεργία θορυβεί το Λονδίνο. Οι ανταποκριτές στέλνουν ευμενή σχόλια, στις εφημερίδες τους, για τους αποσκελετωμένους απεργούς και τον μικρόσωμο στρατηγό της ειρήνης.

Η ινδική κοινότητα, με την καθοδήγηση του Γκάντι, θα αντέξει όλες τις στερήσεις, τις τιμωρίες και τις φυλακίσεις, ακόμα και το εκτελεστικό απόσπασμα.

Ο Γκάντι θα γίνει τακτικός θαμώνας των φυλακών. Θα είναι όμως ένα πρότυπο κρατουμένου, ο οποίος προσφέρει τις υπηρεσίες του, σε όλους όταν τις χρειαστούν.

Στο τέλος, και μετά από πιέσεις της Ινδίας και της Αγγλίας, το 1914, η Κυβέρνηση της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης, θα αναγκαστεί να κάμει σημαντικές παραχωρήσεις στις απαιτήσεις των Ινδών. Οι συνομιλίες γίνονται μεταξύ Γκάντι και του στρατηγού Γιαν Κρίστιαν Σμάρτς. Παρά τα αντίθετα συμφέροντα που εκπροσωπούν οι δυο άνδρες, ο Σμάρτς δηλώνει αργότερα: « Η μοίρα με προόριζε να είμαι αντίπαλος ενός ανθρώπου, για τον οποίο έτρεφα την πιο μεγάλη εκτίμηση»

Μετά την ανακωχή των δυο πλευρών, ο Γκάντι, μαζί με την οικογένεια του, θα επιστρέψει οριστικά στην Ινδία.

Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στη Ν. Αφρική, οι αγώνες , οι νηστείες, οι φυλακίσεις, θα εξαγνίσουν την προσωπικότητα του Γκάντι. Θα τον βοηθήσουν να γίνει μια βαθιά μετάλλαξη μέσα του. Πολλοί είπαν ότι αυτά που έδωσε η Ν. Αφρική στο Γκάντι είναι πολύ περισσότερα, απ’ ότι αυτός της πρόσφερε, στην εικοσάχρονη παραμονή του εκεί. Το ομολογεί ο ίδιος: «Τώρα κατανοώ πως τα κύρια περιστατικά που έζησα με οδήγησαν με ένα μυστικό τρόπο στην «Σατυαγκράχα», στην αναζήτηση της Αλήθειας».

Ο άτολμος δικηγόρος επιστρέφει στην Ινδία ως «Μαχάτμα»

Στην Ινδία τον υποδέχονται ως μια εξέχουσα προσωπικότητα. «Σε χαιρετώ, Μεγάλη Ψυχή» θα πει ο ποιητής Ταγκόρ και το πλήθος του κόσμου τον επευφημεί. Θα παραμείνει όμως μακριά από την πολιτική δράση για τρία χρόνια. Περιοδεύει στην Ινδία και προσπαθεί να μάθει από τους απλούς ανθρώπους, την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα.

Αρχίζει ένα νέο αγώνα όταν οι Άγγλοι, με το νομοσχέδιο Ράουλατ (Rowlatt) εξουσιοδοτούν τις αστυνομικές αρχές, να φυλακίζουν όσους θεωρούσαν ύποπτους για ανταρσία.

Στις 28 Φεβρουαρίου του 1919 ο Γκάντι προσκαλεί είκοσι προσωπικότητες από την Ινδική κοινότητα και με όρκο εγκαινιάζουν μια μεγάλη εκστρατεία της «Σατυαγκράχα». «Διακηρύσσουμε με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι σε περίπτωση που τα νομοσχέδια γίνουν νόμοι και έως ότου καταργηθούν, θα αρνηθούμε στους νόμους αυτούς κάθε πολιτική υπακοή, καθώς και σε όλους τους άλλους νόμους, που η επιτροπή θα κρίνει αργότερα, ότι πρέπει να απορριφθούν. Διακηρύσσουμε ότι στον αγώνα μας θα ακολουθήσουμε πιστά την αλήθεια και θα απόσχουμε από πράξεις βίας σε βάρος προσώπων και πραγμάτων».

Για πρώτη φορά θα εφαρμοστεί η «Σατυαγκράχα» σε έδαφος της Ινδίας. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του εμπνευστή της, η τακτική ήταν: Να επιδιώκει κανείς την επανόρθωση της αδικίας, χωρίς να προξενήσει βία και να αισθανθεί μίσος για τον αντίπαλο. Το άτομο αντιστέκεται στους άδικους νόμους, χωρίς όμως να αντιδρά στις ποινές που επιβάλλονται σ’ όποιον τους παραβαίνει. (Είναι ένας ασύλληπτος, εύστροφος και επιτυχής συνδυασμός νομιμότητας και παρανομίας).

Στους απεργούς ο Γκάντι αναλύει τις προϋποθέσεις για την επιτυχή έκβαση του στόχου τους: 1) Σε καμιά περίπτωση προσφυγή στη βία, 2) καμιά κακοποίηση απεργοσπαστών, 3) δυσπιστία στις προσφορές και στις ελεημοσύνες, 4) καμιά υποχώρηση όσο κι αν κρατήσει η απεργία. Για να εξοικονομούν οι απεργοί τα αναγκαία για τη συντήρηση τους, έπρεπε να το κάνουν με οποιαδήποτε άλλη έντιμη εργασία.

Η πράξη αυτή προκαλεί πολιτικό σεισμό. Την άνοιξη του 1919 η Ινδία συγκλονίζεται από ένα ανέλπιστο ξύπνημα. Οι Άγγλοι αντιδρούν με άγριες συμπλοκές.

Εξουσιοδοτούν τον διοικητή της φρουράς, στρατηγό Ντάϊερ, να κατευνάσει το απεργιακό κύμα. Ο στρατηγός διατάσσει, τους 50 στρατιώτες του, να ανοίξουν ασταμάτητο πυρ, εναντίον των 10.000 χιλιάδων ατόμων που βρισκόταν συγκεντρωμένοι, σε ένα κλειστό σχετικά χώρο. Τετρακόσιοι Ινδοί σκοτώνονται, στην καθιστική ειρηνική διαδήλωση στο Αμριτσάρ και 1400 τραυματίζονται.

Η βία που έχει ξεσπάσει αναγκάζει τον Γκάντι να αναστείλει την απεργία. Περίλυπος, επισκέπτεται το τόπο της τραγωδίας και ανακοινώνει πέντε μέρες απεργία πείνας, για εξιλέωση και καθαρμό. Τα γεγονότα στο Αμριτσάρ τον απομακρύνουν οριστικά από τους

Μακράκη Σοφία .www.patris.gr