Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

"Ἡ Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνα πρᾶγμα." Φώτης Κόντογλου - Ῥωμιοσύνη καὶ Ὀρθοδοξία


Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία,
γι᾿ αὐτὸ Χριστιανὸς κ᾿ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο.
Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες,
πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ
καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς!

Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ,
ἀπὸ τα χρόνια του Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838,
ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων.
Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπόφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χριστό;
Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει
καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο
γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια
 ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.
Ἁγιασμένη Ἑλλάδα!
Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη.
Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου.
Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη,
τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.
Γιὰ νὰ μὴν πάρω τοὺς πολὺ παλιούς, παίρνω δυὸ τρεῖς
ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγωνισθήκανε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας,
ποὺ ὅποτε μιλᾶνε γιὰ τὴ λευτεριά, μιλᾶνε καὶ γιὰ τὴ θρησκεία.

Ρήγας Φεραῖος λέγει: «νὰ κάνουμε τὸν ὅρκο πάνω στὸ Σταυρό».

Ἕνας ἄλλος ποιητὴς γράφει:
«Γιὰ τῆς πατρίδας τὴν ἐλευθερία
 γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία  γι᾿ αὐτὰ τὰ δυὸ πολεμῶ,
μ᾿ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ.
κι ἂν δὲν τὰ ἀποχτήσω  τί μ᾿ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;»...
... Οἱ ἀγράμματοι ποιητὲς τῶν βουνῶν, μέσα στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε,
καὶ ποὺ δὲ θὰ τὰ φτάξει ποτὲ κανένας γραμματιζούμενος,
μιλᾶνε κάθε τόσο γιά. τὴ Θρησκεία μας, γιὰ τὸ Χριστό,
 γιὰ τὴν Παναγιά, γιὰ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, γιὰ τοὺς ἁγίους.
25 η Μαρτίου : Ευαγγελισμός της Θεοτόκου : " Ευαγγελίζου Γη "
περισσότερα εδώ :
" Ευαγγελισμός  "
έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη 


Πολλὲς παροιμίες καὶ ρητὰ καὶ λόγια ποὺ λέγει ὁ λαός μας,
εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία,
γι᾿ αὐτὸ Χριστιανὸς κ᾿ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο.
Θεόδωρος Βρυζάκης,
«Υπέρ Πατρίδος το Παν», πίνακας
του 1858, Αθήνα,
Εθνική Πινακοθήκη
- Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου




Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες,
πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ
καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς!
Πολύ γρήγορα ο σταυρός επιβλήθηκε ως θρησκευτικό
και πολιτικό έμβλημα του υποταγμένου έθνους,
σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε κληρικοί ετίθεντο
επικεφαλής εξεγέρσεων χρησιμοποιώντας ως σημαίες
τα ιερά λάβαρα των εκκλησιών τους.
Στις αρχές της Επανάστασης του 1821 εμφανίστηκαν
πολλές σημαίες με διάφορες παραστάσεις,
σύμφωνα με τη φαντασία καθενός αρχηγού,
με βάση το μίσος που είχε κατά των Τούρκων,
τις ιστορικές γνώσεις, τις οικογενειακές παραδόσεις
και τη θρησκευτική του ευλάβεια.
Αμέσως μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821),
ο Παπαφλέσσας έκοψε ένα κομμάτι από την εσωτερική
πλευρά του ράσου του και ταυτόχρονα
ζήτησε από τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα
να σχίσει δύο λωρίδες από τη λευκή του φουστανέλα.
Πίνακας του Πέτερ φον Ες με θέμα την άλωση της Τριπολιτσάς. Ο Παναγιώτης Κεφάλας υψώνει την επαναστατική σημαία στις επάλξεις των τειχών της πόλης. Αν δεχθούμε τη συνεργασία του Παπαφλέσσα με τον Κεφάλα για την κατασκευή της σημαίας ως γεγονός, τότε ο Γερμανός καλλιτέχνης δεν απέδωσε στη σωστή θέση τα χρώματα.
Πίνακας του Πέτερ φον Ες με θέμα την άλωση της Τριπολιτσάς.
Ο Παναγιώτης Κεφάλας υψώνει την επαναστατική σημαία
 στις επάλξεις των τειχών της πόλης
Με αυτά τα κομμάτια κατασκευάστηκε μια
αυτοσχέδια σημαία (γαλάζια με λευκό σταυρό)
η οποία υψώθηκε, κάτω από τις ιαχές των Ελλήνων πολεμιστών,
στο πρώην τουρκικό διοικητήριο της πόλης.
Αυτή αποτέλεσε το πρώτο σχέδιο της επίσημης σημαίας
του ελληνικού κράτους μετά την απελευθέρωση.
Η ιστοριογραφία των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων
έδωσε και μια ρομαντική διάσταση στη σημαία,
αποτέλεσμα συνεργασίας ενός στρατιώτη και ενός ιερέα,
αναφέροντας πως η γενναιότητα του κλέφταρματολού
στήριξε τις ελπίδες της στη χριστιανική πίστη....
περισσότερα για την
σημαία  της Ελληνικής Επανάστασης εδώ:

Αλέξανδρος Υψηλάντης 

Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ,
ἀπὸ τα χρόνια του Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838,
ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων.
Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπόφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χριστό;
Αὐτὸ τὸ ἀκατάλυτο ἔθνος ποὺ ἔπρεπε νὰ πληθύνει
καὶ νὰ καπλαντίσει τὸν κόσμο, ἀπόμεινε ὀλιγάνθρωπο
γιατὶ ἀποδεκατίσθηκε ἐπὶ χίλια ὀχτακόσια χρόνια ἀπὸ φυλὲς χριστιανομάχες.
Ἁγιασμένη Ἑλλάδα! Εἶσαι ἁγιασμένη, γιατὶ εἶσαι βασανισμένη.
Κι ἡ κάθε γιορτή σου μνημονεύει κ᾿ ἕνα μαρτύριό σου.
Τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ τὰ ῾κανες δικά σου πάθη,
τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων εἶναι τὰ δικά σου μαρτύρια.
απόσπασμα απὸ τὸ βιβλίο
«Παναγία καὶ Ὑπεραγία» των ἐκδόσεων Ἀρμός
Ακόμα και ο όρκος των Φιλικών και αργότερα
όλων των αγωνιστών του 1821 εδίνονταν ,
επάνω στον σταυρό και στο ιερό ευαγγέλλιο
της Ορθόδοξης εκκλησίας


H ίδρυση της  ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ,1814 στην Οδησσό
Πριν από 196 χρόνια περίπου σ΄ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο
στη φιλόξενη Οδησσό στη Ρωσία ,
τρία χέρια απλώθηκαν αργά ,  τελετουργικά ,
και ακούμπησαν με ευλάβεια στο ευαγγέλιο.
Τα πρόσωπα μόλις που διακρίνονταν στο ημίφως ήταν :
ο Νικόλαος Σκουφάς από την Άρτα, ο ΄Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα,
και ο ΄Εμμανουήλα Ξάνθος από την Πάτμο.Πρώτα , ο ένας και μετά όλοι μαζί επαναλαμβάνουν ,
τα λόγια του ιδρυτικού όρκου της " συνομωτικής οργάνωσης "
που πήραν την πρωτοβουλία , να ιδρύσουν
τη Φιλική Εταιρεία ,
και ν΄ανάψουν τη φλόγα της Επανάστασης.
Στα επόμενα επτά χρόνια η φλόγα των κεριών από τα μικρά,
«μυστικά» δωμάτια όπου όρκιζαν τα νέα μέλη
ακολουθώντας αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες,
θέριεψε σε εστίες φωτιάς, διάσπαρτες
στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
ΟΡΚΟΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
(Ένας Όρκος Ξεχασμένος)
«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού,
ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την
Εταιρείαν κατά πάντα.
Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία
και τους λόγους της, μήτε να σταθώ
κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι
άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων,
μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.
     Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει
εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι,
μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν.
Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα,
και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν,
θέλω τον νομίζει ως ουδέν.
«Ο όρκος των Φιλικών», ξυλογραφία του Βάσου Φαληρέα
είναι η χαρακτηριστικότερη απεικόνιση της Φιλικής Εταιρείας.
Βρίσκεται στο Πολεμικό Μουσείο
Τη φωτό τη βρήκαμε εδώ :

     Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου
 αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου,
των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους,
θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην
και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των,
όταν η περίστασις το συγχωρήσει.
     Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν
δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον,
προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν
επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο,
γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος,
με κανένα συνάδελφον.
     Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον,
με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου.
Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν,
αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και
αν έτυχε πρότερον εχθρός μου,
τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω,
καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.
     Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν,
να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν,
μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην
την κανονιζομένην άργητα,
εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή,
θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος,
άνθρωπον ενάρετον και άξιον
όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν,
αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.
     Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον
από τα χρήματα της Εταιρείας,
θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον
ανήκον εις όλον το Έθνος μου.
Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα
εσφραγισμένα γράμματα.
     Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν,
δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν.
Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω,
ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη.
Να αποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν,
αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.
     Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου,
να είμαι ενάρετος.
Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου,
χωρίς να καταφρονώ τας ξένας.
Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα.
Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή,
τον δυστυχή και τον αδύνατον.
Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα,
τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.
     Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε,
 ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς !
 Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου.
Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία
τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν
τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα,
χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν,
και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου
ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε.
Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία
και ο σκοπός των διαλογισμών μου.
Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου,
και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου.
Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω
εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της,
το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν,
και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον
της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου,
αν  ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν
τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου.
Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος
τιμωρία του αμαρτήματός μου,
δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας
με την συμμετοχήν μου».
Oι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας προχώρησαν 
στην εγγραφή μελών στις ελληνικές παροικίες 
ου εξωτερικού και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, 
ενθαρρυμένοι από το επαναστατικό πνεύμα του 
Ρήγα Βελεστινλή, τους αγώνες του Λάμπρου Κατσώνη 
και των Σουλιωτών καθώς και την αναταραχή που 
προκαλούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία απείθαρχοι πασάδες.
Οι Φιλικοί, όπως αποκαλούνταν τα μέλη της, 
χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικό κώδικα 
για να επικοινωνούν μεταξύ τους και υπέγραφαν με ψευδώνυμα. 
Η μύηση τους στην οργάνωση είχε τη μορφή ιεροτελεστίας, 
που τη σφράγιζε ο όρκος μπροστά σε ιερέα.
Ένα εκπληκτικό ντοκιμαντέρ του National Geographic
παρουσιάζει όλη την Ιστορία της Επανάστασης του 1821.
Της αναγέννησης ενός Έθνους ,του ηρωϊσμού
και της αυτοθυσίας,και τελικά της οριστικής νίκης!
Σε έξι βίντεο όλη η ιστορία του 1821!
1821 ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΖΥΓΟ
.
ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ NATIONAL GEOGRAPHIC
Ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν
http://www.projethomere.com

Η συμβολή του Ιερού Κλήρου στην επανάσταση του 1821
  • Από Dogma
  •  
Η Ελληνική Επανάσταση, ως επιστέγασμα της αυγής και 
αναγέννησης του Νέου Ελληνισμού, αποτελεί ένα από τους 
πιο ένδοξους και σπουδαίους σταθμούς της ιστορικής μας πορείας. 
Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι ένας λαός, με τον πολιτισμό του
και την ψυχή του ακέραια, ανακτά την ελευθερία του και την
πολιτική του οντότητα μετά από μακρά περίοδο δουλείας που 
δεν γνώρισε ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, πραγματοποιώντας 
μερικώς τους σκοπούς του με την δημιουργία ελληνικού κράτους.

Η σημασία του Εικοσιένα και των χρόνων που προηγούνται 
έγκειται, πιστεύω, στο ότι ο Ελληνισμός δίνει ιστορικά την 
απάντηση στο πως μπορεί να συνυπάρξει στον νεώτερο κόσμο, 
αυτόν της αποικιοκρατίας και των δυτικών γιγάντων, 
κατορθώνοντας με τρόπο θαυμαστό, και μάλιστα έναντι ενός
αντιπάλου συντριπτικά ισχυρότερου, ο,τι δεν κατάφερε στους 
τελευταίους βυζαντινούς αιώνες, όπου η αυτοκρατορία του, 
παρά την πνευματική ακμή της, εσωστρεφώς και αμήχανα, 
θα συρρικνωθεί και θα καταρρεύσει ολότελα, θα ’λεγε κανείς, 
υπό το βάρος της τεράστιας κληρονομιάς της.

Όμως «η Ελλάς συνετάφη τω Χριστώ ομοιώματι του 
θανάτου αυτού, αλλά τούθ’ ένεκα και ανέστη ως εκείνος, 
ου τον σταυρόν ήρατο πρώτη»1.
Η πτώση του Βυζαντίου δεν θα σημάνει και την κατάλυση 
της Εκκλησίας, παρά τους εξισλαμισμούς και τις θυσίες. 
Αντιθέτως η Ιεραρχία της επωμίζεται τώρα εθναρχικό ρόλο 
και καθίσταται σκέπη του Γένους, με το Πατριαρχείο 
ως σύμβολο ενώσεως και κέντρο εθνικής περισυλλογής μέσα 
στο ευρύτερο διοικητικό δίκτυο των κοινοτήτων της αυτοκρατορίας.
Ο Πατριάρχης αναγνωρίζεται από τον Σουλτάνο 
ως «πολιτικός» και πνευματικός ηγέτης των 
υπόδουλων Ρωμιών και η Εκκλησία αναλαμβάνει τώρα 
εκτός από την ποιμαντική της αποστολή και 
κοσμικά καθήκοντα και δικαιοδοσίες.
Αντίστοιχα, ο ιερέας ενσάρκωνε την πνευματική 
κεφαλή της κοινότητας, ενός θεσμού δηλαδή βυζαντινού
και απώτατα αρχαίου, που αναδεικνύεται στα χρόνια της
οθωμανοκρατίας σε ζωντανό συνεκτικό πυρήνα 
εθνικής αυτοσυνειδησίας.

Αν και σε συνθήκες δουλείας, η Εκκλησία συνιστά 
στοιχείο ενοποιητικό και διαμορφωτικό της 
ελληνικής ταυτότητας, είτε αυτή αποκαλείται 
«το Ελληνικόν», είτε «γραικικόν», είτε «το Ρωμαίικον»
καθώς ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα και ειδικά μετά το 1204, 
υποχωρεί η οικουμενική συνείδηση και στο εξής η ορθόδοξη πίστη 
αποκτά για τους Έλληνες ανοικτά εθνική διάσταση.
Κατά τη φράση του Κόντογλου,
«Η Ρωμιοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο, 
η για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία του χρόνια 
στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη».
Με την οργάνωση λοιπόν του γένους των Ελλήνων, 
με την ίδια την επιβίωσή του απέναντι στους εξισλαμισμούς, 
με την εκπαίδευσή του, με την καλλιέργεια του κοινοτικού ήθους, 
αλλά και ευρύτερα, μέσα στην τεράστια πολυεθνική περιοχή, 
όπου απλώνεται τόσο ο μητροπολιτικός όσο 
και ο παροικιακός Ελληνισμός, αποτελεί δύναμη
εθνικής συνοχής έναντι αλλοθρήσκων και ετεροδόξων.
Η Εκκλησία ορθώθηκε ως υπερασπιστικό τείχος, 
διακρατώντας τους Έλληνες κατ’ ουσίαν πνευματικά ελεύθερους, 
αναζωογονώντας την παράδοση και ενισχύοντας το εθνικό όραμα.

Δεν μπορούμε εδώ να μην παρατηρήσουμε πόσο μεγάλο χάσμα 
χωρίζει αυτήν την αρμοδιότητα της μεσιτείας 
προς τον κατακτητή από το πως αντιλήφθηκε 
την κοσμική εξουσία ο παπισμός στη Δύση, 
όπως επίσης εκείνο που διακρίνει τους αγώνες των Ελλήνων 
από τους ιερούς πολέμους του Ισλάμ η των Σταυροφόρων.
«Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Χριστού /
 και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη 
στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού, / 
που είχε στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης»
καθώς διατυπώνεται στον Σεφέρη. 
Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα σημειώσει:
 «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν
 από όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην.»
«Σαν μία βροχή ήρθε σε όλους μας η επιθυμία της 
ελευθερίας και όλοι, και οι κληρικοί και 
οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι γραμματισμένοι 
και οι έμποροι, όλοι συμφωνήσαμε στον ίδιο σκοπό.».
Και πράγματι, ενώ όλα σχεδόν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά 
επαναστατικά κινήματα είχαν ως στόχο την Εκκλησία και την άρχουσα τάξη, 
εδώ ο αγώνας συντελείται με την Ιεραρχία πρωτοστατούσα.

Η Επανάσταση του Εικοσιένα και ο αγώνας των Ελλήνων
για ανεξαρτησία ωρίμασαν λοιπόν ως κοινός καρπός της 
συνυφασμένης ελληνικής ψυχής και εκκλησιαστικής 
συνείδησης του λαού μας και πραγματώθηκαν ως έργο, 
σε μεγάλο βαθμό, του Κλήρου.
Κατά τον Φωτάκο, πρώτο υπασπιστή και γραμματικό του Κολοκοτρώνη, 
και μια από τις πρωτογενείς πηγές του αγώνα,
«πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν 
και με την σπάθην εις τας χείρας δια να σώση 
το πλανημένον ποίμνιον και οδηγήση αυτό 
εις την ελευθερίαν του φυσικώς, πολιτικώς και θρησκευτικώς· 
αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν. […] 
Τις δε δύναται να κατηγορήση τοιούτον θεόπεμπτον κλήρον; 
Και όμως μετά την αλλαγήν της Τουρκικής δυναστείας 
ο,τι θέλει κανείς λέγει και γράφει […] και […] 
είπαν πολλά εναντίον του».

Μολονότι λοιπόν οι ιστορικές μαρτυρίες δεν είναι αυθερμήνευτες, 
συνεξετάζοντας τις αμεσότερες πηγές του αγώνα όπως αυτή, 
δηλαδή τα απομνημονεύματα των ίδιων των αγωνιστών, 
αλλά και τις διακηρύξεις, τα συντάγματα, 
τις επιστολές και το λοιπό αρχειακό υλικό, 
θα διαπιστώσουμε ότι συγκλίνουν στο κοινό αίτημα 
«να ζήσουν [οι Έλληνες] ως άνθρωποι ’ς αυτή την πατρίδα 
και μ’ αυτήν την θρησκείαν»
κατά την απαράμιλλη διατύπωση του Μακρυγιάννη.

Σε άλλο έργο του Φωτάκου2 πάλι διαβάζουμε: 
«Ευτυχισμένη ήτον η ημέρα της επαναστάσεως […], 
διότι και τότε, και προ χρόνων ακόμη το Έθνος είχε 
και τον θεόπεμπτον και σεβάσμιον κλήρον ως οδηγόν του. 
Οι λειτουργοί ούτοι του αληθινού Θεού του Υψίστου 
φρόντισαν και ητοίμασαν το Έθνος των δια να επαναστατήση, 
ν ἀλλάξῃ τον δεσπότην της δουλείας του, 
τον κατακτητήν των εθνικών του δικαιωμάτων […], 
ότι άνευ τούτων δεν είναι πλέον δυνατόν να υπάρξωμεν. 
Εσυμβούλευσε τους αληθείς Χριστιανούς, 
τους ευλόγησεν, αγίασε τα όπλα των δημοσίως, 
και ύψωσε την σημαίαν του σταυρού και του Έθνους. 
Έκαστος δε κληρικός επήρε πλέον ως έργον του πολέμου 
να παρευρίσκεται παντού εις τα στρατόπεδα 
και εις τα φροντιστήρια δια να ετοιμάζη τα πολεμοφόδια, 
και τας τροφάς, όχι μόνον δι ἰδίων εξόδων και θυσιών, 
αλλά και με τα ίδιά του χέρια, άλλοι δε εξ αυτών να 
πολεμούν τον εχθρόν της πίστεως και της πατρίδος 
μαζύ με τους στρατιώτας, και άλλοι πάλιν να 
στέκωνται έμπροσθεν του Υψίστου και να επικαλούνται 
την εξ ύψους βοήθειαν δια να ενισχύση τον στρατόν του.»

Και συνεχίζει: «Ούτως δε ενεργείτο η Ελληνική επανάστασις 
από όλας τας τάξεις των κληρικών, των αρχιερέων δηλαδή, 
των ιερέων και των μοναχών των μοναζόντων 
εις τα ιερά καταγώγια [δηλ. καταλύματα], 
τα οποία έγιναν κοινά δια την ελευθερίαν την εθνικήν.»

Για τα μοναστήρια οι ιστορικές μαρτυρίες είναι ενδεικτικές: 
Στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου όλοι οι μοναχοί, 
περί τους 70, ήταν μέλη της Φιλικής, 
και πολέμησαν οι ίδιοι τον Ιμπραήμ και το Δράμαλη 
με αρχηγό τον Προηγούμενό τους.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος 
«ήσαν ικανοί μόνοι των να επαναστατήσουν ένα κόσμον ολόκληρον», 
ενώ τα καντήλια, αργυρά σκεύη και αφιερώματα δόθηκαν 
«εις πληρωμήν του ελληνικού στόλου». 
Από τον Σαμουήλ στο Κούγκι ως το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου 
πολύ αργότερα, τα μοναστήρια υπήρξαν αληθινά
 «προπύργια της απανάστασής μας» κατά το Μακρυγιάννη, 
φρούρια και ορμητήρια του αγώνα, κέντρα εφοδιασμού 
και τόπος περίθαλψης τραυματιών και προσφύγων.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τόλμησε να ψάλλει 
πρώτος το «Αναστήτωσαν οι Έλληνες» 
και να ενθαρρύνει τους στρατιώτες, 
κρεμώντας ο ίδιος το σπαθί και 
δίνοντας το παράδειγμα στους πολεμιστές.
Αρκετοί ιεράρχες και απλοί ιερείς υπηρέτησαν 
με πάθος στα όπλα ανδραγαθώντας στα πεδία των μαχών, 
όπως ο Έλους Άνθιμος και ο Παροναξίας Ιερόθεος, 
ο τελευταίος φορώντας μάλιστα στρατιωτική στολή.
Ο Αρδαμαρίων Ιγνάτιος είχε δικό του στρατιωτικό σώμα 
που συντηρούσε εξ ιδίων, και έφτασε στο σημείο 
να κάψει («την μητρόπολιν», που μάλλον εδώ πρέπει να σημαίνει) 
το επισκοπείο του, για να δείξει ότι 
«ότι δια να ελευθερωθώμεν δεν πρέπει να έχωμεν τίποτε, 
και μετά την ελευθερίαν πάλιν αποκτώμεν».
Ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ, 
ο Μεθώνης Γρηγόριος, και ακόμη οι Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας 
και Αθανάσιος Διάκος είναι από τα πιο γνωστά 
και περιλάλητα ονόματα κληρικών που πρωτοστάτησαν 
και θυσιάστηκαν για την επανάσταση.
Άλλοι διέτρεχαν «άνω και κάτω» κατηχώντας 
και διαδίδοντας τα της Εταιρείας ως απόστολοι της Φιλικής, 
κι άλλοτε λειτουργώντας ως μεσολαβητές στις διαμάχες των καπεταναίων, 
συνδράμοντας με ο,τι μέσα διέθετε ο καθένας στις ανάγκες του πολέμου.
Ανάλογη και η πολιτική προσφορά των κληρικών 
που στελέχωσαν τις πρώτες τοπικές διοικήσεις και Εθνοσυνελεύσεις, 
με εξέχουσα μορφή τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, 
πρόεδρο της Πελοποννησιακής Γερουσίας.
Ο Ταλαντίου και μετέπειτα Αθηνών Νεόφυτος (Μεταξάς) 
αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα Ιεράρχη 
του αγώνα της εθνεγερσίας, που από την Αλαμάνα 
ευδόκησε να βρεθεί στην πρωτεύουσα του νέου κράτους, 
ως πρώτος πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου.

Όπως γράφει το 1832 από τη θέση του υπουργού 
των Εκκλησιαστικών ο Ιάκωβος Ρίζος (Νερουλός): 
«Ποσάκις καθ’ όλον το διάστημα του ιερού αγώνος 
το ελληνικόν ιερατείον έδωκε δείγματα ηρωικού Χριστιανισμού! 
ποσάκις αφειδήσαντες εαυτών οι σεβάσμιοι της Εκκλησίας 
ποιμένες έθεντο τας ψυχάς υπέρ των προβάτων! 
ποσάκις η μειλίχιος του Ευαγγελίου φωνή 
ενεθουσίασε κατά των εχθρών της πίστεως τους 
υπέρ αυτής αγωνιζομένους !»3

Η συμμετοχή του Κλήρου στην Επανάσταση υπήρξε 
τόσο χαρακτηριστική που φαίνεται ακατανόητη 
στον σύγχρονο Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγερο 
Κοσμά Φλαμιάτο (1786-1852), επειδή ακριβώς 
κάποιοι «Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής 
εφάνησαν οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των 
Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, 
αλλόκοτον και αποτρόπαιον εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν»
Ο Φωτάκος κατακρίνει με δριμύτητα τέτοιες θέσεις, 
σημειώνοντας ότι «σφάλλουν μεγάλως εις τούτο, 
διότι θέλουν τον μοναχόν να μη έχη αίσθημα 
ανθρώπου και αγάπην εις την πατρίδα του, 
αν και το ιερόν Ευαγγέλιον ρητώς διδάσκει, 
ότι ο μοναχός χρεωστεί να θυσιάση την ζωήν του 
δια την σωτηρίαν ενός και μόνον ανθρώπου, 
πολλώ δε μάλλον δια την ύπαρξιν και την 
σωτηρίαν ολοκλήρου του Έθνους του». 
Στο ίδιο πνεύμα ο Κοραής (Σάλπισμα Πολεμιστήριον, 1801) 
καλεί τους Έλληνες να πολεμήσουν
 «τους απανθρώπους και σκληρούς Τούρκους· 
όχι όμως ως Τούρκοι, όχι ως φονείς, 
αλλ’ ως γενναίοι της ελευθερίας στρατιώται, 
ως υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και της πατρίδος. […] 
Σπλαγχνίσθητε τον ήσυχον Τούρκον, 
όστις ζητεί την σωτηρίαν του με την φυγήν, 
η ευαρεστείται να μείνη εις την Ελλάδα, 
υποτασσόμενος εις νόμους δικαίους, 
και γευόμενος και αυτός τους καρπούς της ελευθερίας […]. 
Ας ήναι η εκδίκησις ημών φοβερά, αλλ’ ας γένη με δικαιοσύνην. 
Ας δείξωμεν εις το άγριον των Μουσουλμάνων γένος, 
ότι μόνη της ελευθερίας η επιθυμία, 
και όχι η δίψα του φόνου και της αρπαγής, 
μας εξώπλισε τας χείρας».

Αντιθέτως οι Τούρκοι με την κήρυξη της επανάστασης 
εξαπολύουν κατά διαταγή του Σουλτάνου άγριο διωγμό με εκατόμβες θυμάτων στην περιοχή της Πόλης και πρώτο θύμα τον Πατριάρχη άγιο, Γρηγόριο Ε , 
«ως συνένοχον και κύριον υποκινητήν της συνωμοσίας», 
όπως αναφέρει η καταδίκη του, 
αλλά και τον προκάτοχό του, Κύριλλο, 
που βρισκόταν στην Ανδριανούπολη.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε και στην γενναία άρνηση 
του Σεϊχουλισλάμη (δηλ. του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη των μωαμεθανών) 
να εγκρίνει τότε την έκδοση φετφά γενικής σφαγής, 
πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του.
Τέτοιες θηριωδίες της οθωμανικής αντίδρασης, 
με τις εκτελέσεις επισκόπων και Φαναριωτών, 
τις σφαγές της Χίου και των Ψαρών, 
μας προσγειώνουν στον μακρύ κατάλογο των κληρικών και μοναχών 
που συνέβαλαν μαρτυρικά στον φόρο του αίματος.

Κατά τη μελέτη του Πέτρου Γεωργαντζή, σε σύνολο 
περίπου διακοσίων αρχιερέων κατά τον καιρό της Επαναστάσεως
 σε ολόκληρη την Οθωμανική επικράτεια, αποδεδειγμένα οι 81 
είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. 
73 έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα, 
42 υπέστησαν σκληρές διώξεις, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, 
και 45 «θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, 
είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων, 
είτε σε πολεμικές συρράξεις».
Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή, 
δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι η παρουσία και προσφορά 
των αρχιερέων κρίνεται ισότιμη και ισοβαρής με εκείνη των 
μεγάλων συναγωνιστών τους οπλαρχηγών.

Η Εκκλησία ήταν επίσης αυτή που ηγήθηκε των προεπαναστατικών κινημάτων και η πρώτη που υφίστατο τις βαριές συνέπειες. 
Αλλά και ευρύτερα ακόμα, όλη αυτή τη δράση και πορεία του υπόδουλου Ελληνισμού κατακόσμησε το πλήθος των νεομαρτύρων, που ανακαίνισε την οδό του μαρτυρίου, ανθοφορώντας στην έρημο των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.
Παντού συναντάμε μια δημιουργική πνοή που συνδέει από πολλές απόψεις την προεπαναστατική περίοδο με τους πρώιμους χριστιανικούς και βυζαντινούς αιώνες. 
Το κέντρο βάρους του Ελληνισμού κατανέμεται ομόρροπα σε πολλές εστίες.
Όχι τυχαία, η υλική και πνευματική ανάπτυξη των κοινοτήτων τον 18ο αιώνα θα συνοδευτεί, σε πανελλήνια σχεδόν κλίμακα, με την ανοικοδόμηση ευρύχωρων τρίκλιτων βασιλικών, δηλαδή την αναβίωση ενός παλαιοχριστιανικού τύπου.

Καταλυτική υπήρξε και η συμβολή του Κλήρου στην προαγωγή της παιδείας και του φωτισμού του γένους.
Κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια εκκινεί και τερματίζει με κέντρο και κατευθυντήρια γραμμή την Εκκλησία. Ιδρύονται σχολές όπου διδάσκονται και μεταφράζονται έλληνες και δυτικοί συγγραφείς, και κληρικοί λόγιοι αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Βενιαμίν Λέσβιος, Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Βάμβας, συμπληρώνουν την χορεία των επιφανών εκπροσώπων.

Ο μεγάλος δάσκαλος και εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός, θα γράψει στα 1779
 «έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα».
Ο Γαζής (Λόγιος Ερμής, 1814-15) στην είδηση ότι τα μοναστήρια στην Αθήνα «εσύστησαν έτι και φιλοσοφικόν σχολείον» αναφωνεί:
«Είθε να εμιμούντο το καλόν τούτο παράδειγμα και όλοι οι ημέτεροι Εκκλησιαστικοί! Και τη αληθεία τότε ευδοκιμήσει το γένος, όταν οι Ιερείς φιλοσοφήσωσιν η οι φιλόσοφοι ιερατεύσωσιν».
 Και πράγματι, όπως διαβάζουμε πάλι σε Λόγιο Ερμή του 1818, «ο έρως της παιδείας ανάπτει έτι επί μάλλον και διαδίδεται εις την Ελλάδα, και ο αριθμός των εις την διάδοσιν αυτήν συντελούντων μέσων αυξάνει καθημερινώς. Τα σχολεία πολλαπλασιάζονται, οι σοφοί διδάσκαλοι πληθύνονται, βιβλιοθήκαι συστήνονται και οι πλούσιοι έμποροι, πατριωτικώ κινούμενοι ζήλω, ανοίγουσι προθύμως τους θησαυρούς των […] το ιερατείον συντρέχει και συμβουλεύει και η κοινή Μήτηρ, η μεγάλη Εκκλησία, ευλογεί, εφορεύει και διοικεί σοφώς των τέκνων της τα έργα».

Το επόμενο έτος (1819) το περιοδικό χαιρετίζει με εγκωμιαστικά λόγια και «οφειλομένη ωδή» τον ενθρονισμό για τρίτη φορά του Γρηγορίου του Ε , ο οποίος γνωρίζοντας ότι «μόνη η παιδεία στερεώνει την θρησκείαν εις τα έθνη», φρόντισε στις δύο πρώτες πατριαρχείες του να ιδρύσει τυπογραφείο στην Πόλη, και να συμβάλει στην ανέγερση σχολείων ελληνικών «καθ’ όλον το γένος».
Την ίδια χρονιά εκδίδεται συνοδική εγκύκλιος, όπου εξαίρεται η καθομιλουμένη διάλεκτος ως «χαρακτηριστικόν του Ελληνικού και Χριστιανικού γένους».

Σε όλη τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού ο χώρος της Εκκλησίας αναδεικνύεται σε φυτώριο πρωτοποριακών ιδεών, στις ακρότητες των οποίων η, καλύτερα, σε μια πιο κριτική αφομοίωσή τους, αντέταξε φωτισμένους εκπροσώπους όπως τους αγίους Νικόδημο Αγιορείτη, Αθανάσιο Πάριο, και τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά, που υπήρξαν και οι γνήσιοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων.
Όλες αυτές οι δημιουργικές ζυμώσεις και τα πνευματικά ρεύματα συγκλίνουν τελικά στην ενιαία κοίτη της εθνεγερσίας, η όπως θα γράψει ο Φωτάκος «κανείς και απ’ αυτούς έξω του εθνικού κύκλου δεν εβάδισεν», και η Εκκλησία της Ελλάδος ως θεσμός του νεοσύστατου κράτους δημιουργείται ως ζωντανός καρπός του διαφωτισμού.

Με αυτήν την συνεκτική, παιδευτική, κοινωνική, οικονομική, αγωνιστική και θυσιαστική συμβολή του, ο Ιερός Κλήρος και σύνολη η Εκκλησία μας, ως αιώνια κιβωτός του Ελληνισμού, πορεύτηκαν στην παλιγγενεσία.
«Αυτείνοι οι αγαθοί και δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίγοι ’περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτηναν την ανθρωπότη από αυτά· κι αν ήταν αυτείνοι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ’στορικά του κόσμου.»
Ακόμη βαθύτερα, η Ορθοδοξία εδώ εκφράζει έναν εσώτερο ψυχικό δεσμό, «το χαμένο κέντρο» για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, που διαποτίζει όλο το έργο του Μακρυγιάννη και καθώς μαρτυρεί και ο Σεφέρης «είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα –είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. 
Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος η να πεθάνει στα ’21».

Σημειώσεις
Καθώς γράφει στα 1863 ο Επαμεινώνδας Φραγκούδης, Κύπριος λογοτέχνης και καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου.
2 Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως (Εν Αθήναις, 1888).
3 Δ. Σ. Μπαλάνος, «Αι υπέρ του Έθνους θυσίαι του Κλήρου κατά την Επανάστασιν του 1821», Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, τ. 2, 2 (1923), σ. 193.
πηγή: Αγία Σοφία Νέου Ψυχικού
.................................
Διαβάστε σχετικές αναρτήσεις με την
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Eδώ:

Η σιωπή για το '21...

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ