Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

15 Αυγούστου - Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου - Ένας Θάνατος θρίαμβος της Αιωνίου Ζωής




«Πῶς νά ὀνομάσομε τό μυστήριο αὐτό, πού σχετίζεται μέ σένα, Θεοτόκε; Θάνατο; 
Ἀλλ᾿ ἄν καί ἡ πανίερη καί μακαρία ψυχή σου χωρίζεται ἀπό τό πανόλβιο καί ἀμίαντο σῶμα σου καί τό σῶμα σου παραδίνεται στή νόμιμη ταφή, ὅμως δέν παραμένει στό θάνατο οὔτε διαλύεται ἀπό τή φθορά. 

Διότι αὐτῆς πού ἡ παρθενία της ἔμεινε ἄθικτη ὅταν γέννησε, αὐτῆς τό σῶμα καί τώρα, πού μετατίθεται στούς οὐρανούς, διατηρήθηκε ἄφθαρτο».
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ,
Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν, ΕΠΕ 9, 261




Χάρις τη μεθοδικότητα και τη ξεχωριστή ικανότητα ανάγνωσης δυσανάγνωστων υπογραφών του νεαρού τότε επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Γιώργου Μαστορόπουλου, ο οποίος το 1983 ανακάλυψε στη Σύρο μια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την εκπληκτική υπογραφή «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας».
΄Ενα εξαιρετικό έργο της νεανικής ηλικίας του μεγάλου ζωγράφου, που δείχνει πόσο ώριμος τεχνίτης της «βυζαντινής» τεχνικής και τεχνοτροπίας (δικαιώνοντας τον Μ. Χατζηδάκη στις αποδόσεις Εικόνων ­ «Ευαγγελιστής Λουκάς», «Προσκύνησις των Μάγων» του Μουσείου Μπενάκη) ήταν ο Θεοτοκόπουλος όταν έφευγε από την Κρήτη (1567), αλλά και κοινωνός της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ετσι, δεν μοιάζει πια αβάσιμος ο συλλογισμός για τη σύνθεση της «Ταφής του κόμητος του Οργκάθ» με τη σύνθεση της Κοιμήσεως και τη σχέση επιγείου και επουρανίου κόσμου, που με αρκετές αναλογίες απαντά στο έργο αυτό. Και θα είναι πολύ σημαντικό να φανεί … η πνευματική ορθόδοξη καταγωγή του μεγάλου καλλιτέχνη, που ήδη υποστηρίζεται από κορυφαίους ξένους μελετητές (D. Devis) με έργα σαν την «Κοίμηση της Θεοτόκου» από τη Σύρο.
Η Εικόνα, που ο νεαρός Δομήνικος θα πρέπει να ζωγράφισε σε ηλικία κάτω των 25 ετών, ακολουθεί την παραδεδομένη, αποκαλυπτική, εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Εχει όμως και κάποιες μικρές παραλλαγές (αντί π.χ. της αυστηρής σύνθεσης με τους δύο άξονες σε ορθή γωνία, παρουσιάζεται εδώ μια περισσότερο δυναμική σύνθεση με την ελαφρά διαγώνια τοποθέτηση της Παναγίας και τη σχεδόν ομόλογη του Χριστού, που σκύβει προς την Παναγία. Εχει ακόμη επισημανθεί η ιταλική καταγωγή του κηροπηγίου και του περιστεριού). Οι λεπτομέρειες αυτές
δίνουν το στίγμα της εποχής, του τόπου, αλλά και των αναζητήσεων του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη
Η εικόνα πρέπει να μεταφέρθηκε από Ψαριανούς εποίκους στη Σύρο, πράγμα που δικαιολογεί και την ονομασία της εκκλησίας- Η εκκλησία της ενορίας των Ψαριανών
Ερμούπολη - Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
Εορτή μεγάλη και πανήγυρις λαμπρά η εορτή της Κοιμήσεως τη Θεοτόκου. 
Τη γιορτάζει με πολλή χαρά ο Ορθόδοξος κόσμος σ’ όλη την οικουμένη. 
Τρέχουμε οι πιστοί στους Ναούς μας, μάλιστα σ’ αυτούς που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τρέχουμε με αγαλλίαση και ευφροσύνη να ψάλουμε τους θαυμάσιους ύμνους της εορτής και να γιορτάσουμε με χαρά τη μεγαλύτερη θεομητορική εορτή του έτους, το Πάσχα του καλοκαιριού.
Χαρά, εορτή, πανηγύρι!
Γιατί όμως; Γιατί όλη αυτή η λαμπρότητα και ο ενθουσιασμός; Γιατί οι ύμνοι και οι ευχές, η τόση χαρά στα πρόσωπα και στις ψυχές;
Θάνατο έχουμε, και ο θάνατος πάντοτε ήταν θλιβερό γεγονός.
Από τότε όμως που γεύθηκε τον θάνατος ο Υιός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και ανέστη εκ νεκρών, κατήργησε τον θάνατο για όλο το ανθρώπινο γένος. 
Όσοι πιστεύουν στον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο δεν φοβούνται πλέον τον θάνατο, διότι γνωρίζουν ότι αυτός είναι ένα πέρασμα από τα επίγεια στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα λυπηρά στα ευχάριστα, στα μακάρια και δοξασμένα.
Ο θάνατος του πιστού δεν είναι μόνο γεγονός που προκαλεί τον πόνο και τα δάκρυα. 
Είναι γεγονός που προκαλεί πιο πολύ τη χαρά. 
Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων είναι η ημέρα της λυτρώσεώς τους από τα θλιβερά της επιγείου ζωής και της θριαμβευτικής εισόδου τους στον άφθαρτο και πανένδοξο κόσμο του ουρανού, στα μακάρια ζωή της Βασιλείας του Θεού. 
Γι’ αυτό τους αγίους τους γιορτάζουμε στην ημέρα της Κοιμήσεώς τους.
Αλλ’ αν αυτά ισχύουν για κάθε πιστό και πιο πολύ για τους αγίους μας, τι πρέπει να ισχύει για την «Κεχαριτωμένη», τη στολισμένη με εξαιρετικές χάριτες από τον Θεό γυναίκα, που έφερε στον κόσμο τον νικητή του θανάτου, για εκείνη που ο ουρανός την αναγνώρισε ως «ευλογημένην εν γυναιξί», ευλογημένη από τον Θεό όσο καμιά άλλη γυναίκα, γι’ αυτήν που αξιώθηκε να γίνει η Μητέρα του Θεού;
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
«Η των ουρανών υψηλοτέρα υπάρχουσα, και των Χερουβίμ ενδοξοτέρα, και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα», αυτή που είναι πιο ψηλά από τους ουρανούς, και έχει δόξα μεγαλύτερη από τη δόξα των χερουβικών δυνάμεων, αυτή που είναι πιο τιμημένη απ’ όλη τη δημιουργία του Θεού, που λόγω της υπερθαύμαστης καθαρότητάς της δέχθηκε μέσα της τον αΐδιο Θεό, «εν ταις του Υιού χερσί σήμερον την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν, και συν αυτή πληρούνται τα σύμπνατα χαράς», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος. Την παναγία, την πανάμωμη, την ελεύθερη από κάθε κηλίδα κακού ψυχή της την παραδίδει στα άγια και άχραντα χέρια του Θεού και Θεού της, χαίρει, χαίρει μεγάλη χαρά η ίδια που βρίσκεται στους κόσμους του ουρανού, δέχεται τα αιώνια βραβεία της απαράμιλλης αρετής της και την αμοιβή της ταπεινής υπακοής της και απολαμβάνει και αντανακλά την απερίγραπτη δόξα του Υιού της. Μαζί της γεμίζουν από ανεκλάλητη χαρά τα σύμπαντα, όλος ο κόσμος του ουρανού και της γης συμμετέχει στα χαρά της.
Χαίρουν οι άγγελοι του ουρανού και δοξάζουν την Κοίμησή της «Εξουσίαι, Θρόνοι, Αρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ». Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μεγάλη χαρά έχουν οι άγγελοι του ουρανού όταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος μετανοεί και επίσης ότι άγγελοι συνοδεύουν αυτούς που πορεύονται προς τη ζωή της αιωνιότητας. Πόση επομένως χαρά έχουν, πώς πανηγυρίζουν και πώς υποδέχονται στους ολόφωτους κόσμους του ουρανού αυτήν που έγινε η Μητέρα του Λυτρωτή όλου του κόσμου! Οι άγγελοι που διακονούν πρόθυμα τη μεγάλη υπόθεση της σωτηρίας μας και χαίρονται πολύ για τη σωτηρία μας, πόσο περισσότερο χαίρουν και τιμούν αυτήν που διακόνησε κατά μοναδικό τρόπο τη σωτηρία του κόσμου, που υπήρξε η Μητέρα του Σωτήρος του κόσμου!
Αγάλλονται όμως και οι «γηγενείς», οι άνθρωποι, οι κάτοικοι της γης χαιρόμαστε μαζί με τους αγγέλους, καθώς με ιερό δέος βλέπουμε σήμερα «εκ ζωής εις ζωήν μεθισταμένην την τεκούσαν τον αρχηγόν της ζωής», αυτήν που γέννησε τον αρχηγό της ζωής να φεύγει από την πρόσκαιρη ζωή της γης και να εισέρχεται στην αιώνια ζωή της ουρανίου Βασιλείας. Είναι δίκαιο και πρέπον να απολαύσει τώρα την ουράνια τιμή που της αξίζει, να έχει τη μεγαλύτερη δόξα απ’ όλους τους ανθρώπους, να είναι ανωτέρα απ’ όλους τους αγγέλους, βασίλισσα των ουρανών. Όλα αυτά μας δίνουν χαρά, διότι η Μητέρα του Θεού είναι ό,τι ευγενέστερο και ανώτερο είχε να προσφέρει ο κόσμος των ανθρώπων στον Θεό. Και ο Θεός τώρα την τιμά με ασύγκριτη ουράνια δόξα· και αυτή η δόξα αντανακλά σ’ όλους μας και είναι αυτό αφορμή χαρά για όλους μας. «Αγάλλονται γηγενείς επί τη θεία σου δόξη κοσμούμενοι».
Χαιρόμαστε οι πιστοί, διότι η Μητέρα του Θεού είναι Μητέρα όλων μας και γι’ αυτό με την Κοίμησή της δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο τώρα, με την παρρησία που έχει, πρεσβεύει στον Υιό της για μας και με τις πρεσβείες της σκεπάζει όλους τους πιστούς «λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Περιοδικό «Ο Σωτήρ»,
αριθ. 2006
........................
Κατά τη θρησκευτική παράδοση, η Παναγία πέθανε δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση του Ιησού και τάφηκε στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει, όμως, και η άποψη πως ακολούθησε τον Ιωάννη στην Έφεσο και ότι έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της εκεί. 
Σε ένα κοπτικό κείμενο του 4ου αιώνα, στην 20ή Ομιλία του Κύριλλου της Ιερουσαλήμ, αναφέρεται ότι ο θάνατός της συνέβη στη Σιών (Ιερουσαλήμ), στις 15 Αυγούστου του έτους 43 μ.Χ., και ότι τάφηκε στη Γεθσημανή. 
Η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία αποδέχθηκε το γεγονός αυτό από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. 
Ο τάφος της Παναγίας, επομένως, ανήκει στους Ορθόδοξους από την εποχή που οικοδομήθηκε ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη. 
Από τον περασμένο αιώνα, όμως, η Καθολική Εκκλησία, η οποία αμφισβητεί το γεγονός, προσπάθησε να μεταθέσει την τοποθεσία του τάφου. Το 1841 οι Καθολικοί άρχισαν να γράφουν και να διαδίδουν ότι η Παναγία έζησε, πέθανε και τάφηκε όχι στη Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο. Οι εικασίες αυτές αντικρούστηκαν κατά καιρούς από τους Ορθόδοξους. Η έκδοση, όμως, ενός έργου επανέφερε πάλι το θέμα στο προσκήνιο. Η διαμάχη άρχισε τον προηγούμενο αιώνα όταν η καθολική μοναχή Άννα-Κατερίνα Έμμεριχ (που έζησε στη Βεστφαλία και πέθανε το 1824) υπέδειξε, ύστερα από σχετικά «οράματα», τον τόπο ταφής της Παναγίας στην τοποθεσία «Καπουλού-Παναγιά», τρεις ώρες έξω από την Έφεσο. Τα οράματα της Έμμεριχ δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1841, δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της. Έτσι ανακινήθηκε το θέμα. Το 1869 οι Καθολικοί, απορρίπτοντας πάλι την εκκλησιαστική παράδοση, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν εκ νέου την ύπαρξη του τάφου στην Ιερουσαλήμ. Το 1892, οι Λαζαρινοί Μ. Πουλαίν και Μ. Γιουνγκ ενδιαφέρθηκαν για το θέμα της Εφέσου και επειδή κατάγονταν από τη Σμύρνη, αποφάσισαν να μελετήσουν τους χώρους που δήλωνε η Χριστιανή εκείνη της Βεστφαλίας. Άρχισαν να ερευνούν ξεκινώντας από τον λόφο Μουλμπούλ (Κορησός), σύμφωνα με τις δηλώσεις της Έμμεριχ, η οποία δεν είχε μετακινηθεί ποτέ από τον τόπο της γέννησής της και ούτε είχε καμιά μόρφωση. Έτσι η ομάδα δεν ήξερε προς τα πού να προσανατολιστεί. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένα μονοπάτι στο βουνό. Διέσχισαν τις χαράδρες και έψαξαν παντού. Τέλος, την τρίτη μέρα, βρήκαν τον χώρο που περιέγραφε το «όραμα». Έτσι, έφτασαν να ανακαλύψουν στην Παναγιά την Καπουλού, ακόμη και τις στάχτες που υπήρχαν στο τζάκι της κατοικίας της Θεοτόκου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκαν στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (17-5-1896), το επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα παρακάτω: «Πριν ένα χρόνο, με την έγκριση του Πάπα της Ρώμης, αγοράστηκε από Οθωμανό (μωαμεθανό) ιδιοκτήτη ικανός χώρος, στον οποίο υποτίθεται υπήρχε ο τάφος της
Θεοτόκου, με σκοπό να ιδρυθεί μεγάλο μοναστήρι και Προσκυνητήριο. Προχθές δε, στις 8 Μαΐου, γιορτή του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη, πήγε για να εγκαινιάσει το μέρος, με έκτακτες αμαξοστοιχίες του σιδηροδρόμου του Αϊδινίου, ο επίσκοπος των Δυτικών στη Σμύρνη Ανδρέας Τιμόνης, συνοδευόμενος από αναρίθμητο πλήθος Καθολικών, ανδρών, γυναικών και μαθητών των προπαγανδιστικών σχολών και κληρικών διαφόρων μοναχικών Ταγμάτων και τέλεσε έτσι τα εγκαίνια του προαναφερθέντος τάφου της Παναγίας, που επονόμασε Καπουλού και επέστρεψε το βράδυ στη Σμύρνη. Τηλεγραφικά αναγγέλθηκε το γεγονός στον Πάπα της Ρώμης Λέοντα, ο οποίος απάντησε αυθημερόν και έστειλε τις ευλογίες του σε όλους όσοι συμμετείχαν στην εκδήλωση». Αρκετά χρόνια αργότερα, σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» της Κωνσταντινούπολης (9-8-1951), ο αρχιεπίσκοπος Σμύρνης κοινοποίησε τις επαφές του με τις αρμόδιες αρχές του Βατικανού. Σύμφωνα με αυτές, ο πάπας Πίος ΙΒ’ χορήγησε το προνόμιο, στις γιορτές που θα γίνονταν στον «Οίκο της Μεριέμ Ανά» (της Μητέρας Μαρίας) να ψαλλούν από όλους τους μοναχούς οι ευχές για την «μετάστασή της». Χορηγήθηκε επίσης από τον πάπα στον αρχιεπίσκοπο Σμύρνης το δικαίωμα να ευλογήσει εξ ονόματός του όσους θα έπαιρναν μέρος στις γιορτές της 10ης Αυγούστου «επί τη ανοικοδομήσει του Οίκου», του σπιτιού δηλαδή όπου «κατοίκησε η Παναγία».
ΠΗΓΉ :


Το πρόβλημα του τάφου απασχόλησε ιδιαίτερα τον λαμπρό κληρικό της Εκκλησίας μας Νικόλαο Παπαδόπουλο, εφημέριο του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ειδική μελέτη για το θέμα αυτό πριν από σαράντα χρόνια. Βραβευμένος το 1980 από την Ακαδημία Αθηνών για την αξιόλογη έρευνά του, ο Παπαδόπουλος, που ήταν αντίθετος στις παρακάτω αμφισβητήσεις, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι κληρικοί και λαϊκοί, υποστήριξε την παραδοσιακή εκδοχή, ότι δηλαδή η Παναγία πέθανε και τάφηκε στη Γεθσημανή, βασιζόμενος στα κείμενα των υμνογράφων της Εκκλησίας, τα οποία γράφτηκαν κατά την πρώτη χιλιετία. 
Μελετώντας για αρκετό καιρό γνωστά και άγνωστα κείμενα και κυρίως χειρόγραφα του Αγίου Όρους, ο Παπαδόπουλος, συγγραφέας πολλών ιστορικών και θεολογικών έργων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τίποτα άλλο, πέρα από τις μαρτυρίες μιας απλής και αφελούς μοναχής που έζησε στο θρησκόληπτο και σκοτεινό ακόμη κλίμα του περασμένου αιώνα, δεν συνηγορεί για τη στήριξη αυτής της άποψης. 
Αντίθετα, όλα πείθουν πως ο τάφος της Παναγίας βρίσκεται στη Γεθσημανή. 
Τα κείμενα που στηρίζουν αυτή την άποψη, διάφοροι Κανόνες γνωστών ποιητών, ύμνοι διαφόρων αφανών και επιφανών υμνογράφων και άλλα έργα της θρησκευτικής ιστορίας, είναι πολύ διαφωτιστικά. 
Στην πρώτη ωδή του Κανόνα, που συνέθεσε για την Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Κοσμάς ο Ιεροσολυμίτης αναφέρει: 
«Η τάξη των Αγγέλων, που άυλοι περπατούν στον ουρανό, μαζεύτηκε στη Σιών γύρω από το θείο σώμα, Θεοτόκε...»
Η πέμπτη επίσης ωδή μνημονεύει τη Σιών (Ιερουσαλήμ): «Παρθένα, οι Απόστολοι λες και ταξίδεψαν πάνω στα σύννεφα, έφτασαν αμέσως από τα πέρατα της γης στη Σιών, για να σε ενταφιάσουν».
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που θεωρείται πατέρας της Δογματικής Θεολογίας, στα ποιητικά του έργα προσδιορίζει τη Σιών ως τόπο του επίμαχου τάφου:
 «Ο δήμος των θεολόγων από τα πέρατα της γης και το πλήθος των αγγέλων από τα ύψη του ουρανού, έτρεξαν στη Σιών από μήνυμα θεϊκό για να κάνουν το χρέος τους, την ταφή σου να λειτουργήσουν, Δέσποινα»
Ο Έλληνας υμνογράφος από τη Σικελία, Ιωσήφ, ιστορεί έμμετρα στον προεόρτιο Κανόνα που ψάλλεται στις 14 Αυγούστου:
 «Αφού ήρθαν από την άκρη της γης οι λαμπροί στύλοι των περάτων, βρέθηκαν στη Σιών για να σε κηδέψουν, Άχραντη, που τέλειωσες τη ζωή σου».
Επίσης ο Στέφανος Σαββαΐτης, ανιψιός του Ιωάννη Δαμασκηνού, ομολογεί:
 «Η Άνασσα Θεοτόκος εξέπνευσε και μετήρεν εν τη Σιών και ήρθη εκ Σιών». 
Αλλά και ο Κοσμάς ο Μελωδός στην 1η, 5η, 8η, και 9η ωδή του Κανόνα του αναφέρει τη Σιών:
 «Η Χριστοτόκος εν Σιών μεθίσταται προς ουράνιον δόμον». Προσκαλεί μάλιστα ο ποιητής και τις θυγατέρες Σιών καθώς και τους Σιωνίτες «με ανημμένας λαμπάδας και άδοντες να σπεύσουν προς την Γεθσημανή και να προπέμψουν το Όρος το Άγιον εις τα επέκεινα», στην επουράνια κατοικία της. 
Δείχνοντας μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια από τους ποιητές, διάφοροι ιστορικοί προσδιορίζουν όχι μόνο την Ιερουσαλήμ, αλλά τη Γεθσημανή ως τοποθεσία ταφής της Παναγίας.
 Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος το 458, ο Ιωάννης Δαμασκηνός στους λόγους του, ο Γερμανός το 733 στον τρίτο λόγο του, ο Νικηφόρος στην εκκλησιαστική ιστορία του, τα συναξάρια και, μαζί με αυτά, η εκκλησιαστική ιστορία και η παράδοση της πρώτης χιλιετίας. 
Σοβαρές ιστορικές μαρτυρίες θεωρούνται ακόμη τα κείμενα του λόγιου μοναχού Στεφάνου, Επισκόπου Ευχαϊτών και του Μάρκου Ευγενικού. 
Τις ίδιες ιστορικές αναφορές για την Κοίμηση, τις συναντάμε και στη χριστιανική Υμνογραφία, που προηγείται χρονικά από τους Κανόνες. 
Στους ύμνους αυτούς, που είναι γραμμένοι στα ελληνικά και ψάλλονται μεταφρασμένοι σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, αναφέρεται συνεχώς ως τόπος ταφής της Παναγίας, η Γεθσημανή. Ο Θ. Μέντζος, επίσης, στο έργο του «Ο Τάφος της Παναγίας» καταχωρίζει ένα εδάφιο του Γεωργίου Κεδρηνού σχετικά με τον βίο της Παναγίας, το οποίο αναφέρει: «Μετά τον θάνατον Ιωσήφ του τέκτονος, τελευτήσαντος δε και Ζεβεδαίου, ήγαγεν Ιωάννης 
(ο ευαγγελιστής) και Ιάκωβος την μητέραν αυτών και συνήν τη Θεοτόκω.
Την δε κτήσιν αυτών πωλήσαντες Καϊάφα ηγόρασαν τη Σιών, ένθα το μυστικόν Πάσχα ο Χριστός εποίησε και των θυρών κεκλεισμένων εισήλθε. 
Μετά την του Κυρίου ανάληψιν η Θεοτόκος εν Σιών διέτριβεν έως της τελευτής αυτής. 
Προ δε ημερών δέκα πέντε έγνω την έξοδον αυτής. 
Προ δε τριών ημερών ο Αρχάγγελος παρεγένετο προς αυτήν το βραβείον κομίζων. 
Παρέδωκε δε την αγίαν αυτής ψυχήν τω Κυρίω και Υιώ τω Θεώ αυτής, ετών ούσα εβδομήκοντα δύο. 
Οι δε φασίν πεντήκοντα οκτώ. 
Ώστε μετά την ανάληψιν του Χριστού είκοσι τέσσαρας χρόνους απεβίωσε».
..........................
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)
Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,
σελ. 119-134

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν
 (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶνπερὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγω κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένω, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
 (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶχε μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴπαράδοση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπεξεργασία του σὲ διάφορες ἀπόκρυφες παραδόσεις.
2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
 Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου. 
Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
 Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.
3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα
Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα.
Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
 Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
 Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει νὰ ἀπετέλεσε τὸν πρῶτο συγκεκριμένο τόπο τιμῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ»

...............................
Που βρίσκεται ο τάφος της Παναγίας;
Ο τάφος της Παναγίας, γνωστός και ως Πάνσεπτο Θεομητορικό Μνήμα της Γεθσημανής, αποτελεί για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας προσκύνημα. Εντός του Ναού Δεσπόζουν το Πανάγιο Θεομητορικό μνήμα και η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολημήτισσας. 
Ο σημερινός Ναός και είναι από τα παλαιότερα χτίσματα της Ιερουσαλήμ, το οποίο χτίστηκε από την Αγία Ελένη το 326μ.Χ. προς τιμή της Κοιμήσεως Θεοτόκου.
Βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και πρέπει ο επισκέπτης να κατέβει 49 σκαλιά.

Τα 49 σκαλιά που κατεβαίνει ο προσκυνητής για τον Τάφο της Παναγίας.
Αν και είναι μια ταπεινή κρύπτη, ωστόσο στο εσωτερικό της ανακαλύπτει κανείς μια ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια.
Καταπληκτικός παραλληλισμός με το Υπερευλογημένο πρόσωπο της Θεοτόκου. 
Το κυρίως προσκύνημα βρίσκεται μέσα σε ένα λιθόκτιστο κουβούκλιο, ύψους 2 m, μήκος 3 m και πλάτος 4 m και είχε λαξευτεί σε λίθινο βράχο.
 Η είσοδος στο κουβούκλιο γίνεται από τα μια μικρή είσοδο η οποία βρίσκεται δυτικά, ενώ η έξοδος από τα βόρεια.

Βγαίνοντας από το Κουβούκλιο, στα δεξιά υπάρχει το Καθολικό του Ιερού Ναού των Ορθοδόξων στο οποίο βρίσκεται η θαυματουργός Εικόνα της Θεοτόκου της Ιεροσολυμίτισσας. Στο 24ο σκαλοπάτι υπάρχουν από δεξιά οι Τάφοι των αγίων και δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. 
Από αριστερά ο Τάφος του αγίου μνήστορος Ιωσήφ. 
Και οι δύο αυτοί τάφοι αυτοί είναι άγια θυσιαστήρια.

Το μνημείο αυτό είναι υψίστης σημασίας για τους ορθοδόξους χριστιανούς καθώς σε αυτό ο Κύριος μας προσευχήθηκε θερμά και με πολύ αγωνία, δέχτηκε το φιλί της προδοσίας, συνελήφθη από τους στρατιώτες του Πιλάτου, τον όχλο και τους υπηρέτες των Φαρισαίων, κηδεύθηκε και ενταφιάστηκε το πανσεβάσμιο Σώμα της Παναγίας μας από τους αγίους Αποστόλους. 
Σύμφωνα με την ιερά παράδοση από το σημείο αυτό το Πάνσεπτο Σώμα της Παναγίας μετέστει την τρίτη ημέρα προς την Ουράνιο Βασιλεία και κοντά στον αγαπημένο Υιό της. 
Τέλος, η Ιερά Παράδοση αναφέρει ότι στην περιοχή της Γεθσημανής θα γίνει η θεϊκή κρίση της Β’ Παρουσίας του Κυρίου.
...........................

H εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η θεολογική της ερμηνεία.



Χάρις τη μεθοδικότητα και τη ξεχωριστή ικανότητα ανάγνωσης δυσανάγνωστων υπογραφών του νεαρού τότε επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Γιώργου Μαστορόπουλου, ο οποίος το 1983 ανακάλυψε στη Σύρο μια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την εκπληκτική υπογραφή «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας».
΄Ενα εξαιρετικό έργο της νεανικής ηλικίας του μεγάλου ζωγράφου, που δείχνει πόσο ώριμος τεχνίτης της «βυζαντινής» τεχνικής και τεχνοτροπίας (δικαιώνοντας τον Μ. Χατζηδάκη στις αποδόσεις Εικόνων ­ «Ευαγγελιστής Λουκάς», «Προσκύνησις των Μάγων» του Μουσείου Μπενάκη) ήταν ο Θεοτοκόπουλος όταν έφευγε από την Κρήτη (1567), αλλά και κοινωνός της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ετσι, δεν μοιάζει πια αβάσιμος ο συλλογισμός για τη σύνθεση της «Ταφής του κόμητος του Οργκάθ» με τη σύνθεση της Κοιμήσεως και τη σχέση επιγείου και επουρανίου κόσμου, που με αρκετές αναλογίες απαντά στο έργο αυτό. Και θα είναι πολύ σημαντικό να φανεί … η πνευματική ορθόδοξη καταγωγή του μεγάλου καλλιτέχνη, που ήδη υποστηρίζεται από κορυφαίους ξένους μελετητές (D. Devis) με έργα σαν την «Κοίμηση της Θεοτόκου» από τη Σύρο.
Η Εικόνα, που ο νεαρός Δομήνικος θα πρέπει να ζωγράφισε σε ηλικία κάτω των 25 ετών, ακολουθεί την παραδεδομένη, αποκαλυπτική, εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Εχει όμως και κάποιες μικρές παραλλαγές (αντί π.χ. της αυστηρής σύνθεσης με τους δύο άξονες σε ορθή γωνία, παρουσιάζεται εδώ μια περισσότερο δυναμική σύνθεση με την ελαφρά διαγώνια τοποθέτηση της Παναγίας και τη σχεδόν ομόλογη του Χριστού, που σκύβει προς την Παναγία. Εχει ακόμη επισημανθεί η ιταλική καταγωγή του κηροπηγίου και του περιστεριού). Οι λεπτομέρειες αυτές
δίνουν το στίγμα της εποχής, του τόπου, αλλά και των αναζητήσεων του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη
Η εικόνα πρέπει να μεταφέρθηκε από Ψαριανούς εποίκους στη Σύρο, πράγμα που δικαιολογεί και την ονομασία της εκκλησίας- Η εκκλησία της ενορίας των Ψαριανών
Ερμούπολη - Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Περιγραφή της εἰκόνος.

Ἡ ἁγία εἰκών τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπος. Δύο ὅμως πρόσωπα δεσπόζουν τῆς ὅλης παραστάσεως: ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία. Ἡ τελευταία παρουσίαζεται νεκρά ἐπάνω εἰς ἐστρωμένην κλίνην. Ἐπάνω ἀπό τό θεοδόχον σῶμα Της ὁ Υἱός Της ἐμπρός ἀπό ἐλλειψοειδῆ δόξαν, δορυφορούμενος ἀπό ἀγγέλους, κρατεῖ τήν ἁγίαν καί ἄμωμον ψυχήν τῆς Μητρός Του ὑπό μορφήν ἐσπαργανωμένου βρέφους.
Τό λιπόσαρκον σκήνωμα τῆς Θεοτόκου περιστοιχίζουν οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι.
Τρεῖς ἐξ αὐτῶν διακρίνονται εὐκόλως. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος πρό τῆς κεφαλῆς τῆς Θεοτόκου θυμιῶν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρό τῶν ποδῶν Της κλίνει πρός τό σκήνωμα ἔχων τήν δεξιάν του χεῖρα ἐπί τοῦ στήθους καί τήν ἀριστεράν ἐκτεταμένην. Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης εἰκονίζεται παρά τήν κεφαλήν τῆς Θεοτόκου στηριζόμενος ἐπί τῆς κλίνης Της. Ὄπισθεν τῶν Ἀποστόλων εἰκονίζονται μέ τάς ἀρχιερατικάς των στολάς οἱ τρεῖς ἐκ τῶν τεσσάρων παρευρεθέντων κατά τήν Κοίμησιν Ἱεραρχῶν. Αὐτοί ἦσαν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἱερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί ὁ Τιμόθεος. Δέν λείπουν ἀπό τήν παράστασιν καί οἱ πιστοί τῆς Ἱερουσαλήμ. Εἶναι αἱ γυναῖκες εἰς τό βάθος τῆς εἰκόνος, αἱ ὁποῖαι μετά τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἱεραρχῶν ἀπεικονίζουν τήν Ἐκκλησίαν.
Εἰς ὅλα τά πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλῖψις συγκερασμένη ὅμως μέ τήν γλυκεῖαν ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπη», τό «χαροποιόν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν, πού ζοῦν μέ τήν προσμονήν τῆς ἀναστάσεως. Τοῦτο βλέπομεν καί εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, πού ἄλλοτε τονίζουν τόν τρόπον καί τό δέος τῶν Ἀποστόλων, τούς ὁποίους παρουσιάζουν δακρύοντας καί ἄλλοτε τονίζουν τήν χαράν των, ἐκδηλουμένην μέ ψαλμούς καί ὕμνους. Ἰδού δύο ἀποσπάσματα: «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τήν κλίνην τρόμῳ ἑώρων σε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον Ὄρθρου). «… Καί τό ζωαρχικόν καί θεοδόχον σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε»(Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ).
Ἡ ὅλη παράστασις κλείεται μέ δύο κτίρια κι᾿ ἕνα ἑξαπτέρυγον, πού πτερυγίζει ἐπάνω ἀπό τήν δόξαν, πού περιβάλλει τόν Κύριον. Εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὕμνησαν μαζί μέ τούς Ἀποστόλους τήν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου.
Εἰς μερικάς εἰκόνας εἰκονίζονται εἰς τόν οὐρανόν αἱ νεφέλαι, πού μετέφερον τούς Δώδεκα Ἀποστόλους εἰς τήν Γεθσημανῆ. Εἰς πολλάς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεως ζωγραφίζεται καί τό ἐπεισόδιον τοῦ ἀγγέλου, πού ἀποκόπτει μέ τό ξίφος του τάς χεῖρας τοῦ Ἰεφωνίου. (Πρόκειται διά τόν Ἑβραῖον ἐκεῖνον, πού ἀπεπειράθη νά ρίψῃ ἐπί τοῦ ἐδάφους τό λείψανον τῆς Θεοτόκου).
Ἡ ὅλη παράστασις τῆς Κοιμήσεως, παρ᾿ ὅλον τόν ἀριθμόν τῶν προσώπων, ἔχει ἑνότητα καί ἐσωτερικόν σύνδεσμον. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ τόν θεῖον Ἀρχηγόν Της καί τήν«τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν τῶν Σεραφίμ» Παναγίαν Μητέρα Του. Εὐστόχως παρετηρήθη, ὅτι εἰς τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου «ἡ θέσις καί τό βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ καί ἡ κοινή ὀδύνη ἑνώνουν τάς ὁμάδας, τήν γῆν μέ τά ἐπουράνια».
Θεολογική ερμηνεία.
Η όλη εικόνα όχι μόνον αναπαριστά αυτό που έγινε κατά την εξόδιο ακολουθία της Παναγίας, αλλά δείχνει και το τί είναι η Εκκλησία. Πρόκειται για μια εικόνα που δείχνει κατά τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το μυστήριο της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Είναι η ενότητα Θεού και ανθρώπων στο πρόσωπο του Χριστού. Στην ιερά εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βλέπουμε ότι η Εκκλησία έχει στο κέντρο της τον Χριστό και την Παναγία, ως Μητέρα του Χριστού, και γύρω από αυτούς, τους Αποστόλους, τους Επισκόπους και τους Αγγέλους. Η Εκκλησία είναι ο Νυμφίος Χριστός, η μητέρα του Νυμφίου και οι φίλοι του Νυμφίου.
Έπειτα, στην ιερά εικόνα φαίνεται καθαρά ότι στην Εκκλησία έχει καταργηθή ο θάνατος, αλλά αυτό που ονομάζουμε θάνατο είναι ένας απλός ύπνος. Το σώμα δέχεται την Χάρη του Θεού και αυτό λαμπρύνεται, αλλά και η ψυχή ζη μετά θάνατον, και αν ο άνθρωπος έχει αγιασθή βρίσκεται “εν χειρί Θεού”. Αυτό που συνέβη με την Παναγία, κατά αναλογία, επιθυμούμε να συμβή και σε μάς. Δηλαδή, ευχόμαστε, όταν έλθη η ώρα να φύγουμε από τον κόσμο αυτόν, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία, να προσευχόμαστε, να έχουμε τους πνευματικούς πατέρας κοντά μας, να λάβουμε την ευχή τους και κυρίως να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ακόμη, όπως ο Ιεφωνίας προσπάθησε να ατιμάση το σώμα της Παναγίας και δεν το κατόρθωσε, έτσι υπάρχουν διάφοροι εχθροί, οι οποίοι προσπαθούν να βλάψουν το Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, αλλά δεν κατόρθωσαν ούτε θα κατορθώσουν να κάνουν τίποτε, γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία έχει μεγάλη δύναμη, δεν φοβάται απολύτως τίποτε, αλλά σώζει τους πάντας και αυτούς ακόμη τους λεγομένους εχθρούς της, όταν μετανοήσουν.
Από το βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ

15 Αυγούστου - Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου - Ένας Θάνατος θρίαμβος της Αιωνίου Ζωής



«Πῶς νά ὀνομάσομε τό μυστήριο αὐτό, πού σχετίζεται μέ σένα, Θεοτόκε; Θάνατο; 
Ἀλλ᾿ ἄν καί ἡ πανίερη καί μακαρία ψυχή σου χωρίζεται ἀπό τό πανόλβιο καί ἀμίαντο σῶμα σου καί τό σῶμα σου παραδίνεται στή νόμιμη ταφή, ὅμως δέν παραμένει στό θάνατο οὔτε διαλύεται ἀπό τή φθορά. 

Διότι αὐτῆς πού ἡ παρθενία της ἔμεινε ἄθικτη ὅταν γέννησε, αὐτῆς τό σῶμα καί τώρα, πού μετατίθεται στούς οὐρανούς, διατηρήθηκε ἄφθαρτο».
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ,
Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν, ΕΠΕ 9, 261

Χάρις τη μεθοδικότητα και τη ξεχωριστή ικανότητα ανάγνωσης δυσανάγνωστων υπογραφών του νεαρού τότε επιμελητού Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Γιώργου Μαστορόπουλου, ο οποίος το 1983 ανακάλυψε στη Σύρο μια Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με την εκπληκτική υπογραφή «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας».
΄Ενα εξαιρετικό έργο της νεανικής ηλικίας του μεγάλου ζωγράφου, που δείχνει πόσο ώριμος τεχνίτης της «βυζαντινής» τεχνικής και τεχνοτροπίας (δικαιώνοντας τον Μ. Χατζηδάκη στις αποδόσεις Εικόνων ­ «Ευαγγελιστής Λουκάς», «Προσκύνησις των Μάγων» του Μουσείου Μπενάκη) ήταν ο Θεοτοκόπουλος όταν έφευγε από την Κρήτη (1567), αλλά και κοινωνός της Ορθοδόξου πνευματικότητος.
Ετσι, δεν μοιάζει πια αβάσιμος ο συλλογισμός για τη σύνθεση της «Ταφής του κόμητος του Οργκάθ» με τη σύνθεση της Κοιμήσεως και τη σχέση επιγείου και επουρανίου κόσμου, που με αρκετές αναλογίες απαντά στο έργο αυτό. Και θα είναι πολύ σημαντικό να φανεί … η πνευματική ορθόδοξη καταγωγή του μεγάλου καλλιτέχνη, που ήδη υποστηρίζεται από κορυφαίους ξένους μελετητές (D. Devis) με έργα σαν την «Κοίμηση της Θεοτόκου» από τη Σύρο.
Η Εικόνα, που ο νεαρός Δομήνικος θα πρέπει να ζωγράφισε σε ηλικία κάτω των 25 ετών, ακολουθεί την παραδεδομένη, αποκαλυπτική, εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Εχει όμως και κάποιες μικρές παραλλαγές (αντί π.χ. της αυστηρής σύνθεσης με τους δύο άξονες σε ορθή γωνία, παρουσιάζεται εδώ μια περισσότερο δυναμική σύνθεση με την ελαφρά διαγώνια τοποθέτηση της Παναγίας και τη σχεδόν ομόλογη του Χριστού, που σκύβει προς την Παναγία. Εχει ακόμη επισημανθεί η ιταλική καταγωγή του κηροπηγίου και του περιστεριού). Οι λεπτομέρειες αυτές
δίνουν το στίγμα της εποχής, του τόπου, αλλά και των αναζητήσεων του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη
Η εικόνα πρέπει να μεταφέρθηκε από Ψαριανούς εποίκους στη Σύρο, πράγμα που δικαιολογεί και την ονομασία της εκκλησίας- Η εκκλησία της ενορίας των Ψαριανών
Ερμούπολη - Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
Εορτή μεγάλη και πανήγυρις λαμπρά η εορτή της Κοιμήσεως τη Θεοτόκου. 
Τη γιορτάζει με πολλή χαρά ο Ορθόδοξος κόσμος σ’ όλη την οικουμένη. 
Τρέχουμε οι πιστοί στους Ναούς μας, μάλιστα σ’ αυτούς που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τρέχουμε με αγαλλίαση και ευφροσύνη να ψάλουμε τους θαυμάσιους ύμνους της εορτής και να γιορτάσουμε με χαρά τη μεγαλύτερη θεομητορική εορτή του έτους, το Πάσχα του καλοκαιριού.
Χαρά, εορτή, πανηγύρι!
Γιατί όμως; Γιατί όλη αυτή η λαμπρότητα και ο ενθουσιασμός; Γιατί οι ύμνοι και οι ευχές, η τόση χαρά στα πρόσωπα και στις ψυχές;
Θάνατο έχουμε, και ο θάνατος πάντοτε ήταν θλιβερό γεγονός.
Από τότε όμως που γεύθηκε τον θάνατος ο Υιός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και ανέστη εκ νεκρών, κατήργησε τον θάνατο για όλο το ανθρώπινο γένος. 
Όσοι πιστεύουν στον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο δεν φοβούνται πλέον τον θάνατο, διότι γνωρίζουν ότι αυτός είναι ένα πέρασμα από τα επίγεια στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα λυπηρά στα ευχάριστα, στα μακάρια και δοξασμένα.
Ο θάνατος του πιστού δεν είναι μόνο γεγονός που προκαλεί τον πόνο και τα δάκρυα. 
Είναι γεγονός που προκαλεί πιο πολύ τη χαρά. 
Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων είναι η ημέρα της λυτρώσεώς τους από τα θλιβερά της επιγείου ζωής και της θριαμβευτικής εισόδου τους στον άφθαρτο και πανένδοξο κόσμο του ουρανού, στα μακάρια ζωή της Βασιλείας του Θεού. 
Γι’ αυτό τους αγίους τους γιορτάζουμε στην ημέρα της Κοιμήσεώς τους.
Αλλ’ αν αυτά ισχύουν για κάθε πιστό και πιο πολύ για τους αγίους μας, τι πρέπει να ισχύει για την «Κεχαριτωμένη», τη στολισμένη με εξαιρετικές χάριτες από τον Θεό γυναίκα, που έφερε στον κόσμο τον νικητή του θανάτου, για εκείνη που ο ουρανός την αναγνώρισε ως «ευλογημένην εν γυναιξί», ευλογημένη από τον Θεό όσο καμιά άλλη γυναίκα, γι’ αυτήν που αξιώθηκε να γίνει η Μητέρα του Θεού;
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
«Η των ουρανών υψηλοτέρα υπάρχουσα, και των Χερουβίμ ενδοξοτέρα, και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα», αυτή που είναι πιο ψηλά από τους ουρανούς, και έχει δόξα μεγαλύτερη από τη δόξα των χερουβικών δυνάμεων, αυτή που είναι πιο τιμημένη απ’ όλη τη δημιουργία του Θεού, που λόγω της υπερθαύμαστης καθαρότητάς της δέχθηκε μέσα της τον αΐδιο Θεό, «εν ταις του Υιού χερσί σήμερον την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν, και συν αυτή πληρούνται τα σύμπνατα χαράς», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος. Την παναγία, την πανάμωμη, την ελεύθερη από κάθε κηλίδα κακού ψυχή της την παραδίδει στα άγια και άχραντα χέρια του Θεού και Θεού της, χαίρει, χαίρει μεγάλη χαρά η ίδια που βρίσκεται στους κόσμους του ουρανού, δέχεται τα αιώνια βραβεία της απαράμιλλης αρετής της και την αμοιβή της ταπεινής υπακοής της και απολαμβάνει και αντανακλά την απερίγραπτη δόξα του Υιού της. Μαζί της γεμίζουν από ανεκλάλητη χαρά τα σύμπαντα, όλος ο κόσμος του ουρανού και της γης συμμετέχει στα χαρά της.
Χαίρουν οι άγγελοι του ουρανού και δοξάζουν την Κοίμησή της «Εξουσίαι, Θρόνοι, Αρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ». Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μεγάλη χαρά έχουν οι άγγελοι του ουρανού όταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος μετανοεί και επίσης ότι άγγελοι συνοδεύουν αυτούς που πορεύονται προς τη ζωή της αιωνιότητας. Πόση επομένως χαρά έχουν, πώς πανηγυρίζουν και πώς υποδέχονται στους ολόφωτους κόσμους του ουρανού αυτήν που έγινε η Μητέρα του Λυτρωτή όλου του κόσμου! Οι άγγελοι που διακονούν πρόθυμα τη μεγάλη υπόθεση της σωτηρίας μας και χαίρονται πολύ για τη σωτηρία μας, πόσο περισσότερο χαίρουν και τιμούν αυτήν που διακόνησε κατά μοναδικό τρόπο τη σωτηρία του κόσμου, που υπήρξε η Μητέρα του Σωτήρος του κόσμου!
Αγάλλονται όμως και οι «γηγενείς», οι άνθρωποι, οι κάτοικοι της γης χαιρόμαστε μαζί με τους αγγέλους, καθώς με ιερό δέος βλέπουμε σήμερα «εκ ζωής εις ζωήν μεθισταμένην την τεκούσαν τον αρχηγόν της ζωής», αυτήν που γέννησε τον αρχηγό της ζωής να φεύγει από την πρόσκαιρη ζωή της γης και να εισέρχεται στην αιώνια ζωή της ουρανίου Βασιλείας. Είναι δίκαιο και πρέπον να απολαύσει τώρα την ουράνια τιμή που της αξίζει, να έχει τη μεγαλύτερη δόξα απ’ όλους τους ανθρώπους, να είναι ανωτέρα απ’ όλους τους αγγέλους, βασίλισσα των ουρανών. Όλα αυτά μας δίνουν χαρά, διότι η Μητέρα του Θεού είναι ό,τι ευγενέστερο και ανώτερο είχε να προσφέρει ο κόσμος των ανθρώπων στον Θεό. Και ο Θεός τώρα την τιμά με ασύγκριτη ουράνια δόξα· και αυτή η δόξα αντανακλά σ’ όλους μας και είναι αυτό αφορμή χαρά για όλους μας. «Αγάλλονται γηγενείς επί τη θεία σου δόξη κοσμούμενοι».
Χαιρόμαστε οι πιστοί, διότι η Μητέρα του Θεού είναι Μητέρα όλων μας και γι’ αυτό με την Κοίμησή της δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο τώρα, με την παρρησία που έχει, πρεσβεύει στον Υιό της για μας και με τις πρεσβείες της σκεπάζει όλους τους πιστούς «λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Περιοδικό «Ο Σωτήρ»,
αριθ. 2006
........................
Κατά τη θρησκευτική παράδοση, η Παναγία πέθανε δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση του Ιησού και τάφηκε στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει, όμως, και η άποψη πως ακολούθησε τον Ιωάννη στην Έφεσο και ότι έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της εκεί. 
Σε ένα κοπτικό κείμενο του 4ου αιώνα, στην 20ή Ομιλία του Κύριλλου της Ιερουσαλήμ, αναφέρεται ότι ο θάνατός της συνέβη στη Σιών (Ιερουσαλήμ), στις 15 Αυγούστου του έτους 43 μ.Χ., και ότι τάφηκε στη Γεθσημανή. 
Η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία αποδέχθηκε το γεγονός αυτό από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. 
Ο τάφος της Παναγίας, επομένως, ανήκει στους Ορθόδοξους από την εποχή που οικοδομήθηκε ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη. 
Από τον περασμένο αιώνα, όμως, η Καθολική Εκκλησία, η οποία αμφισβητεί το γεγονός, προσπάθησε να μεταθέσει την τοποθεσία του τάφου. Το 1841 οι Καθολικοί άρχισαν να γράφουν και να διαδίδουν ότι η Παναγία έζησε, πέθανε και τάφηκε όχι στη Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο. Οι εικασίες αυτές αντικρούστηκαν κατά καιρούς από τους Ορθόδοξους. Η έκδοση, όμως, ενός έργου επανέφερε πάλι το θέμα στο προσκήνιο. Η διαμάχη άρχισε τον προηγούμενο αιώνα όταν η καθολική μοναχή Άννα-Κατερίνα Έμμεριχ (που έζησε στη Βεστφαλία και πέθανε το 1824) υπέδειξε, ύστερα από σχετικά «οράματα», τον τόπο ταφής της Παναγίας στην τοποθεσία «Καπουλού-Παναγιά», τρεις ώρες έξω από την Έφεσο. Τα οράματα της Έμμεριχ δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1841, δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της. Έτσι ανακινήθηκε το θέμα. Το 1869 οι Καθολικοί, απορρίπτοντας πάλι την εκκλησιαστική παράδοση, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν εκ νέου την ύπαρξη του τάφου στην Ιερουσαλήμ. Το 1892, οι Λαζαρινοί Μ. Πουλαίν και Μ. Γιουνγκ ενδιαφέρθηκαν για το θέμα της Εφέσου και επειδή κατάγονταν από τη Σμύρνη, αποφάσισαν να μελετήσουν τους χώρους που δήλωνε η Χριστιανή εκείνη της Βεστφαλίας. Άρχισαν να ερευνούν ξεκινώντας από τον λόφο Μουλμπούλ (Κορησός), σύμφωνα με τις δηλώσεις της Έμμεριχ, η οποία δεν είχε μετακινηθεί ποτέ από τον τόπο της γέννησής της και ούτε είχε καμιά μόρφωση. Έτσι η ομάδα δεν ήξερε προς τα πού να προσανατολιστεί. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένα μονοπάτι στο βουνό. Διέσχισαν τις χαράδρες και έψαξαν παντού. Τέλος, την τρίτη μέρα, βρήκαν τον χώρο που περιέγραφε το «όραμα». Έτσι, έφτασαν να ανακαλύψουν στην Παναγιά την Καπουλού, ακόμη και τις στάχτες που υπήρχαν στο τζάκι της κατοικίας της Θεοτόκου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκαν στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (17-5-1896), το επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα παρακάτω: «Πριν ένα χρόνο, με την έγκριση του Πάπα της Ρώμης, αγοράστηκε από Οθωμανό (μωαμεθανό) ιδιοκτήτη ικανός χώρος, στον οποίο υποτίθεται υπήρχε ο τάφος της
Θεοτόκου, με σκοπό να ιδρυθεί μεγάλο μοναστήρι και Προσκυνητήριο. Προχθές δε, στις 8 Μαΐου, γιορτή του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη, πήγε για να εγκαινιάσει το μέρος, με έκτακτες αμαξοστοιχίες του σιδηροδρόμου του Αϊδινίου, ο επίσκοπος των Δυτικών στη Σμύρνη Ανδρέας Τιμόνης, συνοδευόμενος από αναρίθμητο πλήθος Καθολικών, ανδρών, γυναικών και μαθητών των προπαγανδιστικών σχολών και κληρικών διαφόρων μοναχικών Ταγμάτων και τέλεσε έτσι τα εγκαίνια του προαναφερθέντος τάφου της Παναγίας, που επονόμασε Καπουλού και επέστρεψε το βράδυ στη Σμύρνη. Τηλεγραφικά αναγγέλθηκε το γεγονός στον Πάπα της Ρώμης Λέοντα, ο οποίος απάντησε αυθημερόν και έστειλε τις ευλογίες του σε όλους όσοι συμμετείχαν στην εκδήλωση». Αρκετά χρόνια αργότερα, σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» της Κωνσταντινούπολης (9-8-1951), ο αρχιεπίσκοπος Σμύρνης κοινοποίησε τις επαφές του με τις αρμόδιες αρχές του Βατικανού. Σύμφωνα με αυτές, ο πάπας Πίος ΙΒ’ χορήγησε το προνόμιο, στις γιορτές που θα γίνονταν στον «Οίκο της Μεριέμ Ανά» (της Μητέρας Μαρίας) να ψαλλούν από όλους τους μοναχούς οι ευχές για την «μετάστασή της». Χορηγήθηκε επίσης από τον πάπα στον αρχιεπίσκοπο Σμύρνης το δικαίωμα να ευλογήσει εξ ονόματός του όσους θα έπαιρναν μέρος στις γιορτές της 10ης Αυγούστου «επί τη ανοικοδομήσει του Οίκου», του σπιτιού δηλαδή όπου «κατοίκησε η Παναγία».
ΠΗΓΉ :


Το πρόβλημα του τάφου απασχόλησε ιδιαίτερα τον λαμπρό κληρικό της Εκκλησίας μας Νικόλαο Παπαδόπουλο, εφημέριο του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ειδική μελέτη για το θέμα αυτό πριν από σαράντα χρόνια. Βραβευμένος το 1980 από την Ακαδημία Αθηνών για την αξιόλογη έρευνά του, ο Παπαδόπουλος, που ήταν αντίθετος στις παρακάτω αμφισβητήσεις, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι κληρικοί και λαϊκοί, υποστήριξε την παραδοσιακή εκδοχή, ότι δηλαδή η Παναγία πέθανε και τάφηκε στη Γεθσημανή, βασιζόμενος στα κείμενα των υμνογράφων της Εκκλησίας, τα οποία γράφτηκαν κατά την πρώτη χιλιετία. 
Μελετώντας για αρκετό καιρό γνωστά και άγνωστα κείμενα και κυρίως χειρόγραφα του Αγίου Όρους, ο Παπαδόπουλος, συγγραφέας πολλών ιστορικών και θεολογικών έργων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τίποτα άλλο, πέρα από τις μαρτυρίες μιας απλής και αφελούς μοναχής που έζησε στο θρησκόληπτο και σκοτεινό ακόμη κλίμα του περασμένου αιώνα, δεν συνηγορεί για τη στήριξη αυτής της άποψης. 
Αντίθετα, όλα πείθουν πως ο τάφος της Παναγίας βρίσκεται στη Γεθσημανή. 
Τα κείμενα που στηρίζουν αυτή την άποψη, διάφοροι Κανόνες γνωστών ποιητών, ύμνοι διαφόρων αφανών και επιφανών υμνογράφων και άλλα έργα της θρησκευτικής ιστορίας, είναι πολύ διαφωτιστικά. 
Στην πρώτη ωδή του Κανόνα, που συνέθεσε για την Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Κοσμάς ο Ιεροσολυμίτης αναφέρει: 
«Η τάξη των Αγγέλων, που άυλοι περπατούν στον ουρανό, μαζεύτηκε στη Σιών γύρω από το θείο σώμα, Θεοτόκε...»
Η πέμπτη επίσης ωδή μνημονεύει τη Σιών (Ιερουσαλήμ): «Παρθένα, οι Απόστολοι λες και ταξίδεψαν πάνω στα σύννεφα, έφτασαν αμέσως από τα πέρατα της γης στη Σιών, για να σε ενταφιάσουν».
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που θεωρείται πατέρας της Δογματικής Θεολογίας, στα ποιητικά του έργα προσδιορίζει τη Σιών ως τόπο του επίμαχου τάφου:
 «Ο δήμος των θεολόγων από τα πέρατα της γης και το πλήθος των αγγέλων από τα ύψη του ουρανού, έτρεξαν στη Σιών από μήνυμα θεϊκό για να κάνουν το χρέος τους, την ταφή σου να λειτουργήσουν, Δέσποινα»
Ο Έλληνας υμνογράφος από τη Σικελία, Ιωσήφ, ιστορεί έμμετρα στον προεόρτιο Κανόνα που ψάλλεται στις 14 Αυγούστου:
 «Αφού ήρθαν από την άκρη της γης οι λαμπροί στύλοι των περάτων, βρέθηκαν στη Σιών για να σε κηδέψουν, Άχραντη, που τέλειωσες τη ζωή σου».
Επίσης ο Στέφανος Σαββαΐτης, ανιψιός του Ιωάννη Δαμασκηνού, ομολογεί:
 «Η Άνασσα Θεοτόκος εξέπνευσε και μετήρεν εν τη Σιών και ήρθη εκ Σιών». 
Αλλά και ο Κοσμάς ο Μελωδός στην 1η, 5η, 8η, και 9η ωδή του Κανόνα του αναφέρει τη Σιών:
 «Η Χριστοτόκος εν Σιών μεθίσταται προς ουράνιον δόμον». Προσκαλεί μάλιστα ο ποιητής και τις θυγατέρες Σιών καθώς και τους Σιωνίτες «με ανημμένας λαμπάδας και άδοντες να σπεύσουν προς την Γεθσημανή και να προπέμψουν το Όρος το Άγιον εις τα επέκεινα», στην επουράνια κατοικία της. 
Δείχνοντας μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια από τους ποιητές, διάφοροι ιστορικοί προσδιορίζουν όχι μόνο την Ιερουσαλήμ, αλλά τη Γεθσημανή ως τοποθεσία ταφής της Παναγίας.
 Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος το 458, ο Ιωάννης Δαμασκηνός στους λόγους του, ο Γερμανός το 733 στον τρίτο λόγο του, ο Νικηφόρος στην εκκλησιαστική ιστορία του, τα συναξάρια και, μαζί με αυτά, η εκκλησιαστική ιστορία και η παράδοση της πρώτης χιλιετίας. 
Σοβαρές ιστορικές μαρτυρίες θεωρούνται ακόμη τα κείμενα του λόγιου μοναχού Στεφάνου, Επισκόπου Ευχαϊτών και του Μάρκου Ευγενικού. 
Τις ίδιες ιστορικές αναφορές για την Κοίμηση, τις συναντάμε και στη χριστιανική Υμνογραφία, που προηγείται χρονικά από τους Κανόνες. 
Στους ύμνους αυτούς, που είναι γραμμένοι στα ελληνικά και ψάλλονται μεταφρασμένοι σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, αναφέρεται συνεχώς ως τόπος ταφής της Παναγίας, η Γεθσημανή. Ο Θ. Μέντζος, επίσης, στο έργο του «Ο Τάφος της Παναγίας» καταχωρίζει ένα εδάφιο του Γεωργίου Κεδρηνού σχετικά με τον βίο της Παναγίας, το οποίο αναφέρει: «Μετά τον θάνατον Ιωσήφ του τέκτονος, τελευτήσαντος δε και Ζεβεδαίου, ήγαγεν Ιωάννης 
(ο ευαγγελιστής) και Ιάκωβος την μητέραν αυτών και συνήν τη Θεοτόκω.
Την δε κτήσιν αυτών πωλήσαντες Καϊάφα ηγόρασαν τη Σιών, ένθα το μυστικόν Πάσχα ο Χριστός εποίησε και των θυρών κεκλεισμένων εισήλθε. 
Μετά την του Κυρίου ανάληψιν η Θεοτόκος εν Σιών διέτριβεν έως της τελευτής αυτής. 
Προ δε ημερών δέκα πέντε έγνω την έξοδον αυτής. 
Προ δε τριών ημερών ο Αρχάγγελος παρεγένετο προς αυτήν το βραβείον κομίζων. 
Παρέδωκε δε την αγίαν αυτής ψυχήν τω Κυρίω και Υιώ τω Θεώ αυτής, ετών ούσα εβδομήκοντα δύο. 
Οι δε φασίν πεντήκοντα οκτώ. 
Ώστε μετά την ανάληψιν του Χριστού είκοσι τέσσαρας χρόνους απεβίωσε».
..........................
ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)
Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως
Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,
σελ. 119-134

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν
 (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶνπερὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγω κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένω, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
 (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶχε μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴπαράδοση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπεξεργασία του σὲ διάφορες ἀπόκρυφες παραδόσεις.
2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
 Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου. 
Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
 Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.
3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα
Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα.
Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
 Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
 Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει νὰ ἀπετέλεσε τὸν πρῶτο συγκεκριμένο τόπο τιμῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ»

...............................
Που βρίσκεται ο τάφος της Παναγίας;
Ο τάφος της Παναγίας, γνωστός και ως Πάνσεπτο Θεομητορικό Μνήμα της Γεθσημανής, αποτελεί για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας προσκύνημα. Εντός του Ναού Δεσπόζουν το Πανάγιο Θεομητορικό μνήμα και η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολημήτισσας. 
Ο σημερινός Ναός και είναι από τα παλαιότερα χτίσματα της Ιερουσαλήμ, το οποίο χτίστηκε από την Αγία Ελένη το 326μ.Χ. προς τιμή της Κοιμήσεως Θεοτόκου.
Βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και πρέπει ο επισκέπτης να κατέβει 49 σκαλιά.

Τα 49 σκαλιά που κατεβαίνει ο προσκυνητής για τον Τάφο της Παναγίας.
Αν και είναι μια ταπεινή κρύπτη, ωστόσο στο εσωτερικό της ανακαλύπτει κανείς μια ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια.
Καταπληκτικός παραλληλισμός με το Υπερευλογημένο πρόσωπο της Θεοτόκου. 
Το κυρίως προσκύνημα βρίσκεται μέσα σε ένα λιθόκτιστο κουβούκλιο, ύψους 2 m, μήκος 3 m και πλάτος 4 m και είχε λαξευτεί σε λίθινο βράχο.
 Η είσοδος στο κουβούκλιο γίνεται από τα μια μικρή είσοδο η οποία βρίσκεται δυτικά, ενώ η έξοδος από τα βόρεια.

Βγαίνοντας από το Κουβούκλιο, στα δεξιά υπάρχει το Καθολικό του Ιερού Ναού των Ορθοδόξων στο οποίο βρίσκεται η θαυματουργός Εικόνα της Θεοτόκου της Ιεροσολυμίτισσας. Στο 24ο σκαλοπάτι υπάρχουν από δεξιά οι Τάφοι των αγίων και δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. 
Από αριστερά ο Τάφος του αγίου μνήστορος Ιωσήφ. 
Και οι δύο αυτοί τάφοι αυτοί είναι άγια θυσιαστήρια.

Το μνημείο αυτό είναι υψίστης σημασίας για τους ορθοδόξους χριστιανούς καθώς σε αυτό ο Κύριος μας προσευχήθηκε θερμά και με πολύ αγωνία, δέχτηκε το φιλί της προδοσίας, συνελήφθη από τους στρατιώτες του Πιλάτου, τον όχλο και τους υπηρέτες των Φαρισαίων, κηδεύθηκε και ενταφιάστηκε το πανσεβάσμιο Σώμα της Παναγίας μας από τους αγίους Αποστόλους. 
Σύμφωνα με την ιερά παράδοση από το σημείο αυτό το Πάνσεπτο Σώμα της Παναγίας μετέστει την τρίτη ημέρα προς την Ουράνιο Βασιλεία και κοντά στον αγαπημένο Υιό της. 
Τέλος, η Ιερά Παράδοση αναφέρει ότι στην περιοχή της Γεθσημανής θα γίνει η θεϊκή κρίση της Β’ Παρουσίας του Κυρίου.
...........................

H εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η θεολογική της ερμηνεία.


Περιγραφή της εἰκόνος.

Ἡ ἁγία εἰκών τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπος. Δύο ὅμως πρόσωπα δεσπόζουν τῆς ὅλης παραστάσεως: ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία. Ἡ τελευταία παρουσίαζεται νεκρά ἐπάνω εἰς ἐστρωμένην κλίνην. Ἐπάνω ἀπό τό θεοδόχον σῶμα Της ὁ Υἱός Της ἐμπρός ἀπό ἐλλειψοειδῆ δόξαν, δορυφορούμενος ἀπό ἀγγέλους, κρατεῖ τήν ἁγίαν καί ἄμωμον ψυχήν τῆς Μητρός Του ὑπό μορφήν ἐσπαργανωμένου βρέφους.
Τό λιπόσαρκον σκήνωμα τῆς Θεοτόκου περιστοιχίζουν οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι.
Τρεῖς ἐξ αὐτῶν διακρίνονται εὐκόλως. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος πρό τῆς κεφαλῆς τῆς Θεοτόκου θυμιῶν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρό τῶν ποδῶν Της κλίνει πρός τό σκήνωμα ἔχων τήν δεξιάν του χεῖρα ἐπί τοῦ στήθους καί τήν ἀριστεράν ἐκτεταμένην. Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης εἰκονίζεται παρά τήν κεφαλήν τῆς Θεοτόκου στηριζόμενος ἐπί τῆς κλίνης Της. Ὄπισθεν τῶν Ἀποστόλων εἰκονίζονται μέ τάς ἀρχιερατικάς των στολάς οἱ τρεῖς ἐκ τῶν τεσσάρων παρευρεθέντων κατά τήν Κοίμησιν Ἱεραρχῶν. Αὐτοί ἦσαν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἱερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί ὁ Τιμόθεος. Δέν λείπουν ἀπό τήν παράστασιν καί οἱ πιστοί τῆς Ἱερουσαλήμ. Εἶναι αἱ γυναῖκες εἰς τό βάθος τῆς εἰκόνος, αἱ ὁποῖαι μετά τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἱεραρχῶν ἀπεικονίζουν τήν Ἐκκλησίαν.
Εἰς ὅλα τά πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλῖψις συγκερασμένη ὅμως μέ τήν γλυκεῖαν ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπη», τό «χαροποιόν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν, πού ζοῦν μέ τήν προσμονήν τῆς ἀναστάσεως. Τοῦτο βλέπομεν καί εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, πού ἄλλοτε τονίζουν τόν τρόπον καί τό δέος τῶν Ἀποστόλων, τούς ὁποίους παρουσιάζουν δακρύοντας καί ἄλλοτε τονίζουν τήν χαράν των, ἐκδηλουμένην μέ ψαλμούς καί ὕμνους. Ἰδού δύο ἀποσπάσματα: «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τήν κλίνην τρόμῳ ἑώρων σε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον Ὄρθρου). «… Καί τό ζωαρχικόν καί θεοδόχον σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε»(Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ).
Ἡ ὅλη παράστασις κλείεται μέ δύο κτίρια κι᾿ ἕνα ἑξαπτέρυγον, πού πτερυγίζει ἐπάνω ἀπό τήν δόξαν, πού περιβάλλει τόν Κύριον. Εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὕμνησαν μαζί μέ τούς Ἀποστόλους τήν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου.
Εἰς μερικάς εἰκόνας εἰκονίζονται εἰς τόν οὐρανόν αἱ νεφέλαι, πού μετέφερον τούς Δώδεκα Ἀποστόλους εἰς τήν Γεθσημανῆ. Εἰς πολλάς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεως ζωγραφίζεται καί τό ἐπεισόδιον τοῦ ἀγγέλου, πού ἀποκόπτει μέ τό ξίφος του τάς χεῖρας τοῦ Ἰεφωνίου. (Πρόκειται διά τόν Ἑβραῖον ἐκεῖνον, πού ἀπεπειράθη νά ρίψῃ ἐπί τοῦ ἐδάφους τό λείψανον τῆς Θεοτόκου).
Ἡ ὅλη παράστασις τῆς Κοιμήσεως, παρ᾿ ὅλον τόν ἀριθμόν τῶν προσώπων, ἔχει ἑνότητα καί ἐσωτερικόν σύνδεσμον. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ τόν θεῖον Ἀρχηγόν Της καί τήν«τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν τῶν Σεραφίμ» Παναγίαν Μητέρα Του. Εὐστόχως παρετηρήθη, ὅτι εἰς τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου «ἡ θέσις καί τό βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ καί ἡ κοινή ὀδύνη ἑνώνουν τάς ὁμάδας, τήν γῆν μέ τά ἐπουράνια».
Θεολογική ερμηνεία.
Η όλη εικόνα όχι μόνον αναπαριστά αυτό που έγινε κατά την εξόδιο ακολουθία της Παναγίας, αλλά δείχνει και το τί είναι η Εκκλησία. Πρόκειται για μια εικόνα που δείχνει κατά τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το μυστήριο της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Είναι η ενότητα Θεού και ανθρώπων στο πρόσωπο του Χριστού. Στην ιερά εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βλέπουμε ότι η Εκκλησία έχει στο κέντρο της τον Χριστό και την Παναγία, ως Μητέρα του Χριστού, και γύρω από αυτούς, τους Αποστόλους, τους Επισκόπους και τους Αγγέλους. Η Εκκλησία είναι ο Νυμφίος Χριστός, η μητέρα του Νυμφίου και οι φίλοι του Νυμφίου.
Έπειτα, στην ιερά εικόνα φαίνεται καθαρά ότι στην Εκκλησία έχει καταργηθή ο θάνατος, αλλά αυτό που ονομάζουμε θάνατο είναι ένας απλός ύπνος. Το σώμα δέχεται την Χάρη του Θεού και αυτό λαμπρύνεται, αλλά και η ψυχή ζη μετά θάνατον, και αν ο άνθρωπος έχει αγιασθή βρίσκεται “εν χειρί Θεού”. Αυτό που συνέβη με την Παναγία, κατά αναλογία, επιθυμούμε να συμβή και σε μάς. Δηλαδή, ευχόμαστε, όταν έλθη η ώρα να φύγουμε από τον κόσμο αυτόν, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία, να προσευχόμαστε, να έχουμε τους πνευματικούς πατέρας κοντά μας, να λάβουμε την ευχή τους και κυρίως να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ακόμη, όπως ο Ιεφωνίας προσπάθησε να ατιμάση το σώμα της Παναγίας και δεν το κατόρθωσε, έτσι υπάρχουν διάφοροι εχθροί, οι οποίοι προσπαθούν να βλάψουν το Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, αλλά δεν κατόρθωσαν ούτε θα κατορθώσουν να κάνουν τίποτε, γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία έχει μεγάλη δύναμη, δεν φοβάται απολύτως τίποτε, αλλά σώζει τους πάντας και αυτούς ακόμη τους λεγομένους εχθρούς της, όταν μετανοήσουν.
Από το βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ