Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Καλό μήνα Μάρτη ... στη θηλιά του συρματοπλέγματος ...

Οδοιπορικό 


Ο χρόνος σταμάτησε

στη εποχή της θλίψης

κι άφησε ένα δάκρυ

να μουσκεύει τη μνήμη

σε κάθε οδοιπορικό


΄Ανδρέα Καρακόκκινου
Από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013)



























Στη θηλιά του συρματοπλέγματος

...ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος

απόσπασμα από
 από τη συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου
 "ΛΕΜΟΝΑΝΘΟΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ "





Στη θηλιά του συρματοπλέγματος
(το ποίημα ολόκληρο ),I - VIII
Ι
Το σκοτάδι
έφτασε στο βάθος
τα ουρανού και της θάλασσας
και τα λίγα άστρα
που δραπέτευσαν από το φως
επέμεναν ακόμα
να φωτίζουν τη μοναξιά της γης
και τη θλίψη της εικόνας σου
της απλωμένης κάτω από τη σκιά
του τεντωμένου συρματοπλέγματος
η μοίρα που υφάνθηκε
με την άδικη ηλακάτη
όλων των κατακτητών σου
έσμιξε πάνω στο χώμα
τον αιώνιο πόνο
με το ξεθωριασμένο χρώμα
του καλοκαιριού
που βούλιαξε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του παντοτινού εφιάλτη








μοίρα εσύ, 
η θρεμμένη με τα εφιαλτικά μάτια
του προδότη
η λαβωμένη κι η απροστάτευτη
αναζητάς στα μονοπάτια της μνήμης
το φως της χαραυγής
που κρύφτηκε στα υπόγεια
της παγκόσμιας αναλγησίας



































ΙΙ

Η γης σου
που ανάθρεψε τις δύσκολες ώρες
την ελιά
που όργωσε με τα χέρια το χωράφι
του σταριού
που μάζεψε στο κόρφο της τ’ άνθη
της κιτρολεμονιάς
και στόλιζε τα μαλλιά
μ αγιόκλημα
σβήνει κάτω από τη φωτιά
των αργυρίων
ανήμπορη να ανασάνει
στο βάρος της ζυγαριάς
που σφυρηλάτησαν ιππότες
σταυροφόροι
και βιαστές με ημίψηλα καπέλα








ανάσα του γαλάζιου
και βάρος της πέτρας
ασήκωτης δουλείας
από τα κάγκελα της φυλακής
δεν περνά πια ο αγέρας
κι η δροσιά του χαμόγελου
αλυσοδεμένη
παραπαίει στο κελλί της


ΙΙΙ

Οι ήρωες σου
δεν κοιμούνται πια στα μνήματα
των τύμβων και των εκκλησιών
δεν αφήνουν τα κορμιά τους
να αναπαυθούν στον απόηχο
της θυσίας τους
μονάχα περπατάνε
απ άκρη σ άκρη το μεσονύχτι
αναμετρώντας
τα μαχαίρια της σφαγής
τα σχοινιά της κρεμάλας
τις οβίδες των πυροβόλων
κι η φωτιά ολοένα κυριεύει
τα βουνά με τα γέρικα πλατάνια,
τα κάστρα, τα μοναστήρια
και τα κρησφύγετα
της ελευθερίας
ύμνος
στο συλλείτουργο
με τα λάβαρα υψωμένα
ως την άκρη της ελπίδας
μη και λυγίσουν
τα βλέμματα των παιδιών σου
μπροστά στις αγχόνες
που στήθηκαν στις πλατείες





IV
Οι ακρογιαλιές σου
που γέννησαν την ομορφιά
κι αγκάλιασαν
τα θεϊκά κορμιά του μύθου
κρατάνε ακόμα
το κόκκινο χρώμα της σκουριάς
σαν μια αρχαία κατάρα
που κανένας θνητός
δεν έλυσε το χρησμό της
και καμιά Σαλαμίνα
δεν θα ξανακτιστεί
για να απαλύνει το χαμό
του Ονήσιλου στην Αμαθούντα
κανένας Ευαγόρας ή Ακρίτας
δεν θα εκδικηθεί
τους στόλους των πειρατών
που λεηλάτησαν το κορμί σου


πουλιά που σε τραγούδησαν
κρυμμένα στις φυλλωσιές
της ιστορίας σου
τώρα σιωπούν
αναζητώντας σε κενοτάφια
παλιών βασιλιάδων
το χάλκινο στεφάνι
και τη λαλιά τους



























V
Τα σπίτια σου
που άλλοτε γιόρταζαν
μέσα σε φιλόξενες μυρουδιές
σαν γέμιζαν οι κάμαρες
από τα γέλια των παιδιών σου
οι γειτονιές ανάδυαν
τ’ αρώματα της λεμονιάς
και της χαράς
που έφταναν ως τα ψηλά καμπαναριά
κι έσμιγαν με τους ήχους
του εσπερινού
τώρα απορημένα
αφημένα στην οργή
των βοριάδων
σαπίζουν σε αβέβαιο αύριο
κι άδειες υποσχέσεις 



ψαλμοί εσπερινοί
της Μαχαιρώτισσας Παναγιάς
που τραγουδούν το Χαίρε
απλώνονται ως πέρα
στις μισογκρεμισμένες εκκλησιές
ανάβουν αναστάσιμα κεριά
κι αφήνουν ένα δάκρυ
άγιασμα στο Δισκοπότηρο


VI
Τα χρόνια σου
τα μέτρησα μες στους αιώνες
κι είδα τους αφεντάδες
να σε πουλάνε στα παζάρια
ξαπλωμένη γυμνή
πάνω στους βρώμικους πάγκους
κι είδα τους πραματευτάδες
ν’ απλώνουν τα χέρια τους
ν’ αρπάζουν κομμάτια της σάρκα σου
και να τα περιφέρουν
στα χωριά σου αλαλάζοντας.
είδα στους πύργους της ρήγαινας
τις σημαίες των καταχτητών
να κυματίζουν κατοχή
και στα λιμάνια σου ξένοι στρατοί
να μαγαρίζουν τις ακτές σου


θρήνοι
πάνω στη καιόμενη άμμο
του καλοκαιριού
κι οδυρμοί των μανάδων στους δρόμους
για τα παιδιά σου που φεύγουν
στο χαμό



VII
Τα παιδιά σου
που κοίταζαν το θάνατο στα μάτια
και πάλευαν στ αλώνια με τον Χάροντα
περιπλανιούνται στα μονοπάτια
της απόγνωσης και της σιωπής
κι αντικρίζουν
τις πόλεις σου και τα χωριά
ν’ αναπνέουν
κάτω από σκοτεινιασμένα σύννεφα,
τους δρόμους σου κομμένους στα δυό
με οδοφράγματα της ντροπής,
τις πατημασιές των άταφων νεκρών
να σβήνουν κάτω από ξένα βήματα
και το αίμα όλων αυτών
που σήκωσαν ψηλά τη γροθιά
ως τον ουρανό της δικαιοσύνης
να κυλά ποτάμι αδικαίωτο



απορημένα μάτια παιδικά
που άφησαν το χαμόγελο τους
ανάμεσα σε τσαντίρια
που διάβαζαν και έγραφαν
κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων
αναρωτιούνται πάλι
το αιώνιο γιατί


VIII
Το αύριο σου
τυλιγμένο σ ένα σύννεφο θολό
με καινούργιες πληγές
να σου χαρακώνουν τα στήθια
και τις παλιές να στάζουν θλίψη
ταξιδεύει με μαύρα πανιά
και κουρασμένους κωπηλάτες
σε θάλασσες αφιλόξενες
με κύματα φίδια που χτυπάνε
να σε βουλιάξουν στο βυθό
μιας άλλης ανοίκειας ηθικής
τα λάβαρα της ιστορίας σου
διπλωμένα στο παλιό σεντούκι
θα ανασάνουν τις προσταγές
καινούργιων αφεντάδων
ορατών και αοράτων
κι εσύ θα αρμενίζεις
στη προσδοκία της Ανάστασης


ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος