Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης : Ὁ στρατιώτης ποιητὴς του Υπερρεαλισμού και της παραίσθησης ἀπὸ τὴν Ἀθήνα

Στην παράλογη σύγχρονη κατά τ ΄ άλλα εποχή μας όπου ζούμε και , βιώνουμε υπερρεαλιστικά μια σκληρή και δυσβάστακτη καθημερινότητά της παράνοιας και της κατά φαντασίαν ζωής ...
φαίνεται ότι ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης είχε πολύ πριν από εμάς βαθιά εντρυφήσει και σχεδόν προφητικά καταγράψει στα υπερρεαλιστικά του ποιήματα ...
Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005 ) :
Ὁ στρατιώτης ποιητὴς του Υπερρεαλισμού και της παραίσθησης ἀπὸ τὴν Ἀθήνα .
Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένο με τρία κρατικά βραβεία :Το 1956 με το Α' Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».



Ο Σαχτούρης είναι ποιητής του κλειστού χώρου, αντιηρωικός, εκφραστής και απολογητής της κατακερματισμένης και καθημαγμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Διαφοροποιείται από τους σύγχρονους ομοτέχνους του, επειδή οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν περισσότερο τον εξπρεσιονισμό.

Υπερτονίζει το παράλογο, ενώ από τον Υπερρεαλισμό από τον οποίον ξεκίνησε, κρατά τη φαντασία και την παραίσθηση, όχι όμως και τη συνειρμική εκφορά του λόγου. Είναι ποιητής του ατομικού άγχους, αλλά μέσα στο έργο του είναι διάσπαρτος ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής. Κι όμως, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη. Ο δημιουργός της ομολογεί «Πάντα θα 'χουμε ανάγκη από ουρανό».
Έργα του έχουν μεταφραστεί στη γαλλική, αγγλική, ιταλική, γερμανική, πολωνική και βουλγαρική. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Αργύρη Κουνάδη, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Νίκο Ξυδάκη.
στον θάνατό του σαν σήμερα 29 Μαρτίου 2005 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε: «Ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της μεγάλης γενιάς της νέας ελληνικής ποίησης. Η τολμηρή, ασυμβίβαστη γραφή του, η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας στην τέχνη και τη ζωή, συνόδευσαν μια ολόκληρη εποχή περιπετειών και αγώνων. Ανέδειξαν το έργο του πέρα και πάνω από τους περιορισμούς του χρόνου. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεώργιος Παπανδρέου: «ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της σύγχρονης Ελλάδας. Υπηρέτησε τα ελληνικά γράμματα με πίστη, με σεμνότητα και ήθος. Η οικουμενικότητα των μηνυμάτων του πάντα ζωντανή και έντονη, μένει σε μας διαχρονική κληρονομιά. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια»


Ὁ στρατιώτης ποιητής

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε ἡ ζωή μου

Τὴ μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα
τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα
μέσα στὸ φόβο
μέσα στὸ φόβο
πέρασε ἡ ζωή μου

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
δὲν ἔχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυροὺς
σὲ μνήματα
καρφώνω


ἀπὸ τὴ συλλογή
ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ
(1958)

........................................................

Τὸ κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό ῾βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

-Δὲν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό ῾ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους
μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ


ἀπὸ τὴ συλλογή
ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ
.............................................................

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ
Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν
λιγοστεύουν
ἀπὸ τὴ συλλογή
ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

..................................................

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της
ἀπὸ τὴ συλλογή
Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

........................................
Τὰ δῶρα
Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

.............................................
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ-ο μονήρης ποιητής του ατομικού άγχους-
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής.

Μ. Σαχτούρης

Τα ξημερώματα της Τρίτης 29 Μάρτη 2005 τα “απελπισμένα ρολόγια έδειξαν θάνατο”. Ήταν η ώρα που ο Μίλτος Σαχτούρης έφυγε, πλήρης ημερών, σε ηλικία 86 ετών, από τη ζωή, όπως το είχε προβλέψει κι ο ίδιος στην τελευταία, αποχαιρετιστήρια, ποιητική συλλογή του (“Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια”).
Ο μεγάλος Έλληνας ποιητής γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου του 1919, αλλά λόγω της καταγωγής του παρέμεινε δημότης της Ύδρας. Ήταν δισέγγονος του θρυλικού ναυμάχου του 1821 Γεωργίου Σαχτούρη, ενώ πήρε το όνομα του παππού του, του ναυάρχου Μιλτιάδη Σαχτούρη. Πατέρας του ήταν ο δικαστικός Δημήτριος Σαχτούρης και μητέρα του η Αγγελική Παπαδήμα.
Φοίτησε, με προτροπή του πατέρα του, στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ, από το 1940, εκδήλωσε τις πρώτες λογοτεχνικές ανησυχίες του πραγματοποιώντας διάφορες δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης. Το 1941 εξέδωσε, με το ίδιο ψευδώνυμο, την ποιητική συλλογή «Η μουσική των νησιών μου»,την οποία όμως σύντομα αποκήρυξε τελετουργικά, καίγοντας όσα αντίτυπά της είχε σε μια γωνιά του κήπου του σπιτιού του!


Το 1944, ενώ διάβαζε για το πτυχίο της Νομικής, αυτός, ουσιαστικά, έγραφε την πρώτη ποιητική συλλογή του, τη « Λησμονημένη» μέσα σ’ ένα κρεσέντο δημιουργίας. Ο ίδιος ο ποιητής έχει πει σχετικά για αυτήν την περίοδο της ζωής του : «Με είχε πιάσει κρίση. Έγραφα τη “Λησμονημένη” και διάβαζα για το πτυχίο συγχρόνως. Είχα πάθει σχιζοφρένεια πλέον και δεν μπορούσα τίποτα να κάνω από τα δύο.». Έτσι πήρε την μεγάλη απόφαση να κόψει τις γέφυρες με την θεσμοθετημένη σύμβαση των ανθρώπων και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση. Κι αυτό, το έκανε, ξανά, με μια τελετουργική χειρονομία, έκαψε τα μισά νομικά του βιβλία στη σόμπα και τα άλλα μισά τα χάρισε σ’ έναν παλαιοπώλη!
Ο Μίλτος Σαχτούρης δεν έγινε ποτέ νομικός, αλλά έγινε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Εντάσσεται, ιστορικά, στην πρώτη μεταπολεμική γενιά και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Ακολούθησε όμως έναν δικό του μοναχικό και ξεχωριστά ιδιαίτερο ποιητικό δρόμο. Ο ίδιος ανέφερε ότι η ποίησή του ήταν ιδιότυπα δραματική και λυρική. Από τους κριτικούς χαρακτηρίστηκε ως ο ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας που υιοθέτησε τρόπους και τεχνικές του υπερρεαλισμού. Το έργο του αποτελείται, κυρίως, από εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, σχεδόν εικαστικά, που δείχνουν, παράλληλα, και τη στενή σχέση της ποίησής του με την υπερρεαλιστική ζωγραφική. Ενώ όμως όλο αυτό το ποιητικό υλικό πηγάζει από μιαν υπερρεαλιστική φαντασία και παραίσθηση, τείνει να πλησιάσει, πολύ περισσότερο, στον εξπρεσιονισμό. Ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο ποιητής του ατομικού άγχους, που όμως στα ποιήματά του ενυπάρχει κι ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής, καθώς και ολόκληρης της πανικόβλητης ανθρωπότητας.
Ο Σαχτούρης έζησε όλη την ποιητική ζωή του, μέχρι το τέλος, ως μονήρης ποιητής, λιτά και φτωχικά σε μια νοικιασμένη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη. Τάχτηκε αποκλειστικά στην ποίηση και στον ρόλο του ποιητή που, κατ’ αυτόν, «είναι ένας, και στους εύκολους και στους δύσκολους καιρούς : να είναι ο εαυτός του και να γράφει αυτά που λέει η καρδιά του και το μυαλό του». Το ποιητικό του έργο έχει κυκλοφορήσει σε 14 συλλογές:

- Η Λησμονημένη (1945)
- Παραλογαίς (1948)
- Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)
- Όταν σας μιλώ (1956)
- Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο (1958)
- Ο περίπατος (1960)
- Τα στίγματα (1962)
- Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη (1964)
- Το σκεύος (1971)
- Χρωμοτραύματα (1980)
- Εκτοπλάσματα (1986)
- Καταβύθιση (1990)
- Έκτοτε(1996)
- Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998)

Ο ποιητής έχει βραβευτεί με το Α΄ Βραβείο “Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές” από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση RAI (1956), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης(1962), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1972), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης(1988), με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος(1995) και με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2003). Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, ρώσικα, πολωνικά, βουλγάρικα, συριακά και έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Α. Κουνάδη, ενώ, το 1977, κυκλοφόρησε από την δισκογραφική εταιρεία «Λύρα», στη σειρά «Διόνυσος» δίσκος (σε επιμέλεια του ποιητή Μάνου Ελευθερίου) στον οποίον ο ποιητής απαγγέλλει 43 ποιήματά του.
Μίλτος Σαχτούρης
γράφει ο
Τάσος Π. Καραντής

Μια φανταστική κουβέντα με τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη με αφορμή την έκδοση με τις συγκεντρωμένες συνεντεύξεις του
Ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο πρώτος, χρονολογικά, από τους αγαπημένους μου ποιητές. Από τα μαθητικά μου χρόνια, που ήρθα σε επαφή με την ποίησή του, μου “μίλησε” μ’ έναν ξεχωριστό και μοναδικό τρόπο στην ψυχή μου. Τα ποιήματά του επηρέασαν ανεξίτηλα τα όνειρά μου. Σ’ αυτόν οφείλω και τη “γέννηση” της όποιας έμπνευσης για τις ποιητικές μου απόπειρες. Εκτός όμως από την ποίησή του, λάτρεψα και θαύμασα την ακραία κι αταλάντευτη όλα αυτά τα χρόνια στάση ζωής του, που πρέπει να αποτελεί το, έστω και δύσκολο, πρότυπο του κάθε πνευματικού δημιουργού.
Λένε πως ο ποιητής μιλάει αποκλειστικά μέσα από τα ποιήματά του. Κι αυτό έκανε πάντα ο Σαχτούρης. Γι’ αυτό κι οι συνεντεύξεις του, όλες αυτές τις δεκαετίες του ποιητικού του βίου, είναι ελάχιστες. Παρότι λοιπόν ήθελα πάντα να είχα, έστω και μια φορά στη ζωή μου, μια συνομιλία μαζί του, δεν τόλμησα ποτέ να τον “ενοχλήσω”, αν και μου δόθηκε η ευκαιρία, όταν του έστειλα την πρώτη ποιητική μου συλλογή και μου απάντησε με μια λιτή του επιστολή. Λίγα χρόνια πριν, το 2000, κυκλοφόρησαν, στον τόμο: Μίλτος Σαχτούρης «Ποιος είναι ο τρελός λαγός»( εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ), συγκεντρωμένες οι συνομιλίες του ποιητή με εκλεχτούς λογοτέχνες και δημοσιογράφους. Συνολικά, δημοσιεύονται (12) συνεντεύξεις του, της περιόδου 1981 – 2000, που είχε δώσει στους: Αντώνη Φωστιέρη, Θανάση Νιάρχο, Μάνο Ταξίδι, Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Ελένη Ζιώγα, Μισέλ Φάϊς, Λευτέρη Ξανθόπουλο, Μικέλα Χαρτουλάρη, Θανάση Λάλα και Όλγα Σελλά. Σκέφτηκα λοιπόν – αντί για μια αναμενόμενη παρουσίαση - να κάνω μια επιλογή από τα σημεία αυτά (παρμένα από το εν λόγω βιβλίο) που θα αποτελούσαν κομμάτια και μιας, υποθετικής, δικής μου συνομιλίας με τον Σαχτούρη. Η φανταστική μου αυτή κουβέντα μαζί του αποτελεί ουσιαστικά κι ένα “προσωπικό κοίταγμα” στο έργο και στην προσωπικότητα του ποιητή.
- Κύριε Σαχτούρη πότε και πως ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα;
«Άρχισα να γράφω ποίηση την άνοιξη του 1941. Τον φοβερό χειμώνα του 1942, κατάκοιτος, βαριά άρρωστος, με θερμοκρασία δωματίου πέντε βαθμούς και δική μου σωματική συνεχώς γύρω στο τριάντα εννέα, τις μέρες λοιπόν αυτές σιωπηρά ορκιζόμουνα ότι αν κατά τύχη επιζούσα (πράγμα που από τις περιστάσεις φαινόταν μάλλον απίθανο) θα αφιέρωνα όλη τη ζωή μου, δίχως συμβιβασμούς, στην ποίηση Όταν άρχισα να γράφω, δεν είχα την αίσθηση ότι απευθύνομαι σε κάποιο κοινό. Είχα την αίσθηση ότι από δω κι εμπρός απευθυνόμουνα στη δύσκολη μοίρα μου.»

- Ποια ήταν υποδοχή των πρώτων σας ποιητικών βιβλίων από το αναγνωστικό κοινό;
«Όταν έβγαλα το καλύτερό μου βιβλίο, το 1952, το “Με το πρόσωπο στον τοίχο”, πούλησα πέντε αντίτυπα μόνο. Έτρεχα στα βιβλιοπωλεία να δώσω βιβλία και τα πιο πολλά τα επέστρεφαν. Αντίθετα, οι δύο τελευταίες συλλογές πούλησαν από δύο χιλιάδες αντίτυπα.»
- Η “μοναξιά” του ποιητή είναι απαραίτητο συστατικό της ποίησης;
«Νομίζω ότι όλοι οι ποιητές είναι μόνοι. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει έργο. Ακόμη και άμα είναι παντρεμένοι, ακόμη και άμα έχουν παιδιά, έχουν μοναξιά. Αυτή τους βοηθάει να κάνουν το έργο τους. Αυτή η αυτοσυγκέντρωση της μοναξιάς… Όλοι οι αληθινοί ποιητές αισθάνονται αυτό το κενό, έστω και αν δεν είναι φανερά μοναχικοί, αν δε φαίνονται και δεν φέρνονται, δηλαδή σα μοναχικοί, γιατί όλοι οι ποιητές ζουν στη μοναξιά. Απ’ αυτήν και η μη προσαρμογή τους στα πράγματα. Ο ποιητής χρειάζεται να κάνει πέντε βήματα εκεί που ο άλλος άνθρωπος χρειάζεται μόνο ένα. Είναι τα τεράστια φτερά του “Άλμπατρος” του Μποντλέρ που σέρνονται χάμω και δεν τον αφήνουν να περπατήσει.»
- Και γι’ αυτό και δεν παντρευτήκατε ποτέ;
«Καμιά δυο φορές, όταν ήμουν πολύ νέος, πήγα να παντρευτώ, αλλά την τελευταία στιγμή το απέτρεψα… “Ο ποιητής δεν είναι επάγγελμα” έλεγε ο πατέρας μου. Αυτό θυμήθηκα και το απέτρεψα και τις δύο φορές! Κι ευτυχώς που δεν παντρεύτηκα. Αλίμονο αν είχα παντρευτεί…Δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει!»
- Πως γράφεται ένα ποίημα;
«Εμένα τα ποιήματα μου ερχόντουσαν σε στιγμές τελείως απροσδόκητες. Πολλά ποιήματα τα έγραψα το βράδυ που έπεφτα να κοιμηθώ. Ξύπναγα και το σχεδίαζα το ποίημα, βέβαια δεν το τελείωνα εκείνη την ώρα, σηκωνόμουν την άλλη μέρα και το δούλευα. Πολλές φορές το δούλευα και επί πολλές ημέρες, γιατί άλλο η έμπνευση και άλλο η τελική έκβαση του ποιήματος. Μερικά ποιήματα τα έγραψα στο δρόμο, ακόμη και μέσα στο τρόλεϊ έχω γράψει ποιήματα και πολλά έγραψα σε καφενεία, μια συλλογή μου ολόκληρη μάλιστα, τα “Στίγματα”, τα έγραψα σ’ ένα καφενείο μέσα σ’ ένα μήνα.
- Πως αισθανόσασταν όταν γράφατε ένα ποίημα;
«Κατά έναν τρόπο όταν έγραφα ένα ποίημα αισθανόμουν σα να ήταν μια σεξουαλική πράξη. Ένας ερωτισμός ήταν ο οποίος έβγαινε έτσι.»
- Κι αν για κάποιο λόγο σας διακόψουν τη στιγμή αυτής της ερωτικής – γενεσιουργού διαδικασίας;
«Μια φορά, το 1944 νομίζω, που μας βομβάρδιζαν οι Εγγλέζοι, έπεσε όλμος στην πόρτα της κουζίνας, την ανατίναξε, και καλά που δεν ήταν μέσα ούτε η μητέρα μου ούτε η υπηρέτρια που είχαμε, γιατί ο όλμος έσκασε και τρύπησε όλα τα τεντζερέδια που είχαμε. “ Έλα να δεις τι έγινε!” μου λέει η μητέρα μου. “ Όχι” της απαντάω. “Γράφω ένα ποίημα τώρα, να τελειώσω και μετά θα έρθω. Πάθατε τίποτα;” “ Όχι” μου λέει. “ Εντάξει…”. Θυμάμαι μια φορά ήμουν στου Ζόναρς, μου είχε έρθει η έμπνευση και πλησιάζει μια φίλη μου να με χαιρετίσει. “Φεύγα” της λέω. Αργότερα μου λέει “πως μου μιλάς έτσι μπροστά στον κόσμο, θα νομίζουν ότι είμαι καμία…”. “ Με συγχωρείς” της λέω, “αλλά και με το φεύγα που σου είπα. Ζημιά μου έκανες. Αν μιλούσαμε, το ποίημα θα είχε καταστραφεί τελείως”.»
- Πως ξεχωρίζετε ένα καλό ποίημα;
«Σου μιλάει. Ένα ωραίο ποίημα, ένα καλό ποίημα μιλάει αμέσως. Δηλώνει την παρουσία του.». Τι άνθρωπος είναι ο ποιητής; «Ο πιο κυνηγημένος. Είναι αιματηρό να είσαι ποιητής. Μια φορά ο Εγγονόπουλος ρώτησε κάποιον νέο : “Τι κάνετε”; “Γράφω” λέει αυτός. “Βέβαια θα ήθελα να γράφω συνέχεια” λέει ο νέος, “αλλά για να ζήσω αναγκάζομαι να κάνω και κάτι ακόμα”. Και ο Εγγονόπουλος του απάντησε : “Μα γράφουμε ποίηση όχι για να ζήσουμε, αλλά για να πεθάνουμε”!».
- Ο κόσμος τι εικόνα έχει για ένα ποιητή;
«Τρεις χιλιάδες άνθρωποι αγαπούν πραγματικά τους ποιητές. Οι άλλοι αδιαφορούν.»
- Τι είναι η ποίηση για εσάς;
«Η ποίηση μου στάθηκε το αντίδοτο και η μεγάλη μου παρηγοριά. Όλη η ποίησή μου είναι μια εξομολόγηση του ασυνειδήτου μου. Η ποίηση είναι μια ανάγκη του ποιητή και δεν έχει καμιά σχέση σε πόσους αρέσει αυτό που γράφει. Η ποίηση δεν είναι η λογική, είναι η καρδιά. Είναι μια ειλικρίνεια ψυχής. Βγαίνει μια αλήθεια.»
- Σας χαρακτήρισαν νέοϋπερρεαλιστή. Ποια είναι η σχέση σας με τον υπερρεαλισμό;
«Ο υπερρεαλισμός κατά τη γνώμη μου υπήρξε κοινή μοίρα για όλους τους νεότερους ποιητές του κόσμου.»
- Ποια η σχέση σας με την πολιτική;
«Δεν ασχολούμαι πάρα πολύ. Γιατί βρίσκω ότι 
αυτά τα πράγματα είναι μάταια και ρευστά.». 
-Ψηφίζετε όμως στις εκλογές; «Μια μέρα το αφιερώνω σ’ αυτό.
 Οπωσδήποτε θέλω κι εγώ κάπου να είμαι. Μετά το ξεχνάω την άλλη μέρα. 
Θέλω να σκέφτομαι τα δικά μου πράγματα.».
-Τι ψηφίζετε ; «Δεν υπήρξα ποτέ δεξιός. 
Πάντα ήμουν προοδευτικός άνθρωπος αλλά όχι αριστερός. 
Πήγαινα προς τα αριστερά, αλλά δεν ήμουν ποτέ αριστερός! Γενικώς η πολιτική δε μ’ ενδιαφέρει! 
Είχα πάντα πιο σοβαρά πράγματα που με βασάνιζαν!»
- Σκέπτεστε το τέλος, το θάνατο;
«Ε, πολλές φορές. Ο θάνατος δεν είναι ωραίο πράγμα. 
Είναι μια αδικία που έκανε ο Θεός.».
 - Υπάρχουν άλλες αδικίες του Θεού; 
«Ε…Αδικίες του Θεού υπάρχουν πολλές και πάρα πολύ μεγάλες…».
- Πείτε μου, αν θέλετε, την πιο μεγάλη.
«Η πιο μεγάλη είναι να έχει…να έχει άσχημες γυναίκες κι όμορφες γυναίκες…»
- Εσείς έχετε αναρωτηθεί αν υπάρχει Θεός;
«Όχι…Αλλά η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα είναι ζήτημα ψυχής!
Η πίστη είναι προδιάθεση της ψυχής…
Ο Κόντογλου έλεγε: “Αν ο γάιδαρος είχε φωνή
και τον ρωτούσες αν υπάρχει Θεός, θα σου έλεγε ασφαλώς όχι! Αυτή είναι η διαφορά του με τον άνθρωπο!”. 
Ο άνθρωπος νομίζω ότι γεννιέται για να αμφιβάλλει! 
Εκτός από τους πιστούς, τους φανατικούς, οι οποίοι οδηγούνται στην πίστη για λόγους ψυχικούς, όλοι οι άλλοι άνθρωποι δε θα μπορούσαν να απαντήσουν με βεβαιότητα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός! 
Και σε πολλά ακόμη πράγματα η καλύτερη απάντηση είναι η αμφιβολία!»
- Ολοκληρώνοντας, γιατί φοράτε σκουλαρίκι στο αυτί σας;
«Δεν ξέρω… Είχα βαρεθεί την εικόνα μου…
Πριν από λίγους μήνες το φόρεσα για να αλλάξω, για αλλαγή… 
Και οι νέοι που τα φορούν για αλλαγή τα φορούν, 
για να μη μοιάζουν με τους πατεράδες τους!»
- Μια τελευταία ερώτηση. Ποιος είναι ο
“Τρελός λαγός” στο ομώνυμο ποίημά σας;
«Εγώ!» 
ΠΗΓΗ: