Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ... Ο ποιητής «των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων» 40 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τότε που ξεκίνησε το τρανό κι ατέλειωτο ταξίδι του ο «Μαραμπού», ο θαλασσοδαρμένος ποιητής ...



Στίχοι: Νίκος Καββαδίας - από τη συλλογή ,Τραβέρσο (1975)
Μουσική - ερμηνεία : Μαρίζα Κωχ
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
... των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
100  (2010 ) χρόνια από τη γέννησή του

΄Ενας αιώνας (2010 ) πέρασε από τη γέννηση και 40 χρόνια από τότε που ξεκίνησε το τρανό κι ατέλειωτο ταξίδι του ο «Μαραμπού», ο θαλασσοδαρμένος ποιητής Νίκος Καββαδίας.
Είχε γεννηθεί το 1910 στο Χαρμπίν, στη Μαντζουρία. Μεγάλωσε στον Πειραιά. Από το 1929 ταξίδευε ως ασυρματιστής στο Εμπορικό Ναυτικό. Πέθανε στις 10 του Φλεβάρη 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο, στην Αθήνα, δηλαδή στη στεριά κι όχι στη θάλασσα, όπως ήτανε η βαθιά του επιθυμία. Λίγες μέρες πριν το θάνατό του, κι αφού είχε ξεκουμπιστεί η χούντα, η συχωρεμένη Ανθούλα Γανιάρη, κόρη του καλλιτέχνη βιβλιοδέτη Χ. Γανιάρη, μας μάζεψε στο σπίτι της, κάτω από το Λυκαβηττό. Στ' αντάμωμα ήταν οι αξέχαστοι φίλοι, ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, ο ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης, ο ποιητής Νίκος Καββαδίας και ο υπογράφων. Κρασί και πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα για τα χρόνια της δικτατορίας, ο καθένας με τα βιώματά του.
Ο «Μαραμπού», όπως τον ονόμασαν οι φίλοι του από την πρώτη ποιητική συλλογή του, ήταν αυτός που μολογούσε τα πάθη των ναυτικών, τους καημούς και τη σκληρή δουλειά τους για λίγα θαλασσοβρεγμένα χρήματα, γιατί η ζωή «είναι δυο σειρές δόντια δυνατά και το ψωμί στρογγυλό, που κυλάει ως τις άκρες του κόσμου». Αρτος, αλλά όχι για όλα τα στόματα...
Μέσα σ' αυτούς και ο Νίκος Καββαδίας, πρώτα ναύτης, κατόπιν «μαρκονιστής» - ασυρματιστής - μια ολάκερη ζωή. «Παγιδεύεται από τη θάλασσα, τις πολλές θάλασσες. Τη μία».
Σε καράβι, μπροστά στον ασύρματο
Τόποι μακρινοί και λιμάνια άγνωστα και γυναίκες τραγικές, ήταν οι αγάπες του ποιητή του «Μαραμπού». Και η ζωή στη στεριά, μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Ο Κόλιας Καββαδίας (χαϊδευτικό, αντί για Νίκος) φορούσε πάντα τη μαύρη ναυτική φανέλα του κι ένα σκούφο από αστρακάν, κι όταν μιλούσε άφηνε τη βραχνή φωνή του ν' αργοσέρνεται.


Πολλά χρόνια είχε να γράψει ποίηση και τον ρωτούσανε γιατί δε γράφει. Δεν το 'λεγε σε κανέναν. Αλλά κάποτε τ' ομολόγησε: «Το '57 η θάλασσα πήρε τον αδερφό μου. Δεν έγραψα ούτε στίχο. Ηταν ο πιο χαρούμενος, ο πιο καλωσυνάτος άνθρωπος στον κόσμο. Αφού δεν έγραψα γι' αυτή την αγάπη, γιατί να γράψω;».
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική - ερμηνεία : Δημήτρης Ζερβουδάκης
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε Καίσαρ να σε σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

Κάτι που θα `κανε γοργά να φύγει το κοράκι
Που του γραφείου σου πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
Να φύγει κράζοντας βραχνά χτυπώντας τα φτερά του
Προς κάποια ακατοίκητη κοιλάδα του νοτιά

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ’ αυτές απλά να σε εσύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες

Κάτι που θα `κανε τα υγρά παράδοξα σου μάτια
Που αβρές μαθητριούλες τ `αγαπούν και σιωπηροί ποιητές
Χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουνε
Με κάποιο τρόπο που όπως λεν δε γέλασαν ποτέ

Γνωρίζω κάτι που μπορούσε βέβαια να σε σώσει
Εγώ που δε σε γνώρισα ποτέ για σκέψου εγώ
Ένα καράβι να σε πάρει Καίσαρ να μας πάρει
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ οδηγώ

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα 17 στιλέτα ανάμεσα
θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει

Βιοπάλη στην πλανεύτρα θάλασσα
«Μαραμπού» («Κύκλος», 1933), «Πούσι» («Καραβίας», 1947), «Βάρδια» (1954) και λίγους μήνες μετά το θάνατό του, το «Τραβέρσο» («Κέδρος», 1975). Μικρά πεζά «Λθ» και «Του πολέμου», «Στο άλογό μου», αφηγήματα από τον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία (1987, «Αγρα», 1994). Τρεις ποιητικές συλλογές κι ένα λυρικό χρονικό δώσανε στον Καββαδία τη γενική αναγνώριση. Είναι η μοναδική, ίσως, περίπτωση στη λογοτεχνία μας, που με το πρώτο του βιβλίο, το «Μαραμπού» (1933), καθιερώθηκε ως ποιητής.
Μπορεί να είναι τα ποιήματά του αυτά, που με το μυστηριακό άρωμά τους μιλάνε για τόπους μακρινούς και λιμάνια μ' ονόματα περίεργα, για γυναίκες τραγικές, για μουσικές εξαίσιες κι αισθήματα ένοχα, για άτια κι εξωτικά στο πέλαγος, και σου στήνουνε καρτέρι στην τιμονιέρα, τις πνιχτές νύχτες, στους Τροπικούς.
Ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε με εξαιρετική επιτυχία 11 ποιήματα του Νίκου Καββαδία που κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τίτλο "Ο Σταυρός του Νότου"
΄Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
Είμαστε σκυφτοί κ' οι δυό στο χάρτη·
γύρισες και μού 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι' αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.
Το Αλφα του Κενταύρου μιά νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά.
Αλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρείς μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.
Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυό σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.
Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.
Για το μόνο πράγμα που ένιωθε περήφανος ήταν η καταγωγή του. 
Κι ακόμα ένιωθε περήφανος και για κείνη τη μυστική δύναμη που τον έριξε στη θάλασσα, να γίνει εραστής της, φίλος, αγαπητικός, παινευτής της.
Ο ίδιος διηγιέται για τη ζωή του:
«Γεννήθηκα πολύ μακριά, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Φύγαμε από κει όταν ήμουν πέντε χρόνων. Θυμάμαι πάντα τα τραγούδια του τόπου, πάντα μ' ακολουθεί η μυρωδιά του κορμιού των γυναικών που με παίρναν στην αγκαλιά τους και οι μυρωδιές από τις αυλές τους. Γυρίσαμε στην Ευρώπη με τον "Υπερσιβηρικό". Σε καράβι πρωτομπήκα στην Οντέσσα. Το λέγαν "Ιερουσαλήμ". Ο πατέρας μου μάς πήγε στην Κεφαλλονιά και ξανάφυγε για τη Ρωσία. Ηταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού. Τον θαύμαζα. Μίλαγε όλες τις διαλέκτους της Κίνας κι από λίγο όλες τις ευρωπαϊκές. Λιγότερο απ' όλες τα ελληνικά»
Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
 Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζωνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζωσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζωνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...
«Μας έφερε στην Ελλάδα και ξανάφυγε για τη Ρωσία, που είχε τότε πόλεμο με τους Γερμανούς. Γύρισε στα 1920 και μπήκε τροφοδότης σ' ένα ποστάλι. Μ' έπαιρνε τα καλοκαίρια μαζί του. Ταξιδεύαμε Σμύρνη - Πόλη. Το 1928 τέλειωσα το γυμνάσιο και μπήκα σ' ένα ναυτικό γραφείο στον Πειραιά, γιομάτο μεγάλες αφίσες και χάρτες γεωγραφικούς. Οταν νύχτωνε και σφύριζαν τα καράβια παρτέντζα, μ' έπιανε λύσσα. Τι μ' έσπρωξε στη θάλασσα; Η μυρωδιά από τις βαλίτσες των ναυτικών. Τα δώρα που φέρναν οι συγγενείς μου από τα ξένα. Η μυρωδιά των καραβιών που κάνει τους επιβάτες να ζαλίζονται και να περιμένουν την ώρα που θα φτάσουν στο λιμάνι σα λύτρωση. Ζορίστηκα για να φύγω. Κι από τους άλλους κι από μένα τον ίδιο. Τριάντα καράβια είχανε στενοί μου συγγενείς, κι εγώ γύριζα στα ξένα γραφεία για δουλειά. Είμουνα τρομερά βραδύγλωσσος και υπνοβάτης. Τον πρώτο χρόνο που μπαρκάρισα, ξερνούσα σα γάτα. Συνήθισα με τον καιρό. Ομως, όταν μείνω στη στεριά πάνω από τρεις μήνες, τη μέρα που θα ξαναμπαρκάρω νοιώθω λιγάκι σαν την πρώτη φορά που ξεκίνησα».

Καραντί - 1986
Στίχοι: Καββαδίας Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία :Ρίτα Αντωνοπούλου

Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα
γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα
που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίσει τροπικές

Παντιέρα κίτρινη σινιάλο του νερού
φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο
τα δυο φανάρια της νυκτός κι ο Πιζανέλο
ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού

Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
όπως και τότε απ' του Κολόμπου την κουκέτα
χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα
χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους
της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά στο στόμα φύκια
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη πελεκημένη απο σπαθιά
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια

Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

Ειπώθηκε πολλές φορές κι από πολλούς, πως ο Νίκος Καββαδίας είναι μεγάλος, ξεχωριστός κι αληθινός ποιητής.΄Εχουν ειπωθεί πολλές φορές αυτά και θα ειπωθούν κι άλλες ακόμα μελλοντικά, όσο θα συνεχίζουμε σ' αυτό τον τόπο να μιλάμε ελληνικά, κι όσο η ποίησή μας θα συνεχίζει να 'χει στη «βάρδια» της άξιους ποιητές κι ανθρώπους σαν τον Νίκο Καββαδία, τον ωραίο παραμυθά για την πραγματικότητα αυτή που υπάρχει και την άλλη που γεννούσε κάθε φορά ο νους του, αξεχώριστες η μια από την άλλη.
Η ιδιότυπη ποίησή του, γραμμένη με αίμα και με θαλασσόνερο, και με αρμύρα απ' όλους τους ωκεανούς του κόσμου και τα λιμάνια, είναι πλεούμενο καράβι. Το παίρνεις και σαλπάρεις μ' όλους τους θλιμμένους δόκιμους στις γέφυρες, μ' όλους τους λοστρόμους και τους θερμαστές, τους καμαρότους και τους ναύτες, με τις μανάδες και τις αδερφές πίσω τους.
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική-ερμηνεία: Ξέμπαρκοι
Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή « Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.



Κι όσο κι αν έχει γίνει ο κόσμος μας αυτό που λέμε σήμερα «πολύ πεζός» και μια δρασκελιά για τα ταξιδιωτικά μέσα που διαθέτουμε, με το «καράβι» του Καββαδία και με «καπετάνιο» τον ίδιο δεν έχεις φόβο να πλήξεις.
Μπορείς ακόμα να μαγεύεσαι από την απεραντοσύνη της θάλασσας και την ομορφιά της κι ας την έχουμε καταβρωμίσει «από τους απόπατους όλου του κόσμου κι από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας» κι ας την έχουνε κλείσει από παντού στόλοι με πυρηνικό θάνατο.
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
1. Χαρούλα Αλεξίου
Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
«Λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται»
Μας φυλάγει ακόμα το όνειρο - «λυπήσου εκείνους που δεν ονειρεύονται» - η μαγεία στον κόσμο και τα ταξίδια στους ωκεανούς και τα λιμάνια. Μαγεύει η «αμαρτία» και η «αγνότητα» των ναυτικών του, στη σκληρή πάλη τους για το δύσκολο ψωμί και τη ζωή, με απανωτά ναυάγια και SOS.
Ο ίδιος ο Νίκος Καββαδίας, με τα γραφτά του, μνημονεύει καλύτερα τον εαυτό του, σ' ένα γράμμα που έστειλε στις 30 του Ιούλη 1951 στην αδερφή του Τζένια, στην Αθήνα, από το ταξίδι για το Φρεμάντλε:
«Κατεβαίνουμε δίχως γράμματα. Δίχως φυλαχτό περάσαμε τις περιοχές του φόβου. Να ξέραμε πως μας έχουνε συγχωρήσει. Να μπορούσα να μάθω πως φύγατε για τη Γαλλία. Δεν μπόρεσα να πιάσω ούτε μια φορά το "Κορινθία". Χειμωνιάτικος ουρανός. Κρύο. Τα σημάδια του Ισημερινού σβήνουν και μείνανε μονάχα σημάδια πείρας. Ημείς εις σημείον αιτούμεν. Ακριβώς σε τούτο το στίγμα έχει το κουράγιο κανείς να αποφασίσει άλλο ένα ταξίδι. Ελα να μου πεις αδερφή μου πώς θα μπορέσω να γράψω ένα βιβλίο. Από το Σουέζ μέχρι το Κόκος δεν σε φωνάζω ούτε μια φορά να με συντροφέψεις. Θα σε σκότωνε η ζέστη, θα σε μαύριζε η καπνιά του φουγάρου. Πότε θα πιούμε τσάι μια νύχτα - ας μην είναι Κεϋλάνης».
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Γιάννης Σπανός
1. Κώστας Καράλης
θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.
Οταν γύρισε από την Αλβανία, όπου υπηρέτησε φαντάρος, πήρε μέρος στην Αντίσταση και ξαναμπαρκάρισε το 1944, με περιοριστικούς όρους «λόγω φρονημάτων», ως ασυρματιστής μέχρι το Noέμβρη Ι974. Στους τοίχους γράφανε τους αντιστασιακούς στίχους του (ανέκδοτους):
«Ωρα την ώρα
και πληθαίνουν οι πιστοί
ώρα την ώρα
και φουντώνει το μελίσσι,
ως τη στιγμή που μες
στους δρόμους θ' ακουστεί,
η μουσική που κάθε
στόμα θα λαλήσει».
Αυτός ήταν ο θαλασσοδαρμένος ποιητής του «Μαραμπού», ο αξέχαστος Νίκος Καββαδίας.
Βασίλης ΠΛΑΤΑΝΟΣ
Η επιλογή των τραγουδιών έγινε από εμένα mariarosa