Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

...και πήρα στον ώμο μου τη σκάλα για να ξεκρεμάσω τους αθώους και να καρφώσω τους ληστές. Μενέλαος Λουντέμης - ΚΑΡΦΙΑ .

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: «Η Σταύρωση»
1596-1600 ,
Oil on canvas, 312 x 169 cm
Museo del Prado, Madrid
από το http://www.wga.hu/frames-e.html?/html/g/greco_el/12/1209grec.html
Ακούω τα πέταλα,ακούω τα καρφιά.

Γέμισαν οι νύχτες μου καρφιά

Κι οι μέρες μου βελόνια.

Παντού ακούονται καρφιά

Να καρφώνουν σταυρούς

Να καρφώνουν κρεμάλες.

Με καρφιά είναι σπαρμένοι οι δρόμοι.

Καρφιά μού'στειλαν στα γενέθλια μου

αντίς για λουλούδια γιορτινά.

Καρφιά γέμισαν το μαξιλάρι μου

αντίς για πούπουλα απαλά.

Καρφιά μπήξανε στα όνειρά μου

Και στον τυραγνισμένο μου ύπνο.

Από άγρια σουβλερά καρφιά

κρέμονται κι οι μέρες μου

μέ σπάγγους από νερό.

Με τα ίδια καρφιά κάρφωσαν

κι όλους τους ανώνυμους της Ιστορίας

Καθώς καί τους διαλεχτούς της.

Απ'αυτά τα καρφιά κρέμασα κι εγώ

τους μαύρους μου εφιάλτες

Και πήρα στον ώμο μου τη σκάλα

για να ξεκρεμάσω τους αθώους

Και να καρφώσω τους ληστές.

Μενέλαος Λουντέμης -ΚΑΡΦΙΑ

Μεγάλη Παρασκευή - Ἐν ᾗ τά Ἅγια καί Σωτήρια καί Φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν
Ἀπόστολος | Εὐαγγέλιον | Ἦχος - Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Α´ 18 - 31
18 Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. 

19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν,
καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω.


20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; 


21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. 



22 ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν,

23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, 


24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν·


25 ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί. 

26Βλέπετε γὰρ τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς, 


27 ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα τοὺς σοφούς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, 


28 καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, 


29 ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 30 ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις,

31 ἵνα, καθὼς γέγραπται, ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω.
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Β´ 1 - 2
1 Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ
καθ’ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων
ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ.


2 οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι
ἐν ὑμῖν εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν,
καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον.
 
Οι πόνοι της Παναγιάς
Ποίηση : Κώστας Βάρναλης

  • ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ /
    ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ /
    ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Το Θεϊκό ήτοι Το Ανθρώπινο Πάθος /Οι πόνοι της Παναγιάς
  • Μουσική: Λουκάς Θάνος
    Ερμηνεία : Νίκος Ξυλούρης

    Οι πόνοι της Παναγιάς

    Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
    Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
    Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,5ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.
    Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,10πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!
    Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά15και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.
    Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινόαπό τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνόπερνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,20πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.
    (Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).
    Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —25πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;
    Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—30ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.
    Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή - βραδύ,35πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.
    ...................................
    Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,40που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.
    Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.45Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
    Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλικι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ50που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…
    Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.55Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
    Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…—Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά60την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!


    Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, από τη Νεκταρία Καραντζή.
    Επιμέλεια ισοκρατήματος:
    πατήρ Νικόδημος Καβαρνός.
    Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ 

    Η ζωή εν τάφω
    κατετέθης, Χριστέ,
    και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
    συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

    Η ζωή πως θνήσκεις;
    πώς και τάφω οικείς;
    του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
    και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

    Μεγαλύνομέν σε,
    Ιησού Βασιλεύ,
    και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
    δι’ ων έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

    Μέτρα γής ο στήσας,
    εν σμικρώ κατοικείς,
    Ιησού Παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
    εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

    Ιησού Χριστέ μου,
    Βασιλεύ του παντός,
    τι ζητών τοις εν τω άδη ελήλυθας;
    ή το γένος απολύσαι των βροτών.

    Ο Δεσπότης πάντων
    καθοράται νεκρός,
    και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
    ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

    Η ζωή εν τάφω
    κατετέθης, Χριστέ,
    και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας
    και επήγασας τω κόσμω την ζωήν.

    Μετά των κακούργων
    ως κακούργος, Χριστέ,
    ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας,
    κακουργίας του αρχαίου Πτερνιστού.

    Ο ωραίος κάλλει
    παρά πάντας βροτούς
    ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται,
    ο την φύσιν ωραΐσας του παντός.

    Άδης πως υποίσει
    παρουσίαν την σήν,
    και μη θάττον συντριβείη σκοτούμενος,
    αστραπής φωτός σου αίγλη τυφλωθείς;

    Ιησού, γλυκύ μοι
    και σωτήριον φως,
    τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψαι;
    ω αφάτου και αρρήτου ανοχής!

    Απορεί και φύσις,
    νοερά και πληθύς,
    η ασώματος, Χριστέ, το μυστήριον
    της αφράστου και αρρήτου σου ταφής.

    Ώ θαυμάτων ξένων!
    ώ πραγμάτων καινών!
    ο πνοής μοι χορηγός άπνους φέρεται,
    κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ.

    Και εν τάφω έδυς,
    και των κόλπων, Χριστέ,
    των πατρώων ουδαμώς απεφοίτησας
    τούτο ξένον και παράδοξον ομού.

    Αληθής και πόλου
    και της γης Βασιλεύς,
    ει και τάφω σμικροτάτω συγκέκλεισαι,
    επεγνώσθης πάση κτίσει, Ιησού.

    Σου τεθέντος τάφω,
    πλαστουργέτα Χριστέ,
    τα του Άδου εσαλεύθη θεμέλια,
    και μνημεία ηνεώχθη των βροτών.

    Ο την γην κατέχων,
    τη δρακί νεκρωθείς,
    σαρκικώς υπό της γης νυν συνέχεται,
    τους νεκρούς λυτρών της Άδου συνοχής.

    Εκ φθοράς ανέβη
    η ζωή μου ευθύς,
    Σου θανέντος και τω Άδη φοιτήσαντος,
    Ιησού μου, του θανάτου συντριβή.

    Ως φωτός λυχνία
    νυν η σάρξ του Θεού,
    υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται,
    και διώκει τον εν Άδη σκοτασμόν.

    Νοερών συντρέχει
    στρατιών η πληθύς,
    Ιωσήφ και Νικοδήμω συστείλαί σε,
    τον αχώρητον, εν μνήματι σμικρώ.

    Νεκρωθείς βουλήσει
    και τεθείς υπό γήν,
    ζωοβρύτα Ιησού μου, εζώωσας
    νεκρωθέντα παραβάσει με πικρά.

    Ηλλοιούτο πάσα,
    Ιησού, εν τω σώ
    εκουσίω πάθει κτίσις, ως Λόγον Σε,
    εγνωκυία εαυτής συνεκτικόν.

    Της ζωής την πέτραν
    ως βροτόν, Ιησου,
    ο παμφάγος Σε φαγών Άδης ήμεσεν,
    εξ αιώνος ους κατέπιε νεκρούς.

    Εν καινώ μνημείω
    κατετέθης, Χριστέ,
    και την φύσιν των βροτών ανεκαίνισας,
    αναστάς θεοπρεπώς εκ των νεκρών.

    Επί γης κατήλθες
    ίνα σώσης Αδάμ
    και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα,
    μέχρις Άδου κατελήλυθας ζητών.

    Συγκλονείται φόβω
    πάσα, Λόγε, η γη
    και Φωσφόρος τας ακτίνας απέκρυψε,
    του μεγίστου γη κρυβέντος σου φωτός.

    Ως βροτός μεν θνήσεις,
    εκουσίως, Σωτήρ,
    ως Θεός δε τους θνητούς εξανέστησας,
    εκ μνημάτων και βυθού αμαρτιών.

    Δακρυρρόους θρήνους
    επί σε η Αγνή
    μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,
    ανεβόα πως κηδεύσω σε, Υιέ;

    Ώσπερ σίτου κόκκος,
    υποδύς κόλπους γης,
    τον πολύχουν απεδέδωκας άσταχυν,
    αναστήσας τους βροτούς τους εξ Αδάμ.

    Υπό γην εκρύβης
    ώσπερ Ήλιος νυν,
    και νυκτί τη του θανάτου κεκάλυψαι
    αλλ’ ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ.

    Ως ηλίου δίσκον
    η σελήνη, Σωτήρ,
    αποκρύπτει, και Σε τάφος νυν έκρυψεν,
    εκλιπόντα τω θανάτω σαρκικώς.

    Η ζωή θανάτου
    γευσαμένη, Χριστός,
    εκ θανάτου τους βροτούς ηλευθέρωσε,
    και δωρείται πάση κτίσει την ζωήν.

    Νεκρωθέντα πάλαι
    τον Αδάμ φθονερώς
    επανάγεις προς ζωήν τη νεκρώσει Σου,
    νέος, Σώτερ, εν σαρκί φανείς Αδάμ.

    Νοεραί σε τάξεις,
    ηπλωμένον νεκρόν
    καθορώσαι δι’ ημάς εξεπλήττοντο,
    καλυπτόμεναι ταις πτέρυξι, Σωτήρ.

    Καθελών σε, Λόγε,
    απο ξύλου νεκρόν,
    εν μνημείω Ιωσήφ νυν κατέθετο.
    Αλλ’ ανάστα σώζων πάντας ως Θεός.

    Των αγγέλων, Σώτερ,
    χαρμονή πεφυκώς
    νυν και λύπης τούτοις γέγονας αίτιος,
    καθορώμενος σαρκί άπνους νεκρός.

    Υψωθείς εν ξύλω
    και τους ζώντας βροτούς
    συνοψοίς υπό την γήν δε γενόμενος,
    τους κειμένους υπ’ αυτήν εξανιστάς.

    Ώσπερ λέων, Σώτερ,
    αφυπνώσας σαρκί,
    ως τις σκύμνος ο νεκρός εξανίστασαι,
    αποθέμενος το γήρας της σαρκός.

    Την πλευράς ενύγης
    ο πλευράν ειληφώς
    του Αδάμ, εξ ής την Εύαν διέπλασας,
    και εξέβλυσας κρουνούς καθαρτικούς.

    Εν κρυπτώ μεν πάλαι
    έθυον τον Αμνόν
    σύ δ’ υπαίθριος τυθείς, Ανεξίκακε,
    πάσαν κτίσιν απεκάθηρας, Σωτήρ.

    Τις εξείποι τρόπον,
    φρικτόν! όντως καινόν;
    ο δεσπόζων γαρ της κτίσεως σήμερον,
    πάθος δέχεται και θνήσκει δι’ ημάς.

    Ο ζωής ταμίας
    πως οράται νεκρός;
    εκπληττόμενοι οι άγγελοι έκραζον
    πως δ’ εν μνήματι συγκλείεται Θεός;

    Λογχονύκτου, Σώτερ,
    εκ πλευράς σου ζωήν
    τη ζωή, την εκ ζωής εξωσάση με
    επιστάζεις και ζωοίς με σύν αυτή.

    Απλωθείς εν ξύλω
    συνηγάγου βροτούς
    την πλευράν σου δε νυγείς την ζωήρρυτον,
    πάσιν άφεσιν πηγάζεις, Ιησού.

    Ο ευσχήμων, Σώτερ,
    σχηματίζει φρικτώς,
    και κηδεύει ως νεκρόν ευσχημόνως Σε,
    και θαμβείταί σου το σχήμα το φρικτόν.

    Υπό γην βουλήσει,
    κατελθών ως θνητός,
    επανάγεις απο γης προς ουράνια
    τους εκείθεν πεπτωκότας, Ιησού.

    Καν νεκρός ωράθης,
    αλλά ζων ως Θεός,
    νεκρωθέντας τους βροτούς ανεζώωσας,
    τον εμόν απονεκρώσας νεκρωτήν.

    Ω χαράς εκείνης!
    ω πολλής ηδονής!
    Ιησού, ης τους εν Άδη πεπλήρωκας,
    εν πυθμέσι φως αστράψας ζοφεροίς.

    Προσκυνώ το πάθος,
    ανυμνώ την ταφήν
    μεγαλύνω σου το κράτος, φιλάνθρωπε,
    δι’ ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

    Κατά σου ρομφαία
    εστιλβούτο, Χριστέ,
    και ρομφαία ισχυρού μεν αμβλύνεται,
    η ρομφαία δε τροπούται της Εδέμ.

    Η αμνάς τον άρνα,
    καθορώσα νεκρόν,
    ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε
    συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.

    Καν ενθάπτη τάφω
    καν εις Άδου μολή,
    αλλά, Σώτερ, και τους τάφους εκένωσας
    και τον Άδην απεγύμνωσας, Χριστέ.

    Εκουσίως, Σώτερ,
    κατελθών υπό γήν,
    νεκρωθέντας τους βρούς ανεζώωσας
    και ανήγαγες εν δόξη πατρική

    Της Τριάδος πάθος
    υπομένει, ο Είς,
    επονείδιστον, αμνός ιλαστήριος
    φρίξον ήλιος, και τρόμαξον η γη.

    Ως πικράς εκ κρήνης,
    της Ιούδα φυλής,
    οι απόγονοι εν λάκκω κατέθεντο,
    τον τροφέα μανναδότην Ιησούν.

    Ο Κριτής εις δίκην
    προ αδίκου κριτού,
    και παρίστατο και θάνατον άδικον
    κατεκρίθη διά ξύλου σταυρικού.

    Μιαιφόνον έθνος,
    αλαζών Ισραήλ,
    τι παθών τον Βαραββάν ηλευθέρωσας;
    τον Σωτήρα δε παρέδωκας σταυρώ;

    Ο χειρί σου πλάσας
    τον Αδάμ εκ της γής,
    δι’ αυτόν τη φύσει γέγονας άνθρωπος,
    και εσταύρωσαι βουλήματι τω σω

    Υπακούσας, Λόγε,
    τω ιδίω Πατρί,
    μέχρις Άδου του δεινού καταβέβηκας
    και ανέστησας το γένος των βροτών.

    Οίμοι, φώς του κόσμου!
    οίμοι φως, το εμόν!
    Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν,
    η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.

    Φθονερέ, ελάστορ,
    φόνου πλήρης λαέ,
    καν σινδόνας και αυτό το σουδάριον
    ουκ αισχύνη, αναστάντος του Χριστού!

    Δολοφόνε, δεύρο,
    μιαρέ μαθητά,
    και τον τρόπον της κακίας σου δείξον μοι,
    δι’ όν γέγονας προδότης του Χριστού.

    Ως φιλάνθρωπός τις
    υποκρίνη, μωρέ
    και τυφλέ, πανωλεθρότατε άσπονδε,
    ο το μύρον πεπρακώς διά τιμής.

    Ουρανίου μύρου
    ποίαν έσχες τιμήν;
    του τιμίου τι εδέξω αντάξιον
    λύσσαν εύρες, καταρώτατε Σατάν.

    Ει λυπή το μύρον
    και φιλόπτωχος εί,
    εις εξίλασμα ψυχής νυν χεόμενον,
    πως χρυσώ απεμπολείς τον φωταυγή;

    Ώ Θεέ και Λόγε,
    ω χαρά η εμή
    πως ενέγκω σου ταφήν την τριήμερον;
    νυν σπαράττομαι τα σπλάγχνα μητρικώς.

    Τίς μοι δώσει ύδωρ
    και δακρύων πηγάς,
    η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,
    ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;

    Ώ βουνοί και νάπται
    και ανθρώπων πληθύς,
    οίμοι! κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε
    συν εμοί τη του Θεού ημών Μητρί.

    Πότε ίδω, Σώτερ,
    σε το άχρονον φως,
    την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου;
    η Παρθένος ανεβόα γοερώς,

    Καν ως πέτρα, Σώτερ,
    η ακρότομος σύ,
    κατεδέξω την τομήν, αλλ’ επήγασας,
    ζων το ρείθρον, ως πηγή ων της ζωής.

    Ως μιας εκ κρήνης,
    τον διπλούν ποταμόν,
    της πλευράς σου, προχεούσης αρδόμενοι,
    την αθάνατον καρπούμεθα Ζωήν.

    Θέλων ώφθης, Λόγε,
    εν τω τάφω νεκρός,
    αλλά ζής και τους βροτούς,ως προείρηται
    τη εγέρσει σου, Σωτήρ μου, ανιστάς.

    Ανυμνούμεν, Λόγε,
    σε των πάντων Θεόν,
    τω Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι,
    και δοξάζομεν την θείαν σου ταφήν.

    Μακαρίζομέν σε,
    Θεοτόκε Αγνή,
    και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον
    του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.

    Η ζωή εν τάφω,
    κατετέθης, Χριστέ,
    και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
    συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

    να ανεβαίνεις κάθε μέρα, και όχι μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή,με το Χριστό στο Γολγοθά, κ να σταυρώνεσαι» Νίκος Καζαντζάκης

    Η Σταύρωση

    Στο έργο αυτό είναι εμφανής η τόλμη του καλλιτέχνη όσο αφορά την αφαιρετική και χρωματική του ικανότητα στις μεγάλες επιφάνειες. 

    Εδώ ο Θεοτοκόπουλος μας αποκαλύπτει ένα μοναδικό πνευματικό γεγονός στον απόλυτο, ουράνιο, ταραγμένο χώρο. 
    Όλα τα περιγραφικά στοιχεία έχουν εκλείψει και
    μόνο στο κάτω μέρος πολύ χαμηλά υπάρχει μια ασήμαντη υπόμνηση του γήινου περιβάλλοντος.

    Η προοπτική δεν υπάρχει ώστε να οργανωθεί το φως και το σκοτάδι, που συνθέτουν το δραματικό τοπίο. 
    Η σύνθεση είναι υπερβολικά λιτή, οι χρωματικοί τόνοι συγκρατημένοι και το φως κάτι παραπάνω από άφθονο προβάλλει αριστοτεχνικά τον τεράστιο όγκο του σώματος του Χριστού.. 
    Δίχως τον παραμικρό υπαινιγμό ηλιακού φωτός , αφού σύμφωνα με τον Τζούλιο Κλόβιο,
     «Το φως της ημέρας ενοχλούσε το εσωτερικό φως του Γκρέκο». 
    Στο κάτω δεξιό άκρο του πίνακα, υπάρχει η συνηθισμένη ελληνική υπογραφή: 
    «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εποίει»

    « Η προσευχή σήμερα λέγεται πράξη. Να ασκητεύεις σήμερα θα πει: να ζεις με τους ανθρώπους και να ανεβαίνεις κάθε μέρα, κάθε μέρα, και όχι μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή, με το Χριστό στο Γολγοθά, και να σταυρώνεσαι» (Νίκος Καζαντζακης)




    Η Σταύρωση
    του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου - Ελ Γκρέκο
    .
    Όλες οι μορφές προβάλλονται σε έναν χώρο κενό και αφύσικο, χωρίς φόντο, με φωσφορίζοντα χρώματα και παγωμένες χειρονομίες. 

    Στοιχεία που μάλλον αποτελούν αναμνήσεις του από έργα που γνώρισε όταν ήταν νέος στην Κρήτη.
    Σε αυτόν τον πίνακα ,με τον εντυπωσιακά συγκινησιακό χαρακτήρα, η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη και οι μορφές φαίνονται να έχουν χάσει το σωματικό τους βάρος, όπως οι δύο άγγελοι με τα ανάλαφρα φτερά που μαζεύουν στα χέρια τους το αίμα του Χριστού.
    Πίνακας με έντονη υποβλητικότητα η οποία επιτυγχάνεται μέσω του σχεδιασμού των μορφών σε επιμήκυνση, με αποκορύφωμα τον άγγελο που μας γυρίζει την πλάτη, πρωτόφαντα αιωρούμενος στη βάση του Σταυρού.
    http://domen-theotok-pplpp.blogspot.gr/2014/03/blog-post_11.html

    Μεγάλη Παρασκευή : O Xριστός πάνω στον σταυρό . Είναι ο «Αίρων τας αμαρτίας του κόσμου» - «άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

    Εσπόλιο ή Διανομή των Ιματίων του Χριστού,

    ( 1577-79 ) , 85 χ 173 εκ.

    Μητροπολιτικό σκευοφυλάκιο , Τολέδο
    Το κορυφαίο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου
    Εσπόλιο ή  Διανομή των Ιματίων του Χριστού,
    ( 1577-79 ) , 85 χ 173 εκ. 
    Μητροπολιτικό σκευοφυλάκιο , Τολέδο 
    Ανάμεσα στα Πάθη του Χριστού, ο διαμερισμός των ιματίων είναι ένα από τα πιο απωθητικά συμβάντα. Στον πίνακα εντείνεται η αντίθεση ανάμεσα στο μεγαλείο του Χριστού και της ευγενούς συμπεριφοράς του με το πλήθος των άξεστων στρατιωτών. 
    Η σκηνή αυτή είναι φορτισμένη από υψηλή θεολογία.
    Μέσα στον πορφυρό μανδύα του, ο Χριστός στέκει απομονωμένος στο μέσο του πίνακα. 
    Προπηλακίζεται από τον επιθετικό στρατιώτη με το μαυροπράσινο ρούχο, ενώ δίπλα βρίσκεται ο ιππότης με την  αδιαπέραστη πανοπλία, σύμβολο της πολεμικής και της  γήινης εξουσίας.
    Στην πανοπλία του αδρανούς και αδιάφορου ιππότη, η αντανάκλαση από τον πορφυρό μανδύα του Χριστού δημιουργεί ένα δραματικό βιολετί χρώμα.
    Ένας όχλος με απειλητικά πρόσωπα, όπου κάθε φυσιογνωμία σηματοδοτεί και έναν χαρακτήρα, πολίτες και ένστολοι στρατιώτες περιπαίζουν, υβρίζουν, χλευάζουν, εμπαίζουν, μια ανδρική φιγούρα, έναν άνθρωπο, έναν αθώο, που συνθετικά βρίσκεται στο κέντρο του πίνακα.
    Είναι ο «Αίρων τας αμαρτίας του κόσμου». 
    Έχει το βλέμμα του στραμμένο δεξιά υψωμένο προς τον ουρανό, τα μάτια μεγάλα, φωτεινά, εκστατικά λάμπουν από συγκίνηση, ατενίζουν το φως, που έρχεται από ψηλά, από έναν τόπο εκτός χώρου του πίνακα. 
    Το φως περιλούζει το πρόσωπό του, όλο το σώμα του, όλο το ιμάτιό του, που στραφταλίζει από λαμπερές ανταύγειες μέσα στα σκοτεινά βλέμμα του όχλου.
    Τα μαλλιά του ελεύθερα πέφτουν επάνω στους ώμους του, λιγοστά γένια καλύπτουν το κάτω μέρος της μορφής του, το στόμα του μισάνοιχτο, σαν κάτι να ψιθυρίζει, ίσως το «άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». 
    Τα πόδια του κάτω γυμνά και ταλαιπωρημένα φαίνονται σαν να περπατούν στα σύννεφα. 
    Το αριστερό του χέρι απλώνεται με
    ανοιχτή την παλάμη επάνω από τον άνδρα με το κίτρινο πανωφόρι  που ασχολείται με την προετοιμασία του Σταυρού, σαν να θέλει να τον χαϊδέψει, να τον προστατέψει, να τον συγχωρήσει για την άγνοιά του. 
    Το άλλο του χέρι το έχει φέρει στο στήθος του, έχει ανοιχτή την παλάμη του με τη χαρακτηριστική του κίνηση. 
    Στον καρπό είναι δεμένο το σχοινί, που το σέρνει βίαια ένας μαυριδερός, άσχημος άνδρας με τα μπράτσα του γυμνά.
    Φορά ένα καταπράσινο ρούχο, ενώ το δεξί του χέρι σαν αρπακτικό έχει αρπάξει από το σημείο του λαιμού το ιμάτιο που φορά ο Ιησούς και το τραβά για να το διαμελίσει. 
    Το ιμάτιο του Ιησού φέρει πολλές μεγάλες πτυχές. Κυρίαρχο  στοιχείο της σκηνής είναι η  βιαιότητα, η ταραχή, η εκφραστικότητα. 
    Αυτό που βγαίνει σαν αίσθηση φωτός είναι ένα κατακόκκινο φως, ένα μυστηριακό κόκκινο, μοναδικό, ένα χρώμα αίματος, χρώμα θυσίας, που το φωτίζουν μόνο οι λάμψεις του υπερβατικού φωτός, ενός φωτός που έρχεται από το υπερπέραν, αλλά και από το φως που πηγάζει από το ίδιο το σώμα του Ιησού. 
    Ένα φως παράξενο, απροσδιόριστο, άκτιστο, θείο, ένα φως που μόνο ο Ελ Γκρέκο μπορούσε να αποδώσει με τόση δύναμη, με τόση ένταση και λαμπρότητα.
    Πρόκειται για ένα εσωτερικό δικό του φως. 
    Στη σκηνή αποδίδεται ο διαμερισμός των ιματίων του Χριστού. 
    Το πρόσωπο του Χριστού παρουσιάζεται εξαϋλωμένο, με δεσπόζοντα στοιχεία το κόκκινο χρώμα του χιτώνα και την εκπληκτική έκφραση του προσώπου του. Περιτριγυρίζεται από ένα πλήθος προσώπων το οποίο αποδίδεται με τέλειο σχεδιασμό. 
    Οι παριστάμενες φιγούρες συμβολίζουν την ανθρωπότητα. 
    Την ενοχή τον πόνο και τη αγωνία που βιώνει μπροστά στο Θείο Πάθος αλλά και στο γεγονός του θανάτου.
    άλλα έργα εδώ :http://domen-theotok-pplpp.blogspot.gr/2014/03/blog-post_11.html