Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Μαγκάλι…

του Νίκου Μπογιόπουλου
Τον περασμένο Μάρτη ήταν τα δυο παιδιά, οι δυο φοιτητές, στη Λάρισα. Τότε κάτι καθίκια (σσ: ελπίζουμε να θεωρούν αρκούντως «λαϊκιστικό» τον χαρακτηρισμό μας) είχαν πει ότι η αιτία του θανάτου τους δεν ήταν η οικονομική δυσπραγία. Οτι δεν ήταν το μαγκάλι της φτώχειας που σκότωσε τους φοιτητές. Αλλά η ελλιπής… παιδεία τους καθώς δεν γνώριζαν τις βλαβερές συνέπειες του μονοξειδίου του άνθρακα! Χτες ήταν το 13χρονο παιδί στη Θεσσαλονίκη. Τα καθίκια – μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές – δεν είχαν μιλήσει. Θα είχε μεγάλη σημασία η γνώμη τους. Ειδικά η γνώμη τους για τις βλαβερές συνέπειες του άνθρακα, όταν έρχεται σε επαφή με την ανεργία και με το κομμένο λόγω ανέχειας ηλεκτρικό ρεύμα… 
«Η φτώχεια είναι η χειρότερη μορφή βίας» (Μαχάτμα Γκάντι)
Η χτεσινή τραγωδία αναδεικνύει τη συνολική τραγωδία και τη συνολική απειλή που βιώνουμε. Η απειλή, η τραγωδία, είναι όλα όσα ζούμε, όλα όσα «μαύρα» και «κανιβαλικά» μας περιβάλλουν, να τα… συνηθίσουμε! Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, τελικά, δεν είναι να έχουν γεμίσει τα πάρκα και οι πλατείες με άστεγους. Δεν είναι να ψάχνεις δουλειά για 300 και 400 ευρώ το μήνα. Δεν είναι να ψάχνουν άνθρωποι φαγητό στα σκουπίδια και στα συσσίτια. Δεν είναι το μισό εκατομμύριο παιδιά που γεμίζουν τις στατιστικές της ασιτίας. Δεν είναι ότι στην Ελλάδα του 2013 πεθαίνουν άνθρωποι από τα μαγκάλια. Η μεγάλη τραγωδία, εκείνο που θα προκαλέσει μη αναστρέψιμη βλάβη, θα είναι να μας μάθουν ως κοινωνία να ζήσουμε υποκύπτοντας και αποδεχόμενοι πως όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας είναι… «κανονικά»!
Αν κατορθώσουν όλη αυτή την απανθρωπιά να τη συνηθίσουμε, αν καταφέρουν να μας κάνουν να αποδεχτούμε ότι όλα αυτά είναι «κανονικά», ότι είναι «κανονικό» πράγμα να πεθαίνουν άνθρωποι από μαγκάλια, ότι είναι «κανονικό» πράγμα οι άστεγοι και οι ζητιάνοι στους δρόμους, ότι είναι «κανονικό» πράγμα η ασιτία, ότι είναι «κανονικό» πράγμα η φτώχεια, ότι είναι «κανονικό» πράγμα οι αυτοκτονίες, ότι είναι «κανονικό» πράγμα η χαμοζωή η δική μας ή του διπλανού μας, τότε δεν θα έχουν απλά νικήσει. Θα μας έχουν κατατροπώσει. Θα μας έχουν τσακίσει. Θα μας έχουν συντρίψει. Κι απ’ έξω κι από μέσα μας. Γιατί τελικά υπάρχει κάτι χειρότερο, υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από τη δυστυχία: Να συνηθίσεις τη δυστυχία. Υπάρχει κάτι χειρότερο, έγραψε ο Καμύ στην «Πανούκλα», από την πανούκλα. Να συνηθίσεις την πανούκλα.
Η πανούκλα» τους δεν είναι κάτι το «κανονικό». Ο κόσμος τους δεν είναι «κανονικός». Ότι πριν από μισόν αιώνα ο άνθρωπος πάτησε στη Σελήνη, αλλά μισόν αιώνα μετά, σε συνθήκες πρωτόγνωρων επιστημονικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων, η μισή ανθρωπότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ, δεν είναι «κανονικό». Δεν είναι «κανονικό» στη χώρα με τους πιο πλούσιους εφοπλιστές στον κόσμο, το 68% των Ελλήνων να ζει στα όρια και κάτω από τα όρια της φτώχειας. Δεν είναι «κανονικό» στη χώρα των επιδοτούμενων τραπεζών με 200 δισ. ευρώ, να σε χρεοκοπούν και να σου λένε ότι σε «σώζουν». Δεν είναι «κανονικό» να σε έχουν φτωχοποιήσει και να θέλουν να σου βγάλουν και το σπίτι σε πλειστηριασμό. Δεν είναι «κανονικό» να σε απολύουν και να σου λένε ότι τίθεσαι σε «διαθεσιμότητα». Δεν είναι «κανονικό» να βλέπεις τα παιδιά σου να μεταναστεύουν. Δεν είναι «κανονικό» να μετράμε νεκρούς από τις αναθυμιάσεις των μαγκαλιών. Δεν είναι «κανονικό» σε χίλιες οικογένειες την ημέρα να κόβεται το ρεύμα. Δεν είναι «κανονικό» οκτώ στους δέκα Έλληνες να μην μπορούν να αγοράσουν πετρέλαιο θέρμανσης. Στον αιώνα της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας, στην Ελλάδα και στον κόσμο, οι ανισότητες, η ανελευθερία, ο καταναγκασμός, η μετατροπή του ανθρώπου σε στατιστικό υπόδειγμα της δυστυχίας, αποτελούν παγκοσμιοποιημένο δόγμα. Ένα δόγμα που διεκδικεί να επιβάλλεται ως «ρεαλισμός» και ως «λογικός μονόδρομος» μέσα από τη διαστρέβλωση, την προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση, την καταστολή, τον εκβιασμό, την τρομοκρατία. Ε, λοιπόν, αυτό δεν είναι «κανονικό»!
 Αυτό δεν είναι «κανονικό»…
Ακούγεται και ξανακούγεται: «Και τι να κάνουμε;». Αλλά γιατί θα πρέπει να μας πει κάποιος τρίτος, κάποιος άλλος, «τι να κάνουμε»; Γιατί πρέπει να αναθέσουμε σε κάποιον «σωτήρα» ό,τι ο καθένας από εμάς και όλοι μαζί πρέπει και μπορούμε να κάνουμε. «Τι να κάνουμε», λοιπόν: Μα να αντιμετωπίσουμε ξανά τον «ρινόκερο»! Ναι, τον «ρινόκερο». Όπως ο Μπερανζέ, ο ήρωας του Ιονέσκο, που αρνήθηκε την «κανονικότητα» της κτηνωδίας. Που έμεινε όρθιος όσο κι αν έβλεπε τους γύρω του να συνθηκολογούν με τη δυστυχία. Να μετατρέπονται σε δούλους υποταγμένους στους νόμους της ζούγκλας. Να ενσωματώνονται, να προσαρμόζονται στη φρίκη και να μεταλλάσσονται. Να γίνονται ο ένας μετά τον άλλον ρινόκεροι. Να ενστερνίζονται την ασχήμια και να παραιτούνται από κάθε διάθεση αντίστασης. Να αποδέχονται ότι θα ζήσουν με τα λίγα χωρίς να διεκδικούν ό,τι τους ανήκει. Να υποτάσσονται στο φόβο και στη «μοίρα». Να αρνούνται τη δυνατότητα να σηκώσουν ανάστημα απέναντι στο «ζωώδες», στο παράλογο, στο απεχθές, στο ψεύτικο, στο βάρβαρο.
Σε μια πόλη που ο ένας μετά τον άλλο μεταλλάσσονται σε ρινόκερους, ο Μπερανζέ, κόντρα στην «κανονικότητα» της κτηνωδίας, κραυγάζει: «Ενάντια σε όλο τον κόσμο! Θα υπερασπίσω τον εαυτό μου ενάντια σε όλον τον κόσμο, δεν θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω. Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και μέχρι να ‘ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι, δεν θα συνθηκολογήσω»! Ο Μπερανζέ -ο καθένας από εμάς δηλαδή- πρέπει να ξαναβρεί τη φωνή του. Να ορθώσει το ανάστημα του. Όχι μόνο για λόγους ατομικής αξιοπρέπειας. Όχι μόνο ως υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας ή πολύ περισσότερο σαν επίδειξη ότι «ξεχωρίζουμε» από όσους δεν αντέχουν το βάρος και γονατίζουν.
Πρέπει να παραμείνουμε όρθιοι, να μη συνθηκολογήσουμε, να μην συνηθίσουμε - αυτός είναι ο πραγματικός μονόδρομος - γιατί μόνο έτσι θα πάρει σάρκα το «ένας για όλους και όλοι για έναν». Γιατί αυτή είναι η πρώτη και αναγκαία συνθήκη να σηκώσουμε και τους άλλους και να σμίξουμε τον κόσμο στο μέγα πολιτικό πρόσταγμα του καιρού μας: Να απαλλαγούμε απ΄ ό,τι μας σκοτώνει κι απ’ ό,τι μας αποκτηνώνει. Αυτό είναι το κανονικό! Να μείνουμε όρθιοι και ανυποχώρητοι, οικοδομώντας μια λαϊκή ενότητα που δεν θα εκφράζει τίποτα λιγότερο από την (αδιαπραγμάτευτη) άρνηση - εμείς, τα παιδιά μας, οι σύντροφοί μας στο εργοστάσιο, στο γραφείο, στη γειτονιά, στο σχολείο - να ζήσουμε συμβιβασμένοι με τα μαγκάλια. Με τα μαγκανοπήγαδα. Με τις αναθυμιάσεις. Και με την «κανονικότητα» της κτηνωδίας τους. 
«Ούτε αυτό είναι «κανονικό»

Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα , την μικρή ηρωίδα του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν ΄Αντερσεν την έλεγαν ΣΑΡΑ ....


Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα ,
την μικρή ηρωίδα του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν ΄Αντερσεν την έλεγαν ΣΑΡΑ ....
....και έζησε μέχρι τα 13 της χρόνια στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης όπου
και " έσβησε " μέχρι προχθές βράδυ Σαββάτου όταν έριξε το τελευταίο " σπίρτο " της στο μαγκάλι για να ζεσταθεί...

...εκεί στο φτωχικό σπιτάκι που έμενε με την άνεργη μητέρα της δίχως ηλεκτρικό ρεύμα ...
... ένα μήνα πριν το 2014 ...
....στην ΄Ελλάδα του Δ.Ν.Τ ,της ΤΡΟΙΚΑ , του ΣΑΜΑΡΑ και του ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ
mariarosa .


Θάνατος το μαγκάλι για ένα παιδί μέσα σε δωμάτιο .



Ένα μικρό κορίτσι μόλις 13 χρονών, απ' τη Σερβία, σκότωσε αυτήν τη φορά το μαγκάλι στη Θεσσαλονίκη. Η Σάρα πέθανε στον ύπνο της από δηλητηρίαση μέσα στο σπίτι, λόγω αναθυμιάσεων από μαγκάλι που είχαν ανάψει με τη μητέρα της για να ζεσταθούν.
«Είναι ένας φρικτός θάνατος αυτός», τονίζει εκφράζοντας τη θλίψη του στη "Νέα Κρήτη" ο γνωστός επιστήμονας από την Αθήνα, επιστημονικός συνεργάτης του "Δημόκριτου" και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών και του ΕΦΕΤ Νίκος Κατσαρός.
«Μαγκάλι για ένα μικρό παιδί μέσα σε ένα κλειστό δωμάτιο σημαίνει κίνδυνος-θάνατος. Διότι, εφόσον το παιδάκι δεν ξέρει και δεν ανοίγει τα παράθυρα, τότε συσσωρεύεται το μονοξείδιο του άνθρακα, το οποίο σε πρώτη φάση το φέρνει σε μια κατάσταση να νιώθει νυσταγμένο. Στη συνέχεια, όσο αυξάνεται η ποσότητα του μονοξειδίου του άνθρακα, αρχίζει και το πιάνει υπνηλία. Κάποια στιγμή κοιμάται.
Το μονοξείδιο του άνθρακα αυξάνεται, οπότε το παιδί πεθαίνει από ασφυξία. Είναι ένας τραγικός θάνατος. Και ειδικά για ένα μικρό παιδί που δεν έχει ζήσει τη ζωή του, είναι από τις πιο τραγικές στιγμές που ζει η Ελλάδα μέσα στην κρίση»...
Αντανακλαστικά
Σύμφωνα με τον Νίκο Κατσαρό, στη συγκεκριμένη περίπτωση «η μητέρα, επειδή ήταν ηλικιωμένη, είχε πιο μεγάλα αντανακλαστικά. Σε κάποια στιγμή, τα αντανακλαστικά της λειτούργησαν. Ξύπνησε και κατόρθωσε κι έφτασε μέχρι την πόρτα. Φώναξε βοήθεια. Άνοιξε τα παράθυρα, αλλά για το μικρό κοριτσάκι ήταν ήδη αργά»... Συνεχίζοντας, ο κ. Κατσαρός τονίζει ότι «σήμερα στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, όπως και πριν αλλά και μετά την κατοχή που δεν υπήρχε ρεύμα, χρησιμοποιούν το μαγκάλι. Επίσης, όλοι έχουμε παρατηρήσει ότι οι Έλληνες χρησιμοποιούν και ξύλα από οικοδομές και ξύλα από έπιπλα και συνθετικά πλαστικά, που αυτά μεν είναι τοξικά, αλλά η τοξικότητά τους ξυπνάει αυτόν που μένει μέσα στο δωμάτιο, σε αντίθεση με το μονοξείδιο του άνθρακα, που είναι άχρωμο, άοσμο και άγευστο, με συνέπεια το θύμα να μην αντιλαμβάνεται τίποτα»...
Καταλήγοντας, ο Νίκος Κατσαρός συνιστά σε όσους χρησιμοποιούν μαγκάλι να ανοίγουν το αργότερο κάθε μία ώρα την πόρτα τους ή ένα παράθυρο για να φεύγει έξω από το χώρο τους το μονοξείδιο του άνθρακα και να ανανεώνεται ο αέρας. Και βέβαια, ποτέ να μην κοιμούνται με το μαγκάλι αναμμένο...
Το μαγκάλι είναι επικίνδυνο
Τον αποτροπιασμό του για το γεγονός αυτό εκφράζει στη "Νέα Κρήτη" και ο πυρηνικός φυσικός και περιβαλλοντολόγος που ασχολείται με θέματα ενέργειας, Μιχάλης Προμπονάς. «Το μαγκάλι κάνει ατελή καύση. Χρησιμοποιείται αρκετά ακόμα και σήμερα σε περιοχές που κάνει πολύ κρύο. Δεν ανοίγουν το σπίτι να αεριστεί, λόγω κρύου, και έχουμε αυτά τα θλιβερά γεγονότα. Το μαγκάλι είναι επικίνδυνο. Δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται καθόλου», λέει. «Και θυμάμαι και τους φοιτητές που δηλητηριάστηκαν στη Λάρισα από μαγκάλι. Είχαν μάλιστα πιει. Και ο συνδυασμός του ποτού με το μαγκάλι, με το μονοξείδιο του άνθρακα που είναι δηλητήριο, είναι ό,τι χειρότερο. Όταν πιεις σε πιάνει και υπνηλία, οπότε πέφτεις σε λήθαργο, είναι και το μαγκάλι και τελείωσε»...
Το χρονικό
Η μικρή Σάρα ήταν από τη Σερβία. Ζούσε χωρίς ρεύμα σε ένα μικρό σπίτι με την 54χρονη άνεργη μητέρα της, αφού τους το είχε κόψει η ΔΕΗ. Τρεις μήνες ζούσαν χωρίς ηλεκτροδότηση οι δύο γυναίκες, οι οποίες, απογοητευμένες από τις συνθήκες ζωής, είχαν αποφασίσει να γυρίσουν στην πατρίδα τους, τη Σερβία. Αλλά δεν πρόλαβαν..
Η 54χρονη Ζωή, όπως λένε οι γείτονες, δούλευε περιστασιακά σε ταβέρνες αλλά τον τελευταίο καιρό ήταν άνεργη και προσπαθούσε να κερδίσει κάποια χρήματα πουλώντας ημερολόγια. «Προχθές ήρθε από το μαγαζί μου και με παρακάλεσε να αγοράσω ένα ημερολόγιο. Δεν ήξερα σε τι κατάσταση είχε περιέλθει η οικογένεια...», λέει ιδιοκτήτρια γειτονικού καταστήματος συγκλονισμένη από το τραγικό περιστατικό.
Σοκαρισμένος είναι και ο γείτονας από το απέναντι διαμέρισμα, ο οποίος προσπάθησε, με τεχνητή αναπνοή, να επαναφέρει στη ζωή το άτυχο κορίτσι.
Συμμαθητές της μικρής Σάρας περνούσαν το πρωί από το σπίτι του κοριτσιού, ένα διαμέρισμα στην Ξηροκρήνη, μη μπορώντας να πιστέψουν τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Η γυναίκα όμως δεν είχε ζητήσει ποτέ βοήθεια, ούτε καν από το Δήμο Θεσσαλονίκης. Δεν υπάρχει καμία αίτησή της στις δομές του Δήμου, όπως το συσσίτιο ή το κοινωνικό παντοπωλείο, γεγονός που δείχνει πόσο περήφανη γυναίκα ήταν. Αλλά η μάχη της επιβίωσης ήταν άνιση για την ίδια και τη μικρή Σάρα, που τελικά έφυγε από τη ζωή με φριχτό τρόπο.
Χωρίς ρεύμα
Η Σάρα πέθανε στον ύπνο της από δηλητηρίαση μέσα στο σπίτι, λόγω αναθυμιάσεων από μαγκάλι που είχαν ανάψει με τη μητέρα της για να ζεσταθούν. Σύμφωνα με πληροφορίες, χρωστούσαν 1.000 ευρώ στη ΔΕΗ και ζούσαν χωρίς ρεύμα. Η τραγωδία αποκαλύφθηκε γύρω στις 11 το βράδυ της Κυριακής, στο ρετιρέ διαμέρισμα του 4ου ορόφου οικοδομής επί της οδού Μπαρκοπούλου στην περιοχή Ξηροκρήνη της δυτικής Θεσσαλονίκης. Αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης ενημερώθηκαν για το συμβάν από το ΕΚΑΒ.
Όταν έφτασαν στο σκοτεινό διαμέρισμα, αντίκρισαν το άψυχο κορμάκι της μαθήτριας γυμνασίου, πεσμένο στο έδαφος. Η 54χρονη μητέρα της προσπαθούσε μάταια να επαναφέρει τις αισθήσεις της κόρης της. Οι αστυνομικοί εντόπισαν σε κοντινή απόσταση από το σημείο όπου κειτόταν νεκρή η κοπέλα ένα μαγκάλι το οποίο εκείνη την ώρα δεν έκαιγε.
Του Χριστόφορου Παπαδάκη