Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

" Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις " Κωνσταντίνος Καβάφης Δεκέμβριος του 1898 .

ορμώμενοι από την χθεσινή ημέρα Σάββατο 28 Σεπτέμβρη 2013 ημέρα σύλληψης μελών της ηγεσίας 
του κόμματος -  ναζιστικού μορφώματος του ελληνικού  κοινοβουλίου , της " Χρυσής Αυγής " εδώ :
θεωρώ ότι το ποίημα του Καβάφη,  "Περιμένοντας του βαρβάρους" το οποίο γράφτηκε πριν 103 χρόνια, 
(το Δεκέμβριο του 1898 , δημοσιεύτηκε το 1904 )
παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ...
Πρόκειται για ένα ψευδοϊστορικό ποίημα, το οποίο αναφέρεται στη Ρώμη την εποχή της παρακμής της, γύρω στον 5ο αιώνα μ.Χ. Η άλλοτε μεγάλη και τρανή ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρίσκεται τώρα στο έλεος των επιθέσεων των βαρβάρων.
Ωστόσο, με αυτό το ποίημα ο Καβάφης ουσιαστικά θέλει να απευθυνθεί στους πολιτικούς της σύγχρονης εποχής, δηλαδή της εποχής του, και να τους αποδώσει ευθύνες για την πολιτική, κοινωνική και πνευματική παρακμή του σύγχρονου ελληνισμού.
Το ποίημα είναι αφηγηματικό, αλλά είναι γραμμένο με τη μορφή διαλόγου (ερώτηση και απάντηση). `Ετσι το ποίημα παρουσιάζει ένα θεατρικό τρόπο ανάπτυξης.
Γλώσσα:• Δημοτική με ιδιωματισμούς και το τυπικό της καθαρεύουσας. Ιδιότροπη με έντονη δραματικότητα και γεμάτη από ειρωνικά στοιχεία. Περιέχει εικόνες από παλαιότερες εποχές όπως η βυζαντινή και η ρωμαϊκή.
Ύφος:• Αφηγηματικό, ιδιαίτερα ζωντανό χάρη στην παραστατικότητα των εικόνων. Ειρωνικό και ιδιαίτερα θεατρικό 
Περιμένοντας τους Bαρβάρους  ( Αναγνωρισμένα )

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη

στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί

τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε

για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί

τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·

γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,

και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·

γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).

Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,

κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
_
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Η διαχρονικότητα του ποιήματος είναι εμφανής.
Στο τελευταίο δίστιχο, ο αναγνώστης
φτάνει πια σε κάποιο όριο, μεταξύ
οίκτου και διαπόμπευσης. Να σωθούν οι
κάτοικοι της πόλης από κάποια ηρωική
έξοδο ή στάση – όπως σε άλλα ποιήματα ποιήματα
του Καβάφη – είναι ανεκτό. 
Αλλά να περιμένουν τη σωτηρία από μία
«βαρβαρική βαρβαρική» εισβολή 
εισβολή που θα τους
καταστρέψει και θα τους εξουθενώσει,
είναι ανήκουστο. Σε πρώτο πληθυντικό
πρόσωπο, ο ποιητής γράφει
 «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους» -
δείχνοντας έτσι την απόλυτη παρακμή
της πολιτείας που περιμένει τη
«σωτηρία» της μέσα από την ολοσχερή
καταστροφή.

Το ότι «οι άνθρωποι αυτοί
ήσαν μια κάποια λύσις», καταδεικνύει το
μέγεθος της πραγματικής παρακμής και
συμφοράς. Το ανέκκλητο δεν είναι
δυνατόν να αποτραπεί, γιατί οι βάρβαροι
δεν υπάρχουν πια. Κι έτσι αποκλείεεται κι
αυτή η «λύσις».
ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Το ποίημα αρχίζει με μια σκηνή στην αγορά της πόλης. `Ολοι οι κάτοικοι βρίσκονται συγκεντρωμένοι εκεί και περιμένουν με μεγάλη ανυπομονησία και αδημονία τον ερχομό των βαρβάρων, οι οποίοι θα σώσουν την ετοιμοθάνατη πόλη τους. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική και ξεχωριστή μέρα, γι' αυτό και υπάρχει μια γενικότερη αναστάτωση και αγωνία. Η Σύγκλητος είναι σε απραξία και δε νομοθετεί, ενώ ο αυτοκράτορας με την επίσημη ενδυμασία του προετοιμάζει μια τιμητική και μεγαλοπρεπή υποδοχή στους βαρβάρους. Επίσης, οι ανώτατοι άρχοντες, οι ύπατοι και οι πραίτορες, έχουν φορέσει τις κόκκινες τόγες και τα πολύτιμα και αστραφτερά τους κοσμήματα, για να εντυπωσιάσουν και να θαμπώσουν τους βαρβάρους. Τέλος, οι ρήτορες δε βγάζουν λόγους στην αγορά όπως έκαναν άλλες φορές, αφού θα έρθουν οι βάρβαροι και αυτοί βαριούνται τις δημόσιες αγορεύσεις. Το αίσθημα της αδράνειας και της απραξίας είναι διάχυτο στη σκηνή αυτή, ενώ όλα τα στοιχεία μάς οδηγούν στο να καταλάβουμε ότι πρόκειται για μια πόλη παρακμασμένη, διαβρωμένη και έτοιμη να καταρρεύσει. Γι' αυτό και οι κάτοικοι της περιμένουν με λαχτάρα τον ερχομό των βαρβάρων σαν τη μοναδική λύση για τη σωτηρία τους.
Ξαφνικά όμως αρχίζει η ανησυχία και η σύγχυση. Τα πρόσωπα των ανθρώπων γίνονται πιο σοβαρά, ενώ οι δρόμοι και οι πλατείες αδειάζουν. Οι άνθρωποι γυρνούν στα σπίτια τους συλλογισμένοι και ανήσυχοι, εξαιτίας της αργοπορίας των βαρβάρων. `Εχει αρχίσει να νυχτώνει και οι βάρβαροι δεν έρχονται. Διαδίδεται μάλιστα και η είδηση ότι οι βάρβαροι δεν υπάρχουν πια.
Η είδηση αυτή προκαλεί μεγάλη απελπισία στους ανθρώπους, οι οποίοι εναπόθεσαν όλες τις ελπίδες τους στους βαρβάρους. Η ετοιμοθάνατη πόλη περίμενε τους βαρβάρους σαν μια κάποια λύση, σαν τη μοναδική ίσως λύση που της απέμενε, προκειμένου να ξεφύγει από τον εκφυλισμό, την παρακμή και τη γενικότερη παραίτηση. Με τη ματαίωση όμως του ερχομού των βαρβάρων χάνεται και η τελευταία ελπίδα. Δεν απομένει τώρα πια τίποτε άλλο παρά μόνο ο θάνατος.
Η διάψευση των προσδοκιών των ξεπεσμένων ηθικά και πολιτικά ανθρώπων για
την ανυπαρξία ανυπαρξία των « βαρβάρων βαρβάρων» είναι χαρακτηριστική χαρακτηριστική αιτία της θλίψης και της
ματαίωσης που αισθάνονται. Οι «βάρβαροι» δε θεωρήθηκαν στο ποίημα ποτέ ως η
μοναδική λύση για την άρση του κοινωνικού και πολιτικού αδιεξόδου της
Πολιτείας Πολιτείας. . Ήταν απλώς «μια κάποια λύσις», μια επιλογή επιλογή για την αντιμετώπιση αντιμετώπιση των
προβλημάτων. Η απόλυτη απελπισία από τη μη έλευσή τους, θα τους αναγκάσει να
αναζητήσουν μια διαφορετική λύση.

Είναι αξιοσημείωτο να παρατηρήσουμε ότι οι πολίτες της παρακμασμένης και εκφυλισμένης αυτής πόλης περίμεναν σαν σανίδα σωτηρίας τον ερχομό των βαρβάρων, για να τους σώσουν από τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκονται.


Ωστόσο, οι βάρβαροι τελικά δεν έρχονται και η πόλη βυθίζεται στο σκοτάδι της απόλυτης απελπισίας. Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να ετοιμάζονταν να αποκρούσουν και να πολεμήσουν τους βάρβαρους κατακτητές, κι όχι να τους περιμένουν με κλάδους βαΐων, για να τους παραδοθούν και να και να υποταχτούν σ' αυτούς. Πρόκειται όμως για ανθρώπους διαβρωμένους και ξεπεσμένους ηθικά και ψυχικά, οι οποίοι μέσα στην αδράνεια, την αδιαφορία και την απραξία τους, βλέπουν σαν τη μοναδική λύση για όλα τα προβλήματά τους τον ερχομό των βαρβάρων. Πολλές φορές οι άνθρωποι περιμένουν ως λύση από μια άσχημη κατάσταση ένα μικρότερο κακό, το οποίο όμως δεν παύει να είναι κι αυτό κακό. Εξάλλου πρόκειται για μια προσωρινή λύση, που στην ουσία δεν μπορεί να τους προσφέρει και πολλά πράγματα.

Χαρακτηριστικά Χαρακτηριστικά γνωρίσματα γνωρίσματα της
κοινωνίας του ποιήματος:
--Από το μέγιστο μέγιστο σημείο ακμής και
εξέλιξης, βρίσκεται στην απόλυτη σήψη
και αποτελμάτωση.
-Νεκρώθηκε κάθε δημιουργική δημιουργική ή μαχητική μαχητική
στάση ζωής.
-Βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας ,ανίας
και δυστυχίας .
-Δεν επιθυμεί ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης
αλλά επιστροφή σε μια προγενέστερη
κατώτερη.
-Δεν διεκδικεί τίποτα και καθηλωμένη
αναμένει την άφιξη ομάδας ανθρώπων
που βρίσκεται σε κατώτερο σημείο
ανάπτυξης. Από αυτούς επιζητούν την
ανανέωση προσφέροντάς τους ως
αντάλλαγμα όσα με θυσίες έχουν επιτύχει.
ο ποιητής 
Ρόμπερτ Πίνσκι--άποψη με
την οποία συμφωνεί κι ένας
απ' τους μεταφραστές του
Καβάφη στα αγγλικά, ο
Εντμουντ Κίλι, που θεωρεί
πως με το ποίημα
«Περιμένοντας τους
βαρβάρους» ο
Αλεξανδρινός ποιητής
παίρνει το μέρος του απλού
πολίτη, του απλού
ανθρώπου στο δρόμο, που
είναι τελείως ανίσχυρος
μπροστά στους δυνατούς
που ασκούν την εξουσία.
 Αυτό που έχει
σημασία πάντως, τονίζει ο Μάθιου Πάρις,
Αρθρογράφος των
Τάιμς
ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκει
μεγάλες αναλογίες
ανάμεσα στον κόσμο
που παρουσιάζει ο Καβάφης
 στο ποίημά
του και στον δικό μας
κόσμο, τον σημερινό,
είναι ότι ο λαός δεν
έχει απολύτως καμία
ιδέα για το τι ακριβώς
συμβαίνει αφού
κρατείται στο σκοτάδι.
Ο αρθρογράφος των
Τάιμς δεν παραλείπει να
κρούσει τον κώδωνα του
κινδύνου για την ανάγκη
που αισθάνεται κάθε
κοινωνία, κάθε εποχή, να
«δαιμονοποιεί», να
δημιουργεί δηλ. και να
διατηρεί τους δικούς της
«βαρβάρους», όπως
επίσης και την ομόκεντρη
ανάγκη των πολιτικών να
τα βλέπουν όλα ή άσπρα ή
μαύρα, να φτιάχνουν
ιστορίες, να έχουν πάντα
απέναντί τους μία «δύναμη
του κακού».
Ο ΔημήτρηςΛιαντίνης σημειώνει για το
ποίημα του Κ.Π.Καβάφη:
 «Γιατί αυτό είναι
το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη
συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή
τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το
μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας.
Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta
vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο
και το αίμα του μαγνητίζεται από τον
άνθρωπο.
Και κάνει
ποίηση πολιτική.Το «Περιμένοντας τους
Βαρβάρους» υψώνει τον Καβάφη σε έναν
από τους τρεις μεγαλύτερους ποιητές του
εικοστού αιώνα σε παγκόσμια κλίμακα».

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ
Η τραγικότητα του ξεπεσμένου ηθικά και ψυχικά ανθρώπου, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι η ύπαρξή του είναι ανώφελη, γι' αυτό και είναι πρόθυμος να υποταχτεί και να παραδοθεί στον ισχυρό, θεωρώντας τον ως τη μόνη ελπίδα σωτηρίας του.
ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ: