Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

« ει Χριστός ουκ εγήγερται κενόν το κήρυγμα ημών, κενή άρα και η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ιε’, 14) Απόστολος Παύλος .


Αναστάσεως ημέρα …
Του ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΤΡΙΤΟΥ, καθηγητή Α.Π.Θ.

Αναμφίβολα η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί 
το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία του κόσμου. 
Κάθε αλήθεια του Χριστιανισμού θεμελιώνεται 
στην Ανάσταση και το παν εξαρτάται από αυτήν. 
Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Απόστολος Παύλος, 
«ει Χριστός ουκ εγήγερται κενόν το κήρυγμα ημών, 
κενή άρα και η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ιε’, 14).

Η Ανάσταση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος 
πάνω στον οποίο στηρίζεται ο Χριστιανισμός. 
Το επίκεντρο της πίστεως και της ζωής μας. 
Ο άξονας περιστροφής του μεταμορφωμένου κόσμου......
Όπως γράφει αείμνηστος λόγιος ιεράρχης της Εκκλησίας μας, 
«…το ηγέρθη ο Κύριος όντως είναι η 
ανακαινιστική και ζωοποιός δύναμη της εκκλησίας, 
το πάντοτε νέο μήνυμα του Ευαγγελίου, 
ο συνεχής ύμνος της θείας λατρείας, 
η μαρτυρία των Αποστόλων, των Μαρτύρων, 
των Οσίων και των Δικαίων, 
η δικαίωση του αγώνα τους, 
και η καταξίωση του μαρτυρίου τους, 
μαρτυρίου αίματος και μαρτυρίου συνειδήσεως».
Η Ανάσταση του Χριστού είναι ταυτόχρονα ιστορικό,

υπαρξιακό, εσχατολογικό γεγονός, 
αλλά και μια πραγματικότητα, που δέθηκε άμεσα
με τη βιοθεωρία και την απαντοχή του ελληνικού λαού.

• Ως ιστορικό γεγονός η Ανάσταση του Χριστού 
έχει τις περισσότερες αποδείξεις από κάθε άλλο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας. 
Καταγράφεται στα Ευαγγέλια, που αποτελούν τα πλέον αξιόπιστα κείμενα της παγκόσμιας ιστορίας, από αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες, οι οποίοι όχι μόνον γράφουν τα γεγονότα, αλλά και θυσιάζουν τη ζωή τους γι’ αυτά. 
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, σε ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας 
για την αξιοπιστία των γραφομένων του, τονίζει: 
«Ο ήν απ’ αρχής, ο ακηκόαμεν, 
ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, 
ο εθεασάμεθα και αι χείρες, 
ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής… 
μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν» (Α’ Ιωάν. α’, 1-2)
Πέραν όμως όλων αυτών, την αλήθεια της Αναστάσεως επιβεβαιώνουν: 
η μεταβολή του Αποστόλου Παύλου, 
που είναι η πιο εκπληκτική και απότομη 
ψυχική μεταστροφή στην ανθρώπινη ιστορία. 
Η μετάθεση της αργίας του Σαββάτου την Κυριακή. 
Η ηθική μεταβολή των Αποστόλων. 
Η ουσία του κηρύγματος των Αποστόλων, που είναι ο Αναστάς Κύριος. 
Η διαχρονική επισφράγιση αυτής της αλήθειας με το αίμα εκατομμυρίων μαρτύρων.


Το κήρυγμα της Αναστάσεως άρχισε να 
διαδίδεται στην ίδια πόλη που σταυρώθηκε 
και τάφηκε ο Ιησούς και απετέλεσε την πιο 
θαρραλέα πρόκληση κατά των απιστούντων, 
οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδείξουν
ψευδομένους τους μαθητές. 
Αλλά ούτε οι σύγχρονοι με την Ανάσταση Ιουδαίοι
ούτε οι μετέπειτα από αυτούς τόλμησαν να 
αμφισβητήσουν το γεγονός της Αναστάσεως.
Ούτε πάλιν είναι δυνατόν ένας μύθος, 

δυό χιλιάδες χρόνια τώρα, να αποτελεί 
το κέντρο της λατρείας και της αγάπης εκατομμυρίων πιστών. 
Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Λίνκολν 
«μπορεί να πλανηθεί λίγος κόσμος για πολύν καιρό. 
Και είναι δυνατόν επίσης να απατηθεί όλος ο κόσμος, για λίγο όμως καιρό. 
Αλλά είναι εντελώς αδύνατο να απατάται όλος ο κόσμος για όλον τον κόσμο».
Γενικά η Ανάσταση του Χριστού είναι από τα 

πλέον αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα, 
γιατί θεμελίωσε φωτεινή ιστορική πραγματικότητα 
και άρχισε μια αληθινά νέα εποχή.

• Η δεύτερη διάσταση της Αναστάσεως είναι η υπαρξιακή. 
Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι μονάχα ένα αναντίρρητο ιστορικό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα ένα γεγονός με λυτρωτικές διαστάσεις και προεκτάσεις για τον άνθρωπο όχι μόνον στη μεταφυσική του προοπτική, αλλά και σ’ αυτή την ενδοκοσμική του παρουσία. 
Όπως έχει λεχθεί, «Η Ανάσταση δεν είναι μονάχα ιστορία, αλλά και μαρτυρία· δεν είναι μνήμη, αλλά δύναμη· δεν είναι γνώση, αλλά ζωή».
Για να επιβεβαιώσουμε τις πιο πάνω αλήθειες, χρήσιμο θα είναι να συνειδητοποιήσουμε αφ’ ενός μεν την τραγικότητα του μακράν της χαράς της Αναστάσεως ανθρώπου, αφ’ ετέρου δε το λυτρωμένο άνθρωπο στο βαθμό που βιώνει την Ανάσταση και ενσαρκώνει το ήθος της.
Ο μακράν της Αναστάσεως άνθρωπος νοιώθει να τον περισφίγγουν τα τείχη της περατότητας του είναι του. 

Αδυνατεί να θεμελιώσει την αξία του. 
Στερείται ενός ασφαλούς βάθρου ζωής και αφήνει την ψυχή του ανικανοποίητη στις πιο βαθιές μεταφυσικές απαιτήσεις και ανάγκες του. 
Η ζωή αποκτά αρνητικό χαρακτήρα. 
Η ύπαρξη εμφανίζεται γυμνή και αδύναμη, γεμάτη αντιφάσεις, αφού αντιμετωπίζεται σε όλο το βάθος της αδυναμίας, 
της μοναξιάς και της εγκαταλείψεως. 
Γενικά η υπαρξιακή του πορεία δεν είναι τίποτε άλλο, 
παρά μια κίνηση από το μηδέν στο πουθενά. 
Ο Γερμανός ποιητής Jean Paul βλέπει έξω 
από την Ανάσταση να κυριαρχεί «το αμέτρητο άδειο»
«το απλανές και άλαλο μηδέν», «η παγερή και αιώνια ανάγκη», το «θυελλώδες χάος», «τα αιώνια μεσάνυχτα»
Έτσι αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι έξω 
από τη θαλπωρή της Αναστάσεως ο άνθρωπος αυτομηδενίζεται και πεθαίνει.
Η υπέρβαση του ανθρώπινου αδιεξόδου είναι η πίστη και η μετοχή στη χαρά της Αναστάσεως. 
Με την Ανάσταση έχουμε πρόσληψη του ανθρώπου και εγκεντρισμό του στη θεία ζωή, έξοδο από τη φθορά και το θάνατο της ατομικότητας και δυνατότητα αφθαρτοποιήσεως και καινοποιήσεώς του.
 Όπως παρατηρεί ο Απόστολος Παύλος 
«το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν 
και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν», (Α’ Κορ.ιε’, 53).
Ο άνθρωπος που ενσαρκώνει το αναστάσιμο ήθος νοιώθει ελεύθερος από τα εφιαλτικά σύνδρομα της ενοχής, της αγωνίας και της βασανιστικής μέριμνας. Εντάσσει το παρόν στην προοπτική του μέλλοντος. 
Γεμίζει ελπίδα και εσωτερική ειρήνη. 
Κάνει υπέρβαση της ψυχικής ανεστιότητας και του υπαρξιακού αδιεξόδου. Απομυθοποιεί το παράλογο του πόνου και του θανάτου και κατακτά τη λύτρωση, την οποία καμιά άλλη ενδοκοσμική αξία δεν μπορεί να του προσφέρει.
• Η τρίτη διάσταση της Αναστάσεως του Χριστού είναι η εσχατολογική. 
Βιώνεται ως δυναμική υπαρκτική κατάσταση από την παρούσα ζωή, ολοκληρώνεται όμως στην ατέρμονη αιωνιότητα, όπου οι πιστοί θα δούν «πρόσωπον προς πρόσωπον» τον Αναστάντα Ιησού.
Στον αναστάσιμο κανόνα του Πάσχα, ο οποίος είναι ένα από τα υπεροχότερα κείμενα της παγκόσμιας φιλολογικής παραγωγής, μας υποδεικνύεται ο τρόπος για την επίτευξη αυτού του στόχου. 
Και αυτός είναι η κάθαρση των αισθήσεων από τον συσκοτισμό της καθημερινότητας. 
«Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα, 
τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως, 
Χριστόν εξαστράπτονται και χαίρετε φάσκονται…». 
Σύμφωνα με τον κανόνα του Πάσχα, που απηχεί την ορθόδοξη διδασκαλία, μονάχα οι χριστοποιημένες αισθήσεις μπορούν να πάρουν πείρα του γεγονότος της Αναστάσεως και να δουν τον Κύριο
«εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα».
Η θέα του Αναστάντος στην παρούσα ζωή γίνεται

«εν εσόπτρω και αινίγματι»
Το τέλειο όμως της βιωματικής σχέσεως του πιστού 
με το νικητή του θανάτου και του Άδου θα γίνει στην άλλη ζωή,
όπου θα υπάρξει πλήρης υποστατική ένωση των πιστών με τον Κύριο.
Αυτή την εσχατολογική προσδοκία εκφράζει θαυμάσια ο ιερός υμνωδός σε τροπάριο της θ’ ωδής του κανόνα του Πάσχα: 
«Ω Πάσχα το μέγα και ιερώτατον Χριστέ· 
ω σοφία και Λόγε, του Θεού και δύναμις· 
δίδου ημίν εκτυπώτερον, σου μετασχείν, 
εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου».
• Η τέταρτη διάσταση της Αναστάσεως είναι η λαογραφική. 
Το πώς δηλαδή ο ελληνικός λαϊκός πολιτισμός 
εκφράζει το μεγάλο αυτό λυτρωτικό γεγονός. 
Χωρίς να αρνηθεί κανείς τον πανανθρώπινο και οικουμενικό χαρακτήρα της Αναστάσεως, δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθεί στην επίδραση, που άσκησε το κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός στη ζωή του ελληνικού λαού.
Για τον Ελληνισμό η γιορτή της Αναστάσεως δεν είναι μια τυπική γιορτή, που τη συντηρεί και τη μεταφέρει η παράδοση διαμέσου των αιώνων. 
Είναι κυρίως η γιορτή που ανταποκρίνεται στο βαθύτερο ψυχισμό του. 
Η μεγάλη αυτή γιορτή της χριστιανοσύνης ήταν πάντα η μεγάλη γιορτή του ελληνισμού. 
Στις δύσκολες ώρες της δοκιμασίας του το Έθνος μας έβλεπε στη γιορτή της Αναστάσεως την πεποίθηση για την αναγέννηση και την άνοδό του στο φως. 
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η ευχή ήταν 
«Χριστός Ανέστη και η Ελλάς Ανέστη».
Ο ελληνισμός συνταύτισε το Πάσχα με την ελπίδα, 

την επιβίωση, την ελευθερία και τη χαρά της ζωής. 
Ιδιαίτερα ο νέος ελληνισμός διαμορφώθηκε με άξονα και κεντρική ιδέα την ανάσταση του Γένους. 
Έτσι το Πάσχα έχει αναγορευθεί στη γνησιότερη γιορτή της αντίστασης και της ελευθερίας.
Όπως λέγει ο ποιητής 
«στο χώμα το στρωμένο με τα αμπελομάντιλα,
 κνίσες, τσουγκρίσματα και Χριστός Ανέστη 
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων».
Ζούμε σε μια εποχή, που ο άνθρωπος διέρχεται βαθειά κρίση. 
Η κυριότερη αιτία αυτής της κρίσεως είναι η έλλειψη πίστεως στην Ανάσταση του Χριστού και στις τεράστιες υπαρξιακές και μεταφυσικές της διαστάσεις. 
Έτσι βλέπει το θάνατο ως την οδυνηρότερη εμπειρία της ζωής, αλλά και την φοβερότερη δοκιμασία τερματισμού της υπάρξεως και εξουθενώσεώς του ως σκέψεως, προσωπικότητας και υλικής παρουσίας.
Ο σύγχρονος άνθρωπος, πιστεύοντας στην Ανάσταση του Χριστού και συνειδητοποιώντας ότι ο Χριστός με την Ανάστασή του 

«συνανέστησε παγγενή τον Αδάμ», 
θα ξεπεράσει της αγχωτικές εκβλαστήσεις 
τις υπαρξιακής προβληματικότητας, 
θα λύσει το πρόβλημα της ζωής και του προορισμού της υπάρξεως και θα απομυθοποιήσει τον ριγηλό εφιάλτη του θανάτου, 
κάνοντάς τον πράξη κοινωνίας με τη ζωή. 
Μιας ζωής ποιοτικά διάφορης της παρούσης 
με μόνιμη υπόσταση και αιώνια διάρκεια, 
μιας ζωής χωρίς τέλος.