Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

1941 - 1942 : Η οργανωμένη λεηλασία, η επακόλουθη πείνα και η τεράστια έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής στην Ελλάδα της γερμανικής Κατοχής. (Για να μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία χρωστάει. Και μάλιστα χρωστάει πολλά)



Η σύγχρονη αποικιοποίηση της Ελλάδας και η πρόσδεσή της στο ευρωγερμανικό άρμα, με την ουσιαστική μετατροπή της, σε μια αποικία χρέους, προκειμένου να μην φανεί η χρεωκοπία της ευρωζώνης και της ίδιας της Γερμανίας, καθώς και η επακολουθήσασα και ήδη, εξελισσόμενη ανθρωπιστική καταστροφή, που λαμβάνει χώρα στον τόπο μας, φέρνει στην μνήμη, ημέρες που είναι, την τεράστια και άνευ προηγουμένου, ανθρωπιστική καταστροφή, στην οποία επιδόθηκαν εις βάρος της, πρόσκαιρα, ηττημένης χώρας μας και του κατεχόμενου πληθυσμού της, κατά την διάρκεια των αρχών, προς τα μέσα, της δεκαετίας του 1940 οιναζιστές και οι φασίστες κατακτητές, μαζύ με τα τσιράκια τους - τους Βούλγαρους του βασιλιά Βόρι -, μετά την ήττα του ελληνικού στρατού, ύστερα από την γερμανική επίθεση της 6/4/1941 και την οριστική κατάληψη όλης της χώρας, μετά το τέλος της μάχης της Κρήτης, στις αρχές Ιουνίου 1941.
Τηρουμένων των αναλογιών και με δεδομένο ότι εκείνη η καταστροφή ήταν ανείπωτη, πρέπει να πούμε ότι και τώρα η Ελλάδα βιώνει μια ήπια (προς το παρόν) εκδοχή μιας καταστροφής, η οποία αγγίζει, σιγά - σιγά και τον ίδιο τον πληθυσμό και την επιβίωσή του, αφού οι συνθήκες διαβίωσής του διαρκώς επιδεινώνονται, ενώ ο παραγωγικός ιστός της χώρας αποδιαρθρώνεται ραγδαία, μέσα από την ταχεία αποσάρθρωση της βιομηχανίας του, την κατάρρευση της αγροτικής παραγωγής και την τεράστιας έκτασης προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης και ιδιαίτερα των αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι, φθάνοντας στα επίπεδα του 35%, έως 38% του πληθυσμού, οδηγούνται προς μια μαζικών διαστάσεων κοινωνική συρρίκνωση, μέχρις εξαφανίσεως, προκειμένου να ενισχυθούν οι μεγάλες μονάδες παραγωγής (οι οποίες, όμως, δεν πρόκειται να έλθουν στην χώρα), αφού η κρατούσα νεοφιλελεύθερη αντίληψη θεωρεί ότι το κοινωνικό και πολιτικό βάρος των στρωμάτων αυτών και η παρεμβατική τους δύναμη στα εντόπια κέντρα εξουσίας στρεβλώνει την παραγωγική διαδικασία .

Οκτώβριος 1941 : Το πρώτο μέρος ενός έγχρωμου φιλμ, Γερμανού κινηματογραφιστή, που παρουσιάζει την κατεχόμενη Αθήνα. Η αρχαιοπληξία των ναζιστών είναι εμφανής, σε όλη την διάρκεια της κινηματογράφησης, αφού ο φακός εστιάζει στα κλασσικά κτίρια της πόλης και σε κάθε τι που έχει σχέση, ή θυμίζει κάτι από την ελληνική αρχαιότητα, την πολιτιστική κληρονομιά και την ιστορική συνέχεια της οποίας διεκδίκησαν οι Γερμανοί ναζιστές.
Μέσα από αυτήν την επιχειρούμενη αναδιάταξη του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και με την διαδικασία της εξισορρόπησης των προϋπολογισμών της χώρας, που ακολουθούν, από το 2010 (και για όσο χρονικό διάστημα τους το επιτρέπουμε), οι τοκογλυφικοί δανειστές της χώρας, δεν γίνεται τίποτε λιγότερο από αυτό στο οποίο αποσκοπούσαν και το οποίο έκαναν οι κατακτητές, κατά την περίοδο 1941 - 1944. Δηλαδή, την δήμευση και την επίταξη του παραχθέντος και του παραγόμενου δημόσιου πλούτου της χώρας και του ιδιωτικού πλούτου του ελληνικού πληθυσμού.
Στις ημέρες μας, αυτό συμβαίνει, προκειμένου να διασφαλισθεί η ομαλή πληρωμή του μεγαλύτερου δυνατού τμήματος του ελληνικού δημόσιου χρέους, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν είναι διατηρίσιμο.
Στην εποχή της τριπλής κατοχής της περιόδου 1941 - 1944 συνέβαινε, προκειμένου να τραφούν οι κατοχικές δυνάμεις και να εξυπηρετηθούν οι πολεμικές ανάγκες του Άξονα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το δεύτερο μέρος του έγχρωμου φιλμ του Γερμανού κινηματογραφιστή, που παρουσιάζει σκηνές από την κατεχόμενη Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1941. Πέρα από την εμφανή αρχαιοπληξία των ναζιστών, στα δύο αυτά τμήματα του φιλμ, είναι φανερή και καταγράφεται και η βαθιά περιφρόνηση των ναζιστών, για τους σύγχρονους Έλληνες...

Έτσι η πείνα, οι αρρώστειες και τα μέτρα καταστολής που πήραν οι ναζί και οι σύμμαχοί τους, κατά την διάρκεια της Κατοχής και οι οποίες έπληξαν την Ελλάδα ήσαν απόρροια της πολιτικής της επίταξης, της οικονομικής αφαίμαξης, της δήμευσης και της διαρπαγής κάθε παραγωγής που ακολούθησαν οι κα­τακτητές. Προφανώς, όσον αφορά την πείνα και τις αρρώστειες, σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο αποκλεισμός που είχαν επιβάλει οι Σύμμαχοι - κυρίως, οι Άγγλοι. Αλλά δεν ήσαν οι Σύμμαχοι εκείνοι οι οποίοι είχαν την ευθύνη, για την διάθρεψη του ελληνικού πληθυσμού, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες.
Η διάθρεψη του πληθυσμού αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη των κατακτητών. Των Γερμανών, των Ιταλών και των Βούλγαρων.
Η πείνα και οι αρρώστιες που έπληξαν την Ελλάδα, την περίοδο 1940 - 1941 και έως το τέλος της Κατοχής - γιατί νεκροί από πείνα υπήρξαν και μετά τον πρώτο χειμώνα της περιόδου της τριπλής υποδούλωσης της χώρας και του πληθυσμού της -, πρέπει να άφησαν πίσω τους, γύρω στους 260.000 νεκρούς. Τα στοιχεία, βέβαια, είναι ελλιπή, λόγω πλημμελούς καταγραφής, ή και λόγω προπαγάνδας, η οποία αφαιρούσε, ή φούσκωνε τους αριθμούς, ανάλογα, με τις ανάγκες εκείνου που παρουσίαζε το ζήτημα των δεινών του κατεχόμενου ελληνικού λαού. (Οι Βρετανοί το 1942 μιλούσαν για 500.000 νεκρούς από την πείνα).

Αυτό, όμως, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η Ελλάδα πλήρωσε τον βαρύτερο φόρο αίματος - και όχι μόνον - κατά το διάστημα που η ηπειρωτική Ευρώ­πη βρισκόταν κάτω από την ναζιστική κυριαρχία. Και φυσικά, οι περισσότερες ανθρώπινες απώλειες στον ελλαδικό χώρο και κυρίως, στις μεγάλες πόλεις (αλλά όχι μόνον σε αυτές) προέκυψαν, εξαιτίας της πείνας και των ασθενειών, τις οποίες η Κατοχή, με την ακραία επιδείνωση των όρων διαβίωσης του γενικού πληθυσμού, πολλαπλασίασε δραματικά.
Για κάποιους, τα θύματα της πείνας που έπληξε τη χώρα τον χειμώνα του 1941 - 1942 είναι πιθανό να μην ξεπέρασαν τις 100.000. (Μάλιστα, ο εκπρόσωπος του Βατικανού, ο μετέπειτα Πάπας Ιωάννης ΚΓ', ο οποίος υπηρετούσε στην Αθήνα, έχει καταγράψει στις σημειώσεις του - προφανώς, αντλώντας τις πληροφορίες του από την μικρή κοινότητα των Καθολικών στην Ελλάδα, αλλά, κυρίως, από του Ιταλούς κατακτητές - ότι οι νεκροί από την πείνα, στην περιοχή του Λεκανοπέδιου της Αττικής, από τον Σεπτέμβριο του 1941, έως τον Οκτώβριο του 1942, έφθασε τους 35.000)

Αυτοί, οι οποίοι μιλούν για περί τους 100.000 νεκρούς από την πείνα, μπορεί να μην έχουν εντελώς άδικο, αν και η μεγάλη πλειοψηφία όσων έχουν ερευνήσει την υπόθεση των νεκρών της περιόδου 1941 - 1942, λένε ότι έφθασαν, περί τους 250.000 ανθρώπους, με ανώτατο όριο τους 300.000. Όμως, πρέπει να ειπωθεί ότι όσοι υ­πολογίζουν τους νεκρούς από την πείνα, κοντά στους 100.000 δεν υπολογίζουν σε αυτούς και εκείνους που πέθα­ναν από ασθέ­νειες - σαν την φυματίωση και τις λοιπές λοιμώξεις -, που θέρισαν τον εξαντλημένο πληθυσμό από την έλλειψη τροφής. Έτσι την περίοδο αυτή παρατηρήθηκε αύξηση της θνησιμότη­τας των ηλικιωμένων, των αρρώστων , των παιδιών και των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, γεγονός το οποίο δεν είναι καθόλου άσχετο με την πείνα και την έλλειψη των φαρμάκων.
Από την άλλη πλευρά, οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής ανέπτυξαν το "επιχείρημα" ότι οι θάνατοι από την πείνα δεν ήσαν κάτι το πρωτόγνωρο στην Ελλάδα, αφού η χώρα και πριν από τον πόλεμο και την Κατοχή, δεν μπορούσε να καλύψει τις επισιτιστικές της ανάγκες και γι' αυτό εισήγαγε, σε ετήσια βάση, γύρω στους 400.000 τόννους σιτηρών.
Το επιχείρημα των Γερμανών δεν ήταν εσφαλμένο. Πράγματι, εάν ανατρέξει κανείς στα ληξιαρχεία του λεκανοπεδίου της Αττικής, καθώς και των άλλων περιοχών της χώρας, πριν από τον πόλεμο, θα βρει ουκ ολίγους θανάτους, "εξ ασιτίας", ή "εξ αθρεψίας", ή "εξ υποθρεψίας". Και είναι γεγονός ότι, από το 1940, με την έναρξη και κατά την διεξαγωγή του πολέμου, είχαν μειωθεί τα αποθέματα της χώρας, αφού οι εισαγωγές είχαν περιορισθεί, δραστικά.
Επίσης, η ελληνική παραγωγή είχε περιοριστεί και αυτή, κατά 30%, λόγω έλλειψης εργατικών χεριών και μηχανημάτων, τα οποία είχαν επιστρατευθεί και επιταχθεί. Αλλά, το γεγονός ότι η χώρα λειτουργούσε, με το 70% της παραγωγικής της δυναμικότητας, βάζοντας και τις γυναίκες στην παραγωγή, καθώς, επίσης και η ύπαρξη των δελτίων στην διανομή και η ίδια η κατάσταση πολέμου, στην οποία είχε κηρυχθεί η χώρα, όλα αυτά μαζύ δεν επέτρεψαν να εμφανισθεί κάποια επισιτιστική κρίση.

Έτσι, το πρόβλημα της τεράστιας και μαζικής επισιτιστικής κρίσης, που παρουσιάστηκε στην Κατοχή, ήταν ένα πρόβλημα, που έφεραν οι κατακτητές και δεν έχουν καμμία σχέση, ή επιρροή, τα όσα συνέβησαν πριν, ή κατά την διάρκεια του πολέμου (αν και φυσικά ο ίδιος ο πόλεμος έπαιξε βασικότατο ρόλο σε αυτό το ζήτημα, διότι αν δεν είχε γίνει η ιταλική και η γερμανική εισβολή, δεν θα ακολουθούσε και η Κατοχή). Άλλωστε ο κύριος ρόλος, που έπαιξε η πολιτική των επιτάξεων από τις κατοχικές δυνάμεις προκύπτει, πλήρως, από τις επιστολές του εκπρόσωπου του Ράιχ στην ΑθήναGünther Altenburg, προς το Βερολίνο, με τις οποίες ζη­τούσε να περιορισθεί το φαινόμενο και να ληφθεί μεγαλύτερη μέριμνα, για τον επισιτισμό του κατεχόμενου ελληνικού πληθυσμού, καθώς οGünther Altenburg ζούσε, από κοντά, το πρόβλημα και γνώριζε, πολύ καλά, τις τραγικές του διαστάσεις.
Hermann Göring (12/1/1893 - 15/10/1946).
Οι προσπάθειες του Günther Altenburg έμειναν χωρίς ανταπόκριση. Χαρακτηριστική είναι η κυνική δήλωση του Χέρμαν Γκαίρινγκ : "Δεν μπορούμε να ενδιαφερθούμε, υπερβολικά, για τους πεινασμένους Έλληνες. Αυτό είναι μια ατυχία που θα συμβεί και σε πολλούς άλλους λαούς".
(Η φράση αυτή του ηγετικού μέλους της ναζιστικής ελίτ βρήκε και έναν σύγχρονο μιμητή, τον Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε, ο οποίος, σε σχετική ερώτηση είπε κάτι το παρεμφερές : "Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, για τον απλό άνθρωπο στην Αθήνα").
Οι Γερμανοί λένε ότι το 1941 και το 1942 δεν προέβησαν σε επιτάξεις σιτηρών και ότι επίταξαν μόνο ελαιόλαδο και σταφίδα, εσπεριδοειδή, βαμβάκι κ.α. (καθώς και τον καπνό, ο οποίος, όμως, δεν είναι φαγώσιμος, όπως, άλλωστε και το βαμβάκι).
Κατ' αρχήν και αυτά, που επίταξαν, ως κεντρική διοίκηση, από έναν πενόμενο πληθυσμό, που λιμοκτονούσε δεν ήσαν λίγα. Και δεν ήσαν μόνον αυτά, αλλά πολύ περισσότερα από τα σιτηρά, που δεν επίταξαν (επειδή δεν μπορούσαν να τα βρουν), αφού οδήγησαν στην κατάρρευση του συνόλου της παραγωγής της ελληνικής οικονομίας.
Επίσης, οι αρπαγές των τροφίμων που έκαναν οι στρατιωτικοί ηγέτες των Γερμανών, σε τοπικό επίπεδο και οι ίδιοι οι Γερμανοί στρατιώτες, ήσαν πάμπολλες και ο Άλτενμπουργκ έχει γράψει ουκ ολίγα στις επιστολές του, προς τον ίδιο τον Adolf Hitler και την λοιπή ηγεσία του Γ' Ράϊχ, όπου περιγράφεται η απίστευτη αρπακτική διάθεση του στρατού κατοχής, σε κατώτερο επίπεδο και η απίστευτη - για Γερμανούς - απειθαρχία του, μαζί με την πλήρη έλλειψη προετοιμασίας καει επιμελητειακής υποστήριξης του πολέμου κατά της Ελλάδας.


Και φυσικά, την πολιτική των επιτάξεων δεν την ασκούσαν μόνον οι Γερμανοί, αλλά και οι άλλοι δύο σύμμαχοί τους. Οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι. Και οι μεν Ιταλοί είχαν στην αρχή μια επιμελητειακή υποστήριξη την οποία, συν τω χρόνω, αμέλησαν και έπαυσαν, επαφιέμενοι στην διαρπαγή της εντόπιας παραγωγής, ενώ οι Βούλγαροι προέβαιναν σε μαζικές κατασχέσεις σιτηρών, προκειμένου να κάνουν τον πληθυσμό να πεινάσει και να εγκαταλείψει την Μακεδονία, την οποία τους είχαν παραχωρήσει οι Γερμανοί, με αποτέλεσμα, η μεγαλύτερη παραγωγή σιτηρών που προερχόταν από την Μακεδονία να στρέφεται προς την κάλυψη των βουλγαρικών αναγκών και να έχει αποκοπεί από την υπόλοιπη Ελλάδα, οι ανάγκες του πληθυσμού της οποίας έμειναν ακάλυπτες. Έτσι, η κεντρική γερμανική διοίκηση δεν προέβη σε κατασχέσεις σιτηρών επειδή δεν υπήρχαν σιτηρά να κατασχέσει. Άλλωστε, ό,τι είχε απομείνει, το πλιατσικολογούσαν οι κατοχικές δυνάμεις, σε κατώτερο επίπεδο.
Οι Γερμανοί χώρισαν την χώρα σε τρεις διοικητι­κές ζώνες, εξασφαλίζοντας τον απόλυτο έλεγχο στους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς της χώρας. Κράτησαν τις στρατηγικές περιοχές, τον Πειραιά, την Θεσσαλονίκη, μεγάλο τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, την Κρήτη, την Χίο, την Λέσβο και την Λήμνο.
Τις εύφορες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτι­κής Θράκης τις έδωσαν στους Βούλγαρους, οι οποίοι επιδόθη­καν σε έναν ανηλεή διωγμό εναντίον του ελληνικού πληθυσμού και εφάρμοσαν συστηματι­κά την πολιτική του εποικισμού στις περιοχές αυτές.
Οι Ιταλοί έλεγχαν την ηπειρωτική Ελλάδα τις Κυκλάδες, τα Ιόνια νησιά και την Σάμο. Στις δύο τελευταίες περιοχές οι Ιταλοί οργάνωσαν ένα σύστημα αυτόνομης πολιτικής διοίκησης με σκοπό την τελική τους προσάρτηση.


Έτσι, οι κατακτητές προέβησαν σε μία ανηλεή λεηλασία, χωρίς προηγούμενο και προχώρησαν σε έναν άμεσο διαγκωνισμό, για το ποιος θα αρπάξει τα περισσότερα (δυνατά και αδύνατα) εφόδια, είτε αυτά αφορούσαν τα ζώα και τα τρόφιμα, είτε τις πρώτες ύλες, τα ορυχεία και ολόκληρα βιομηχανικά συγκροτήματα. Η πείνα και οι μαζικοί θάνατοι, που ακολούθησαν, ήσαν το φυσικό επακόλουθο. Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής δεν υπήρξε κάτι, που δεν το λεηλάτησαν, είτε αυτό αφορούσε την δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία που υπήρχε στην χώρα.


Αυτό που είναι απίστευτο, για την γερμανική πολεμική μηχανή, είναι ότι τα στρατεύματα κατοχής ήλθαν στην Ελλάδα, χωρίς ουσιαστική επιμελητεία, χωρίς να έχουν προετοιμαστεί για την κάλυψη των αναγκών τους και φυσικά, ήλθαν, με το σκεπτικό ότι τα έξοδα συντήρησής τους, θα τα αναλάμβανε η κατακτημένη χώρα. Κάτι που, τελικώς, έγινε, με την απεριόριστη χρήση της ωμής βίας.
Οι Γερμανοί στρατιώτες συμπεριφέρθηκαν με, ομοίως, απίστευτη απειθαρχία και επιδόθηκαν στις λεηλασίες, άρπαζαν τρόφιμα, πολύτιμα και μη, αντικείμενα, τιμαλφή και ό,τιδήποτε άλλο ήταν, γι' αυτούς, χρήσιμο. Και όπως έχω προαναφέρει αυτή η συμπεριφορά έχει επισημανθεί, επανειλημμένως, από τον Άλτενμπουργκ και την ίδια την γερμανική διοίκηση.
Και φυσικά, όπως, επίσης προανέφερα, την ίδια πρακτική ακολούθησε μαζικά και η κεντρική γερμανική διοίκηση, η οποία κατέσχεσε τόνους ελληνικών προϊόντων και τα μετέφερε, μέσω του Πειραιά στα κεντρικά, προς διανομή στον γερμανικό στρατό. 

Μάλιστα, κατά το πρώτο διάστημα και μέσα στα πλαίσια του μεταξύ τους ανταγωνισμού Γερμανοί και Ιταλοί διενήργησαν εφό­δους σε αγροτικές αποθήκες, κτηνοτροφεία και προέβαιναν σε κατασχέσεις, αρπάζοντας ό,τι μπορούσαν, προκειμένου να διαθρέψουν τις δυνάμεις Κατοχής.
Μνήμες από την πείνα της Κατοχής. Οι επιζήσαντες θυμούνται και αφηγούνται (video).
Στην μοιρασιά, ήταν απόλυτα φυσικό, τον πρώτο και τελευταίο λόγο να έχουν οι Γερμανοί, οι οποίοι, προκειμένου να στηρίξουν την πολεμική μηχανή τους και τον αγώνα που αυτή έδινε στα άλλα μέτωπα, είτε στην Ρωσία, είτε στην Βόρειο Αφρική, παραγκώνισαν τους Ιταλούς.
Οι προσπάθειες που οι τελευταίοι κατέβαλαν, με τον Βόλπι, που ορίστηκε ως εκπρόσωπος των ιταλικών συμφερόντων στην Ελλάδα, δεν είχαν ανένα θεαματικό αποτέλεσμα, αφου οι Γερμανοί είχαν πάρει το μέγιστο κομμάτι της πίττας, πυ αφορούσε τις μεγάλες βιομηχανικές και παραγωγικές μονάδες και επιχειρήσεις, εντάσσοντας στα κλιμάκια των κατοχικών δυνάμεων και Γερμανούς επιχειρηματίες, που ανάγκαζαν ένα πλήθος επιχειρήσεων να συνάπτουν μακροχρόνια συμβόλαια, με εξασφαλισμένη την αποκλειστική εκμετάλλευση, για τις επιχειρήσεις τους. Έτσι, οι Ιταλοί έμειναν απέξω και η όποια συμμετοχή τους ήταν περιορισμένη.
Η τακτική των Γερμανών δεν πήγε χαμένη, αφού τους εξασφάλισε τα απαιτούμενα οικονομικά οφέλη,για την κάλυψη των πολεμικών αναγκών τους. Άλλωστε, με την ουσιαστική κατάσχεση ολόκληρης της μεταλλευτικής παραγωγής των ελληνικών ορυχείων, εξασφάλισαν το 30% των ανα­γκών τους σε χρώμιο. Μιλώντας σε επίπεδο συνολικών μεγεθών, πρέπει να πω ότι η ελληνική οικονομία και κοινωνία έμεινε να λειτουργεί με το 30% της παραγωγής της, ενώ το υπόλοιπο 70% κατευθύνθηκε, μέσω των επιτάξεων και των κατασχέσεων, στην ικανοποίηση των αναγκών της γερμανικής πολεμικής μηχανής, όπως, άλλωστε, συνέβη και στις άλλες κατεχόμενες χώρες, αφού η πολιτική των κατακτητών κατευθύνθηκε στην πλήρη καταλήστευσή τους, προκειμένου να υποστηριχθεί η γερμανική πολεμική προσπάθεια επικράτησης στον ευρύτερο ευρασιατικό και βορειοαφρικανικό χώρο.
Ευθύς, με την έναρξη της κατοχής πολλά εργοστάσια έκλεισαν, είτε γιατί τα μηχανήματα τους μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, είτε γιατί δεν υπήρχαν πρώτες ύλες και καύσιμα, που η τακτική καταλήστευσής τους, από τους κατακτητές, είχε εξαφανίσει.

Η έκταση και η ένταση της ληστρικής πολιτικής των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων έγινε άμεσα ορατή, αφού η χώρα ήταν κατακερματισμένη σε χωριστές διοικητικές ζώνες που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους, ήσαν αποκομμένες και ως εκ τούτου, με δεδομένη την εδαφική πολυδιάσπαση του ελληνικού χώρου δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα του χειμώνα του 1941 - 1942. Ο εφοδιασμός σχεδόν όλων των πόλεων της περιφέρειας κατέστη αδύνατος. Οι μεταφορές έπαυσαν να διεξάγονται, λόγω έλλειψης καυσίμων και οι τρείς χωριστές κατοχικές διοικήσεις δεν είχαν καμμία διάθεση συνεργασίας, μεταξύ τους, ενώ έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις κυβερνήσεις των εντόπιων Quislings (ΓεώργιουΤσολάκογλου, Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και Ιωάννη Ράλλη), που είχαν εγκαταστήσει οι Γερμανοί.


Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη (ο πληθυσμός της συμπρωτεύουσας, ουσιαστικά, είχε αφεθεί στην τύχη του) οδηγήθηκαν στο να ζήσουν τον χειρότερο χειμώνα στην νεώτερη ιστορία τους και από τον Ιούνιο του 1941 η έλλειψη βασικών αγαθών κατέστη, απολύτως, αισθητή, αφού ήταν, απλώς, αδύνατο να διατραφούν οι χι­λιάδες άνθρωποι, που τους μάστιζε η πείνα. Τα περισσότερα μαγαζιά με τρόφιμα έκλεισαν ενώ μεγάλες ου­ρές σχηματίζονταν έξω από όσα ακόμα λειτουργούσαν. Ο κόσμος συνωστίζονταν για λίγο λάδι, ψωμί, ή ζάχαρη και ο,τιδήποτε άλλο μπορούσε να φαγωθεί. Όσοι κατάγονταν από την επαρχία έφευγαν για τα χωριάτους, αλλά και αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, διότι οι μετα­φορές είχαν περιοριστεί, επειδή τα καύσιμα ήταν λιγοστά και στην Αθήνα οι συγκοινωνίες είχαν αραιώσει, αφού τα περισσότερα δρομολόγια ματαιώθηκαν και οι μετακινήσεις γίνονταν με τα πόδια.

Εκτός από την πείνα και την έλλειψη καυσίμων η βαρυχειμωνιά, η οποία ήταν από τις χειρότερες, οδήγησε στην εξαθλίωση του πληθυσμού. Τα παραπήγματα και οι παράγκες των προσφυγικών συνοικιών δεν μπορούσαν να θερμανθούν επειδή δεν υπήρχαν, ούτε κάρβουνα, ούτε καυσόξυλα. Στην Αθήνα όλοι έτρεχαν στην Ομόνοια, μήπως και μπορέσουν να ζεσταθούν από τον ζεστό αέρα του εξαερισμού του ηλεκτρικού, ενώ.πλήθος ανθρώπων ζητιάνευαν και έψα­χναν στα σκουπίδια, προσπαθώντας να τραφούν και να επιβιώσουν, με οποιονδήποτε τρόπο.
Οι θάνατοι ήσαν στην ημερήσια διάταξη. Ανθρωποι έπεφταν νεκροί, μέσα στον δρόμο, γεγονός το οποίο, μέσα στο διάβα του χρόνου, κατέστη καθημερινό φαινόμενο και εντάχθηκε, μέσα στις συνήθειες των ανθρώπων, οι οποίοι προσπερνούσαν τους νεκρούς, αδιάφορα, ως προς το τραγικό γεγονός της απώλεια της ζωής και με μόνο τους ενδιαφέρον να αφαιρέσουν ό,τι ήταν πολύτιμο, για την επιβίωσή τους.

Τα συμπτώματα του υποσιτι­σμού ήσαν καθημερινά παρόντα και σε μαζική διάσταση. Παιδιά με κοιλιές σε τυμπανιαία κατάσταση σκελετωμένα κορμιά ενήλικων ανδρών και γυναικών από την ασιτία, ενώ το δριμύτατο ψύχος και οι αρρώστειες αποτελείωναν όχι μόνον τους άρρωστους, αλλά και τους υγιείς ανθρώπους, αφού τα φάρμακα και η ια­τρική περίθαλψη ήταν, απλώς, ανύπαρκτα.
Αυτές οι εικόνες αποτελούσαν μια θλιβερή καθημερινότητα στα αστικά κέντρα της Ελλάδας.
Η κατάσταση είχε πάρει, μάλιστα, τόσο δραματικές και τραγικές διαστάσεις, ώστε οι οικογένειες στην μεγάλη πλειοψηφία τους έκρυβαν τον θάνατο των δικών τους ανθρώπων, μόνο και μόνο, για να κρατήσουν τα επισιτιστικά δελτία των νεκρών, προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν, λαμβάνοντας την όποια μερίδα ήταν δυνατόν να πάρουν. (Μια από τις αιτίες των χαμηλών εκτιμήσεωντου αποστολικού νούντσιου του Βατικανού, για τους νεκρούς από την πείνα, της περιόδου 1941 - 1942, προφανώς, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι αρχές κατοχής και η ελληνική κατοχική κυβέρνηση είχαν βασίσει τις εκτιμήσεις τους, σε αυτά τα εικονικά επισιτιστικά δελτία, που αφορούσαν ανθρώπους οι οποίοι είχαν ήδη πεθάνει).

Ένα διάγραμμα με την εξέλιξη των θανάτων και των γεννήσεων, κατά την χρονική περίοδο 1936 - 1943. Η τραγική απεικόνιση της περιόδου του χειμώνα 1941 - 1942 είναι αποκαλυπτική του μεγέθους της ανθρωπιστικής καταστροφής, που έλαβε χώρα στην κατεχόμενη Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της ανηλεούς λεηλασίας, που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός από τους τρεις κατακτητές, με πρώτους και "καλύτερους" τους Γερμανούς ναζιστές...
Αυτοί που ήλθαν πρόσωπο, με πρόσωπο με τον θάνατο από την πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστειες ήσανάνθρωποι που ανήκαν σε μεσαία και κατώτερα στρώματα του πληθυσμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι καθόλου περίεργο που οι θάνατοι στην Αθήνα ξεπέρασαν κατά πολύ τις γεννήσεις, οι οποίες υπήρξαν αισθητά μειωμένες κατά τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής και παρέμειναν μειωμένες και στην συνέχεια.
Στους αθηναϊκούς δρόμους το θέαμα των σκελετωμένων πτωμάτων ήταν πλέον κάτι το "φυσιολογικό" και δεν προξενούσε καμμία εντύπωση


Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που έχα­σαν τη ζωή τους εξαιτίας των συνθηκών που δημιούργησε ο πόλεμος εξακολουθεί να παραμένει αδιευκρίνιστος. Οι στατιστικές και οι σχετικές μελέτες αναφέρουν ότι οι νεκροί αυτής της περιόδου ανέρχονται σε περισσότερους από 400.000, ίσως κοντά στους 500.000. Έτσι οι θάνατοι, που προήλ­θαν από την πείνα και τις αρρώστειες, πρέπει να ανέρχονται στους 260.000, οι εκτελεσμένοι, περί τους 70.000 και οι μάχιμοι και οι αιχμάλωτοι στους 100.000. Και σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τους θάνατους των 60.000 Ελληνοεβραίων, που οδηγήθηκαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν επέστρεψαν ποτέ.
Η ποσοστιαία συμμετοχή της χώρας μας στις ανθρώπινες απώλειες είναι βαρύτατη. Από τις βαρύτατες, που πλήρωσε κατεχόμενη, ή εμπόλεμη χώρα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. και μάλιστα, η βαρύτερη από όλες τις εμπόλεμες χώρες, εξαιρουμένης της "Ε.Σ.Σ.Δ.", αγγίζοντας τα επίπεδα του 7% του ελληνικού πληθυσμού.

Εβδομήντα χρόνια μετά, η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον μιας νέας ανθρωπιστικής καταστροφής που, για μια ακόμη φορά, οφείλεται στην εθνικιστική πολιτική της σύγχρονης δημοκρατικής Γερμανίας. Μπορεί η παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή να μην έχει πάρει (επί του παρόντος) τις διαστάσεις της προηγούμενης. Και κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα τις λάβει - αν και ουδείς μπορεί να προφητεύσει το μέλλον.
Όμως, οι αναλογίες είναι υπαρκτές, αφού η σύγχρονη γερμανική ελίτ, μαχόμενη να αποφύγει την επισημοποίηση της χρεωκοπίας της οικονομίας της χώρας της, όπως, ακριβώς έκανε και η ναζιστική γερμανική ελίτ στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1940, προσπαθώντας να κερδίσει τον παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο την είχε εμπλέξει η απρονοησία και η αλαζονεία της, οδηγείται στην καταλήστευση του δημόσιου και τιυ ιδιωτικού πλούτου της Ελλάδας.
Σε αυτή την ληστρική συμπεριφορά της γερμανικής ελίτ, η οποία βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο, λόγω της εμπλοκής της στην ευρωζώνη, από την οποία δεν της επιτρέπεται να βγει, χωρίς να χάσει την εδαφική της ακεραιότητα, είναι που πρέπει να αντισταθεί η ελληνική κοινωνία, η οποία δεν πρέπει να βασίζεται, σε οποιαδήποτε επίδειξη ελέους, από την γερμανική πλευρά. Η γερμανική ελίτ, πιστεύοντας ότι μάχεται, υπέρ βωμών και εστιών, δεν πρόκειται να λυπηθεί κανέναν και είναι διατεθειμένη να οδηγήσει τον ελληνικό και τους λοιπούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, σε συνθήκες διαβίωσης, που θυμίζουν εκσυγχρονισμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης, παραμυθολογώντας την ελληνική και τις άλλες ευρωπαϊκές ελίτ, όπως ακριβώς, η ναζιστική ελίτ παραμυθολόγησε τις ηγεσίες των, ανά την Ευρώπη, εβραϊκών πληθυσμών, λέγοντάς τους ότι η μετακίνηση των πληθυσμών αυτών, από τις εστίες τους, με τα τραίνα, είχαν να κάνουν με μετεγκατάστασή τους, σε χώρους εργασίας και νέας διαμονής.
Βέβαια, οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές, αφού η Γερμανία εξακολουθεί να είναι μια κατεχόμενη χώρα και υπόκειται στην διακριτική, αλλά ουσιαστική, ακόμη, εξουσίαση του αγγλοσαξωνικού κόσμου, υφιστάμενη, ακόμη, τις συνέπειες ήττας της, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και του καθεστώτος της 9/5/1945, που ξεπήδησε, με το τέλος του πολέμου αυτού.
Καλόν, όμως, είναι, παρ' όλ' αυτά, να έχουμε τον νου μας.
Και φυσικά, να μην ξεχνάμε ότι δεν είναι η Ελλάδα, που χρωστάει στην Γερμανία. Κάθε άλλο. Είναι η Γερμανία, που χρωστάει. Και μάλιστα, πολλά. Πάρα πολλά... πηγή: