Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν, όλον συγκροτεί τονθεσμόν της Εκκλησίας. Ομοούσιε και ομόθρονε τω Πατρί και τω Υιώ, Παράκλητε, δόξα σοι».



Το ΄Αγιο Πνεύμα στη ζωή και στο έργο της Εκκλησίας - Παναγιώτης Μαρτίνης



«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον,
βρύει προφητείας,
ιερέας τελειοί,
αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξεν,
αλιείς θεολόγους ανέδειξεν,
όλον συγκροτεί τονθεσμόν της Εκκλησίας.
Ομοούσιε και ομόθρονε
τω Πατρί και τω Υιώ,
Παράκλητε, δόξα σοι».
(Από τα στιχηρά του Εσπερινού της Πεντηκοστής).

Στον ύ­μνο αυ­τό πε­ριε­κτι­κά πε­ριέ­χο­νται ό­λα ε­κεί­να τα στοι­χεί­α που συν­θέ­τουν την α­πο­στο­λή και την πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στη ζω­ή και στο έρ­γο της Εκ­κλη­σί­ας. Κατ΄ αρ­χήν πε­ριέ­χο­νται οι δω­ρε­ές του, α­φού «χο­ρη­γεί» τα πά­ντα. Στη συ­νέ­χεια το Ά­γιο Πνεύ­μα «ό­λον συ­γκρο­τεί τον θε­σμόν της Εκ­κλη­σί­ας». Και τέ­λος ο Ιε­ρός Υ­μνο­γρά­φος εκ­φρά­ζει τη θε­ο­λο­γί­α του ύ­μνου με τη φρά­ση: «Ο­μο­ού­σιε και ο­μό­θρο­νε τω Πα­τρί και τω Υ­ιώ, Πα­ρά­κλη­τε, δό­ξα σοι».

Η ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, ό­πως φαί­νε­ται στην υ­μνο­λο­γί­α και στις ευ­χές της, ι­διαί­τε­ρα εκ­φρά­ζει την πνευ­μα­το­λο­γί­α της, δη­λα­δή, την πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος θε­ο­λο­γί­α. Η πα­ρου­σί­α και η α­πο­στο­λή του Αγ. Πνεύ­μα­τος μέ­σα στον κό­σμο μαρ­τυ­ρεί­ται α­πό τις πολ­λές βι­βλι­κές α­να­φο­ρές τό­σο στην Πα­λαιά Δια­θή­κη ό­σο και στην Και­νή Δια­θή­κη. Κα­τά τη δη­μιουρ­γί­α του κό­σμου, «πνεύ­μα Θε­ού ε­πε­φέ­ρε­το ε­πά­νω του ύ­δα­τος» (γεν. Α,2). Στον κα­τα­κλυ­σμό ο Θε­ός «ε­πή­γα­γεν πνεύ­μα ε­πί την γην και ε­κό­πα­σε το ύ­δωρ» (Γεν. 4΄, 1). Στην ω­δή του Μω­υ­σή, με­τά την έ­ξο­δο, δο­ξο­λο­γεί­ται ο Θε­ός με τα λό­για: «α­πέ­στει­λας το πνεύ­μα σου, ε­κά­λυ­ψεν αυ­τούς θά­λασ­σα, έ­δυ­σαν ω­σεί μό­λυ­βος εν ύ­δα­τι σφο­δρών» (Εξ. ιε΄, 10). Ε­πί­σης, ο Μω­υ­σής ευ­λο­γεί τον Ι­η­σού του Ναυ­ή ό­τι «ού­τος ε­νε­πλή­σθη πνεύ­μα­τος συ­νέ­σε­ως» (Δευτ. Λ5΄,9)» Και στον 50ο ψαλ­μό χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως πνεύ­μα «ευ­θές», «ά­γιον», «η­γε­μο­νι­κόν, ε­νώ η Σοφ. Σο­λομ. το χα­ρα­κτη­ρί­ζει πνεύ­μα «Φι­λάν­θρω­πον» (Α΄5).

Τέ­λος, το Αγ. Πνεύ­μα εί­ναι το «λα­λή­σαν δια των προ­φη­τών». Ο προ­φή­της Η­σα­ϊ­ας ση­μειώ­νει: «Πνεύ­μα Κυ­ρί­ου επ΄ ε­μέ, ου έ­νε­κεν έ­χρι­σέ με» (Ξ,1) και ο Ιε­ζε­κι­ήλ ση­μειώ­νει: «...και ήλ­θεν επ΄ ε­μέ πνεύ­μα και έ­στη­σέ με ε­πί τους πό­δας μου, και ε­λά­λη­σε προς με...» (Γ΄, 24).

Πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δει­κτι­κές πε­ρί του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σχε­τι­κά με την έ­λευ­ση και με το έρ­γο του μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α, εί­ναι οι α­να­φο­ρές στην Και­νή Δια­θή­κη. Κατ΄ αρ­χήν η Γέν­νη­ση του Χρι­στού, «εκ πνεύ­μα­τος ε­στίν Α­γί­ου» (Ματ­θ. Α, 21). Αλ­λά, και στον Ευαγ­γε­λι­σμό της Θε­ο­τό­κου, ο άγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ θα της α­πα­ντή­σει στην έκ­πλη­ξή της: «Πνεύ­μα Ά­γιον ε­πε­λεύ­σε­ται ε­πί σε, και δύ­να­μις υ­ψί­στου ε­πι­σκιά­σει σοι», (Λουκ.α, 35). Στην έ­ρη­μο ο Ιω­άν­νης ε­πα­να­λαμ­βά­νει: «Ε­γώ μεν βα­πτί­ζω υ­μάς εν ύ­δα­τι εις με­τά­νοιαν, ο δε ο­πί­σω μου ερ­χό­με­νος ...βα­πτί­σει υ­μάς εν Πνεύ­μα­τι Α­γί­ω και πυ­ρί» (Ματ­θ. γ΄ 11).

Α­πο­κτούν ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α αυ­τά που εί­πε ο Κύ­ριος στο Νι­κό­δη­μο στη νυ­χτε­ρι­νή συ­νο­μι­λί­α τους: «α­μήν, α­μήν λέ­γω σοι, ε­άν μη τις γεν­νη­θή εξ ύ­δα­τος και πνεύ­μα­τος, ου δύ­να­ται ει­σελ­θείν εις την βα­σι­λεί­αν του Θε­ού» (Ιω. γ΄4-5).

Ο Μ. Α­θα­νά­σιος στην «πε­ρί του Αγ. Πνεύ­μα­τος ο­μι­λί­α του ση­μειώ­νει: «Και πά­ρε­στι πα­ντα­χού ...ευαγ­γε­λι­ζό­με­νος την Μα­ριάμ ο Γα­βρι­ήλ ...και προ­φη­τεύ­ων έ­κα­στος των προ­φη­τών και ο Παύ­λος εν Ρώ­μη, Ιά­κω­βος εν Ιε­ρου­σα­λήμ και Μάρ­κος εν Α­λε­ξαν­δρεί­α, και άλ­λος εν άλ­λη πό­λει, ε­πλη­ρού­το τω πνεύ­μα­τι».

Ε­πί­σης, έ­χου­με και αι­σθη­τή την πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­τά τη Βά­πτι­ση του Κυ­ρί­ου «ε­γέ­νε­το α­νε­ω­χθή­ναι τους ου­ρα­νούς και κα­τα­βή­ναι το πνεύ­μα το Ά­γιον σω­μα­τι­κώς εν εί­δει πε­ρι­στε­ράς» (Λουκ. γ, 21-22). Κα­τά τη με­τα­μόρ­φω­ση του Κυ­ρί­ου «...Ι­δού νε­φέ­λη φω­τει­νή ε­πε­σκί­α­σεν αυ­τούς» (Ματ­θ. 1ζ΄5). Πρό­κει­ται, κα­τά τους πα­τέ­ρες για την πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος ως «φω­τει­νής νε­φέ­λης», που «ε­πε­σκί­α­σε» τους μα­θη­τές του Κυ­ρί­ου.

Τέ­λος, έ­χου­με την αι­σθη­τή πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­τά την η­μέ­ρα της Πε­ντη­κο­στής, ό­ταν οι μα­θη­τές «ώ­φθη­σαν αυ­τοίς δια­με­ρι­ζό­με­ναι γλώσ­σαι ω­σεί πυ­ρός ...ε­πλή­σθη­σαν ά­πα­ντες Πνεύ­μα­τος Α­γί­ου» (Πραξ. Β΄1-3).

Εί­ναι αυ­στη­ρή η προ­ει­δο­ποί­η­ση του Κυ­ρί­ου, ό­σον α­φο­ρά την βλα­σφη­μί­α κα­τά του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, που ση­μαί­νει, κα­τά τους πα­τέ­ρες, την α­με­τα­νο­η­σί­α του αν­θρώ­που και την πα­ρα­μο­νή του στην α­μαρ­τί­α. «Α­μήν λέ­γω υ­μίν ος αν βλα­σφη­μή­ση εις το Πνεύ­μα το Ά­γιον, ουκ έ­χει ά­φε­σιν εις τον αιώ­να, αλ­λ΄ έ­νο­χος ε­στίν αιω­νί­ου κρί­σε­ως» (Μάρ­κ. γ΄ 28-29).

Ο Κύ­ριος λί­γο προ του Πά­θους Του υ­πό­σχε­ται στους μα­θη­τές Του την α­πο­στο­λή του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ως Πα­ρα­κλή­του, δη­λα­δή ως ε­νι­σχυ­τή στο έρ­γο τους. Τους λέ­ει: «...και ε­γώ ε­ρω­τή­σω τον πα­τέ­ρα και άλ­λον πα­ρά­κλη­τον δώ­σει υ­μίν... το πνεύ­μα της α­λη­θεί­ας» (ιω­αν. Ιδ΄ 15). Και στη συ­νέ­χεια θα ε­πα­να­λά­βει: «...Ο δε πα­ρά­κλη­τος, το Πνεύ­μα το Ά­γιον ο πέμ­ψει ο πα­τήρ εν τω ο­νό­μα­τί μου, ε­κεί­νος υ­μάς δι­δά­ξει πά­ντα...» (Ιω. ιε΄ 25-26).

Κα­τά τον Μέ­γα Βα­σί­λειο, ο Κύ­ριος «ευ­κρι­νώς δι­ί­στη­σιν η­μίν των προ­σώ­πων την στερ­ρό­τη­τα (τη δια­φο­ρά)...Ου­κούν Υ­ιός μεν ο πα­ρα­κα­λών, Πα­τήρ δε ο πα­ρα­κα­λού­με­νος, Πα­ρά­κλη­τος δε ο α­πο­στελ­λό­με­νος».

Κα­τά δε τον άγ. Κύ­ριλ­λο, Ε­πί­σκο­πο Ιε­ρο­σο­λύ­μων, «κα­λεί­ται το πνεύ­μα πα­ρά­κλη­τος, ως πα­ρη­γο­ρούν η­μάς, βο­η­θούν τας α­σθε­νεί­ας η­μών και ε­ντυγ­χά­νων υ­πέρ η­μών».

Με την πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος οι Α­πό­στο­λοι συ­νε­χί­ζουν το έρ­γο που ο Κύ­ριος μας α­νέ­θε­σε στους δια­δό­χους του. Γι΄ αυ­τό και η α­πο­στο­λι­κή πε­ρί­ο­δος εί­ναι εί­ναι κατ΄ ε­ξο­χήν α­γιο-πνευ­μα­τι­κή, ση­μεί­ον α­να­φο­ράς στην α­νά τον κό­σμο πο­ρεί­α της Εκ­κλη­σί­ας. Έ­τσι, η εί­σο­δος των ε­θνι­κών στην Εκ­κλη­σί­α, ό­πως α­πο­φά­σι­σε η Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δος (48 μ.Χ.), θε­ω­ρεί­ται ως καρ­πός του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος α­φού «...έ­δο­ξε τω Α­γί­ω Πνεύ­μα­τι και η­μίν» (πραξ. ιε, 28) γρά­φουν οι Α­πό­στο­λοι στους χρι­στια­νούς της Α­ντιο­χεί­ας.

Αλ­λά και κα­τά την με­τα­πο­στο­λι­κή πε­ρί­ο­δο (2ος –3ος αι.) δηλ. στην πε­ρί­ο­δο του μαρ­τυ­ρί­ου και των διωγ­μών, που έ­ζη­σαν σπου­δαί­οι εκ­κλη­σια­στι­κοί δι­δά­σκα­λοι, ό­πως οι Α­πο­στο­λι­κοί πα­τέ­ρες, οι Α­πο­λο­γη­τές κ.α. δεν πα­ρου­σιά­ζε­ται κα­μιά α­πό­κλι­ση ως προς την πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στο έρ­γο της Εκ­κλη­σί­ας και ως του τρί­του προ­σώ­που, ως ο­μο­ου­σί­ου, στο δόγ­μα πε­ρί της Α­γί­ας Τριά­δος. Δυ­στυ­χώς τον 4ο αιώ­να θα αμ­φι­σβη­τη­θεί το «ο­μο­ού­σιον» του Υ­ιού ως προς τον Πα­τέ­ρα (Α­ρεια­νι­σμός) και το «ο­μο­ού­σιον» του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος (Πνευ­μα­το­μά­χοι). Κα­τά την α­ντί­λη­ψη των αι­ρε­τι­κών α­φού ο Υ­ιός εί­ναι «κτί­σμα» του Πα­τρός, ά­ρα «κτί­σμα» του πα­τρός και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Τους πρώ­τους (Α­ρεια­νούς) κα­τε­δί­κα­σε η Α΄ Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (325.μ.Χ.) και δεύ­τε­ρους η Β΄ Οι­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (381 μ.Χ.), η ο­ποί­α συ­νέ­τα­ξε και τα τε­λευ­ταί­α άρ­θρα του Συμ­βό­λου της Πί­στε­ως.

Το 8ο άρ­θρο, που α­να­φέ­ρε­ται στο Ά­γιο Πνεύ­μα, συ­μπλη­ρώ­θη­κε με τα ε­ξής: «και οις το Πνεύ­μα το Ά­γιον, το Κύ­ριον, το ζω­ο­ποιόν, το εκ του Πα­τρός εκ­πο­ρευό­με­νον, το συν Πα­τρί και Υ­ιώ συ­μπρο­σκυ­νού­με­νον ... το λα­λή­σαν δια των προ­φη­τών».

Ο Ά­γιος Ιω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος σχο­λιά­ζο­ντας τη φρά­ση του Κυ­ρί­ου: «και ε­γώ ε­ρω­τή­σω τον πα­τέ­ρα και άλ­λον πα­ρά­κλη­τον δώ­σει υ­μίν» (Ιω. Ιδ΄ ιε), γρά­φει: «Αι­σχυν­θή­τω­σαν και οι τα Σα­βελ­λί­ου νο­σού­ντες και οι πε­ρί του Πνεύ­μα­τος ου την προ­σκυ­νού­σαν δό­ξαν έ­χο­ντες... τω μεν γαρ ει­πείν «άλ­λον» δεί­κνυ­σιν αυ­τού της υ­πο­στά­σε­ως την δια­φο­ράν, τω δε ει­πείν «Πα­ρά­κλη­τον» της ου­σί­ας την συγ­γέ­νειαν». Αυ­τή υ­πήρ­ξε και πα­ρα­μέ­νει η θέ­ση της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας ως προς την Θε­ό­τη­τα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και τη σχέ­ση του, ως «ο­μού­σιον», με τα άλ­λα δύ­ο πρό­σω­πα της Α­γί­ας τριά­δος.



Δυ­στυ­χώς αυ­τή τη «θέ­ση» και «σχέ­ση» έρ­χε­ται να δια­τα­ρά­ξει η Ρ/Κα­θο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α με την προ­σθή­κη στο Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ως, ό­τι το Ά­γιο Πνεύ­μα εκ­πο­ρεύ­ε­ται και εκ του Υ­ιού (ex patre et filio prosedentens). Πρώ­τος ο πα­τριάρ­χης Φώ­τιος ε­πο­λέ­μη­σε την πε­ρί του filioque δι­δα­σκα­λί­α στη σύ­νο­δο της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως του 879 ως ε­ξω­βι­βλι­κή και ως αλ­λοιώ­νου­σα το Σύμ­βο­λο της Νι­καί­ας Κων/πό­λε­ως. Διε­ξο­δι­κά το δογ­μα­τι­κό αυ­τό ζή­τη­μα συ­ζη­τή­θη­κε στη Σύ­νο­δο Φε­ρά­ρας – Φλω­ρε­ντί­ας (1439) με πρω­τα­γω­νι­στή τον ά­γιο Μάρ­κο Ε­πί­σκο­πο Ε­φέ­σου, τον Ευ­γε­νι­κό, που δε­χό­ταν την «δι΄ Υ­ιού» α­πο­στο­λή του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ό­πως ή­θε­λε η βι­βλι­κή και η πα­τε­ρι­κή πα­ρά­δο­ση.

Δυ­στυ­χώς οι λα­τί­νοι πα­ρα­μέ­νουν στη δογ­μα­τι­κή αυ­τή πα­ρε­κτρο­πή μέ­χρι σή­με­ρα.

Μια άλ­λη, ε­πί­σης, σο­βα­ρή «θέ­ση» της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι η σχέ­ση ου­σί­ας και ε­νερ­γεί­ας του θε­ού. Η Θ. ου­σί­α, σύμ­φω­να με την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, εί­ναι ά­κτι­στη και α­μέ­θε­κτη, ε­νώ οι θεί­ες ε­νέρ­γειες, ως προ­ερ­χό­με­νες α­πό τη Θ. ου­σί­α, εί­ναι ά­κτι­στες μεν αλ­λά με­θε­κτές (π.χ. ο ή­λιος ως α­πρό­σι­τος, αλ­λά προ­σι­τό το φως που εκ­πέ­μπει).

Σ΄ αυ­τό ο Μ. Βα­σί­λειος, υ­πο­γραμ­μί­ζει «Η ου­σί­α του Θε­ού ά­πει­ρός ε­στιν, αι δε θεί­αι ε­νέρ­γειαι προς η­μάς κα­τα­βαί­νου­σι». Α­κρι­βώς σε αυ­τή τη θέ­ση βα­σί­ζε­ται και το λε­γό­με­νο «η­συ­χα­στι­κό κί­νη­μα και η δι­δα­σκα­λί­α του Α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Πα­λα­μά, Αρ­χιε­πι­σκό­που Θεσ­σα­λο­νί­κης. Έ­τσι, το «θα­βώ­ρειον φως» και οι «ελ­λάμ­ψεις» των α­γί­ων εί­ναι τα «ά­κτι­στα» θεί­α ε­νερ­γή­μα­τα, που δη­μιουρ­γούν στο ε­σω­τε­ρι­κό του πι­στού την «θεί­αν αλ­λοί­ω­σιν» και την «κα­τά χά­ριν» θέ­ω­σή του.

Στη συ­νέ­χεια ο Απ. Παύ­λος μας πλη­ρο­φο­ρεί για τις «δω­ρε­ές» και τα «χα­ρί­σμα­τα» του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Κα­τά τον ί­διο Α­πό­στο­λο υ­πάρ­χουν ποι­κι­λί­ες ή «διαι­ρέ­σεις» ό­πως τις ο­νο­μά­ζει, Χα­ρι­σμά­των. Ση­μειώ­νει στην Α΄ Κορ. ιδ, 4 ε­πι­στο­λή του: «Διαι­ρέ­σεις χα­ρι­σμά­των ει­σί, το δε αυ­τό Πνεύ­μα. Ε­κά­στω δε δί­δο­ται η φα­νέ­ρω­σις του Πνεύ­μα­τος προς το συμ­φέ­ρον». Υ­πάρ­χουν χα­ρί­σμα­τα «έ­κτα­κτα» (π.χ. προ­φη­τεί­α, γλωσ­σο­λα­λί­α κ.α.) και χα­ρί­σμα­τα «μό­νι­μα». Γι΄ αυ­τό ση­μειώ­νει: «Εί­τε προ­φη­τεί­αι κα­ταρ­γη­θή­σε­ται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 9-10) «Νυ­νί δε μέ­νει πί­στις, ελ­πίς, α­γά­πη τα τρί­α ταύ­τα, μεί­ζων δε τού­των η α­γά­πη» (Α΄Κορ. 18,13). Κι έ­τσι φθά­νου­με στα «μό­νι­μα» χα­ρί­σμα­τα του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ό­πως εί­ναι, κυ­ρί­ως, η α­γά­πη, η ο­ποί­α «ου­δέ­πο­τε εκ­πί­πτει» και συ­μπλη­ρώ­νει: «ζη­λού­τε ...τα χα­ρί­σμα­τα τα κρείτ­το­να...ζη­λού­τε τα πνευ­μα­τι­κά». Και τέ­τοια χα­ρί­σμα­τα, ως καρ­πός του πνεύ­μα­τος, «...ε­στίν α­γά­πη χα­ρά, ει­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, α­γα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ε­γκρά­τεια... (Γαλ. Ε΄ 22). Έ­τσι ο άν­θρω­πος γί­νε­ται «πνευ­μα­τι­κός» και «χα­ρι­σμα­τι­κός».

Ας πα­ρα­κα­λού­με προ­σευ­χη­τι­κά το Ά­γιο Πνεύ­μα να βιώ­νου­με τα χα­ρί­σμα­τα που μας προ­σφέ­ρει στη δι­κή μας, προ­σω­πι­κή πε­ντη­κο­στή, που λά­βα­με με το Βά­πτι­σμα και το Χρί­σμα. Με τη συμ­με­το­χή στα μυ­στή­ρια της Εκ­κλη­σί­ας και κατ΄ ε­ξο­χήν στο μυ­στή­ριο της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας και με την υ­πό­σχε­ση ό­τι τα ό­ποια χα­ρί­σμα­τα δια­θέ­του­με θα τα καλ­λιερ­γού­με και θα τα πολ­λα­πλα­σιά­ζου­με, σύμ­φω­να με την πα­ρα­βο­λή των τα­λά­ντων.