Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

H HMEPA THΣ ΛAMΠPHΣ ! Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά σε όλους όσους αντιστέκονται στη φθορά της αμαρτίας .


<>H HMEPA THΣ ΛAMΠPHΣ<><><>
Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη?
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,
ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε?
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεῖτε?
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε?
φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε «Χριστὸς ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες?
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες?
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες?
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι
ὀποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.
                               I
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ’ ἀκρογιάλι·
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!»
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ’ ἄλλο,
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο?
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν,
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ’ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.
II
Πιστέψετε π’ ὅ,τι θὰ πῶ εἲν’ ἀκριβὴ ἀλήθεια,
μὰ τὲς πολλὲς λαβωματιὲς ποὺ μόφαγαν τὰ στήθια,
μὰ τοὺς συντρόφους πόπεσαν στὴν Κρήτη πολεμώντας,
μὰ τὴν ψυχὴ ποὺ μ’ ἔκαψε τὸν κόσμο ἀπαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι ἐγὼ τὸ σάβανο τινάζω,
καὶ σχίζω δρόμο καὶ τσ’ ἀχνοὺς ἀναστημένους κράζω:
«Μὴν εἴδετε τὴν ὀμορφιὰ ποῦ τὴν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νὰ ἰδεῖτε τὸ καλὸ ἐσεῖς κι ὅ,τι σας μοιάζει.
Καπνὸς δὲ μένει ἀπὸ τὴ γῆ? νιὸς οὐρανὸς ἐγίνη.
Σὰν πρῶτα ἐγὼ τὴν ἀγαπῶ καὶ θὰ κριθῶ μ’ αὐτήνη».
«Ψηλὰ τὴν εἴδαμε πρωί? τῆς τρέμαν τὰ λουλούδια,
στὴ θύρα τῆς Παράδεισος ποὺ ἐβγῆκε μὲ τραγούδια·
ἔψαλλε τὴν Ἀνάσταση χαροποιὰ ἡ φωνή της,
κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιὰ γιὰ νὰ ’μπει στὸ κορμί της·
ὁ Οὐρανὸς ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
τὸ κάψιμο ἀργοπόρουνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
καὶ τώρα ὀμπρὸς τὴν εἴδαμε? ὀγλήγορα σαλεύει·
ὅμως κοιτάζει ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ κάποιονε γυρεύει»).
III
Ἀκόμη ἐβάστουνε ἡ βροντὴ …
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ’ ἄστρα·
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν’ ἀφήσει.
Δὲν εἲν’ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ’ ἕσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ’ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια τῆς τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της
IV
Ἐκοίταξε τ’ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
κι ἀπὸ τὸ πέλαο, ποὺ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ἀνάερα τ’ ἀνάστημα σηκώνει,
κι ἀνεῖ τσ’ ἀγκάλες μ’ ἔρωτα καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιὰ καὶ πάσαν καλοσύνη.
Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναὸς ποὺ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ ἐμὲ ποὺ βρίσκομουν ὀμπρὸς τῆς μὲς στὰ ρεῖθρα,
καταπῶς στέκει στὸ Βοριὰ ἡ πετροκαλαμήθρα,
ὄχι στὴν κόρη, ἀλλὰ σ’ ἐμὲ τὴν κεφαλὴ τῆς κλίνει·
τὴν κοίταζα ὁ βαριόμοιρος, μ’ ἐκοίταζε κι ἐκείνη.
Ἔλεγα πὼς τὴν εἶχα ἰδεῖ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
κὰν σὲ ναὸ ζωγραφιστῆ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
κάνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσει ὁ λογισμός μου,
κὰν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειὰ κι ἀστοχισμένη,
ποῦ ὀμπρός μου τώρα μ’ ὅλη της τὴ δύναμη προβαίνει.
[Σὰν τὸ νερὸ ποὺ τὸ θωρεῖ τὸ μάτι ν’ ἀναβρύζει
ξάφνου ὂχ τὰ βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τὸ στολίζει.]
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου κι ὀμπρὸς τοῦ δὲν ἐθώρα,
κι ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολληώρα,
γιατί ἄκουσα τὰ μάτια τῆς μέσα στὰ σωθικά μου·
ἔτρεμαν καὶ δὲ μ’ ἄφηναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου.
Ὅμως αὐτοὶ εἶναι θεοί, καὶ κατοικοῦν ἀπ’ ὅπου
βλέπουνε μὲς στὴν ἄβυσσο καὶ στὴν καρδιὰ τ’ ἀνθρώπου,
κι ἔνιωθα πώς μου διάβαζε καλύτερα τὸ νοῦ μου
πάρεξ ἂν ἤθελε τῆς πῶ μὲ θλίψη τοῦ χειλιοῦ μου:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«T’ ἀδέλφια μου τὰ δυνατὰ οἱ Τοῦρκοι μου τ’ ἀδράξαν,
τὴν ἀδελφή μου ἀτίμησαν κι ἀμέσως τὴν ἐσφάξαν,
τὸ γέροντα τὸν κύρη μου ἐκάψανε τὸ βράδυ
καὶ τὴν αὐγή μου ρίξανε τὴ μάνα στὸ πηγάδι.
Στὴν Κρήτη . . . . . . . . . . . . .
Μακριὰ ’πό κείθ’ ἐγιόμισα τὲς φοῦχτες μου κι ἐβγήκα.
Βόηθα, Θεά, τὸ τρυφερὸ κλωνάρι μόνο νὰ ’χω ·
σὲ γκρεμὸ κρέμουμαι βαθύ, κι αὐτὸ βαστῶ μονάχο».
Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε

τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε

τ’ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη?

καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε

τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ’ ἀέρι,

ποῦ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:

«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,

ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε?

μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες

μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεῖτε?

ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες

ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε?

φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,

πέστε «Χριστὸς ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,

καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες?

γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-

σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες?

λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι

ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες?

κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι

ὀποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.