Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

« Η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε » - Kώστας Καρυωτάκης - Γεννήθηκε σαν σήμερα 30 Οκτωβρίου το 1896 .




Την αδυναμία μας στον ποιητή της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής Κώστα Καρυωτάκη δεν την κρύβουμε γι΄αυτό και του αφιερώνουμε άλλη μία ανάρτηση . προηγούμενη ανάρτηση εδώ :
30 Οκτωβρίου 1896: Γέννηση Κ.Γ.Κ στην Τρίπολη· δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Κ. Καρυωτάκη (από τη Συκιά της Κορινθίας) και της Τριπολιτσιώτισσας Κατήγκως Αθ. Σκάγιαννη. Έχει μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και το 1899 θα αποκτήσει έναν αδελφό, το Θάνο. Λόγω των μεταθέσεων του πατέρα, περνά τα παιδικά χρόνια σε διάφορες πόλεις: Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Καλαμάτα , Χανιά ..περισσότερα εδώ :
 Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει για τον ποιητή που σημάδεψε την εφηβεία του :
... ζωντανούς και νεκρούς τους ποιητές,
τους φιλοσόφους, τους ήρωες, είναι εκείνος που σημάδεψε
περισσότερο την εφηβεία μου. Ο Καρυωτάκης εκεί είναι
επικίνδυνος, την ώρα της εφηβείας. Και αν δεν περνούσα
την εφηβεία μου μες στα χρόνια της κατοχής που τότε
μπήκαν μπροστά άλλες προτεραιότητες από τις μεταφυσικές
και ποιητικές ανησυχίες πιστεύω ότι θ' ακολουθούσα κι εγώ
το δρόμο του Καρυωτάκη. Άλλωστε όταν είσαι 15-16 χρονών,

'40-'41 θυμάμαι ότι ακολουθούσα τα βήματα του Καρυωτάκη
σα να με τραβούσε μ' ένα μαγνήτη... σαν μαγνήτης. Τι ήταν
ο Καρυωτάκης; Σε μία χοάνη μέσα από το διάστημα, ένιωθα
να με τραβούσε συνέχεια. Δεν είναι η ποίησή του η οποία
αναστάτωνε, αλλά ήταν το παράδειγμά του, αυτή η μορφή του,
αυτή η ερωτική μορφή ενός ανθρώπου ο οποίος αφού γράψει
κάτι μετά παίρνει την πένα του τη βυθίζει μες στην καρδιά του
και υπογράφει και λέει αυτός είμαι.

Μίκης: Αυτοί νομίζω ότι η αρρώστια του Καρυωτάκη, δεν είναι
μόνο αρρώστια προσωπική, κρύβει μια ολόκληρη γενιά,
την εποχή του '30 μετά το θάνατό του. Και γι' αυτό όταν
ξαναγύρισα το τραγούδι στους ποιητές δεν μελοποίησα ποτέ
Καρυωτάκη, το φοβόμουνα. Εωσότου μια μέρα πριν από 5
χρόνια 6 χρόνια, ήρθε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο
αγαπημένος μου φίλος και θα 'λεγα και μαθητής αφού
μαζί ξεκινήσαμε, μαζί μου ξεκίνησε στις περιοδείες που κάναμε
το '74-'75 στο εξωτερικό κι ήρθε να μου αναγγείλει ότι
έχει πετύχει, ότι είναι πολύ ευτυχής, αλλά όμως του λείπει
κάτι, θα 'θελε πολύ να τραγουδήσει απ' τους νέους Καρυωτάκη.
Και αυτός μου 'φερε τα βιβλία του Καρυωτάκη, σημείωσε μάλιστα
και τους στίχους που αγαπούσε περισσότερο, γράψε μου
Καρυωτάκη να τραγουδήσω για τη νεολαία μας.

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Κ.Καρυωτάκη
Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλέν τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια κι αργυρή.
Οι Ουγκό με "Τιμωρίες" την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
Και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγικήν απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
"Ποιος άδοξος ποιητής" θέλω να πούνε
"την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;"


Και τα δύο ποιήματα που παραθέτουμε είναι από τη συλλογή του ΝΗΠΕΝΘΗ .
Η λέξη νηπενθή είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον», Οδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνουν το πένθος. Εκδόθηκε το 1921


Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-- για μπάλσαμο -- και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.