Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011


Ανώγεια . 7 Ιουλίου , κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 30 . Στο σπίτι του  Γιώργη του Ξυλούρη του καφετζή έχουν πανηγύρι . Η Ελευθερία η γυναίκα του , μετά από τρεις θηλυκές γέννες , φέρνει στον κόσμο  το πρώτο αρσενικό της φαμίλιας , τον Νικόλα . Γειτόνισσες , συγγένισσες κι η θειά  πού  ‘ χει καημό με την  ατυχία τ ΄ άδελφού τσι με τσί κόρες , όλες σκυμμένες πάνω από την κούνια του μωρού δίνουν , ασημώνουν και κάνουν προγνωστικά για το μέλλον του .
« Γιά δε το κούτελο φαρδύ πού ΄ναι . Μια μέρα θα γενεί σπουδαίος »
 Χρόνια δύσκολα για τους Ανωγειανούς εκείνα  του ΄30 . Λίγο το λάδι , λίγο το ψωμί . Χωριό κατεστραμμένο απ ΄την Τουρκιά , βουτηγμένο στα μαύρα . …Φτωχιά η οικογένεια του  Ψαρογιώργη
 ( ήταν το παρατσούκλι που τούχανε κολλήσει γιατί ,  καταπώς λέγαν οι παλιοί , ο πατέρας του εσκότωνε τσί Τούρκους σαν τα ψάρια ). μα αγαπητή σ ΄όλο το χωριό . Σ ΄αυτή τη γωνιά της γής ο Νίκος κάνει τα πρώτα του βήματα . Τις νύχτες νανουρίζεται με τους ήχους  λύρας που παίζει γι αυτόν ο παππούς του , πρώτος λυράρης στο χωριό , και τις μαντινάδες  που του τραγουδά η μάνα του . Η λάλη του τον μεταφέρει με τα παραμύθια της σε τόπους μακρινούς , σε πύργους και παλάτια με στοιχειωμένους βασιλιάδες . Του μιλά γι ΄αντρειωμένους ιππότες , γι ΄άρματα , και του μαθαίνει ν ΄άψηφά τον κίνδυνο , σκιά να μη φοβάται .

Παιδί αδύνατο , ευαίσθητο από τα μικρά του χρόνια ο Νίκος ,γίνεται ο καημός του πατέρα και της μάνας . « …..Μόνο τα πρόβατα του άρεσαν . Να τα παίρνει ψηλά στα Πετροβολάκια που ΄ταν τα βοσκοτόπια των Ξυλούρηδων και να κάθεται όλη μέρα μαζί τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα . ‘ Όταν δεν ήταν με τα ζωντανά έκανε σκανταλιές μιας και μετά , σαν μεγαλώσαμε . Κανένα δεν άφηνε απείραχτο . ΄Ετσι έγινε από μικρός ο αρχηγός στα παιχνίδια μας και μετά , σαν μεγαλώσαμε, αρχηγός της παρέας στις καντάδες και τα γλέντια » . Μόνο η λύρα και το τραγούδι μέρευε το Ψαρονικολάκι . ΄Ένα βράδυ κατέβηκε από το βουνό κρατώντας στα χέρια του δύο βέργες κι έκανε πως έπαιζε .
 « Εγώ θα γίνω λυράρης  » , τους είπε .
Κι εκείνοι τον περίπαιξαν
« Και ποιός μωρέ σε παίρνει εσένα στη δούλεψή  του τόσο μικρός  πού ΄σαι »
 Τα μικρότερα παιδιά τον λατρεύουν γιατί είναι ο μόνος που δεν τα ΄αποδιώχνει .
Τους δίνει ό , τι έχει και τα βάζει και τραγουδούν μαζί του . Μόλις βγαίνει   από την πόρτα τον παίρνουν  το κατόπι .
« ΄Ετσι του κολλήσαμε τα παρατσούκλι η κλωσού . Και του έμεινε μέχρι που μεγάλωσε . Ακόμη και τώρα , φτασμένος  πια , όταν ερχόταν  να μας δει έτσι τον φωνάζαμε »
1941 . Η σκιά του πολέμου και της Κατοχής να σκεπάζει κι αυτές ακόμη τις κορφές του Ψηλορείτη . Τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πετούν πάνω από τα κεφάλια των Ανωγειανών που για μια ακόμα φορά καλούνται να πολεμήσουν για τη γη τους . Οι άντρες παίρνουν τα βουνά . Μπαίνουν στην αντίσταση κατά του κατακτητή . Αρχηγόςο θείος του Νίκου , καπετάν Μιχάλης ,γνωστός για την απαγωγή του Κράιπερ .

Παιδιά κι είντα ΄ναι η καταχνιά
Και τούτη η κατσιφάρα ;
Kαι γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι ανατριχιούν  τα δάση;
  Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατεβαίνουν
με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη πλημμυρίσαν .
Το φθινόπωρο του  ΄41 το χωριό καίγεται και μαζί του τα χαρτιά όλων των κατοίκων .
Με την καταστροφή του χωριού τα γυναικόπαιδα μεταφέρονται από τους Γερμανούς στο Μυλοπόταμο . Πρόσφυγες σε ξένο τόπο οι Ανωγειανοί προσπαθούν να επιβιώσουν . Πολλοί χάνονται απ ΄ την πείνα και τις αρρώστιες . ΄Αλλοι σκοτώνονται στα βουνά . Οι γυναίκες βάφουν τα ρούχα μαύρα .

Ευαίσθητη η ψυχή του Νίκου , σημαδεύεται για πάντα . Το κλείσιμο στο σπίτι , οι περιορισμοί , η μπότα του κατακτητή έξω από την πόρτα . Μακριά από τα
βοσκοτόπια του , χωρίς τραγούδι και λύρα . Τόση αδικία δεν τη χωρά ο νούς του . Τέσσερα χρόνια κρατά η προσφυγιά . Το  ΄45 η Ελλάδα απελευθερώνεται και μαζί κι η Κρήτη . Οι Ανωγειανοί γυρίζουν στο χωριό τους και αρχίζουν  ν ΄ άναστηλώνουν τα ερείπια . Οι Ξυλούρηδες κτίζουν μια κάμαρα και βολεύονται όπως – όπως . Ο πατέρας ανοίγει ξανά το καφενείο . Τα παιδιά κλείνονται μαζί με  τα ΄ άλλα Ανωγειανάκια στο οικοτροφείο του Ηρακλείου , ως το ΄46 που κτίζεται το δικό τους σχολειό στο χωριό.


Παλικαράκι πιά στην Τρίτη τάξη ο Νίκος , παρακαλεί τους δικούς του να του πάρουν μια λύρα και να τον αφήσουν να συνεχίσει τη δουλειά του παππού . Ο Ψαρογιώργης είναι ανένδοτος .
« Δεν θα τον κάνω λυράρη . Σαν δεν τα άρέσουν τα γράμματα κάλλιο το ΄χω  να πάει στα πρόβατα . ΄Αλλά όχι μουζικάντης να γυρίζει από δω κι από κει  ».
Στην τάξη , όπως οι περισσότεροι μαθητές την εποχή εκείνη , δεν σηκώνει ποτέ το χέρι .
« Τελευταίος ερχόταν στο σχολειό ο Νικόλας και πρώτος έφευγε , θυμούνται οι φίλοι του . ΄Οση ώρα κρατούσε το μάθημα εκείνος κοίταγε  έξω απ ΄το παράθυρο .Καμιά φορά του λέγαμε : « Σαν το μάθει ο κύρης σου θα σε τιμωρήσει » . Κι αυτός γελούσε .  « Γιάντα μωρέ , κακό είναι να κοιτώ έξω ; »
Ο δάσκαλος , όταν δεν ξέρουν μάθημα , τους παίρνει με τη σειρά για χαρακιές . Μα όταν φτάνει σε κείνον δεν τον κτυπά .
« Εσένανε μωρέ Ξυλούρη δεν σε κλαίω . Ξέρεις και τραγουδείς !  »
Στις σχολικές γιορτές όλος ο κόσμος πηγαίνει ν  ακούσει του Ψαράκη το κοπέλι . Κι εκείνος όλο και παρακαλεί ΄  « Πάρτε μου μια λύρα ».
Είδαν κι απόειδαν οι δικοί του , βοήθησε κι ο δάσκαλος .
« Μην το πιέζετε το κοπέλι . Πάρτε του τη λύρα και βγάλτε το από το σχολείο , δεν θα χαθεί .» ΄Ηταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του . Κι όταν ύστερα από χρόνια ο μαθητής έγινε γνωστός , ένιωθε περήφανος γι ΄αυτόν .

Ένα πρωί στα δώδεκά του χρόνια  , ο πατέρας τον παίρνει μαζί στο Ηράκλειο . Διαλέγουν την πιο όμορφη λύρα και γυρίζουν πίσω .Τα όνειρά του παίρνουν σάρκα και οστά . Το τραγούδι γίνεται από κείνη τη στιγμή ο σκοπός της ζωής του . Κανείς πιά δεν θα τον εμποδίσει . Αλλά ούτε κι ο ίδιος μπορεί ποτέ να φανταστεί πως με το τραγούδι του αυτό θα φέρει μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσηκώσει την Ελλάδα ολόκληρη.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Νίτσα Λουλέ – Θεοδωράκη « Νίκος Ξυλούρης – Η Ζωή και το τραγούδι του »   Εκδόσεις Καραμπελόπουλος .